Βουβαίνει
Αιμόφυρτα τα στήθη απ’ τον κάματο . . .
Κι Εσύ αρματηλάτης κάθιδρος να τιθασεύεις το τέθριππο άρμα τής ζωής στις επάλξεις της ελπίδας.
Με διεσταλμένη τη κόχη των ματιών Με θραύσματα ανάσας.
Ντυμένος τον λευκό χιτώνα
της επτάπτυχης προσφοράς
ζώντας τον μετέωρο ανασασμό της καταστολής
αγγίξεις τα γάγγλια της γονυκλισίας
Μετουσιώνεις τον επιούσιο πόνο σου
σε θόλο ευδοκίας και ανάτασης.
Βουβαίνει.
Βουβαίνει ο χρόνος τις καρδιές.
Ραγίζει τα βλέφαρα.
Ακόμα και τα πουλιά μεθυσμένα απ’ τ’ ολήμερο τραγούδι αργά το βράδυ κουρασμένα βουβαίνουν. Αναπαύονται.
Σιωπούν ...
Σχόλια