Στην Κόλαση δεν καίει καμιά φωτιά

Η παρακμή μιας ιδέας
από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια μέχρι σήμερα

 

«Μου ’χεις κάνει τη ζωή μου Κόλαση», λέει ο στίχος γνωστού τραγουδιού των τελευταίων χρόνων. «Θα βράζεις στα καζάνια της Κόλασης», είναι μια άλλη γνωστή λαϊκή έκφραση, που λέγεται μαζί με μια άλλη πολύ συχνά: το «πυρ το εξώτερον». Αλλά η λέξη κόλαση, παρόλο που βρίσκεται συχνά στα χείλη μας, φαίνεται να είναι ελάχιστα ξεκαθαρισμένη εννοιολογικά.

Τελικά, μπορεί κάποιος ν’ αναρωτηθεί: Τι είναι τέλος πάντων αυτή η Κόλαση; Είναι υπαρκτή, ή επινόηση θρησκευόμενων; Είναι χώρος βασανισμού ψυχών και, μάλιστα, πύρινος, όπως ανά τους αιώνες έχει επικρατήσει να θεωρείται; Είναι αρχηγός και κυρίαρχός της ο Σατανάς; Είναι μήπως, απλά, μια τιμωρητική κατάσταση απομάκρυνσης του ανθρώπου από το θείον; Είναι αντίποδας ενός άλλου χώρου ουράνιου, του παράδεισου; Και ούτω καθεξής.

Τα παραπάνω ερωτήματα, ακριβώς, μπορούν να αποκαλύψουν και το μέγεθος της άγνοιας και της σύγχυσης που υπάρχει ή μπορεί να προκληθεί γύρω απ’ το «καυτό» θέμα της Κόλασης. Φωτιά, καζάνια, χώρος, χρόνος, γη, καταχθόνια, ουρανός, Άδης, καθαρτήρια, τιμωρίες, Διάβολος, δαίμονες, τανάλιες, βέλη, βρόχοι, τρίαινες, όλα μαζί ανακατεμένα και κληροδοτημένα από το παρελθόν έρχονται, μας τρομοκρατούν και μας ζαλίζουν.

Το ξεζάλισμα και το ξεκαθάρισμα γίνεται έπειτα από επίμονη μελέτη, έρευνα και ταξινόμηση. Κάτι τέτοιο θα προσπαθήσουμε εδώ, στο χώρο που έχουμε στη διάθεσή μας.

Προϋποθέσεις για μια πύρινη Κόλαση

Από μικρά παιδιά έχουμε εμποτιστεί με την έννοια της πύρινης Κόλασης… Αλλά μια ετυμολογική έρευνα της λέξης μπορεί να καταδείξει κάτι πολύ απλό: η λέξη ως ουσιαστικό προέρχεται από το ρήμα κολάζω κι αυτό, με τη σειρά του, από το ρήμα κολοβώνω που σημαίνει «κόπτω», «αποκόπτω». Έτσι, η λέξη στην αρχική της σημασία σημαίνει απλά «αποκοπή»· (υπήρχε στην αρχαία Ελληνική και η έκφραση «κόλασις δέντρων», δηλαδή «αποκοπή δέντρων και κλάδων») αλλά σημαίνει, κατ’ επέκταση, και «περιορίζω», «καταπιέζω», «ελέγχω», «τιμωρώ».

Από τη μεταφορική χρήση της γλώσσας, έμεινε η έννοια της αποκοπής ενός από τη ζωή ως τιμωρία (ή ο περιορισμός του). Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και με την επικράτηση διάφορων αντιλήψεων, η λέξη φορτίστηκε με άλλο εννοιολογικό περιεχόμενο· έφτασε να σημαίνει, αποκλειστικά, τον τόπο ή μια κατάσταση όπου υπάρχει κάποια φωτιά και βασανίζονται, εκεί, αιωνίως αμαρτωλές ψυχές. Πώς φτάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε παρακάτω. Αλλά πριν απ’ αυτό, πρέπει να πούμε κάτι άλλο: Ότι απαραίτητη προϋπόθεση για μια πύρινη Κόλαση είναι η πίστη και η αποδοχή διάφορων άλλων αντιλήψεων υπερβατικών, μεταφυσικών.

Η Κόλαση προϋποθέτει ως αντίποδά της, ίσως, και έναν παράδεισο. Ένα χώρο μακαριότητας και ευτυχίας, όπου χαίρονται οι ψυχές των δικαίων, είτε είναι εδώ στη γη, είτε σ’ έναν ειδικό χώρο στον Άδη, είτε στον ουρανό. Προϋποθέτει ένα Θεό δυνατό (αν όχι παντοδύναμο), πάντως ικανό να «ρίχνει» ψυχές αμαρτωλών σε «Κόλαση». Ένα Θεό σκληρό, τιμωρό και εκδικητικό, ο οποίος, παρά τη διακηρυσσόμενη αγάπη του και το έλεος του, μπορεί να τιμωρεί αιωνίως εις τους αιώνας των αιώνων ανθρώπινες ψυχές παιδιών του που αμάρτησαν εναντίον του! Προϋποθέτει, επίσης, σύνεργό του ένα πνεύμα (ή πολλά) του κακού, κάποιον πονηρό συνεργάτη, που διαφεντεύει έναν πύρινο χώρο όπου βασανίζονται με βάσανα φριχτά οι αμαρτωλές ψυχές. Προϋποθέτει, επίσης, και ότι ο άνθρωπος πεθαίνοντας δεν πεθαίνει, αλλά ένα τμήμα του, ένα μέρος του άυλο που κατοικοεδρεύει στο σώμα του (άγνωστο, βεβαίως, το πώς και πότε εισήλθε μέσα του), το πιο ευγενές και πιο σπουδαίο, εξακολουθεί κάπου να επιζεί και να τιμωρείται, αν αυτό το ίδιο το άτομο ήταν αμαρτωλό, ή να προαπολαμβάνει της χαράς των δικαίων σε παραδείσια κατάσταση, αν υπήρξε δίκαιος και καλός άνθρωπος. Επίσης, προϋποθέτει ότι το υλικό πυρ μπορεί να βλάψει άυλες ψυχές, εκτός κι αν το πυρ τούτο είναι άυλο…

Πολλές οι προϋποθέσεις, πολλές όμως και οι ελλείψεις αποδείξεων για τέτοιες διδασκαλίες, πολλές και οι ενστάσεις των υλιστών, των σκεπτικιστών, των ορθολογιστών, των αθεϊστών…

Εδώ θα αρκεστώ να επισημάνω και να εξηγήσω το πώς η αρχική έννοια της Κόλασης απέκτησε αυτό το μεταγενέστερο εννοιολογικό περιεχόμενο και να καταδείξω, τουλάχιστον για τους πιστεύοντες ή τους προβληματισμένους, ότι η αρχαία ιουδαιοχριστιανική παράδοση δεν είχε υπόψη της μια πύρινη Κόλαση ψυχών, αλλά κάτι πολύ πιο λογικό: ότι ο άνθρωπος πεθαίνοντας, απλά, πεθαίνει. «Ψυχή» δεν είναι ένα άυλο στοιχείο μέσα του αλλά η ζωή και, κατ’ επέκταση, ο ίδιος ο άνθρωπος. Η ψυχή η ζώσα, που λένε τα ιερά κείμενα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, είναι ο ζωντανός άνθρωπος. Και η ψυχή η νεκρά ή η τετελευτηκυία είναι ο άνθρωπος ο νεκρός, το πτώμα. Δεν υπάρχει μέσα στη Βίβλο και στην αρχαία παράδοση της Εκκλησίας του 1ου μ.Χ. αιώνα και των αρχών του 2ου ακόμα μ.Χ. αιώνα, πριν δηλαδή έλθει σε ουσιαστική επαφή η Χριστιανοσύνη με τον Ελληνισμό, νύξη για αθανασία ψυχής—βασική προϋπόθεση για μια πύρινη Κόλαση βασανισμού της ψυχής. Για τους Εβραίους και τους πρώτους Χριστιανούς, η κτίση ήταν «καλή λίαν» κι ο άνθρωπος υπεύθυνος, βεβαίως, για τις πράξεις του έναντι του Θεού. Αλλά ο σώμα δεν ήταν σήμα (τάφος της ψυχής)—όπως ήθελαν οι Πλατωνιστές, οι Ορφικοί, οι Νεοπλατωνιστές και οι Πυθαγόρειοι—από το οποίο έπρεπε κανείς να απελευθερωθεί για να μεταβεί σε έναν άλλο κόσμο, υπαρκτό ή ιδεατό.

Όποιος αμφιβάλλει για το αν τα πράγματα αρχικά ήταν έτσι, ας κάνει κάτι πολύ απλό. Ας ψάξει μέσα στη Βίβλο, με τη χρήση ενός ταμείου (concordance), να βρει πόσες φορές υπάρχει η λέξη ψυχή και πώς χρησιμοποιείται. Θα εκπλαγεί όταν θα διαπιστώσει ότι υπάρχει περίπου 850 φορές (750 στην Παλαιά Διαθήκη και 100 στην Καινή Διαθήκη). Ούτε μια φορά, όμως, δεν συνοδεύεται από τα επίθετα αθάνατη, άφθαρτη, ακατάστρεπτη, αιώνια, ανόλεθρη. Αντίθετα, διαβάζουμε για «νεκρή ψυχή», «κατασπαραγμένη», «απολλυμμένη», «σφαγμένη» κ.λπ. Μόνον ο Θεός αναφέρεται σαν αιώνιος ή αθάνατος και, μάλιστα, στην Καινή Διαθήκη ως «ο μόνος έχων αθανασίαν» (A ‘ Τιμ. 6:16).

Αντίθετα, για του λόγου το αληθές, ας διαβάσουμε τι λέει ο Σωκράτης στο διάλογο του Πλάτωνα Φαίδων: «Είναι, κατά τη γνώμη μας, κάτι τι, ο θάνατος;… Μήπως είναι τίποτ’ άλλο από τούτο: η απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και το να αποθάνει κανείς δεν είναι τούτο: αφού αποχωρισθεί από την ψυχή να μείνει το σώμα του αυτό καθ’ εαυτό και η ψυχή του, αφού αποχωρισθεί από το σώμα, να μείνει αυτή καθ’ εαυτήν…»[1]

Θα πηγαίναμε, ίσως, πολύ μακριά αν συνεχίζαμε αυτή την εξέταση κι εξετάζαμε ενδεχόμενες αντιρρήσεις—λίγες βέβαια—από ορισμένα βιβλικά χωρία, που φαίνεται ν’ αντιφάσκουν στη βασική παραπάνω θέση. Αλλά οι ειδικοί είναι πεπεισμένοι ότι η αθανασία της ψυχής δεν υπάρχει στη Βίβλο και ότι, για πρώτη φορά, υπεισέρχεται στα λεγάμενα Δευτεροκανονικά ή Απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης της ελληνιστικής περιόδου (2ος–1ος π.Χ. αιώνας), όταν ο Ιουδαϊσμός έρχεται σε επαφή με τον Ελληνισμό, θέμα που θ’ αναπτύξουμε παρακάτω.

Ο Άδης, η Κόλαση και η Γέεννα

Το πώς έγιναν τα πράγματα έτσι όπως έγιναν, είναι μεγάλο θέμα. Ασφαλώς, υπήρξαν και κάποιες βάσεις—υπαρκτές ή θεωρούμενες ως υπαρκτές—για να «δέσει» η διδασκαλία της αθανασίας της ψυχής με μια πύρινη Κόλαση. Αν ο Άδης, ο κάτω (υπόγειος) κόσμος ταυτιστεί με την Κόλαση κι ακόμα περισσότερο με τη «Γέεννα του πυρός» των Ευαγγελίων ή τη λίμνη του πυρός, τα πράγματα ασφαλώς πολυπλοκοποιούνται… Έτσι κι έγινε. Το κουβάρι μπλέχτηκε ακόμα περισσότερο από θρησκευτικούς διδασκάλους, που, μελετώντας βιβλικά κείμενα, τα ερμήνευαν θεωρώντας τα με «νεοπλατωνικά» ή άλλα «αρχαιοελληνικά» ομματογυάλια. Διότι άλλος ήταν ο Άδης των αρχαίων Ελλήνων και η κόλασή τους και άλλη η έννοια και η αναφορά των ίδιων λέξεων στη Βίβλο.

Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Πλούτωνας (Άδης) ήταν ο θεός του κάτω κόσμου—ένας απ’ τους 12 Ολύμπιους θεούς—που είχε εξουσία πάνω στις ψυχές των ανθρώπων (γι’ αυτό και λεγόταν Πολύ-ξενος, Αγησί-λαος, Εχέ-λαος κ.ά). Εκεί οι νεκροί ζουν και κάνουν ό,τι έκαναν και επί Γης. Κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη, η ψυχή του νεκρού οδηγούνταν από τον Ερμή τον Ψυχοπομπό στο ποτάμι της Στυγός («μισητής»), το οποίο είχε παραπόταμους μεταξύ των οποίων τον Πυριφλεγέδοντα (φλεγόμενος) και τον Κωκυτό («οδυρμός»). Ο Πίνδαρος αναφέρει για μια μεταθανάτια ζωή, όπου οι κακοί άνθρωποι υποφέρουν βάσανα που ’ναι φρικτά να τ’ αντικρίσει κανείς. Ο Πλάτων στο Γοργία αναφέρει ότι οι ψυχές των δικαίων πηγαίνουν στα Ηλύσια Πεδία όπου διασκεδάζουν, ενώ των κακών στον Τάρταρο…

Για τους Εβραίους όμως και τους πρώτους χριστιανούς, ο Άδης ήταν κάτι το διαφορετικό. Δεν ήταν ένας τόπος όπου επιζούσαν κάποιοι, είτε σαν πνεύματα είτε σαν σκιές—αν και μερικά εδάφια στην Παλαιά Διαθήκη φαίνονται να λέγουν για κάποια υποτιθέμενη σκιώδη παραμονή των Rephaim στον κόσμο του Άδη (πρβλ. Ιώβ 26:5, Ψαλμ. 88:11). Για τον αρχαίο Ισραήλ, ο Άδης (Σιεόλ) είναι «οικία παντί θνητώ» (Ιώβ 9:23). Ο Άδης είναι η διαμονή των νεκρών. Ο τόπος που συγκεντρώνει όλους τους νεκρούς—σύμφωνα με μερικά χωρία σε βαθύ μέρος της Γης—δίκαιους και άδικους, πιστούς και άπιστους, πλούσιους και πτωχούς, μικρούς και μεγάλους αδιακρίτως. Εκεί «κατέρχονται» όλοι οι ζώντες, στο σκοτάδι το απόλυτο· δεν μπορούν ν’ ανέβουν πάνω στη Γη και δεν έχουν επαφή με το Θεό, δεν μπορούν ν’ ακούν το Θεό και βρίσκονται εγκαταλειμμένοι και αβοήθητοι, χωρίς γνώση, λογική και σοφία (Εκκλ. 9:5, 10, Ψαλμ. 146:4).

Ατυχώς, η εβραϊκή λέξη Σιεόλ μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες πότε ως «Άδης», πότε ως «τάφος», πότε ως «μνήμα» ή «λάκκος», αλλά και, μερικές φορές, ως «Κόλαση» (Hell), δημιουργώντας σύγχυση· διότι η λέξη σημαίνει τον κοινό τόπο (ή κατάσταση) των νεκρών και όχι τον ατομικό τάφο (εβρ. qeber, קָ֫בֶר), ούτε λάκκο, ούτε φυσικά κάποια Κόλαση βασανισμού ή Γέεννα, όπως γίνεται σε σύγχρονες μεταφράσεις στις ευρωπαϊκές γλώσσες και άλλες.

Πάντως, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, «πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη ο Άδης δεν μνημονεύεται ως τόπος τιμωρίας ή Κόλαση». Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η λέξη Άδης (ίσως από το Α-ίδης, «τόπος σκοτεινός, που δεν φαίνεται») υπάρχει στην Καινή Διαθήκη δέκα φορές, αλλά η σημασία της λέξης είναι, βασικά, η ίδια με το Σιεόλ των Εβραίων. Τούτο καταφαίνεται, λόγου χάριν, από το χωρίο Πράξ. 2:27, όπου ο απόστολος Πέτρος, μιλώντας την ημέρα της Πεντηκοστής, παραθέτει από τους Ψαλμούς 16:10 «ότι ου εγκαταλείψεις την ψυχή μου εις άδου ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν», γεγονός που επιμαρτυρεί ότι Άδης και Σιεόλ ταυτίζονται. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι και στην Καινή Διαθήκη ο Άδης συνδέεται με το θάνατο, τη φθορά, την απώλεια (Αβαδδών) και τους νεκρούς και όχι με ζωή μετά θάνατον ή άλλη μορφή επιβίωσης. Δεν γίνεται πουθενά λόγος, π.χ., περί διαμερισμάτων Άδη, όπου αλλού κατοικούν οι ψυχές αγαθών και αλλού ασεβών, όπως πιστεύτηκε αργότερα και διαδόθηκε σε θρησκευόμενους λαϊκούς κύκλους.[2]

Η λέξη κόλαση που εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη, πολλές φορές, ταυτίζεται από ερμηνευτές και μεταφραστές με τη «λίμνη του πυρός» του βιβλίου της ιωάννειας Αποκάλυψης και, περισσότερο, με τη «Γέεννα» ή «την κάμινο του πυρός» (Ματθ. 13:40). Όμως, η λέξη κόλαση, όπως είδαμε, έχει ευρεία έννοια και σημαίνει, βασικά, «τιμωρία». Στην παραβολή των προβάτων και εριφίων, ο Ιησούς λέει στα ερίφια —δηλαδή τους ασεβείς—τοις εξ ευωνύμων: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού… και απελεύσονται εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον

». Στην προκειμένη περίπτωση, το πυρ το αιώνιον είναι η κόλαση η αιώνιος, δηλαδή η αιώνια τιμωρία, η αποκοπή μάλλον από τη ζωή, σε αντίθεση με την αμοιβή των προβάτων που είναι η αιώνια ζωή. Η ζωή η αιώνια αντιπαραβάλλεται, εδώ, με τον αιώνιο θάνατο· και το πυρ το αιώνιον αναφέρεται μεταφορικά ξεκινώντας από την εικόνα του πυρός της Γέεννας.

Η λέξη Γέεννα εμφανίζεται 12 φορές στην Καινή Διαθήκη και αναφέρεται σε μια κοιλάδα έξω από την Ιερουσαλήμ, γνωστή ως κοιλάδα του Εννόμ (Γαι-Εννόμ=Γέεννα). Στις ημέρες άπιστων Εβραίων βασιλέων, γινόταν εκεί ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες και θυσίες παιδιών (Β΄ Χρον. 28:1, 3, Ιερ. 7:31). Στις ημέρες του προφήτη Ιερεμία αποκαλούνταν «κοιλάδα των πτωμάτων και της στάχτης», ενώ στα χρόνια του Ιησού χρησιμοποιούνταν ως σκουπιδότοπος, στον οποίο, εκτός από σκουπίδια, οι Ιουδαίοι έριχναν και κουφάρια ζώων και πτώματα εγκληματιών που δεν ήταν άξιοι ταφής. Για να καταστρέφονται τα σκουπίδια και όλες οι ακαθαρσίες για λόγους υγιεινής, τα καίγανε και διατηρούσαν τη φωτιά αναμμένη ρίχνοντας θειάφι. Εκεί ο «σκώληξ (σ.τ.σ., των πτωμάτων τρεφόμενος απ’ αυτά) ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται» (Μαρκ. 9:48, πρβλ. Ησ. 66:24). Έτσι και ο Ιησούς χρησιμοποίησε τη λέξη ως σύμβολο της αιώνιας τιμωρίας/καταστροφής των ασεβών και όχι ως αναφορά σε αιώνιο βασανισμό ψυχών: «Φοβηθήτε τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη» (Ματθ. 10:28).[3]

Η λίμνη του πυρός, πάλι, που αναφέρεται στο βιβλίο της Αποκάλυψης (20:10, 14), δίνει, προς στιγμήν, την εντύπωση ότι πρόκειται για χώρο βασανισμού, αφού, άλλωστε, ρητά αναφέρεται ότι όσοι ρίπτονται σ’ αυτήν—ο Διάβολος, το θηρίο και ο ψευδοπροφήτης—θα βασανίζονται ημέρα και νύχτα εις τους αιώνες των αιώνων. Είναι, όμως, και πάλι φανερό ότι στο βιβλίο της Αποκάλυψης, όπου δεσπόζει η αλληγορία και ο συμβολισμός, δεν μπορεί να γίνει σοβαρά λόγος για λίμνη πυρός ως χώρος βασανισμού, διότι και ο θάνατος και ο Άδης ρίχνονται σ’ αυτήν και, φυσικά, αυτοί δεν μπορούν ούτε να καούν ούτε να βασανίζονται. Ήτοι, η λίμνη του πυρός, που μερικοί την ταυτίζουν με την Κόλαση, «ο δεύτερος ο θάνατος εστί», δηλαδή, ένας θάνατος/καταστροφή χωρίς ελπίδα επιστροφής, όπως απ’ τον Άδη.

Εν κατακλείδι, μπορεί να λεχθεί τούτο: Στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει η έννοια μιας ψυχής χωριστής από το σώμα που επιβιώνει μετά θάνατον. Ούτε ενός Άδη φλογερού όπου βασανίζονται ψυχές. Υπάρχει, όπως και στο Σιεόλ της Παλαιάς Διαθήκης, η εξουσιαστική δύναμη του Θεού πάνω στον Άδη και εκφράζεται η ελπίδα της ανάστασης των νεκρών από τον Άδη (Ψαλμ. 16:10, 11, Πράξ. 2:24, Ησ. 26:19, Δαν. 12:23, Ιωάν. 6:40, 11:25, Αποκ. 20:13, 14).

Ο Ιησούς πεθαίνοντας κατήλθε στον Άδη, «δεν εκρατήθη υπ’ αυτού» και θριάμβευσε επί του θανάτου και επί του Άδου, δια της Αναστάσεώς του (Ρωμ. 6:9, Πράξ. 17:31). Η ελπίδα της ανάστασης των νεκρών διαυλακώνει τις σελίδες της Καινής Διαθήκης, διότι δια του Ιησού ήλθε στο φως η αθανασία και η αφθαρσία της θνητής ψυχής ως δώρο και δεν υπάρχει η εκ φύσεως αθανασία της ψυχής η οποία επιβιώνει σε έναν εχθρικό Άδη, ιδέα καθαρά παγανιστική, πλατωνική, αρχαιοελληνική. Επίσης, για τον απόστολο Παύλο, δεν υπάρχει δυϊσμός, ούτε η ψυχή είναι αντίθετη προς το σώμα, αλλά οι λέξεις σαρξ, σώμα και ψυχή εναλλάσσονται, σημαίνοντος τον άνθρωπο στο σύνολό του. Βέβαια, ο Παύλος παρουσιάζει τον Ιησού να έρχεται «εν πυρί φλογός» εν τη εσχάτη σάλπιγγι, και ομιλεί για «όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου» (Β΄ Θεσ. 1:9), αλλά δεν προχωρεί περισσότερο σε μεταθανάτιες προβλέψεις. Ο Παύλος, αντί να καταδικάσει τους φαύλους σε μια πύρινη Κόλαση βασανισμού, έγραψε ότι «τα οψώνια της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. 6:23). Απλά, οι αγαθοί θα απολαύσουν αιώνια ζωή και οι αμαρτωλοί πεθαίνουν χωρίς ελπίδα ζωής. Για τον Παύλο, η αθανασία και η αφθαρσία είναι δώρα Θεού μέσω αναστάσεως όλου του ανθρώπου και όχι η επιβίωση μιας ψυχής σ’ άλλον κόσμο (Α΄ Κορ. 15:53, 54). Ο θάνατος είναι έσχατος εχθρός του ανθρώπου, όχι φίλος όπως δεχόταν ο Πλάτων. Παρόμοιες θέσεις και σκέψεις υπάρχουν και στις άλλες επιστολές των λοιπών συγγραφέων της Καινής Διαθήκης.

Πώς η κόλαση έγινε πύρινη

Όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, οι ρίζες της διδασκαλίας ενός Άδη πύρινου ή τόπου βασανισμού (Κόλασης) θα πρέπει να αναζητηθούν στην ελληνιστική εποχή, τότε δηλαδή που οι Εβραίοι ήρθαν σε επαφή με άλλους λαούς και, ιδιαίτερα, με τους Έλληνες και την ελληνική φιλοσοφία, εξαιτίας του συγχρωτισμού τους με τους επίγονους του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κ.ά.

Έτσι, τις πρώτες ενδείξεις για έναν Άδη όπου βασανίζονται αμαρτωλοί βρίσκουμε στο σύνθετο, ψευδεπίγραφο βιβλίο του Ενώχ, που, κατά τα φαινόμενα, η καταγραφή του άρχισε το 2ο π.Χ. αι. και ολοκληρώθηκε οριστικά το 2ο μ.Χ. αι. από άγνωστους Ιουδαίους. Εκεί φαίνεται, κάτω από την επίδραση ελληνιστικών αντιλήψεων, στο Β΄ Ενώχ (12) να γίνεται λόγος για Παράδεισο και για Κόλαση ως τόπο τιμωρίας, όπου κυλάει ένα φοβερό ποτάμι κι όλος ο τόπος είναι γεμάτος φωτιά, παντού αγιάζι και παγωνιά, δίψα και ρίγη, ενώ τα δεσμά είναι σκληρά, φέροντας όπλα αιχμηρά κι αλύπητα βασανιστήρια.

Στο A΄ Ενώχ (17) γίνεται λόγος για στήλες ουράνιας φλόγας κι ανάμεσά τους να πέφτουν στήλες φωτιάς σε ύψος και βάθος πέρα από κάθε μέτρο—ένα κείμενο που, σύμφωνα με την Alice K. Turner, απηχεί τον Ησίοδο. Υπάρχουν, μάλιστα, και διαφορετικά διαμερίσματα για τους δίκαιους και για τους ασεβείς (Α΄ Ενώχ 22:1–44), όπου οι ασεβείς βασανίζονται (27:1–4). Επίσης, στο απόκρυφο βιβλίο Διαθήκη τον Αβραάμ (γ. 100 μ.Χ.) υπάρχουν παρόμοιες ιδέες (§ 12, 13).

Στα Δευτεροκανονικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και, κυρίως, της Σοφίας Σολομώντος (2:23, 3:4 και 9:15) και των Μακκαβαίων (Β΄ Μακ. 6:23), που γράφτηκαν στην ελληνιστική εποχή (2ος–1ος π.Χ. αιώνας), βρίσκουμε για πρώτη φορά υπαινιγμούς για μια ψυχή-πνεύμα που επιζεί του θανάτου.

Αν, τώρα, έρθουμε στα χρόνια της Καινής Διαθήκης βλέπουμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιουδαίου ιστορικού Ιώσηπου, η αίρεση των Εσσαίων πίστευε ότι, «τα σώματα ήταν φθαρτά, ενώ οι ψυχές παραμένουν για πάντα αδάνατες… Είναι παγιδευμένες μέσα στη φυλακή του σώματος και απελευθερωμένες απ’ αυτό πετούν στα ύψη… Τις πονηρές ψυχές τις περιμένουν τιμωρίες δίχως τελειωμό». Ο ίδιος ο Ιώσηπος αποδίδει αυτήν τη διδασκαλία σε ελληνική επίδραση («διδάσκοντας τα ίδια με τους Έλληνες, λένε ότι τις αγαθές ψυχές τις περιμένει μια κατοικία πέρα απ’ τον ωκεανό…»)[4] αλλά δεν μπορεί ν’ αποκλειστούν και επιδράσεις, ζωροαστρικές, περσικές κ.ά. Ακόμα, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, και οι Φαρισαίοι φαίνεται να είχαν εγκολπωθεί την ιδέα της αθανασίας της ψυχής, αν και πίστευαν στην ιουδαϊκή διδασκαλία της ανάστασης, σ’ αντίθεση με τους Σαδδουκαίους, που ήταν τελείως υλιστές και δεν πίστευαν ούτε σε αθανασία ψυχής, ούτε σε πνεύμα, ούτε σε ανάσταση.

Η Καινή Διαθήκη, όπως είδαμε, δεν κάνει λόγο για επιβίωση μιας αθάνατης ψυχής σ’ έναν άλλο χώρο (Παράδεισο, Άδη ή Κόλαση). Το τι συνέβη, τώρα, από τις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα και πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, έτσι ώστε η χριστιανική εκκλησία να εγκολπωθεί, βαθμηδόν, τη διδασκαλία ότι υπάρχει μια πύρινη Κόλαση βασάνων, όπου βασανίζονται ψυχές ασεβών, είναι ένα τεράστιο θέμα. Εδώ, απλά, θα επισημάνω ότι ενώ το αρχικό βιβλικό ρεύμα περί θνητότητας της ψυχής δεν στέρεψε απότομα, η έννοια της ψυχής διαφοροποιήθηκε—καλύτερα, εξελληνίστηκε· και ως εκ τούτου, οικειοποιήθηκαν οι Πατέρες, ολίγον κατ’ ολίγον, τις αρχαιοελληνικές και παγανιστικές αντιλήψεις και παραστάσεις περί θανάτου-Άδου-Κόλασης. Και έφτασαν ώστε να γίνεται αποδεκτή ταυτόχρονα και η αρχαιοελληνική θεωρία της εκ φύσεως αθανασίας της ψυχής και η βιβλική περί θανάτου του ανθρώπου και ανάστασης των νεκρών! Δεν είναι άραγε απορίας άξιον ότι το Σύμβολον της Πίστεως της Νίκαιας-Κων/πόλεως ομιλεί για ανάσταση νεκρών και όχι για αθανασία ψυχής;

Όπως μπορεί να καταδειχτεί από τα κείμενα των Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων του 2ου και 3ου αιώνα, πολλοί απ’ αυτούς μιλούσαν για ένα θνητοψυχισμό, με την έννοια ότι ο θνητός άνθρωπος (ψυχή) δεν μπορεί να κατέχει την ίδια την αθανασία όπως την έχει ο αθάνατος Θεός. Έτσι, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (2ος μ.Χ. αιώνας) στις Υποτυπώσεις του, αναφερόμενος στο χωρίο A΄ Πετρ. 1:4, δεν δέχεται την αθανασία αλλά την εκ φύσεως θνητότητα της ψυχής. Καθαρό θνητοψυχισμό δίδασκε και ο μαθητής του Ιουστίνου, ο Τατιανός (Κατά Ελλήνων, 13). Υποστήριξε ότι «ουκ έστιν αθάνατος η ψυχή καθ’ εαυτήν, θνητή δε». Αλλά και ο Θεόφιλος της Αντιόχειας (Προς Αυτόλυκον 2:27), ο Αρνόβιος και ο Ειρηναίος (Ελεγχος 2, 34, 3)—από μια άποψη, και ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο πρώτος των Απολογητών (γ. 150 μ.Χ.), αν και οι απόψεις του φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρες, αφού δέχτηκε ελληνικές επιδράσεις. Συγκεκριμένα, ο Ιουστίνος, αφενός μεν δέχεται την ύπαρξη δύο χώρων στον Άδη[5] και ότι «κολάζονται εν αιωνίω πυρί οι άδικοι» (Α΄ Απολογία 21, 6), αφετέρου δέχεται κάποιον θνητοψυχισμό: «Ίνα και οι φαύλοι άγγελοι και δαίμονες και άνδρωποι μηκέτι ώσι» (Β΄ Απολ. 7). Δεν δέχεται την εκ φύσεως αθανασία της ψυχής (Διάλογος 5), και, τελικά, καταλήγει: «Τούτου χάριν και αποθνήσκωσι αι ψυχαί και κολάζονται».

Γι’ αυτούς, τους Πατέρες και άλλους, η αθανασία ήταν όχι κάτι εκ φύσεως που ανήκε στην ψυχή, αλλά «δώρον Θεού», που θ’ αποκτούσαν ως έπαθλο οι πιστοί στον έσχατο καιρό δι’ αναστάσεως. Έτσι, φαίνεται ότι ακόμα το 2ο και στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., όπως παρατηρούν οι Τ. και G. Surtory, «η φιλοσοφική διδασκαλία περί αθανασίας και η θεολογία περί θνητοψυχισμού ήταν εχθρικες μεταξύ τους». Κατά τον J. A. Fischer, οι Πατέρες της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων δέχονταν την ψυχική αθανασία ως το σωτήριο δώρο της Καινής Διαθήκης του Χριστού, όχι ως κάτι δεδομένο εκ φύσεως. Ακόμα και ο Λακτάντιος του 4ου μ.Χ. αι. έγραφε ότι «η αθανασία δεν είναι κατάσταση εκ φύσεως, αλλά ανταμοιβή και έπαθλον της αρετής».[6]

Όμως, από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα, ένα άλλο ισχυρό ρεύμα έκανε την εμφάνισή του παράλληλα με το πρώτο, που, τελικά, και επικράτησε. Το ρεύμα, που ήθελε την ψυχή ως πνεύμα, ως αντίθετο με το σώμα, ως τον πυρήνα και την ουσία του ανθρώπου, η οποία επιζεί μετά θάνατον και, μάλιστα, κολάζεται αν ο άνθρωπος αυτός εν ζωή ήταν φαύλος. Ένα ρεύμα που προήλθε κατ’ επίδραση του Ελληνισμού. Αυτό το ρεύμα, που άρχισε, εν μέρει, με τον Ιουστίνο το Μάρτυρα, τον πρώτο εξελληνισμένο Πατέρα, ενδυναμώθηκε με άλλους και, κυρίως, με τους Τερτυλλιανό, Κυπριανό, Κλήμεντα, Ωριγένη, Ιερώνυμο, Αυγουστίνο, Γρηγόριο Νύσσης κ.ά., οι οποίοι δέχτηκαν ισχυρή εθνική επίδραση, όπως τα ίδια τα συγγράμματά τους αποκαλύπτουν. Ταυτόχρονα, άλλα υπόγεια ρεύματα επέδρασαν στην Εκκλησία ποικιλοτρόπως, όπως το ρεύμα του Γνωστικισμού και των Απόκρυφων Αποκαλύψεων του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώνα (βλ. Δ. Μπεκριδάκης, Νόστος Παραδείσου. Ο πόθος της μυστικής ενότητας στην εσωτερική παράδοση της Δύσης)· διάφορες εξωχριστιανικές διδασκαλίες ζυμώθηκαν με τις αρχικές χριστιανικές παραδόσεις και έδωσαν πύρινη απόχρωση στον Άδη. Είναι χαρακτηριστικό, αποκαλυπτικό θα ’λεγα, αυτό που λέει ο Τερτυλλιανός (2ος μ.Χ. αιώνας): «Η αθανασία της ψυχής για παράδειγμα υποστηρίζεται από πολλούς… Θα χρησιμοποιήσω, συνεπώς, τη γνώμη του Πλάτωνα που δέχεται ότι ‘κάθε ψυχή είναι αθάνατη’».[7] Ο Τερτυλλιανός δεχόταν, επίσης, ότι οι ψυχές—με εξαίρεση αυτές των πιστών που πήγαιναν στον Ουρανό—θα περίμεναν σε ξεχωριστά διαμερίσματα (Λίμπο) του κάτω κόσμου την οριστική καταδίκη τους. Σ’ ένα έργο του, μάλιστα, φανταζόταν πως θα καίγονταν οι ισχυροί της Γης και εθνικοί φιλόσοφοι «μέσα σε φλόγες πιο δυνατές απ’ αυτές που άναβαν για τους χριστιανούς». Ακόμα, έβλεπε μέσα στη φωτιά «να χοροπηδάν ποιητές, κωμικοί και αθλητές…»

Με τον Κλήμεντα και, κυρίως, τον Ωριγένη τα πράγματα παίρνουν άλλη διάσταση, διότι ο Ωριγένης, επηρεασμένος από τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, δεχόταν όχι μόνο την αθανασία αλλά και την προΰπαρξη των ψυχών! Έφτασε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρχει ούτε ένας αμετάβλητος Διάβολος, ούτε μια αιώνια Κόλαση. Διότι—αφού η ψυχή είναι αιώνια και αθάνατη—κάποια στιγμή απείρως μακρινή σε τεράστιους και απροσμέτρητους χώρους και σε μακρές και ποικίλες περιόδους, θα μπορούσε να ανέλθει από το απόλυτο Κακό στο ανώτερο Αγαθό. Έτσι, έλεγε, τελικά μέσα σ’ έναν άπειρο χρόνο όλοι θα επέλεγαν—ακόμα και ο Διάβολος—να μετανοήσουν, καθόσον τα αρνητικά στοιχεία του Διαβόλου θα καταστρέφονταν στο καθαρτήριο πυρ και θ’ άφηναν αθάνατη την αγγελική του υπόσταση. Αυτή είναι η περίφημη θεωρία της αποκατάστασης. Έτσι, έχουμε με τον Ωριγένη το εξής παράδοξο: Να μη δέχεται, κατ’ ουσίαν, την Κόλαση, εφόσον είχε αμφιβολίες για τον υλικό χαρακτήρα των τιμωριών, ούτε την αιωνιότητα της Κόλασης—γιατί έτσι θα σήμανε νίκη του Διαβόλου και της αμαρτίας, αλλά να είναι ο εισηγητής—μαζί με τον Κλήμεντα—της ιδέας του Καθαρτηρίου. Μιας ιδέας που έπαιξε τόσο σπουδαίο ρόλο στο Μεσαίωνα και μετέπειτα στην Καθολική Εκκλησία και διαμόρφωσε, με βάση τις αρχαίες εθνικές και ιουδαϊκές—των απόκρυφων βιβλίων—παραστάσεις, όπως σωστά παρατήρησε ο μεγάλος ιστορικός των δογμάτων Adolf von Harnack.[8] Ακόμα, όμως, και το καθαρτήριο πυρ, γι’ αυτόν, δεν ήταν υλικό αλλά οι… τύψεις της συνείδησης.

Οι απόψεις του Ωριγένη, όσο κι αν κρίθηκαν ως ανορθόδοξες και αιρετικές και καταδικάστηκαν αργότερα, φαίνεται ότι επηρέασαν κάποιους απ’ τους Πατέρες, όπως π.χ. τον Αμβρόσιο, τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Γρηγόριο Νύσσης. Ο τελευταίος, μάλιστα, κατεξοχήν Νεοπλατωνιστής, προς υποστήριξη της άποψής του ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ανενδοίαστα επικαλείται το Φαίδωνα και τη συλλογιστική του Πλάτωνα, για να αποδείξει την αθανασία της ψυχής! Για τον Μέγα Βασίλειο, τον Νεμέσιο και άλλους Πατέρες του 4ου και 5ου μ.Χ. αιώνα, η ψυχή είναι αθάνατη: «Γνώθι σεαυτού την φύσιν», έλεγε ο Μέγας Βασίλειος, «ότι θνητόν μεν το σώμα, αθάνατος δε η ψυχή»· εκείνος, βέβαια, που, στη συνέχεια, έπαιξε οριστικό και καταλυτικό ρόλο για τη μετάδοση τέτοιων αντιλήψεων—αθανασίας ψυχής και της Κόλασης—ήταν ο Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος (354–430 μ.Χ.). Στο έργο του Πολιτεία του Θεού, γράφει: «Η κόλαση, που ονομάζεται επίσης λίμνη της φωτιάς και του θειαφιού, θα είναι υλική φωτιά και θα βασανίζει τα σώματα των καταδικασμένων ανθρώπων ή δαιμόνων». Ο Αυγουστίνος, ωστόσο, παρέθετε και από τον Πλάτωνα και τον Βιργίλιο, για να «χαρίσει» στους λιγότερο κακούς έναν προσωρινό καθαρτήριο τόπο… μετά τον πρώτο θάνατο· αλλά κατά την ημέρα της κρίσης, η ποινή όπως και οι αμοιβές θα ήταν αιώνιες. Για τον Αυγουστίνο, και τα αβάπτιστα βρέφη στέλνονται στις αιώνιες φλόγες της Κόλασης, διδασκαλία που ξεσήκωσε πολλές συζητήσεις…

Έτσι, το δόγμα του Καθαρτηρίου, ξεκινώντας από τον Ωριγένη, στεριωμένο από τον Αυγουστίνο και κατασκευασμένο με βάση παγανιστικές και ιουδαϊκές πηγές, διαμορφώθηκε κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα και ανακηρύχτηκε σε δόγμα της Καθολικής Εκκλησίας από τη σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439 μ.Χ.

Κόλαση και απόκρυφες αποκαλύψεις

Για να ολοκληρώσουμε το θέμα θα πρέπει να πούμε και λίγα λόγια για το ρόλο που έπαιξαν οι, λεγόμενες, Απόκρυφες Αποκαλύψεις στη διατύπωση του δόγματος της αιώνιας Κόλασης.

Το αρχαιότερο γνωστό (χριστιανικό) κείμενο που αναφέρεται στην τιμωρία της Κόλασης και στα βασανιστήρια των αμαρτωλών στον Άδη είναι η Αποκάλυψη του Πέτρου, ένα σύγγραμμα εξωκανονικό και απόκρυφο, που γράφτηκε στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα από άγνωστο συγγραφέα. Όπως παρατηρεί η Alice K. Turner, γράφηκε σε μια περίοδο που ο Χριστιανισμός αντιμετώπιζε σοβαρό ανταγωνισμό από άλλες θρησκείες, σε μια περίοδο διωγμών των Χριστιανών από τους Ρωμαίους. Στην Κόλαση αυτήν, τα «εκτρώματα τυφλώνουν τις μητέρες τους με φωτιά», ανυπάκουοι δούλοι σκληρά βασανίζονται, διακορευμένες παρθένες και ομοφυλόφιλοι διαμελίζονται, και γενικά, όλοι όσοι έχουν υποπέσει σε σεξουαλικά παραπτώματα τιμωρούνται αυστηρά.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο συγγραφέας του έργου αυτού είχε κλίση προς την ηδονοβλεψία που ρέπει στο σαδισμό. Οι πρώτες απόκρυφες αποκαλύψεις επικεντρώνονται περισσότερο σε σεξουαλικά παραπτώματα, για τα οποία εκφοβίζουν με βασανιστήρια της Κόλασης. Από μια άποψη, οι περιγραφές των τιμωριών αποτέλεσαν την προφόρμα της Κόλασης του Δάντη. Μια άλλη απόκρυφη αποκάλυψη είναι αυτή του Παύλου—καμία σχέση, φυσικά, με τον απόστολο Παύλο—όπου οι τιμωρίες της Κόλασης περιγράφονται με λάκκους φωτιάς και χιονιού, πύρινα ποτάμια και σκουλήκια, θηρία και εκδικητικούς αγγέλους! Εκεί στους λάκκους, τα δόντια τρίζουν και χτυπούν εξαιτίας του υπερβολικού ψύχους παρ’ όλες τις φλόγες!

Είναι φανερό ότι οι απόκρυφες αποκαλύψεις, γραμμένες από αιρετικούς με νοσηρή φαντασία, ή προερχόμενες από κύκλους Γνωστικών που θεωρούσαν το ανθρώπινο σώμα ακάθαρτο και αμαρτωλό και τον κόσμο ένα είδος Άδη ή Κόλασης, ή Μανιχαίων—που πίστευαν ότι οι αμετανόητοι αμαρτωλοί στη Δευτέρα Παρουσία θα ριχτούν στις φλόγες που θα κατατρώνε ολόκληρο τον κόσμο για 1.468 χρόνια, αργότερα εξέθρεψαν τη φαντασία θρησκευόμενων μοναχών, καλόγερων, επισκόπων του Μεσαίωνα κυρίως και έδωσαν τα χαρακτηριστικά της γνωστής Κόλασης.

Το αποκορύφωμα υπήρξε η Κόλαση του ποιητή Δάντη από το γνωστό έργο του Θεία Κωμωδία, όπου βρίσκουμε την πεμπτουσία της ποιητικής και θεολογικής φαντασίας. Η Κόλαση εκεί περιγράφεται ως τόπος με πολλή φωτιά, ποταμούς βορβόρου αίματος, λίμνη γεμάτη πύον και αίμα, ανθρώπους κολασμένους απ’ τη γλώσσα κρεμασμένους, με πυρωμένα σίδερα στα μάτια τους, κ.ο.κ.

Βέβαια, στην Ανατολική Εκκλησία επικράτησε συν τω χρόνω και η άποψη ότι η Κόλαση των αμαρτωλών θα είναι πνευματικής φύσης και είναι αυτή η ίδια η στέρηση της αγάπης και θέας του Θεού και ο διαρκής έλεγχος της συνείδησης για τα αμαρτήματα του ανθρώπου…

Ωστόσο, στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου, η εικόνα της Κόλασης που παραμένει είναι η κλασική: του πύρινου τόπου—άγνωστο το πού ακριβώς—όπου οι ψυχές των νεκρών βασανίζονται αιωνίως. Η εικόνα αυτή, από το 18ο μ.Χ. αιώνα και εντεύθεν, τείνει—λόγω της διάδοσης του Ορθολογισμού—να εξαλειφθεί και, ήδη, στην εποχή μας λίγοι είναι αυτοί που θα ισχυρίζονταν ότι πιστεύουν σε μια τέτοια παρωχημένη ιδέα της Κόλασης.

Ανεξάρτητα τούτου, ένα είναι βέβαιο. Έπειτα από μια συστηματική έρευνα φαίνεται ότι στην Κόλαση δεν μπορεί να καίει καμία φωτιά, αφού κόλαση σημαίνει απλά τιμωρία ή αποκοπή από τη ζωή και τη ζωή των ζωών: το Θεό.

Βιβλιογραφία

  • Μπρατσιώτης Παναγιώτης, Άδης, λήμμα στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδόσεις Μαρτίνου.
  • Sartory, Τ. και G., In der Holle brent keine feuer, Taschenbuch.
  • Boman, Thorleif. Das hebräische Denken im Vergleich mit dem Griechischen. Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1959.
  • Cullmann, Oscar. Αθανασία της ψυχής ή ανάσταση εκ των νεκρών. Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2004.
  • Douglas, J. D. The new Bible dictionary. Grand Rapids, Michigan: Eerdmans, 1962, λήμματα soul, eschatology, hell, body.
  • Fischer, Joseph A. Studien zum Todesgedanken in der alten Kirche: Die Beurteilung des natürlichen Todes in der kirchlichen Literatur der ersten drei Jahrhunderte. München: Hueber, 1954.
  • Hengel, Martin. Judaism and Hellenism: studies in their encounter in Palestine during the early Hellenistic period. Philadelphia: Fortress Press, 1974.
  • Johnson, Aubrey Rodway. The Vitality of the Individual in the Thought of Ancient Israel. 2. Cardiff: University of Wales Press, 1964.
  • Kelly, J. N. D. Early Christian doctrines. New York: Harper, 1978.
  • Kittel, Gerhard, and Otto Bauernfeind. Theologisches Worterbuch zum Neuen Testament. Stuttgart: Kohlhammer, 1979, λήμματα Άδης, κόλασις, παράδεισος, θάνατος, ψυχή.
  • Lamont, Corliss, and John Dewey. The illusion of immortality. New York: Continuum, 1950.
  • Stendahl, Krister. Immortality and resurrection: four essays. New York: Macmillan, 1965.
  • Tresmontant, Claude. A study of Hebrew thought. New York: Desclee Co., 1960.
  • Turner, Alice K. Η ιστορία της κόλασης. Αθήνα: Φιλίστωρ, 1997.
  • Μπέγζος, Μάριος Π. Ψυχολογία της θρησκείας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1996.
  • Νησιώτης, Νικόλαος. Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν. Το ακατάληπτον του Θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού. Αθήνα, 1965.
  • Σκούτερης, Κωνσταντίνος Β. Ιστορία των Δογμάτων. Vol. 1. Αθήνα: Βασίλειος Σκουτέρης, 1998.

 

 


[1] Πλάτωνος, Φαίδων, 107 C επ. Πρβλ. και Πλωτίνου, Περί Αθανασίας Ψυχής.

[2] Η μόνη περίπτωση που φαίνεται να ευνοεί μια τέτοια άποψη είναι η παραβολή του πλούσιου και του Λάζαρου (Λουκ. κεφ. 16). Αλλά είναι φανερό και γίνεται πλέον αποδεκτό γενικά ότι η παραβολή δεν μιλάει για μεταθανάτια τύχη των ανθρώπων και η λέξη Άδης, εδώ, χρησιμοποιείται διαφορετικά από το Σιεόλ (Jerusalem Bible, υποσημείωση. Επίσης G. A. Buttrick, The Interpreter’ s Bible, τόμ. VIII, ο. 290 και J. A Findlay, Luka, στο The Abingdon Bible Commentary (1929), σ. 1050 και άλλα σχετικά σχολιολόγια).

[3] Ο πρώτος στίχος του χωρίου, συχνά, χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την αθανασία της ψυχής, αλλά η περίπτωση δεν είναι αυτή. Ο Ιησούς αντιπαραβάλει τη μελλοντική ζωή που ανήκει στο Θεό με τη βιολογική ζωή που μπορεί να καταστραφεί (βλ. μεταξύ άλλων Claus Westermann, Leib und Seele in der Bibel, σ. 174, στο συλλογικό Hans J. Schultz, Was weiss man von der Seele?, Stuttgart-Berlin, 1972).

[4] Ιώσηπου, Ιουδαϊκός Πόλεμος, II, 154–156: «Δοκούσι δε μοι κατά την αυτήν έννοιαν Έλληνες τοις τε ανδρείοις αυτών, ους ήρωας και ημιθέους καλούσιν, τας μακάρων νήσους ανατεθεικέναι, ταις δε των πονηρών ψυχαίς καθ’ άδου των ασεβών χώρον, ένθα και κολαζομένους τινάς μυθολογούσα, Σισύφους και Ταντάλους, Ιξίονας τε και Τιτυούς, πρώτον μεν αιδίους υφιστάμενοι τας ψυχάς, έπειτα εις προτροπήν αρετής και κακίας αποτροπήν».

[5] Ιουστίνου, Διάλογος με τον Τρύφωνα τον Ιουδαίο, P.G., τόμ. 6ος, σ. 488.

[6] Λακτάντιου, Divine Institutes 7, 5.

[7] Τερτυλλιανού, De Resurrectione Carnis, P.L., τόμος 2ος, σ. 844: επί λέξει: «Et sententia Platonll alicujus Pronuntiantis: Omnis animae immortalis.»

[8] Adolf von Harnack, Lehrbuch der Dogmengeschichte, Vol. 1, 694, σημ. 4. Κατά τον Ωριγένη (Περί Αρχών, 2, 10, 8): «…η κόλασις πέρας έχει· και αποκαταστηθήσονται ασεβείς τε και δαίμονες εις την προτέραν αυτών τάξιν».

 

Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο
Παράδεισος και Κόλαση,
εκδόσεις Αρχέτυπο, Απρίλιος 2003.