Τα ερωτήματα συνείδησης του Ιώβ

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χρονικά
11ος-12ος 2000.

 

Οι φίλοι της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα οι εραστές της ποίησης, είναι εξοικειωμένοι με το γνωστό ποίημα τον Νομπελίστα Rudyard Kipling με τον τίτλο Αν. Στο ποίημα αυτό ο Άγγλος συγγραφέας (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1907) προβαίνει σε ηθικοπαραινέσεις στους νέους που τους δείχνει πώς μπορούν να ολοκληρωθούν, να γίνουν ώριμοι άνδρες.

Να μερικοί χαρακτηριστικοί στίχοι:

Αν μπορείς να κρατιέσαι νηφάλιος,
σαν όλοι τριγύρω τα ’χουν χαμένα
και φταίχτη σε κράζουν για τούτο…
Αν μπορείς να προσμένεις,
χωρίς να αποκάνεις ποτέ καρτερώντας…
Αν, με τα πλήθη μιλώντας φυλάξεις την πάσα αρετή σου…
τότε πια γίνηκες άντρας παιδί μου!»

Έτσι καταλήγει το ποίημα, μέσα από 13 «αν».

Είναι ωραίο και πάντα επίκαιρο το ποίημα αυτό του Νομπελίστα Kipling. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς και να αντιπαραβάλει το θαυμάσιο αυτό ποίημα, με ένα άλλο πολύ αρχαιότερο ποιητικό κείμενο που βρίσκεται στο βιβλίο του Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης. Βρίσκεται στο 31ο κεφάλαιο του βιβλίου, και αποτελείται από έναν εσωτερικό, σπαραχτικό, εξομολογητικό μονόλογο του κεντρικού ήρωα του βιβλίου του Ιώβ. Μονόλογο-απάντηση, στις κατηγορίες των τριών φίλων παρηγορητών του: του Ελιφάς, του Βιλδάδ και του Σωφάρ. Οι φίλοι αυτοί επέμεναν, ότι ο Ιώβ υπέφερε τα όσα υπέφερε (απώλεια των τέκνων του, ολόκληρης της περιουσίας του και της υγείας του) εξαιτίας των αμαρτιών του. Ο συγγραφέας του εξόχου, του αριστουργηματικού αυτού ποιήματος, παρουσιάζει τον Ιώβ απ’ το 2ο κεφάλαιο να εξανίσταται στις κατηγορίες, γιατί γνωρίζει ότι υπήρξε δίκαιος, αγαθός και υποδειγματικός στη ζωή του. Δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δεχθεί ότι τιμωρείται από το Θεό εξαιτίας κάποιων ανύπαρκτων ανομημάτων του. Και πάνω σ’ αυτήν την έξαρση ή σ’ ένα επινίκιο άσμα, που περιέχει ένα είδος όρκου-καθαρισμού (reinigungseid), τονίζει την αγνότητα, τη δικαιοσύνη του, την ευθύτητά του, την φιλανθρωπία του, την ανιδιοτέλειά του, την αγνή λατρεία του στο Θεό, την ευγένεια[1] και τη φιλοξενία του, χρησιμοποιώντας 17 διερευνητικά ερωτήματα συνείδησης που αρχίζουν ακριβώς με το ερώτημα «αν». Τα ερωτήματα αυτά προκαλούν και αφυπνίζουν τον αναγνώστη κάθε εποχής, αφού οδηγούν σε σκέψεις υψηλής ηθικής στάθμης, με γνώμονα μόνο τη συνείδηση του ανθρώπου. Το ενδιαφέρον αυτό ποίημα το μεταφράζω από το μασοριτικό-εβραϊκό κείμενο, στηριζόμενος κυρίως στη δίγλωσση έκδοση του J. Green και στη μετάφραση Αθ. Χαστούπη (Αγία Γραφή, τόμ. 2ος, Αθηναι 1969) χρησιμοποιώντας όμως, σε ορισμένα σημεία, και σύγχρονες άλλες μεταφράσεις, με μερικά διαφωτιστικά σχόλια για την καλύτερη κατανόησή του από τον αναγνώστη.

(1) Έκαμα συμφωνία με τα μάτια μου.
Πώς λοιπόν να γλυκοκοιτάξω παρθένα;[2]

(2) Και τι αναμέρισε ο Θεός από τον ουρανό;
Και ποια είναι η κληρονομιά του παντοδύναμου από ψηλά (για μένα;)

(3) Δεν είναι η καταστροφή για τον άδικο,
και η συμφορά γι’ αυτούς που εργάζονται την ανομία;

(4) Τις στράτες μου αυτός δεν τις βλέπει;
Kαι δεν μετράει τα βήματά μου;

(5) Αν περπάτησα με ανθρώπους του ψεύδους
και το πόδι μου πάτησε δόλιο δρόμο,

(6) ας με ζυγίσει με ζυγαριά ακριβοδίκαιη
και ο Θεός ας γνωρίσει την ακεραιότητά μου.

(7) Αν το βήμα μου λοξοδρόμησε απ’ το δρόμο (του σωστού)
και η καρδιά μου ακολουθεί των ματιών μου την επιθυμία, [3]
κι αν στα χέρια μου υπάρχει βρωμιά

(8) τότε εγώ να σπείρω κι άλλος να φάει
κι οι απόγονοί μου να ξεριζωθούν.

(9) Αν η καρδιά μου λαχτάρησε γυναίκα ξένη
ή αν παραμόνεψα στη θύρα του συντρόφου μου,

(10) τότε η γυναίκα μου ας γυρνάει τη μυλόπετρα γι’ άλλον[4]
κι άλλοι ας πλαγιάσουν πάνω της.

(11) Γιατί αυτό είναι μεγάλο κρίμα
και αμάρτημα αξιοκατάκριτο.

(12) Γιατί είναι φωτιά που κατακαίει μέχρις εξαφανισμού
και όλα τα γεννήματά μου θα τα ξεριζώνει.

(13) Αν έφαγα το δίκιο του δούλου μου ή της δούλης μου
όταν είχαν μαζί μου διαφορές,

(14) τότε τι θα κάμω όταν με κρίνει ο Θεός;
Όταν με επισκεφθεί, τι λόγο θα του αποκριθώ;

(15) Μήπως αυτός που μ’ έπλασε εμένα στη μήτρα
δεν έπλασε κι εκείνον;
Μήπως ο ίδιος (Θεός) δεν μας διαμόρφωσε μέσα στη μήτρα;[5]

(16) Αν κατακράτησα ό, τι επιθυμούσε ο φτωχός
ή εξαιτίας μου τα μάτια της χήρας κλάψανε,

(17) κι αν μόνος το ψωμί μου έφαγα
και απ’ αυτό ο ορφανός δεν ψωμίστηκε

(18) (διότι απ’ τον καιρό της νιότης μου, τον έτρεφα σαν πατέρας,
κι από την κοιλιά της μάνας μου την οδηγούσα).

(19) αν είδα κάποιον (γυμνό) να ξεπαγιάζει γιατί δεν είχε να ντυθεί
ή φτωχό που να μην έχει να σκεπαστεί

(20) αν ίσως τα νεφρά του[6] δεν μ’ ευλόγησαν
και με το μαλλί των προβάτων μου δε θερμάνθηκε

(21) αν σήκωσα το χέρι μου ενάντια σ’ ορφανό
διακρίνοντας την υπεροχή μου στην πύλη[7]

(22) να ξεκολλήσει τότε το μπράτσο μου απ’ τον ώμο
και το χέρι μου ας θρυψαλιαστεί απ’ τον αγκώνα

(23) Διότι η συμφορά απ’ το Θεό με κατατρόμαζε
και δε θα μπορούσα ν’ αντέξω απ’ τη μεγαλειότητά του.

(24) Αν στο χρυσάφι βασίστηκα,
ή είπα στο καθαρό χρυσάφι,
συ ήσαι το στήριγμά μου,

(25) αν ευχαριστήθηκα γιατί τα πλούτη μου ήταν πολλά
και γιατί το χέρι μου βρήκε αφθονία απ’ αγαθά,

(26) αν παρατήρησα τον ήλιο όταν έλαμπε
ή την λαμπερή σελήνη να περπατάει (στον ουρανό)

(27) και η καρδιά μου κρυφά ελκότανε,
ή το χέρι μου με το στόμα μου φίλησα, [8]

(28) κι αυτό ακόμα θα ήταν σφάλμα αξιοκατάκριτο
διότι θα είχα αρνηθεί τον Θεό τον ύψιστο.

(29) Αν χάρηκα για τον αφανισμό αυτουνού που με μισεί
κι αν ευχαριστήθηκα επειδή κάποια συμφορά τον βρήκε

(30) (διότι δεν άφησα το στόμα μου ν’ αμαρτήσει
εστομίζοντας εναντίον τον κατάρα),

(31) αν οι άνθρωποι της σκηνής μου δεν είπαν
«ποιος μπορεί να δείξει κάποιον που να μην χόρτασε από τα κρέατά του;»

(32) (πως ποτέ οδοιπόρος έξω, δεν ξενύχτησε
γιατί η πόρτα του σπιτιού μου ορθάνοιχτη ήταν στον ξένο),

(33) αν τα αμαρτήματά μου τα σκέπασα σαν τον Αδάμ, [9]
κρύβωντας την ανομία μου στον κόλπο μου,

(34) γιατί μήπως φοβόμουνα τον κόσμο
και σκιαζόμουνα απ’ των οικογενειών την περιφρόνηση
ώστε να σιωπάσω και να μη βγω στην εξώπορτά μου,

(35) Ω! και να ’ταν κάποιος που να μ’ άκουγε.
Ιδού η επιθυμία μου! Να μου αποκριθεί ο Παντοδύναμος!
ή να ‘γράφε για μένα ο αντίδικός μου[10] ένα βιβλίο[11]

(36) σίγουρα τότε θα το κουβαλούσα στον ώμο μου,
θα το περιτύλιγα γύρω μου σα στεφάνι

(37) θα του φανέρωνα τον αριθμό των βημάτων μου,
σαν αρχηγός θα τον πλησίαζα.

(38)Αν η γη μου βοούσε ενάντιά μου
κι όλα τα αυλάκια της μαζί της κλαίγανε,

(39) αν έφαγα τη σοδειά της χωρίς να πληρώσω μισθούς
ή έβγαλα των γεωργών της την ψυχή,

(40) ας φυτρώσουν τριβόλια αντί για στάρι
και αντί για κριθάρι ζιζάνια.[12]

Και τελείωσαν τα λόγια του Ιώβ.[13]

 

Υποσημειώσεις:


[1] Σε μια δίκη στην αρχαία Ανατολή, ένα τέτοιο είδος όρκου-καθαρισμού, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αποδεικτικό στοιχείο για την απαλλαγή του ορκομώτου, ελλείψει μαρτύρων περί της ενοχής του, αφού ο ορκιζόμενος αυτοκαταρώμενος, δέχεται ο Θεός να τον τιμωρήσει (πρβλ. στίχους 8, 10, 22, 40α) βλ. Εξοδ. 22:9, 10, Αριθμοί 5:20-22.

[2] Ο Ιώβ πρόσεχε τόσο πολύ να μην αμαρτήσει, ώστε είχε κάμει συμφωνία (διαθήκη, Ο΄) με τα μάτια του για να μη μολυνθεί με επιθυμίες ανεπίτρεπτες, (πρβλ. Ματθ. 5:28: «Πας ο ιδών γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν…»).

[3] Πρβλ. τα λόγια του Ιησού: «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός…» (Ματθ. 6:22).

[4] Στην αρχαιότητα οι γυναίκες και οι δούλες γυρνούσαν τη μυλόπετρα και κάναν άλλες σκληρές δουλειές (πρβλ. Ιλιάδα Ζ, 457).

[5] Σε μια εποχή που η δουλεία ήταν διαδεδομένη, βρίσκουμε λόγια τέτοια για την αξία της ανθρώπινης ζωής και την εξίσωση του δούλου με τον ελεύθερο, που μόνο κατάπληξη μπορούν να δημιουργήσουν.

[6] Οι νεφροί στη Βίβλο συμβολίζουν τον εσωτερικό άνθρωπο, τη βαθύτερη επιθυμία του και τα συναισθήματά του.

[7] Στην αρχαιότητα στην πύλη της πόλης γινότανε το δικαστήριο. Εκεί συγκεντρώνονταν οι πρόκριτοι και πρεσβύτεροι για ν’ αποδώσουν δικαιοσύνη.

[8] Πρόκειται για πρακτική ειδωλολατρείας (αστρολατρείας). Η λατρεία του ήλιου και της σελήνης ήταν διαδεδομένη στη Βαβυλωνία (Θεός Σαμάς =ήλιος και Σιν=σελήνη) και την Αίγυπτο (ο θεός Ρα=ήλιος) από πολύ παλιά. Ακόμα στο Βεδικό και Ζωροαστικό σύστημα η λατρεία του ήλιου είχε δεσπόζουσα θέση (πρβλ. και 2 Βασ. 23:5). Και το χειροφίλημα, ήταν μια λατρευτική χειρονομία—έχουν ανακαλυφθεί ιδεογράμματα Ασσυρο-Βαβυλωνίων όπου εικονίζονται λάτρεις θεοτήτων να προσεύχονται με το χέρι στο στόμα (βλ. G. Dhorme, Le Livre de Job, σελ. 241. Πρβλ. και Πλίνιον πρεσβύτερον, Hist. nat. XXVIII, 2.) Έτσι οι λάτρεις εξέπεμπαν ασπασμό στο είδωλο.

[9] Άλλες μεταφράσεις αποδίδουν την έκφραση σαν τον Αδάμ, ως άλλοι άνθρωποι (Αδάμ=άνθρωπος), πρβλ. διαφορετική απόδοση των Ο΄.

[10] Ποιον ως αντίδικο εδώ εννοεί ο Ιώβ, είναι κάπως ασαφές.

[11] Βιβλίον προφανώς πάπυρος τυλιγμένος σαν ειλητάριο γι’ αυτό και θα μπορούσε να τυλιχθεί σα στεφάνι ή κορώνα στο κεφάλι. Εννοεί πιθανόν δικόγραφο ή λιβελλογράφημα εναντίον του. Έτσι το αποδίδει η Jerusalem Bible, η Die Gute Nachricht και άλλες σύγχρονες μεταφράσεις. Η μετάφραση των Ο΄ ομιλεί για «συγγραφήν… παρά χρεωφειλέτον», αλλά το όλο χωρίον είναι κάπως ασαφές.

[12] Οι στίχοι 38-40 σε άλλες μεταφράσεις (π.χ. Jerusalem Bible, Die Gute Nachricht) ή παρεμβάλλονται σε προηγούμενους στίχους, ή παραλείπονται. Διότι με τους στίχους 35 – 37 κλείνουν οι λόγοι αυτοϋπεράσπισης του ομιλούντος Ιώβ.

[13] Πρόκειται για σημειώσεις ενός εκδότη (redacteaur) του κειμένου. Με τα λόγια αυτά κλείνει και η ενότητα του βιβλίου που παρουσιάζει τον Ιώβ ομιλούντα προς εαυτόν και στους τρεις φίλους-παρηγορητάς. Στη συνέχεια, στο επόμενο κεφάλαιο τον λόγο παίρνει ο νεώτερος Ελιού.

Το πρωτότυπο pdf: