Dawkins vs Ιησούς

Έτος έκδοσης 2018

Περιεχόμενα

Προλεγόμενα στο βιβλίο

Ι. Dawkins vs Ιησούς

ΙΙ. Υπήρξε πράγματι ο Ιησούς της Ναζαρέτ;

Τι προκύπτει από τις θύραθεν μαρτυρίες;

Λουκάς, ο Θουκυδίδης της χριστιανοσύνης

ΙΙΙ. Η ιστορική αξιοπιστία των θαυμάτων του Ιησού

Θαύματα του Ιησού

Η αυτο-μαρτυρία του Ιησού για τα θαύματά του

Τι λέει η επιστήμη για τα θαύματα

IV. Ποιος υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού;

Η αξιοπιστία των Ευαγγελιστών

Ιωάννης, ο ακριβολόγος μαθητής της αγάπης

V. Το δόγμα του αντιλύτρου - σαδομαζοχιστικό;

VI. Αντιφάσκουν τα Ευαγγέλια;

Η φωνή που δεν συγχέεται με καμιά άλλη φωνή

VII. Αγάπη μόνο σε εσω-ομάδα;

VIII. Ευαγγέλια γνήσια και απόκρυφα: Έγκυρα εξίσου;

ΙΧ. Ιησούς - σημείο αντιλεγόμενο

Χ. Ιησούς: Το κέντρο και η στρόφιγγα της Ιστορίας

Παράρτημα

Η εκπληκτική εικοτολογία του Richard Dawkins

Επίμετρο

Τι λέει ένας πρώην άθεος για τον Χριστό (Giovanni Papini)

… και ένας μεγάλος διαφωτιστής (Jean-Jacques Rousseau)

Σημειώσεις

Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του Dawkins

Βιβλιογραφία

Στη Λογική, ο όρος Εν Αρχή Αιτείσθαι, γνωστή και ως Petitio principii, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την γενικότερη πλάνη που δημιουργείται όταν οι αποδείξεις που παρέχονται για να τεκμηριώσουν μία πρόταση χρειάζονται αποδείξεις καθ' αυτές, όπως ακριβώς και η ίδια η πρόταση, όταν, δηλαδή, όλες οι επιμέρους προτάσεις ενός επιχειρήματος είναι λογικές, αλλά δεν μπορούν να αποδείξουν με κανέναν τρόπο τον ισχυρισμό του ομιλητή ως αληθινού.

Παράδειγμα αυτής της μορφής πλάνης είναι το παρακάτω:

Έστω ότι ο Γιάννης δεν λέει ψέματα όταν μιλά.

Ο Γιάννης μιλά.

Άρα ο Γιάννης λέει την αλήθεια.

Η λογική πλάνη αυτή, χρησιμοποιείται κατά κόρον από έμπειρους ρήτορες και χρήστες της Λογικής. Ένας από αυτούς τους έμπειρους ρήτορες είναι και ο Clinton Richard Dawkins, ακαδημαϊκός, Βρετανός ηθολόγος, εξελικτικός βιολόγος και συγγραφέας βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. Ο Dawkins σε μεγάλο μέρος του γραπτού του έργου αλλά και σε δημόσιες ομιλίες ουσιαστικά ισχυρίζεται απλουστευμένα το εξής:

Έστω ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού.

Ο Θεός δεν υπάρχει.

Άρα ο Ιησούς δεν υπάρχει.

Ποια είναι όμως η πραγματική τεκμηρίωση που παρέχει για την ιστορικότητα ή καλύτερα την μη ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού Χριστού; Η τεκμηρίωση αυτή έχει προκύψει από την επιστημονική μέθοδο που τόσο έντονα και κραυγαλέα δοξάζει (και καλώς κάνει) ο Dawkins, ή αποτελεί μέρος μιας γενικότερα προκατειλημμένης προσωπικής άποψης, μιας άποψης που διανθίζεται με βάσιμα επιχειρήματα στην προσπάθεια να γίνει αποδεκτή ως απόλυτη αλήθεια;

Αυτό πραγματεύεται το περιεχόμενο του βιβλίου Dawkins Vs Ιησούς του Δημήτρη Τσινικόπουλου, στο οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί διατηρώντας αποστάσεις και παραμένοντας αντικειμενικός να εξετάσει τα επιχειρήματα του Dawkins και να αντικρούσει την μη ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού, χρησιμοποιώντας δόκιμα επιχειρήματα και μια ιδιαίτερα πλούσια σύγχρονη βιβλιογραφία.

Το βιβλίο εξετάζει την εγκυρότητα και την ιστορικότητα των ευαγγελίων (απόκρυφων και μη), τις εξωευαγγελικές ιστορικές μαρτυρίες για το πρόσωπο του Ιησού και τα επιχειρήματα νεότερων αλλά και παλαιότερων, ιστορικών, αρχαιολόγων και φιλοσόφων που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα.

Με τρόπο δομημένο, απλή γραφή και αναλυτικό λόγο ο Τσινικόπουλος, προσπαθεί να μας μεταφέρει μπροστά σε αυτό το ιστορικό debate, σε αυτή τη μάχη ιδεών και στη συνέχεια αφήνει εμάς να εξετάσουμε αν ο Ιησούς είναι ένα σημείο αντιλεγόμενο (sic) ή όχι. Προσπαθεί να καταρρίψει το βασικό επιχείρημα της μη ιστορικότητας των ευαγγελίων, περιλαμβάνοντας σε εκτενές παράρτημα φωτογραφικό υλικό από σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες και να αναδείξει ιστορικά ντοκουμέντα μέσα από γραπτά και επιστολές αρχαίων μελετητών.

Στην πραγματικότητα, αντιλαμβανέται ο αναγνώστης, το debate αυτό είναι παναιώνιο. Ήδη από την εποχή του Ιουλιανού στο «Κατά Γαλιλαίων» και μέχρι και τον Μπέρτραντ Ράσελ που δηλώνει ότι «ιστορικά, είναι πολύ αμφίβολο ότι ο Ιησούς υπήρξε», υπάρχουν αναλυτικές και ηχηρές αμφισβητήσεις για την ιστορικότητα του Ιησού ως θεμέλιο της σύγχρονης Χριστιανικής θρησκείας. Τι βάθος έχουν όμως αυτά τα επιχειρήματα; Βασίζονται σε μια πολύπλευρη (επιστημονική) μέθοδο, ή σε επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας; Γιατί επιλέγουν οι μελετητές αυτοί να αγνοήσουν την ιστορικότητα των ευαγγελίων; Γιατί ακόμη κι έτσι αγνοούν άμεσες και έμμεσες αρχαίες πηγές πολλές εκ των οποίων προηγούνται ή είναι σύγχρονες με τα ευαγγέλια; Αυτά είναι τα δεδομένα και τα ερωτήματα που μας παρουσιάζει ο Τσινικόπουλος και μας επιτρέπει με τη δική μας διερευνητική ματιά να εξετάσουμε.

Εφημερίδα των Συντακτών

Κριτικές

Δημήτρης Τσινικόπουλος: Ένας Σύγχρονος Απολογητής του Χριστιανισμού

Το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Τσινικόπουλου έχει τον τίτλο Dawkins vs Ιησούς (εκδ. Φυλάτος 2018) και κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα. Πρόκειται για ένα έργο απολογητικής—ακόμη και πολεμικής—υπέρ της αλήθειας του χριστιανισμού και της ύπαρξης του Θεού και εναντίον των αθεϊστών οι οποίοι στο πρόσωπο του Άγγλου βιολόγου Ρίτσαρντ Ντόκινς αντιμάχονται την θρησκευτική πίστη και ειδικότερα των θρησκειών που εδράζονται στη Βίβλο.

Βέβαια, ο Ντόκινς, ο οποίος ανατράφηκε ως τυπικός Αγγλικανός, δεν είναι απλά ένας όψιμος αρνησίθεος αντίχριστος. Είναι ένας εξαιρετικά επηρεαστικός διανοούμενος, ελευθερόφρονας βιολόγος και ηθολόγος με έδρα στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στρατευμένος επικριτής του δημιουργισμού και του ευφυούς σχεδιασμού. Το 1976, στο βιβλίο του Το Εγωιστικό Γονίδιο, υποστήριξε τη θέση ότι «όλες οι μορφές ζωής εξελίσσονται διαμέσου της επιβίωσης διαφόρων αυτοαντιγραφόμενων πραγμάτων». Στο βιβλίο του Ο Εκτεταμένος Φαινότυπος (1982) υποστήριξε ότι τα φαινοτυπικά αποτελέσματα του εξελισσόμενου γονιδίου δεν περιορίζονται στο σώμα του οργανισμού αλλά επεκτείνονται και στους οργανισμούς του περιβάλλοντός του. Το 1986, στο βιβλίο του Ο Τυφλός Ωρολογοποιός, απέρριψε την «αναλογία του ωρολογοποιού» που υποστηρίχθηκε από χριστιανούς στοχαστές σχετικά με την ύπαρξη ενός υπερφυσικού δημιουργού όπως προκύπτει από την παρατηρούμενη πολυπλοκότητα των ζωντανών οργανισμών, και αντ’ αυτού υποστήριξε ότι οι εξελικτικές διαδικασίες της φυσικής επιλογής (αντί του Θεού) μπορούν να χαρακτηριστούν αντίστοιχα ως «τυφλός ωρολογοποιός». Στο βιβλίο του Η περί θεού Αυταπάτη (2006), ο Ντόκινς υποστήριξε με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει ένας υπερφυσικός δημιουργός και ότι η θρησκευτική πίστη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ψευδαίσθηση, ως μία ψευδής εμμονή και πεποίθηση. Αυτό το βιβλίο του κυκλοφόρησε σε αρκετά εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε πάνω από 35 γλώσσες, καθιστώντας το ως το δημοφιλέστερό του.

Για πιο θρησκευτικά ομογενοποιημένες κοινωνίες και στις οποίες το κράτος θρησκεύεται σε ικανό βαθμό τέτοιες απόψεις εξακολουθούν να θεωρούνται όχι μόνο «αιρετικές» αλλά και κοινωνικά επικίνδυνες. Για παράδειγμα, στην Τουρκία η κυκλοφορία του βιβλίου Η περί θεού Αυταπάτη το 2007 θεωρήθηκε ως «επίθεση στις ιερές αξίες», ενώ ως το 2011 απαγορευόταν η πρόσβαση στον ιστότοπο του συγγραφέα. Βέβαια, έχουν περάσει αρκετοί αιώνες από το 1697, τότε που 20χρονος Σκωτσέζος Thomas Aikenhead εκτελέστηκε για βλασφημία επειδή όχι μόνο αρνιόταν το δόγμα της Αγίας Τριάδας αλλά υποστήριζε επίσης ότι «η Αγία Γραφή ήταν γεμάτη με τόση τρέλα, ανοησίες και αντιφάσεις ώστε θαύμαζε την ηλιθιότητα του κόσμου που για τόσο πολύ καιρό είχαν αυταπατηθεί από αυτά». (A Complete Collection of State Trials and Proceedings for High Treason and Other Crimes and Misdemeanors from the Earliest Period to the Year 1783 (1816), τόμ. 13, στ. 919)

Αυτό το δύσοσμο υπόμνημα που δημιούργησε ο θεσμοποιημένος χριστιανισμός αποτέλεσε ένα από τα βασικά ερείσματα στην ανάπτυξη από μέρους του Ντόκινς αυτής της ανοιχτά επιθετικής θέσης προς τα θρησκεύματα γενικότερα αλλά και σε αυτήν καθ’ αυτή την αντίληψη περί έμφυτης θρησκευτικότητας. Οι φονταμενταλιστικές φωνές επιτείνουν τον θρησκευτικό ανορθολογισμό. Ο Ντόκινς παραθέτει τα λόγια του χριστιανού φονταμενταλιστή παλαιοντολόγου Kurt Wise: «Εάν όλες οι αποδείξεις στο Σύμπαν στρέφονταν εναντίον του δημιουργισμού, θα ήμουν ο πρώτος που θα το παραδεχόταν—θα παρέμενα ωστόσο δημιουργιστής, διότι τούτο φαίνεται να επιτάσσει ο Λόγος του Θεού. Αυτή πρέπει να είναι η θέση μου». (Η περί Θεού αυταπάτη, εκδ. Κάτοπτρο, σ. 18) Απορρίπτοντας την κατ’ αυτόν περί Θεού αυταπάτη, ο Ντόκινς καταλήγει στα εξής: «Προτιμώ να λέω ότι πιστεύω στους ανθρώπους, και οι άνθρωποι, όταν τους παρέχεται η κατάλληλη ενθάρρυνση να σκέπτονται από μόνοι τους όλες τις πληροφορίες που είναι σήμερα διαθέσιμες, πολύ συχνά καταλήγουν να μην πιστεύουν στον Θεό και να ζουν ολοκληρωμένες και ικανοποιητικές—αληθινά απελευθερωμένες ζωές». (σ. 21)

Ένα πλήθος φωνών αντέδρασαν σε αυτές τις δυναμικά προωθούμενες θέσεις του Ντόκινς. Στη χώρα μας ο Δημήτρης Τσινικόπουλος είναι αυτός που σήκωσε το γάντι ώστε να αντιπαρατεθεί και να ανταπαντήσει στις τοποθετήσεις του Ντόκινς. Σε αυτό το εγχείρημά του θυμίζει αρχαίους Απολογητές, όπως ο Μινούκιος Φήλικας, ο Τερτυλλιανός, ο Ιουστίνος, ο Ωριγένης και άλλοι, οι οποίοι απαντούσαν στις επικρίσεις των Εθνικών κατά του χριστιανισμού. Με αναφορά σε ένα επαρκές εύρος βιβλιογραφίας για τον μέσο αναγνώστη, ο Τσινικόπουλος ξετυλίγει εύστοχα την επιχειρηματολογία του επικεντρώνοντας την εξέτασή του στις εξής κύριες ενότητες: Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Ιησούς από την Ναζαρέτ; Μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα τα θαύματά του; Ποιος ήταν ο πραγματικός ιδρυτής του χριστιανισμού, ο Ιησούς ή ο απόστολος Παύλος; Έχει λογική βάση το βιβλικό δόγμα περί λυτρωτικής θυσίας του Χριστού; Αντιφάσκουν μεταξύ τους οι μαρτυρίες των Ευαγγελίων; Μήπως η διδασκαλία του Ιησού αφορούσε μόνο τα μέλη μια κλειστής ομάδας ακολούθων; Είναι εξίσου έγκυρα και αξιόπιστα τόσο τα κανονικά όσο και τα «απόκρυφα» Ευαγγέλια;

Για καθένα από αυτά τα θέματα αντιστοιχούν πολυάριθμες μελέτες οι οποίες έχουν αναλύσει ποικίλες πτυχές τους. Χωρίς να μπαίνει σε δαιδαλώδεις και υπερβολικά λεπτομερείς αναφορές, ο Τσινικόπουλος παρουσιάζει τη βασική συλλογιστική που μπορεί να ακολουθήσει ο αναγνώστης για να λάβει λογικές απαντήσεις σε καθένα από τα παραπάνω ζητήματα. Φυσικά η λογική δεν αρκεί για να καλύψει αυτά τα κατά βάση μεταφυσικά θέματα. Τα ερευνητικά πορίσματα, όμως, από τομείς όπως η βιβλική θεολογία, η ερμηνευτική, η κριτική του βιβλικού κειμένου και η αρχαιολογία, μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στο να δοθούν απαντήσεις στο καλοπροαίρετο φιλέρευνο κοινό. Σε αρκετά σημεία ο Τσινικόπουλος—ο οποίος δεν αποκρύπτει ότι ο ίδιος είναι βαθιά θρησκευόμενος χριστιανός—ψέγει τον Ντόκινς για το ότι δεν μπήκε στη διαδικασία να εμβαθύνει προς αυτές τις κατευθύνσεις ώστε να λάβει απαντήσεις σαν και αυτές που ο ίδιος καταθέτει συνοπτικά στο πόνημά του.

Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου του Η περί θεού Αυταπάτη (αγγλ. 2007, από την οποία έγινε και η ελληνική μετάφραση των εκδ. Κάτοπτρο), ο Ντόκινς περιέλαβε μια σειρά από ερωτήματα τα οποία ασκούν κριτική στον τρόπο με τον οποίο καταπιάνεται στο βιβλίο του με τα θέματα αυτά. Μία από αυτές τις κριτικές είναι παρόμοια με αυτή του Τσινικόπουλου: «Δεν μπορείς να ασκείς κριτική στη θρησκεία χωρίς μια λεπτομερή ανάλυση έγκριτων θεολογικών βιβλίων». Στην απάντηση του ο Ντόκινς σχολιάζει καυστικά ότι δεν εξέτασε κανένα θεολογικό βιβλίο που έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη του Θεού αλλά θέσεις μόνο εκείνων των θεολόγων «που παίρνουν στα σοβαρά την πιθανότητα να μην υπάρχει ο Θεός και επιχειρηματολογούν για το αντίθετο». Συνεπώς, η απόρριψη της ύπαρξης Θεού από μέρους του Ντόκινς, καθώς και των έργων θρησκευόμενων συγγραφέων καθιστά σαφές ότι οι ερευνητικές προϋποθέσεις και η επιχειρηματολογία του αποκλίνουν ριζικά από εκείνες του Τσινικόπουλου.

Τι σημαίνει αυτό για τον αναγνώστη; Η βιβλιογραφία του Ντόκινς ξεκίνησε αρχικά από τη βιολογία και κατέληξε στην ηθολογία. Στην πρόσφατη πορεία του Ντόκινς το κύριο μέλημά του έγινε η υποστήριξη ως απόλυτα φυσιολογικής μιας ζωής χωρίς την παρουσία Θεού και χωρίς την ανάγκη θρησκείας. Η επιχειρηματολογία του αποσκοπεί προς αυτή την κατεύθυνση, αν και με καθαρά επιστημονικούς όρους η συνεισφορά του δεν έχει κριθεί πάντοτε ως επιτυχής. Όσο για το βιβλίο του Δημήτρη Τσινικόπουλου, αυτό προϋποθέτει έναν σκεπτόμενο αναγνώστη ο οποίος όμως έχει κατασταλάξει στην πίστη στον Θεό και στην αποδοχή της Αγίας Γραφής ως βιβλίου εμπνευσμένου από τον Θεό. Ερειδόμενος σε αυτές τις προϋποθέσεις και όντας έμπειρος νομικός, ο συγγραφέας μέσω έκκλησης στη λογική και με αξιοποίηση των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων αποπειράται με ιδιαίτερη επιτυχία να ανταπαντήσει στις συγκεκριμένες θέσεις του Ντόκινς. Το βιβλίο είναι γραμμένο ώστε να διαβάζεται εύκολα και περιέχει επαρκή βιβλιογραφία ώστε ο μη ειδικός αναγνώστης να διασταυρώσει το αναφερόμενο υλικό ή και να επεκτείνει τον πληροφοριακό του ορίζοντα. Η καλή γνώση της Βίβλου, της σχετικής πατερικής γραμματείας καθώς και της τρέχουσας επιστημονικής πραγματικότητας στα εν λόγω ζητήματα επιτρέπουν στον συγγραφέα να καταπιαστεί αποτελεσματικά και ευσύνοπτα με τα σημαντικά αυτά θέματα.

Εν κατακλείδι, δεν μπορείς να πείσεις κάποιον που πιστεύει στην φυσική επιλογή για την εξέλιξη των ειδών και που συνειδητά απορρίπτει την ύπαρξη ενός προσωπικού Θεού ότι ο πρώτος άνθρωπος που δημιούργησε ο Θεός παράκουσε τον δημιουργό του, τιμωρήθηκε λόγω της αστοχίας του με θάνατο και ότι έπρεπε ένα άλλο πνευματικό ον να γίνει άνθρωπος για να σώσει τα ανεύθυνα παιδιά των πρωτόπλαστων. Απλά, δεν έχει νόημα αυτή η συζήτηση. Για να φτάσει κανείς στα επιμέρους ζητήματα (όπως η θεοπνευστία της Βίβλου, ο ρόλος της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού, η ύπαρξη πνευματικών πλασμάτων, η παρέμβαση του Θεού στην ιστορία, κλπ) χρειάζεται να έχει λύσει τα πρωταρχικά: Υπάρχει Θεός; Αν ναι, είναι πνευματικό πρόσωπο που δύναται να επικοινωνήσει με τα νοήμονα δημιουργήματά του ή είναι μια απρόσωπη συμπαντική δύναμη, κάτι σαν τη «Φύση»; Για να προσεγγίσει αυτά τα καίριας σημασίας ζητήματα, ο καλόπιστος αναγνώστης μπορεί να προστρέξει στο βιβλίο Το στοίχημα του Πασκάλ: Δοκίμια κριτικής του νεο-αθεϊσμού και της θρησκευτικής νεωτερικότητας (εκδ. Εν πλω, 2015) όπου ο Τσινικόπουλος με τον γνώριμο ανεπιτήδευτο, μεστό και ορθολογικό λόγο του έχει ήδη εμπλουτίσει αυτή τη μακρά συζήτηση.

Παύλος Δ. Βασιλειάδης
auth.academia.edu/PVasileiadis

Σχόλια

Αναζήτηση