Το μυστήριο του κακού

Το μυστήριο του κακού

Έτος έκδοσης 2014

Το δρόμο για το Άουσβιτς τον έχτισε το μίσος,
τον έστρωσε όμως η αδιαφορία.
 Ian Kershaw

«Χωρίς τη δυνατότητα του κακού και της αμαρτίας δεν θα ήταν νοητό και δυνατό και το αγαθό… Αυτός ο κόσμος έχει μεγαλύτερη περίσσεια του καλού έναντι του κακού» (Leibniz).

Τι είναι όμως το κακό; Ποια είναι η φύση του και η προέλευσή του; Είναι υπαρκτό ή ψευδαίσθηση, ιδέα, έλλειψη του αγαθού; Είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη υπόσταση, εγγενές, ή επίκτητο;

Τα ερωτήματα αυτά είναι από τα πιο δύσκολα στον χώρο της ηθικής φιλοσοφίας. Ακόμα πιο δύσκολες είναι οι απαντήσεις που δόθηκαν κατά καιρούς και δίνονται από φιλοσόφους και διανοητές. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο, όταν εξαρτηθεί από το πρόβλημα-ερώτημα της ύπαρξης ενός Θεού Παντοδύναμου, Πανάγαθου και Πάνσοφου όπως τον παρουσιάζει ανά τους αιώνες η ιουδαιο-χριστιανική παράδοση.

Πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού στον κόσμο με την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού που μπορεί και θέλει, εξ ορισμού, να πατάξει το κακό αλλά δεν το κάνει; Ή μήπως ο άνθρωπος δεν είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής βούλησης ενός Θεού αλλά προϊόν βιολογικής εξέλιξης από κατώτερες μορφές ζωής, προϊόν τυχαίων μεταβολών και μεταλλάξεων όπως θέλει ο νεο-δαρβινισμός, οπότε δεν τίθεται καν τέτοιο θέμα;

Πάνω σ' αυτά τα καίρια ερωτήματα έρχονται δεκατέσσερις στοχαστές να καταθέσουν τις σκέψεις τους και να ευαισθητοποιήσουν-γονιμοποιήσουν τις σκέψεις του σύγχρονου προβληματιζόμενου αναγνώστη. Οι σκέψεις των διανοουμένων αυτών, που προέρχονται από διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα, μπορεί να μην επιλύουν οριστικά τα ως άνω ερωτήματα περί το κακό, ρίχνουν όμως αρκετό φως πάνω στη φύση του ηθικού κακού και προτείνουν κάποιες λύσεις για την περιστολή του.

***

ΥΓ: Το βιβλίο είναι διαθέσιμο σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

Ακολουθεί η πλήρης φωτογραφία του βιβλίου.

Το μυστήριο του κακού

Κριτικές

Αν δεχθούμε ότι το μυστήριο του κόσμου είναι απροσπέλαστο, καθώς ο άνθρωπος, ο οποίος είναι και το μοναδικό ον που ταλανίζεται από το ερώτημα, αποτελεί ο ίδιος μέρος του μυστηρίου, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το πρόβλημα του κακού είναι ο πυρήνας του μυστηρίου αυτού.

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, με την πείρα του ευαίσθητου ερευνητή και συγγραφέα, πραγματοποιεί σε αυτόν τον εύχρηστο τόμο μια πολύ διαφωτιστική και περιεκτική περιδιάβαση από τη σκέψη δεκατεσσάρων ετερόκλητων και αντιπροσωπευτικών στοχαστών που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα του κακού. Εκθέτοντας την προβληματική του καθενός εξ αυτών, ο συγγραφέας μας παρέχει εποπτεία και πρόσβαση στις πολυσχιδείς όψεις του αντικειμένου. Σπάνια βρίσκει κανείς συγκεντρωμένες απόψεις επιστημόνων, φιλοσόφων, λογοτεχνών επί του αυτού θέματος, ανθρώπων που όχι μόνον υπηρετούν διαφορετικές μορφές λόγου, αλλά εμπνέονται και από διαφορετικές και κάποτε αντικρουόμενες πηγές έμπνευσης, ομολογίες, δόγματα και θεωρίες. Ινδουϊστές, Καθολικοί, Ορθόδοξοι, Προτεστάντες, Εβραίοι, Μαρξιστές, Δαρβινιστές.

Το μέγα παράδοξο του κακού είναι το σκάνδαλο να υπάρχει κακό σε έναν κόσμο δημιουργημένο από έναν πανάγαθο Θεό.

Την κεντρική έννοια της θεοδικίας εισάγει στη συζήτηση ο Leibniz. Η ιδέα είναι ότι ο Θεός δικαιώνεται σε μια υποθετική δίκη για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, καθόσον ο κόσμος που δημιούργησε δεν είναι τέλειος, καθόσον δεν αποτελεί αναδιπλασιασμό του εαυτού του· είναι όμως ο καλύτερος μεταξύ των δυνατών κόσμων που θα μπορούσε να δημιουργήσει, καθόσον η ατέλειά (κακό) του έχει περιοριστεί στον ελάχιστο βαθμό ούτως ώστε να μπορεί να χρησιμεύει ως μέσο της τελειοποίησής του (καλό). Ο συγγραφέας επιδέξια μας οδηγεί στις καταβολές αυτής της θεώρησης, αλλά και στη συζήτηση που προκάλεσε, από τις αντιρρήσεις του Βολταίρου, μέχρι την «κοσμοδικία» του Ρουσσώ και την καντιανή ομολογία της αδυναμίας του ανθρώπινου Λόγου να αντιληφθεί τη θεία δικαιοσύνη. Κοινή παράμετρος στους Leibniz, Ρουσσώ και Καντ, η ελευθερία της ανθρώπινης θέλησης, το σημαντικότερο δώρο, το οποίο φέρει στον κόσμο και τον κίνδυνο της αμαρτίας (της αστοχίας) και του κακού.

Για τον ανυπέρβλητο Ντοστογιέφσκι, το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας διατρέχει τον κίνδυνο της εκτροπής στην αυθαιρεσία και εξ αυτής στον καταναγκασμό, την αναίρεση της ελευθερίας δηλαδή. Μέσα από τους διχασμένους και σπαρασσόμενους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες του, επιφέρει καίριο πλήγμα στην αυταρέσκεια του «ευσεβούς» και «καλού»: «ήμουν ένας παλιάνθρωπος κι όμως αγαπούσα τον Θεό». Ειρωνευόμενος την ευκολία της απώθησης του κακού ως γνωρίσματος των «κακών» ανθρώπων, καλεί τον καθένα να αναλάβει την ευθύνη για όλα τα κρίματα όλων και αντιστρέφει το επιχείρημα κατά της ύπαρξης του Θεού λόγω του κακού, σε απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, ακριβώς λόγω του κακού, ήτοι ακριβώς λόγω της ελευθερίας. Διότι, αν θυμηθούμε τον συγκλονιστικό μονόλογο του Μαρμελάντωφ στο Έγκλημα και Τιμωρία, όταν συγκατατεθούμε με την κλήση του Χριστού προς άθλιους και ανάξιους και προσπέσουμε στην αγάπη του, τότε «θα τα καταλάβουμε όλα! Ναι τότε θα τα καταλάβουμε όλα!».

Από εντελώς άλλη πνευματική παράδοση, ο Ταγκόρ βλέπει το κακό ως κάτι το παροδικό, ως το ατελώς ηθικό, το οποίο κατακλύζεται από το ιδεώδες της αλήθειας, τη συνείδηση του όλου που αποτελεί την επιθυμία του ανώτερου Εγώ μας, μέσα στο οποίο θα σβήσει το μερικό και κατώτερο. Αυτό είναι το αληθινό θαύμα : η ενύπαρξη εντός μας μια ιδέας της θεότητας, παρά το κακό που συμβαίνει στον κόσμο και στο οποίο μετέχουμε με το κατώτερο μέρος της ύπαρξής μας.

Πώς μπορεί να μας φωτίσει η εμπειρία και η σκέψη ενός άθεου ο οποίος σε ώριμη ηλικία αγκαλιάζει τη χριστιανική πίστη; Πώς απαντά αυτός ο άνθρωπος στην ένσταση του παλαιού εαυτού του κατά του Θεού, την αρχετυπική κατά του Θεού κατηγορία: πώς ένα σύμπαν τόσο σκληρό και άδικο δικαιολογεί την ιδέα ενός πανάγαθου Θεού; Εδώ η μαρτυρία του C.S.Lewis είναι ανάλογη της απάντησης του Καρτέσιου στον ακραίο σκεπτικισμό και την γενική αμφιβολία: αν ο κόσμος (αυτός ο κόσμος του πόνου και του κακού) δεν είχε νόημα, δεν θα διαπιστώναμε με οδύνη την απουσία νοήματος. Δεν θα μας πλήγωνε το κακό, αν δεν διαθέταμε την αξίωση της αγαθότητας. Το αγαθό είναι που κινεί τον κόσμο και το κακό ζει παρασιτικά πάνω στο αγαθό απορροφώντας ενέργεια από αυτό και επιδιώκοντάς το με στρεβλό τρόπο. Και πάλι η ελευθερία είναι το θείο δώρο που κάνει δυνατή αυτή τη στρέβλωση, αλλά που παρέχει τον μοναδικό δρόμο το αγαθό να αποτελέσει πλήρες νοήματος ανθρώπινο ενέργημα και όχι α-ηθικό μηχανικό αυτοματισμό.

Το πρόβλημα του κακού τέθηκε σε άλλη προοπτική μετά τον φονικό 20ο αιώνα των ολοκληρωτισμών και των οργανωμένων γενοκτονιών. Η Hannah Arendt σηματοδοτεί τη θεματοποίηση αυτής της νέας τροπής, με την κλασική έννοια της «κοινοτοπίας» (ή «ρηχότητας») του κακού. Επισημαίνει ορθά ο συγγραφέας την επιφύλαξη της ίδιας της γερμανο-εβραίας φιλοσόφου ότι η μελέτη της περίπτωσης Eichmann δεν αποτελεί μια ερμηνεία ή γενική θεωρία του κακού, αλλά ένα «μάθημα». Το δυσοίωνο μάθημα ότι η μεγαλύτερη φρίκη μπορεί να προέλθει όχι από παρανοϊκούς δολοφόνους, αλλά από «καθημερινούς», «φυσιολογικούς» ανθρώπους που αδυνατούν να σκεφτούν, με την έννοια να εισέλθουν φαντασιακά στη θέση των άλλων που αποτελούν τα θύματα των ενεργειών τους. Εδώ αναδεικνύεται ο δυνητικά φονικός χαρακτήρας που μπορούν να προσλάβουν υπό όρους οι ιδεολογίες (είτε θρησκευτικές είτε κοσμικές).

Συζητήσιμη και παρεξηγήσιμη η άποψη της Arendt, τάραξε τα νερά της φιλοσοφίας του κακού και την έφερε αντιμέτωπη ακόμα και με φιλοσόφους που υπήρξαν προσωπικοί φίλοι της. Ένας από αυτούς, ο Hans Jonas, επίσης Γερμανο-εβραίος και επίσης μαθητής του Heidegger, διατύπωσε τη δική του θεωρία. Εμπνεόμενος από την ιουδαϊκή, ιδιαιτέρως την καβαλιστική παράδοση, ο Jonas θεωρεί ότι μπορεί κανείς να διατηρήσει τη θρησκευτική του πίστη μετά το Άουσβιτς, μόνον αν παραιτηθεί από μία τουλάχιστον εκ των τριών θεμελιωδών παραδοχών για τον Θεό των Ιουδαίων (και των Χριστιανών): την παντοδυναμία, την παναγαθότητα και καταληπτότητα. Από τα δύο τελευταία είναι αδύνατον να παραιτηθεί κανείς χωρίς να αναιρέσει την ίδια την ουσία της ιουδαϊκής (και χριστιανικής) πίστης. Οι έννοια του «κακού δημιουργού» και έννοια του «deus absconditus» είναι εχθρικές προς τον Θεό της Βίβλου. Μένει η αυτο-αναιρούμενη ιδέα της απόλυτης δύναμης· αυτό-αναιρούμενη, κατά τον Jonas, από τη στιγμή που ο Θεός αποφασίζει την «συστολή» του ώστε να υπάρξει ένα ελεύθερο από τον ίδιο δημιούργημα. Ο Θεός ήταν απών στο Άουσβιτς διότι ο ίδιος έχει παραιτηθεί αυτή τη δύναμη υπέρ του ανθρώπου. Ο άνθρωπος οφείλει πλέον να σώσει τον Θεό και όχι όπως παραδοσιακά πιστεύαμε και ελπίζαμε, ο Θεός τον άνθρωπο.

Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, ο γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur το πρόβλημα του κακού δείχνει την πρόσκρουση ενός οντο-θεολογικού επιπέδου σκέψης στη φαινομενολογία της ύπαρξης του κακού, μέσα από τον συλλογισμό ότι οι τρείς προτάσεις ο Θεός είναι παντοδύναμος, ο Θεός είναι απολύτως αγαθός, το κακό υπάρχει δεν είναι δυνατόν να είναι συμβατές και οι τρεις συγχρόνως. Ο φιλόσοφος προτείνει μια σημαντική στροφή στην στάση μας έναντι του κακού: αντί να λύσουμε το αίνιγμα θεωρητικά, να το μετατρέψουμε σε ζήτημα πράξης, αντλώντας από τα αποθέματα της καλοσύνης που δεν έχουν εξαντληθεί παρά την ύπαρξη του κακού. Πρόκειται για μια προβληματική της απάντησης στην ύπαρξη του κακού και όχι της λύσης του προβλήματος «unde malum?». Ας περιορίσουμε το κακό που προκαλούμε οι ίδιοι έναντι αλλήλων και κατόπιν βλέπουμε τι απομένει από το αίνιγμα της ύπαρξης του κακού στον κόσμο.

Για τον γάλλο ορθόδοξο θεολόγο Olivier Clement, το κακό ζει παρασιτικά «ρουφώντας το αίμα του αγαθού». Η δυνατότητα αυτή προσφέρεται από το ίδιο το γεγονός της κένωσης του Δημιουργού, ο οποίος «αποσύρεται» εκχωρώντας στα λογικά πλάσματά του την ελευθερία να τον αρνηθούν. Το προπατορικό αμάρτημα που συντελείται καθημερινά από τον άνθρωπο έγκειται στο άτοπο εγχείρημά του να αυτοθεωθεί εκτός Θεού. Εκεί βρίσκεται ο κοινός τόπος του απολύτου με το εγώ που οδηγεί στην υποδούλωση του ανθρώπου στο κακό και το μίσος του Θεού. Η απάντηση στο κακό είναι εσχατολογική: είναι ο δρόμος του σταυρού και της αγιότητας.

O θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο ομολογεί πως η σκέψη του δυναστεύεται από τον θάνατο και τη ματαιότητα. Αντίθετα από τον Σαρτρ θεωρεί πως όχι οι άλλοι, αλλά εμείς οι ίδιοι είμαστε η κόλαση. Παρότι όμως το κακό έρχεται από τους άλλους, ο παραλογισμός του είναι τέτοιος που οδηγεί τον Ιονέσκο στην πίστη πως η πηγή του κακού βρίσκεται επέκεινα του ανθρώπου. Ότι το κακό είναι ενυπόστατο είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο που διαβάλει τη σχέση του κάθε ανθρώπου με του άλλους ανθρώπους και τον Θεό. Η ευθύνη των ανθρώπων είναι ότι συνεργάζονται μαζί του και υποτάσσονται σε αυτόν που είναι ο άρχων του κόσμου τούτου. Παρά τον τελικό προσανατολισμό του στην Ορθοδοξία, ωστόσο, διαπιστώνει με παρρησία ότι η ‘επίσημη’ θρησκεία έχει συμβιβαστεί με αυτόν τον κόσμο και οι κανόνες της ταυτίζονται με τους κοσμικούς κανόνες, αναπαράγοντας τις απαντήσεις των φίλων του Ιώβ. Η έξοδος από αυτή την κόλαση είναι η αγάπη προς τον άλλον άνθρωπο και τον Θεό.

Ο σύγχρονός μας γάλλος φιλόσοφος Alain Badiou διακηρύσσει ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε το κακό παρά με αφετηρία το καλό. Η αφετηρία της εκλεπτυσμένης θεωρίας του είναι η έννοια διαδικασία αλήθειας, η οποία διακρίνεται σε τρεις διαστάσεις: το συμβάν, την πιστότητα και την αλήθεια. Το κακό παρασιτεί ως διακοπή κάθε μίας από αυτές τις διαστάσεις της διαδικασίας αλήθειας. Κλιμακώνεται λοιπόν και το κακό σε τρεις διαστάσεις: από είδωλο της αλήθειας σε προδοσία-ήττα μιας ηθικής μας πίστης και τέλος σε αυτό που ο φιλόσοφος ονομάζει «όλεθρο της αλήθειας», όπου η αλήθεια ταυτίζεται με την ολική δύναμη.

Ως αντίρροπο δύναμη στο κακό, ο Badiou βλέπει την μη παραίτηση από τον αγώνα εναντίον του κακού. Η αδιάκοπη πορεία της διαδικασίας αλήθειας, όπου η τελευταία δεν προοδεύει παρά μέσω του πλέγματος των γνωμών, σε έναν κόσμο που μένει πάντα εντεύθεν του καλού και του κακού.

Για τον ραβίνο Harold Kushner, το μόνο ερώτημα που αποτελεί αληθινό σκάνδαλο είναι «γιατί συμβαίνει το κακό σε καλούς ανθρώπους;» Η απάντηση του κινείται στην κατεύθυνση της άρνησης της παντοδυναμίας του Θεού. Ο Θεός δεν προκαλεί το κακό στους ανθρώπους, όμως δεν είναι και σε θέση να τους σώσει από αυτό με θαυματουργό τρόπο. Και πάλι η εξήγηση είναι η «αυτό-απόσυρση» του Θεού από τη δημιουργία του ώστε να επιτρέψει την ελευθερία του ανθρώπου. Η βοήθεια του Θεού έγκειται στην έμπνευση που δίνει στους ανθρώπους με την αγάπη του ώστε να αναπτύσσουν αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια και να αντιμετωπίζουν έτσι οι ίδιοι το κακό. Ο Τσινικόπουλος επισημαίνει ότι αυτού του τύπου οι προσεγγίσεις, παρόλο που εγείρουν αντιρρήσεις και εντός του Ιουδαϊσμού είναι χαρακτηριστικές της απουσίας στον Ιουδαϊσμό, της ενσάρκωσης και της σταυρικής θυσίας του Υιού του Θεού.

Ο νέο-δαρβινιστής βιολόγος και ηθολόγος Lyall Watson, στο έργο του Σκοτεινή φύση θέτει μια άλλη διάσταση του κακού, εντοπίζοντάς το στην όλη φύση, όπου η εμπειρία παρέχει πλήθος παραδειγμάτων. Αποδεχόμενος ότι η φύση είναι αήθης, καθώς και την «εγωιστική» λειτουργία των γονιδίων, επισημαίνει ωστόσο ότι αυτό δεν ισχύει για τους οργανισμούς, συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιωθεί μια υπόθεση που υπάγει τη βία και την επιθετικότητα σε ενιαίο πρότυπο συμπεριφοράς. Η πολιτισμική εξέλιξη και πολυπλοκότητα του ανθρώπινου οργανισμού τον έχει σε μεγάλο βαθμό απελευθερώσει από τον αυστηρό γενετικό έλεγχο, έτσι ώστε έχει αναπτύξει συνειδητές αντιστάσεις στον «εγωιστικό» ντετερμινισμό των γονιδίων και να καλλιεργήσει αλτρουϊσμό και αγάπη. Ο Τσινικόπουλος, επιδέξια συνδυάζει τη σκέψη του Watson με τις θέσεις του νευροβιολόγου Gerlad Hüther, σύμφωνα με τον οποίον, αναπτύσσεται μια βιολογία της αγάπης, καθώς ο κοσμο-συντονισμός και όχι ο ανταγωνισμός αναδεικνύεται ως η κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη των μορφών ζωής.

Για τον ορθόδοξο θεολόγο Χρήστο Γιανναρά, το κακό είναι υπαρκτική επιλογή του ανθρώπου. Αποτελεί αρνητική απάντηση του ανθρώπου στην «καθ’ομοίωσιν» κλήση, δηλαδή στην κλήση να υπερβεί τους περιορισμούς της κτιστής φύσης και να ομοιωθεί με τον άκτιστο Θεό. Κατά τον Γιανναρά, υπάρχει ερμηνευτικό κενό στην ίδια τη Βίβλο όσον αφορά την προέλευση του κακού εντός ενός κόσμου ο οποίος είναι «καλός λίαν». Εξ’ού και ο τίτλος του βιβλίου του συγχρόνου μας θεολόγου: Το αίνιγμα του κακού. Ο συγγραφέας με σεβασμό στην προσφορά του Γιανναρά, διατηρεί κριτικές αποστάσεις από τη θεώρηση του τελευταίου, επισημαίνοντας προσφυώς ότι αν το ζήτημα είναι η ελευθερία μας από την κτιστότητα, τότε πώς μπορούμε να πιστεύουμε συγχρόνως ότι η κτίση είναι «καλή λίαν»; Εδώ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και η συνεισφορά του π. Νικολάου Λουδοβίκου, ο οποίος, σε ρήξη με την Αυγουστίνεια παράδοση της ανυπέρβλητης ενοχής, επισημαίνει ότι η πηγή του κακού είναι το μηδέν που προηγείται της δημιουργίας και ότι σωτηρία του ανθρώπου δεν έχει σχέση με καμία «έκσταση» από τη φύση του, αλλά με την δεξίωση των άκτιστων ενεργειών, ικανότητα που ενυπάρχει στη φύση του, η οποία είναι εσχατολογικά «καλή λίαν».

Ο Θάνος Λίποβατς προσφέρει μια απαιτητική προσέγγιση του θέματος, όπου αξιοποιείται η βαθιά γνώση του στην ψυχανάλυση, την φιλοσοφία και την θεολογία. Ο Λίποβατς αντιλαμβάνεται ως όρια της ελευθερίας του ανθρώπου τον θάνατο και την εντολή του άπειρου Άλλου. Η παραβίαση των ορίων, στην προσπάθεια μιας βιαστική αυτοθέωσης είναι ακριβώς το κακό. Αυτό που ακολουθεί όμως δεν είναι κάποια τιμωρία ενός εκδικητικού Θεού, αλλά απλώς η συνέπεια της άρνησης του ανθρώπου να αποδεχθεί το όριό του. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται η πρωταρχική για το πράττειν σημασία της επιθυμίας και της θέλησης έναντι της γνώσης και της βούλησης. Η «κληρονομικότητα» του προπατορικού αμαρτήματος δεν είναι παρά η παγίωση της δομής θέλησης/επιθυμίας στη σχέση με τον Θεό. Μια στάση εκδίωξης του Θεού, στην οποία ο Θεός ανταπαντά όχι με την ισχύ του, αλλά με την άκρα ταπείνωση Του στον σταυρό.

Μέσα από αυτήν την κριτική περιδιάβαση στη σκέψη δεκατεσσάρων ανθρώπων του πνεύματος για το πρόβλημα του κακού, ο συγγραφέας μας δωρίζει μια πολύ καλή εισαγωγή στη μελέτη του δύσβατου αυτού μυστηρίου. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου αναγνωρίζει ο αναγνώστης την αγωνία του συγγραφέα, τον μόχθο και το δέος ενώπιον του προβλήματος του κακού. Πρόκειται άλλωστε για θέμα που δεν προσφέρεται σε ακαδημαϊκές, αποστειρωμένες αποστασιοποιήσεις. Παραφράζοντας τον Nietzsche, όποιος κοιτάζει μέσα το κακό, το κακό επίσης κοιτάζει μέσα του. Είναι το βίωμα αυτό που ωθεί τους μελετητές του κακού όλο και πιο βαθιά σε αυτό το μυστήριο της ανθρώπινης συνθήκης. Είναι φανερό για όποιον ανοίξει το βιβλίο αυτό, ότι δεν του λείπει ούτε η γνώση ούτε η γνήσια υπαρξιακή διερώτηση. Αυτά τα δυο το καθιστούν έναν πολύ καλό οδηγό μελέτης του μεγάλου ζητήματος με το οποίο καταπιάνεται.

Θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνω ότι, ο συγγραφέας πλαισιώνει το πόνημά του με πρόλογο και επιλογικές σκέψεις, όπου συνάγει τα συμπεράσματά του από την δύσβατη αυτή προσέγγιση στο μυστήριο του κακού, καθώς και ότι, το βιβλίο συμπληρώνουν οι ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για την ανθρωπολογία του κακού, του Καθηγητή της Φιλοσοφίας Α.Π.Θ. Σωκράτη Χ. Δεληβογιατζή και το επίμετρο του Δρ της Θεολογίας Αναστάσιου Γ. Μαρά.

Διονύσης Γ. Δρόσος
Καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας. Τμήμα Πολιτικών Επιστημών,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Σχόλια

Αναζήτηση