Ο Ιησούς είπε

Και είπεν ο Ιησούς
στους μαθητές του:

Εγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός.
Και ο επιούσιος ο άρτος της ζωής, Εγώ είμαι.
Εγώ είμαι ο σπόρος και η φύτρα,
Εγώ το στάχυ και τ’ αμπέλι.
Εγώ η ζωή και ο θάνατος που φέρνει τη ζωή.
Ιδού!, με το φιλί μου θεραπεύω τους λεπρούς,
και μ’ ένα μου λόγο θεραπεύω τους τυφλούς που θέλουν
και με το φιλί του λόγου μου
ξεμαργώνω τη μοναξιά της καρδιάς όταν το θέλει,
και μ’ ένα νεύμα μου απλό
τσακίζω το χέρι του θανάτου χωρίς να το θέλει.
Και ο λόγος ο εμός αναπαύει τους κοπιώντες,
τους πτωχούς και τους πεφορτισμένους.
Και με το λόγο μου το δυνατό θαμάζω τη θάλασσα.
Και ο αγέρας που μουγκρίζει πάνω απ’ τα οργισμένα κύματα
μ’ ένα λόγο μου απλό καθησυχάζει…

Μόνο την αγριεμένη θάλασσα του αίματος­­­ — τον άνεμο της απιστίας
που λυσσομανάει στην καρδιά του ανθρώπου
δεν μπορώ να γαληνέψω,
όσο αυτή μου αντιστέκεται.
Στέκομαι εδώ μπροστά της αδύναμος — Εγώ ο Παντοδύναμος
και ορώ τον άνεμο της απιστίας του ανθρώπου
να μου ραπίζει κύματα–κύματα
το ματωμένο μου πρόσωπο.

Εγώ, ο Υιός του ανθρώπου,
ο άρτος ο ζων ο καταβάς εξ ουρανού
που έγινα νεκρός
για το νεκρό άνθρωπο.