Ο Λόγος του Θεού και η αιτία της άγνοιας των Γραφών

«Μέγας γκρεμός και βάραθρο βαθύ είναι η άγνοια της Γραφής».
Ι. Χρυσόστομος

 

Η πρόσφατη μελέτη μιας περικοπής του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου (κεφ. 7, ιδιαίτερα εδ. 40-53) μου επανέφερε στο νου μου δύο πράγματα: την εσωτερική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Ιησού, τον Λόγο του Θεού (Ιωάν. 1:1, 1 Ιωάν. 1:1, Αποκ. 19:13) και της Αγίας Γραφής που αναγνωρίζεται και πιστεύεται από τους χριστιανούς ως γραπτός λόγος του Θεού. Το βιβλίο που εκφράζει τις βουλές και αποκαλύπτει τους σκοπούς του Θεού (πρβλ. Φιλ. 2:16, Ιωάν. 17:17). ΄Αλλωστε, υπάρχει και ένας άλλος ουσιώδης λόγος που αποκαλύπτει την εσωτερική συνοχή που υπάρχει μεταξύ Ιησού Χριστού-Λόγου, και Αγίας Γραφής-λόγου του Θεού. Η Βίβλος είναι απ’ αρχής έως τέλους χριστοκεντρική. Η Παλαιά Διαθήκη προλέγει τον ερχομό του Μεσσία. Τα Ευαγγέλια, λέγουν ότι ήρθε. Οι Πράξεις και οι επιστολές λέγουν ότι ήρθε και θα επανέλθει ο Κύριος.

Η στάση των ανθρώπων σήμερα πάνω στη Βίβλο, μπορεί να παραλληλισθεί από πολλές απόψεις με τη στάση και τη συμπεριφορά των Ιουδαίων απέναντι στον Ιησού την εποχή εκείνη, που ο Ιησούς εκήρυττε.

Αλλά και η άγνοια και η παρερμηνεία των Γραφών που ήταν μια αιτία της μη αναγνώρισης του Μεσσία στο πρόσωπο του από Ναζαρέτ Ιησού, μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς και σύγκρισης στη σημερινή εποχή, που ακριβώς, η άγνοια και η σύγχυση και η παρερμηνεία (εκούσια ή ακούσια) της Βίβλου, οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα, όπως οδήγησαν τους Ιουδαίους του 1ου μ.Χ. αιώνα (θρησκευτική ηγεσία και λαό) στο να απορρίψουν και τον Ιησού και τη Βίβλο.

 

Η άγνοια του βιβλικού Λόγου

Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά το 7ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, διαπιστώνει ότι κατά την επίσκεψη του Ιησού στην Ιερουσαλήμ και συζήτησης που είχε με τους Ιουδαίους, αυτοί είχαν ατελή και συγκεχυμένη άποψη τόσο για το τι επέτρεπε και τι απαγόρευε ο νόμος ο μωσαϊκός για την εορτή (αργία) του Σαββάτου (εδ. 21-24), όσο, και για το ποιος και τι θα ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Τινές των Ισραηλιτών έλεγαν: «Αλλά αυτόν τον ξέρουμε από πού κατάγεται, ενώ, όταν έρθει ο Μεσσίας κανείς δεν θα ξέρει από πού είναι» (εδ. 27). Η άγνοια εδώ είναι σαφής για τον Μεσσία. Διότι, η προφητεία του Μιχ.5:2 δείχνοντας την υπερφυσική προέλευση του Χριστού, λέγει ότι η καταγωγή του ανάγεται «απ’ αρχής στις αρχαίες ημέρες», αλλά και ότι ο άρχοντας του Ισραήλ δηλαδή ο Μεσσίας, θα γεννιότανε στην Βηθλεέμ, σε μια μικρή πολίχνη του Ιούδα.

Αυτή η άγνοια, διαστρεβλωμένη όμως, συνεχίζεται (λίγο πιο κάτω), όταν πολλοί από τον όχλο, ακούσαντες τον λόγο του Ιησού, έλεγαν: «Ούτος είναι αγαθός ο προφήτης», εννοώντας, ότι είναι ο κατ’ εξοχήν προφήτης, ο αναμενόμενος προφήτης, ο μεγαλύτερος από τον Μωυσή, δηλαδή ο Μεσσίας (Δευτ. 18:15).

Ωστόσο, σχίσμα έγινε μεταξύ του όχλου δι’ αυτόν, μας λέει η αφήγηση. Και ο λόγος; Πάλι η άγνοια του λόγου του Θεού, των Εβραϊκών Γραφών. Ενώ μερικοί βλέποντας τα θαύματα του Ιησού, σε συνδυασμό με την απαράμιλλη διδασκαλία του, ανεγνώριζαν, «αυτός είναι ο Μεσσίας», και «όταν έρθει ο Μεσσίας, μήπως θα κάνει περισσότερα θαύματα απ’ όσα έκανε αυτός;» (εδ. 31, 41), άλλοι έλεγαν, «ο Μεσσίας θα ’ρθεί από τη Γαλιλαία; Η Γραφή δεν είπε πως ο Μεσσίας θα προέρχεται από τους απογόνους του Δαβίδ και θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ, το χωριό καταγωγής του Δαβίδ;».

Εδώ πάλι βλέπουμε ότι ενώ πολλοί από τον όχλο γνωρίζουν από την Εβραϊκή Βίβλο, ότι ο Χριστός θα γεννιόταν στη Βηθλεέμ, μπερδεύονταν όμως, γιατί κατά την άποψή τους, δεν μπορούσε ο Χριστός να είναι Γαλιλαίος, αφού η Γαλιλαία δεν έχει σχέση με την Ιουδαία.

Αυτός ο ισχυρισμός προδίδει και πάλι άγνοια των Γραφών. Διότι ναι μεν ο Μεσσίας θα κατάγονταν από την Βηθλεέμ, αφού εκεί θα γεννιότανε, αλλά σύμφωνα με τον Ματθαίο, ο Ιησούς που ήταν ο αληθινός Μεσσίας, «κατώκισε στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, για να πληρωθεί το ρηθέν δια των προφητών, ότι Ναζωραίος θα ονομαστεί» (Ματθ. 2:23). Και όπως ερμηνεύουν το χωρίο οι βιβλικοί λόγιοι, υπάρχουν χωρία που σαφώς υπαινίσσονται την εκ της Ναζαρέτ προέλευση του Μεσσία (πρβλ. Ιερ. 23:5, Ζαχ. 3:8, Ησαΐας 11:1, όπου η λέξη κλάδος στα εβραϊκά είναι νέτσερ και κατά τους ερμηνευτές έχει σχέση με τη λέξη Ναζαρέτ).[1]

Εκτός τούτων όμως, υπάρχει και η σαφέστατη προφητεία του Ησαΐας 9:1-2, όπου αναφέρεται η Γαλιλαία των εθνών, ως ένδοξο μέρος. Και «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και εις τους καθημένους εν τόπω και σκιά θανάτου, φως ανέτειλεν εις αυτούς». Αυτή η προφητεία είναι σαφώς μεσσιανική και έτσι την κατανόησαν οι πρώτοι χριστιανοί (Ματθ. 4:15). Μια επιπόλαια, μελέτη των Εβραϊκών Γραφών, οδήγησε πολλούς Ιουδαίους να νομίζουν ότι ο Μεσσίας δεν μπορεί να είχε σχέση με τη Γαλιλαία. Έτσι, δεν ανεγνώρισαν στο πρόσωπο του Ιησού του Ναζωραίου εκ της Γαλιλαίας, τον αληθινό Μεσσία. Ενώ, οι Εβραϊκές Γραφές, προφήτευαν και την ιουδαϊκή καταγωγή του Χριστού εκ σπέρματος Δαβίδ και πόλης Βηθλεέμ, αλλά και την από την περιοχή της Γαλιλαίας διακονία του και δραστηριότητά του! Το ένα δεν απέκλειε το άλλο, όπως νόμιζαν οι επιπόλαιοι αναγνώστες.

Τρίτη μεγαλύτερη και χονδροειδέστατη άγνοια των Γραφών, αυτή την φορά από τους ίδιους τους Φαρισαίους, βλέπουμε, όταν επιπλήττουν τους υπηρέτες τους, γιατί εγύρισαν άπραγοι με άδεια χέρια και δεν επέβαλλαν τα χέρια τους για να συλλάβουν τον Ιησού.

Στην αρχή χρησιμοποιούν ένα ψυχολογικό επιχείρημα—«Μήπως κι εσείς πλανηθήκατε; Ποιος από τους άρχοντες ή τους Φαρισαίους πίστεψε σε αυτόν; Ο όχλος που δεν γνωρίζει το νόμο, είναι επικατάρατος!»

Έτσι, αντί να αναγνωρίζουν ότι ευθύνονταν οι ίδιοι που δεν γνώριζε ο λαός το νόμο, αφού δεν τον δίδασκαν και δεν τον τηρούσαν όπως τους είπε ο ίδιος ο Ιησούς (εδ. 19), αρχικά κάμουν χρήση του ψυχολογικού επιχειρήματος, ενός επιχειρήματος ανάλογου μ’ αυτό που κάνουν σήμερα μερικοί, για να πουν ότι μόνον απλοϊκοί, αφελείς και ανεπιστήμονες μπορούν να πιστεύουν στην Βίβλο και ότι ο Ιησούς ήταν αληθώς Υιός Θεού. Στο τέλος όμως, σε κάποια παρατήρηση του Νικόδημου, μέλους του Σάνχεδριν, ο οποίος ανατρέποντας τον ισχυρισμό τους πίστευε στον Ιησού ως Χριστόν, αποκάλυψαν την παντελή άγνοια τους στις Γραφές.

«Μήπως κατάγεσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία;», απαντούν. «Μελέτησε τις Γραφές και θα δείς πως κανένας προφήτης δεν έχει έλθει από τη Γαλιλαία» (εδ. 32). «Και ο καθένας έφυγε για το σπίτι του»….Κι αυτά βέβαια τα είπαν γιατί τους Γαλιλαίους τους περιφρονούσαν σαν επαρχιώτες, ενώ αυτοί ήταν αριστοκράτες….

Αυτοί που είχαν προφανώς μελετήσει τις Γραφές, δεν περίμεναν το Μεσσία, να προέρχεται και να δρα στη Γαλιλαία. Ενώ όπως είδαμε προηγουμένως οι Γραφές μιλούν γι’ αυτό. Αλλά κάνουν κι ένα άλλο λάθος. Ισχυρίστηκαν ότι κανένας προφήτης δεν ηγέρθη εκ της Γαλιλαίας, αγνοώντας ότι ο μεγάλος προφήτης Ηλίας καταγόταν από την Θίσβη της Γαλαάδ (γι’ αυτό λεγότανε και Θισβίτης ή Θεσβίτης) που γεωγραφικά υπαγότανε στην περιοχή της Γαλιλαίας! Και ακόμη, και ο Ιωνάς ο προφήτης καταγόταν κατά το 2 Βασ. 14:25 από την Γαθ-Εφέρ (Γεθ-Χοφέρ, Ο΄ ) που ήταν πόλη της φυλής Ζαβουλών και μάλιστα κοντά στη Ναζαρέτ! Οποία παχυλή άγνοια!

 

Η άγνοια του Λόγου του Θεού σήμερα

Η μικρή μας αυτή αναφορά στα αρχαία εκείνα περιστατικά, έγινε για να συσχετισθεί με την άγνοια των ανθρώπων στο βιβλικό Λόγο σήμερα. Μια άγνοια που τους οδηγεί στην ελλιπή γνώση των πραγμάτων και παρερμηνεία και διαστρέβλωση, τόσο του προσώπου του Ιησού, του Λόγου, όσο και των σκοπών του Θεού δια του Λόγου.

Μια άγνοια ασυγχώρητη, κυρίως γι’ αυτούς που ισχυρίζονται ότι τον μελετούν, και τον γνωρίζουν και οφείλουν να τον γνωρίζουν. Σ’ αυτούς ασφαλώς περιλαμβάνονται και ευσεβείς χριστιανοί και θεολόγοι που εξακολουθούν να μελετούν και να ερμηνεύουν τη Βίβλο, με τα «γυαλιά» που τους έδωσαν άλλοι να φοράνε. Τα γυαλιά αυτά λέγονται άλλοτε πατερικές ερμηνείες (που όλες ασφαλώς δεν είναι απορριπτέες αλλά οι περισσότερες είναι εμποτισμένες με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τον παγανισμό)[2], άλλοτε νεωτεριστικές ερμηνείες και άλλοτε αρνητική κριτική. Η τελευταία βέβαια, είναι ασφαλώς επιβλαβής, γιατί θέτει την βιβλική αλήθεια, στην προκρούστεια κλίνη και την κατακρεουργεί. Κόβει και ράβει κατά το δοκούν. Και δεν είναι λίγα τα θύματα αυτής της μεθόδου… Αυτή μαζί με τη λεγόμενη μέθοδο της απομυθοποίησης της Βίβλου που εισήγαγαν μερικοί προτεστάντες κριτικοί, με επικεφαλής τον Γερμανό Rudolf Bultmann, έχουν φέρει τα πάνω κάτω και ακύρωσαν το Λόγο του Θεού… για τις ερμηνείες τους.

Είναι λοιπόν γεγονός, ότι η άγνοια του βιβλικού Λόγου (ακούσια και περισσότερο εκούσια) οδηγεί στην απόρριψη του Λόγου, δηλαδή του Υιού του Θεού. Αφού η Βίβλος οδηγεί αποκλειστικά σ’ αυτόν και μόνον. Αλλά και η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας και μπορεί να οδηγήσει σε τραγικά αποτελέσματα. Ήδη ο απόστολος Πέτρος προειδοποιούσε τους χριστιανούς για τον κίνδυνο να παρερμηνεύουν τα δυσνόητα σημεία του αποστόλου Παύλου ως και τας λοιπάς Γραφάς, πράγμα που θα τους οδηγούσε «προς ιδίαν αυτών απώλειαν» (2 Πέτ. 3:16).

Η άγνοια, η αδιαφορία, η ατελής γνώση, η παρερμηνεία, η προκατάληψη και η διαστρέβλωση των Γραφών από μέρους των Ιουδαίων και της θρησκευτικής ηγεσίας, σε συνδυασμό βέβαια με την ιδιοτέλεια, την εμπάθεια, το φαύλο βίο και τα συμφέροντα (πρβλ. Ιωάν. 5:44, 7:7 και 11:47-48) οδήγησαν τους Ιουδαίους του 1ου αιώνα, να μην αναγνωρίσουν το Μεσσία στον Ιησού, να τον καταδικάσουν με ψευδείς κατηγορίες και μάλιστα αντιφάσκουσες και να τον οδηγήσουν τελικά στον θάνατο! Το αποτέλεσμα όμως ήταν τραγικό: να καταστραφεί η Ιερουσαλήμ και ο Ιουδαϊσμός το 70 μ.Χ. λόγω της εκούσιας αυτής άγνοιας του θείου Λόγου (1 Θεσ. 2:10, 11).

Η σημερινή εκούσια άγνοια, η παρερμηνεία, η διαστρέβλωση των Γραφών μπορεί να έχει επίσης καταστροφικά αποτελέσματα. «Είναι μέγα κακόν η άγνοια των Γραφών», έλεγε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Από εκεί, που πρέπει να ωφελούμεθα, εμείς απ’ εναντίας βλαπτόμεθα. Το ίδιο συμβαίνει πολλάκις και με τα φάρμακα. Αυτά έχουν πάντοτε θεραπευτικές ιδιότητες. Όταν όμως κανείς δεν γνωρίζει καλά να τα χρησιμοποιήσει, αντί να ωφελήσουν, βλάπτουν. Οδηγούν μάλιστα και σ’ αυτόν ακόμη τον θάνατον… Η άγνοια της Γραφής και αιρέσεις γέννησε και τον ανήθικο βίο έφερε και τα πάνω κάτω τα έκαμε…»

Η μελέτη της Βίβλου δεν είναι τόσο απλό πράγμα όσο κανείς νομίζει. Γιατί η Βίβλος εμπεριέχει την ιστορική εμπειρία ενός ολόκληρου λαού στη διάρκεια δύο χιλιετιών. Αλλά κυρίως, εμπεριέχει το βίωμα πίστης ανθρώπων, που ακριβώς, κατέγραψαν αυτά τα βιώματα, μαζί με τις θεόθεν αποκαλυμμένες αλήθειες. Για την κατανόησή της προϋποτίθεται αγνότητα καρδιάς και ανοιχτό μυαλό. Χρειάζεται επίσης καλή γνώση όλης της Βίβλου. Διότι όπως ο Όμηρος εξηγείται με τον Όμηρο, σύμφωνα με το αρχαίο ρητό του Αρίσταρχου, «Όμηρον εξ Ομήρου δει σαφηνίζειν αυτόν εξηγούμενον εαυτόν», έτσι και η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής. Και ο Παύλος με τον Παύλο, αλλά και με τον Πέτρο, και ο Πέτρος με τον Ιούδα, κ.λπ.

Αν κανείς αγνοεί στοιχειώδη πράγματα ή βασικές ερμηνευτικές μεθόδους [όπως μελέτη της συνάφειας και συνάρτησης του κειμένου, μετάβαση από το γνωστό στο άγνωστο (κι όχι αντίστροφα), κανονική ιστορικοφιλολογική ανάγνωση (κι όχι αναγωγή ευθύς εξ αρχής σε συμβολισμούς και αλληγορισμούς όπως κάνουν πολλοί σε ιστορικά τμήματα της Βίβλου), κατανόηση των βιβλικών σχημάτων λόγου, και αναγνώριση των προφητικών συμβολικών σημείων και εφαρμογή με περίσκεψη των προφητειών, όταν δεν είναι σαφές το νόημα], τότε θα κινδυνεύει να διαβάζει άλλ’ αντ’ άλλων και να εννοεί πράγματα που δεν εννοούσε ο βιβλικός συγγραφέας. Έτσι αντί να οδηγηθεί στο φως, θα οδηγηθεί στο σκότος, όπως και οι Φαρισαίοι. Αντί να δει φως μέγα, θα συσκοτισθεί με σκότος μέγα. Και υπεύθυνος βέβαια θα είναι ο ίδιος, ο οποίος δεν έλαβε υπόψη του ότι ο Λόγος του Θεού είναι μάχαιρα. Και αν δεν ξέρει κανείς πώς να τον χρησιμοποιεί μπορεί να αυτοτραυματιστεί, αντί να καταπολεμήσει μ’ αυτήν ψευδείς διδασκαλίες και να διαλύσει τις πλάνες (Εβρ. 4:12, Εφ. 6:17), να πέσει σε πλάνες. «Το γεγονός ότι η Βίβλος είναι θεόπνευστη, με κανένα τρόπο δεν μας απαλλάσσει από την πνευματική και διανοητική προσπάθεια, που είναι απαραίτητη για να την κατανοήσουμε και να την ερμηνεύσουμε σωστά», γράφει ο λόγιος Peter Cousins.

Ένας αρχαίος ερμηνευτής, με ένα πολύ εύστοχο παράδειγμα έδειξε πώς πρέπει να μελετά κανείς τον λόγο του Θεού. Ο αρχαίος κολυμβητής έπρεπε να γυμνωθεί, να εισπνεύσει οξυγόνο, και να καταβυθιστεί, για να ανασύρει όστρακα με μαργαριτάρια. Έτσι και ο σύγχρονος μελετητής. Πρέπει να γυμνωθεί από τις προκαταλήψεις, τα πάθη και τις ιδιοτελείς σκέψεις του, να εισπνεύσει Πνεύμα άγιο (με τον βιωματικό τρόπο της κατά Χριστόν ζωής) και μετά να βυθιστεί στο βιβλικό πέλαγος.

Όσοι τόλμησαν και βυθίστηκαν με τα ρούχα τους (δηλαδή τις προκατασκευασμένες ιδέες τους και τις ημιμάθειες και τις εμπάθειές τους) όχι μόνο δεν έβγαλαν πολύτιμα νοήματα, αλλά οι ίδιοι καταποντίστηκαν και εναυάγησαν στην πίστη. Έκαμαν τη Βίβλο να φαίνεται ότι αντιφάσκει, και τον Ιησού να φαίνεται ότι ήταν ένας απλός ηθικο-διδάσκαλος, ένας μάγος ίσως, ένας γκουρού, ένας απατεώνας. Και όχι αυτό που είδαν και εψηλάφησαν οι χείρες αυτών που έζησαν μαζί του και έφαγαν μαζί του, και τον άγγιξαν και τον άκουσαν—τον Λόγο της Ζωής (1 Ιωάν. 1:1). Υποβίβασαν δηλαδή, το Λόγο του Θεού, και τον βιβλικό Λόγο στα δικά τους μέτρα. Και σαν άλλος βασιλιάς Ιωακείμ παίρνουν το λόγο του Θεού, τον διαβάζουν, τον κομματιάζουν και «κόπτουν δια του μαχαιριδίου και ρίπτουν στο πυρ της εστίας» (Ιερ. 36:22, 23). Και όπως έλεγαν οι Ιουδαίοι της εποχής για τον Ιησού, «δεν είναι ούτος ο υιός του τέκτονος; Και η μητέρα του και οι αδελφοί του και οι αδελφές του δεν είναι ανάμεσά μας;» (Ματθ. 13:55-57).

Έτσι και σήμερα πολλοί (ορθολογιστές, σκεπτικιστές, νεοπαγανιστές, μαρξιστές, μυστικιστές κ.α.) μελετούν τη Βίβλο και λέγουν, «σε τι διαφέρει η Βίβλος από το Ταλμούδ ή από την Πλατωνική φιλοσοφία; Ή από το Κοράνιο και τις Βέδες; Οι «αδελφές της» είναι ανάμεσά μας…», και δεν βλέπουν τον προφητικό λόγο που διαλάμπει μέσα στις σελίδες της. Και δεν βλέπουν τη συνοχή στην υπέροχη διδασκαλία, ούτε το μεγαλείο του προσώπου του Χριστού που διαίρεσε το χρόνο, έσεισε την οικουμένη και παραμένει ο πρώτος στην ιστορία και από ανθρώπινη ιστορική άποψη (W. Durant, H. G. Wells). Ούτε ότι επί αιώνες ο Λόγος του Θεού παραμένει αλώβητος, παρά τις επιθέσεις των αθεϊστών και των ορθολογιστών. Και όχι μόνο παραμένει ακμαίος, αλλά είναι το best-seller των αιώνων με την μεγαλύτερη παγκόσμια κυκλοφορία, σε πάνω από 2.000 γλώσσες και διαλέκτους μεταφρασμένη. Αλλά είναι γεγραμμένον: «Ο λόγος του Θεού ου δέδεται» (1 Τιμ. 2: 9). Και η «Γραφή δεν δύναται να αναιρεθεί» (Ιωάν. 10:35).

Να τι μας λέγει σχετικά ένας σύγχρονος λόγιος, ο R. France: «Ο χριστιανός είναι ένας οπαδός Εκείνου, για τον οποίο η Παλαιά Διαθήκη ήταν αναντίρρητα ο αυθεντικός λόγος του Θεού… Είναι καθαρή ασυνέπεια για κάποιον που καλεί τον Ιησού «Κύριο» να σκέφτεται ελαφρά γι’ αυτές τις Γραφές, που για Εκείνον ήσαν η υπέρτατη αποκάλυψη του Θεού…» Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η Καινή Διαθήκη δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στο τι η «Γραφή» λέει και το τι ο Θεός λέει… Αν εμείς βάζουμε τη δική μας κρίση ή τις πατροπαράδοτες διδασκαλίες μας πάνω από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, χωριζόμαστε από τον Θεό και τους αποστόλους και αποκόβουμε τον εαυτό μας από τη μοναδική μας πηγή γνώσης του Θεού» (Ο Ιησούς Χριστός και η Βίβλος, στο Εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου (1993), σελ. 40-41).

Τελειώνω με τα λόγια του μεγάλου Pascal: «Χωρίς τη Γραφή, που έχει κέντρο της τον Ιησού Χριστό, δεν γνωρίζουμε τίποτα και δεν βλέπουμε παρά σκοτάδι και σύγχυση στη φύση του Θεού και στη δική μας φύση… Μόνο σ’ αυτήν βρίσκω προφητείες, πράγμα που καμιά άλλη θρησκεία δεν μπορεί να έχει» (Σκέψεις).

 

Βιβλιογραφία

  • Fee, Gordon D. και Douglas K. Stuart. How to read the Bible for all its worth: a guide to understanding the Bible. Grand Rapids, Mich.: Zondervan, 1982.
  • Geisler, Norman L. και Ronald M. Brooks. When skeptics ask. Wheaton, Ill.: Victor Books, 1990.
  • Vos, Howard Frederic. Can I trust the Bible? Chicago: Moody Press, 1968.
  • Δημόπουλος, Γ. Oι θησαυροί της Αγίας Γραφής κατά τον ιερό Χρυσόστομο. 1971.
  • Μεταλληνού, Κ. Το πρόβλημα της Βίβλου. n.d.
  • Νικολακόπουλος, Κωνσταντίνος. Καινή Διαθήκη και ρητορική. Εκδόσεις Τέρτιος, 1993.

 

 


[1] Βλ. H. Halley, Συνοπτική Εγκυκλοπαίδεια της Αγίας Γραφής, σελ. 560 και D. Guthrie, New Bible Commentary, 1970, σελ. 819, 820.  

[2] Πρβλ. Σ. Αγουρίδη, Θεολογία και επικαιρότητα, 1996, σελ. 32 επ.