-
Στο μυστικό πόλεμο, όπλα διέθετε ακαταμάχητα.
Ομορφιά, πονηριά, χορό και το περπάτημα της γάτας. Ήτανε μια γάτα πραγματική,
μ’ ένα μπουκαλάκι άρωμα στα χέρια.
Μ’ ένα μπουκάλι αόρατη μελάνι
κι ένα πλήθος μεταξωτά μαύρα φουστάνια. Τα θύματά της να διαλέγει ήξερε…
Περισσότερα…
-
Ενταύθα αναπαύεται
ένα εντελώς ανήσυχο μυαλό.
Στην επιτύμβια πλάκα ανεγράφη:
Μαρξιστής αρχικά,
Μωαμεθανός μονόχνοτος μετά,
αγωνισθείς σθεναρά
επί των επάλξεων της φρεναπάτης.
Ακολούθησε τη μοναχική πορεία του έως τέλους,
συνεπής αναρχο-αυτόνομος.
Ωφέλησε λίγο,…
Περισσότερα…
-
Ήταν τέρας μορφώσεως πραγματικό.
Σχεδόν γνώριζε όλες τις λέξεις
Ενός λεξικού μεγάλου
(Και τις ετυμολογίες τους).
Πάντα όμως ήταν ανέτοιμος
Να προφέρει δύο
Λεξούλες μικρές
(Ναι και όχι)
Τότε που χρειαζότανε...
Περισσότερα…
-
Είχανε την ίδια λάμψη
στα μάτια
κάθε τόσο που συναντιόντουσαν.
Ο ένας πουλούσε
–κατά διαστήματα–κάποια οικόπεδά του
για να ζήσει διασκεδάζοντας.
Ο άλλος δούλευε ακατάπαυστα
και αγόραζε οικόπεδα
για να ζήσει στα στερνά του καλύτερα.
Κάθε τόσο που συναντιόντουσα…
Περισσότερα…
-
Για ν’ αποφύγει τις κλοπές
και τους πολλούς κλέφτες
που τελευταίως
επίφοβοι έγιναν
αποφάσισε να οπλιστεί.
«Τι να το κάνω το όπλο;»,
τελικά σκέφτηκε,
θα μου το κλέψουν
κι αυτό.
Περισσότερα…
-
Προβλήματα υπό διαφορετικό φωτισμό
Να συζητάνε τα ίδια και τα ίδια
εν οίκω, απηύδησαν·
γι’ αυτό και αποφάσισαν κάπου έξω
να ξεδώσουν.
Κι εκεί όμως τους «Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες»
κατά πώς λέει ο ποιητής,
μαζί τούς κουβαλούσαν…
«Τι τα θες» –πληκτικά πλαισ…
Περισσότερα…
-
Όταν τον δούνε
διακριτικά ή αδιάκριτα
με προσποιήσεις ή χωρίς
όλοι από τον πιο μικρό ίσαμε τον πιο μεγάλο
κάτι του ζητούνε.
Διακριτικά ή αδιάκριτα
τον κοιτάζουν καλά στα χέρια
ύστερα στα μάτια
(αν τον κοιτάζουν καθόλου στα μάτια).
Μόλις τον δούνε, όλοι, κάτι τ…
Περισσότερα…