Ο εξελληνισμός του Χριστιανισμού

Οποτεδήποτε στη διάρκεια της εξέλιξης των δογμάτων προέκυψε διαμάχη
ανάμεσα στο Χριστιανισμό και στον ελληνισμό,
σχεδόν πάντα κατέληγε στον εξελληνισμό του Χριστιανισμού.
Oscar Cullmann

Ο Χριστιανισμός και ο εθνικός ελληνισμός συγχωνεύτηκαν σιγά-σιγά σε μια ενότητα,
γέννησαν τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό που ονομάστηκε βυζαντινός.
A. Vasiliev

 

Το τελευταίο χρονικό διάστημα και με την ανάπτυξη του «αρχαιοελληνικού κινήματος», ολοένα και περισσότερο εκδηλώνεται μεγάλο μένος προς το Χριστιανισμό, γιατί, όπως λέγεται, κατέστρεψε την ελληνική φιλοσοφία και παιδεία. Δεν είναι όμως ο Χριστιανισμός κάτι ξένο προς την ελληνική ψυχή και κοσμοθεωρία. Αντιθέτως, οι Έλληνες μετέτρεψαν τον αληθινό Χριστιανισμό σε μια θρησκεία βασισμένη στο πολυθεϊστικό τους παρελθόν και ίσως γι’ αυτόν το λόγο ξεπηδούν τα διάφορα προβλήματα όχι μόνο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά και στον ψυχισμό των σύγχρονων Ελλήνων… Προβλήματα που έρχονται εξαιτίας του ότι οι κάποτε δύο αντίθετες κοσμοθεωρίες ενώθηκαν σε μία…

Έγινε λοιπόν εξελληνισμός του Χριστιανισμού; Κι αν ναι, πώς, γιατί και πότε; Δύσκολα τα ερωτήματα. Ακόμη πιο δύσκολες οι απαντήσεις. Έχοντας, λοιπόν, επίγνωση των εγγενών δυσκολιών του θέματος, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τα αίτια, τα σημεία επαφής μεταξύ των δύο μεγεθών, τον εξελληνισμό και τις συνέπειες του εξελληνισμού του Χριστιανισμού. Τις τελευταίας τις αφήνω περισσότερο στον αναγνώστη να τις διαγνώσει τόσο λογοκρατικά, όσο και διαισθητικά.

Ξεκινώ από το δεδομένο, το πανθομολογούμενο άλλωστε, ότι από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα και εντεύθεν ο Χριστιανισμός εξελληνίστηκε. Νομίζω ότι κανείς δεν αμφιβάλλει γι’ αυτό. Το ζήτημα, είναι, μέχρι ποιου βαθμού έγινε. Ήταν απλά επιφανειακός, στη μορφή μόνον, όπως υποστηρίζουν πολλοί, ή προχώρησε πολύ περισσότερο, εισχώρησε και στην ουσία, «αλλοιώνοντας» το δόγμα, την αρχική απλή μορφή λατρείας και το ήθος του Χριστιανισμού; Σ’ αυτά τα λεπτά ερωτήματα, όπως είναι εύλογο, οι γνώμες διίστανται. Οι περισσότεροι θεολόγοι της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αναγνωρίζοντας τον εξελληνισμό, τον θεωρούν όχι μόνον αναγκαίο, αλλά και ότι καλύτερο για το Χριστιανισμό, αφού του έδωσε οικουμενική διάσταση. Ορισμένοι όμως ερευνητές, ιδιαίτερα στη Δύση, στάθηκαν άκρως επιφυλακτικοί σ’ αυτό που έγινε και οδήγησε σε μια σύνθεση: στο λεγόμενο «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό», όρο αρκετά ασαφή και απροσδιόριστο και ως εκ τούτου επίμαχο.

Μερικοί μίλησαν περισσότερο για εκχριστιανισμό του ελληνισμού, παρά για εξελληνισμό του Χριστιανισμού. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι έγινε κι αυτός. Μάλιστα, ιστορικά προηγήθηκε. Οι αρχαίοι Εθνικοί (οι Έλληνες πρωτίστως), σύμφωνα με το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ασπάσθηκαν το Χριστιανισμό κυρίως από τον απόστολο Παύλο και τους συνεργάτες του που κήρυξαν σε Νεάπολη, Βέροια, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κόρινθο (γύρω στο 50, 55 μ.Χ.). Από εκεί και πέρα ο Χριστιανισμός βρήκε το δρόμο του και παρά τις επιθέσεις, τις ειρωνείες των Ελλήνων φιλοσόφων (Κέλσος, Νουμένιος, Πορφύριος κ.α.) και τους διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, επικράτησε, κυρίως στις ευρύτερες λαϊκές μάζες. Το ερώτημα όμως είναι: Πώς εξελίχτηκε μετά; Τι απέγινε το πρώτο χριστιανικό κήρυγμα των αποστόλων που έφερε τα σπέρματα της βιβλικής ιουδαιοχριστιανικής διδασκαλίας; Τι απέγινε η χριστιανική διδασκαλία όταν ήρθε σ’ επαφή με τους ογκόλιθους της ελληνικής φιλοσοφίας και με το πλήθος των θεοτήτων (αγαθών και πονηρών) και των δεισιδαιμονιών των απλών Ελλήνων;

 

Δυο διαφορετικοί κόσμοι

Το ερώτημα είναι καίριο, γιατί παρά τα όσα κατά καιρούς υποστηρίζονται περί εκπληκτικών ομοιοτήτων αρχαίου Χριστιανισμού και ελληνισμού, ευθύς εξαρχής είναι απαραίτητη η διάκριση μεταξύ της ελληνικής φιλοσοφίας και της αρχαίας ελληνικής εθνικής θρησκείας αφενός και της ιουδαιοχριστιανικής πίστης αφετέρου. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους με θεμελιώδεις διαφορετικές αντιλήψεις και συλλήψεις περί του Θείου, του κόσμου, του ανθρώπου και του προορισμού του. Με μια λέξη για δυο διαφορετικές κοσμοβιοθεωρίες.

Η ιουδαιοχριστιανική πίστη δίνει έμφαση σ’ αυτό ακριβώς που λέει: στην πίστη με σκοπό τη σωτηρία του Είναι, σε αντίθεση με την ελληνική φιλοσοφία που δίνει έμφαση στη γνώση του όντος. Η ελληνική φιλοσοφική σκέψη στην αγωνία της για τη σύλληψη της ουσίας και τη θήρευση της αλήθειας έχει ως «μέτρο πάντων χρημάτων» τον άνθρωπο. Ο πλουραλισμός της, άλλωστε, και τα διάφορα αλληλοσυγκρουόμενα ρεύματα δείχνουν την προσπάθεια της ανθρώπινης διάνοιας να συλλάβει τα μεταφυσικά και να δώσει απάντηση ακριβώς στα φυσικά προβλήματα με τη χρήση του ορθού λόγου. Ο οποίος όμως, σε τελευταία ανάλυση, φάνηκε ανεπαρκής, αφού οδηγούσε σε αδτέξοδο, όπως έδειξαν και οι Σκεπτικοί. Έτσι, αναγκαστικά, διανοίχτηκε ο δρόμος στην αποκάλυψη, στην πίστη του Χριστιανισμού, κατά τον όποιο «μέτρο πάντων χρημάτων είναι ο Θεός».

Επιπλέον, πρέπει να λεχθεί ότι η ελληνική θεώρηση έδινε έμφαση στο Είναι, στο ον, ενώ ο βιβλικός Ιουδαϊσμός στο γίγνεσθαι, στη γέννηση, στο γεγονός. Το ρήμα είναι στη βιβλική γλώσσα σημαίνει «δραν, συμβαίνειν». Ο αρχαιοελληνικός κόσμος είναι ήρεμος, στατικός, αμετάβλητος. Ο βιβλικός, δυναμικός εν πορεία και κινήσει. Ο χρόνος στη Βίβλο δεν είναι κυκλικός, όπως δέχονταν οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά κινείται σ’ ευθεία γραμμή με δυναμικές επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία, πορευόμενος σε ένα τέλος (έσχατα), όπου θα πραγματοποιηθεί ο σκοπός του Θεού. Για τη Βίβλο δεν υπάρχει κάτι κακό στην ύλη και στο σώμα, όπως δέχονταν οι αρχαίοι Ορφικοί, ο Πλατωνισμός και μεγάλο μέρος της ελληνικής φιλοσοφίας. Ένα χαρακτηριστικό της βιβλικής μεταφυσικής είναι η απουσία κάθε αρνητικής αντίληψης γύρω από την ύλη (Claude Tresmontant).

Ενώ ο αρχαίος Έλληνας είναι αρνητικός στον κόσμο και στην ύλη (αφού τη θεωρεί κακό και το σώμα δεσμωτήριο της ψυχής), ο βιβλικός Ιουδαιοχριστιανός καταφάσκει στον κόσμο που δημιουργήθηκε «λίαν καλός» και στον άνθρωπο.

Επιπλέον, κατάκτηση της βιβλικής σκέψης, κατ’ επέκταση και του Χριστιανισμού, είναι ο περσοναλισμός και η έννοια του προσώπου. Ο Θεός είναι το μέγα πρόσωπο, το «εμπρόσωπο πνεύμα» που αναζητά άλλα πρόσωπα στην ιστορία. Οι άνθρωποι δεν είναι απλά άτομα, αλλά πρόσωπα δεκτικά σωτηρίας. Οι έννοιες της δημιουργίας, της ιστορίας, του δυναμισμού και του προσώπου, είναι κατεξοχήν βιβλικο-χριστιανικές έννοιες που δεν βρίσκονται στην αρχαία ελληνική διανόηση (Μάριος Μπέγζος, Claude Tresmontant).

Όσον αφορά την αρχαία ελληνική λαϊκή θρησκεία (πολυθεϊσμός, δωδεκαθεϊσμός, πίστη σε δεκάδες μικρές θεότητες, δαίμονες, νεράιδες, μούσες κ.λπ.) είναι ανάγκη να πούμε ότι ήταν σε οξεία αντίθεση με τον αυστηρό ιουδαιοχριστιανικό βιβλικό μονοθεϊσμό. Ωστόσο, το έδαφος για την προσοικείωση ελληνισμού-Χριστιανισμού που επιτεύχθηκε από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα, είχε προλειανθεί ήδη, από το 2ο π.Χ. αιώνα, με τον εξελληνισμό εν μέρει του Ιουδαϊσμού. Αυτός πραγματοποιήθηκε λόγω των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου της Ιουδαίος και της διεισδύσεως του ελληνισμού από τους επιγόνους του Αλέξανδρου κυρίως την εποχή του Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς. Παρά τις αντιδράσεις των εθνικιστών Ιουδαίων (επανάσταση Μακκαβαίων κ.λπ.) ο ήπιος εξελληνισμός δεν μπόρεσε ν’ αποφευχθεί σ’ ορισμένες περιοχές και σ’ ορισμένα θέματα. Αργότερα, ο ελληνολάτρης Αλεξανδρινός Ιουδαίος Φίλων έγινε ηθελημένα ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ιουδαϊσμού και ελληνισμού, προσφέροντας και τη βάση της λεγόμενης «χριστιανικής αλληγορικής ερμηνείας» που ακολούθησε η αλεξανδρινή σχολή του Κλήμεντα-Ωριγένη.

 

Ο εξελληνισμός του δόγματος

Αναφέρθηκα προηγουμένως εν συντομία στη διαφορά των δύο κόσμων του βιβλικο-χριστιανικού και του ελληνικού στις θεμελιώδεις θεωρήσεις τους (Θεός, κόσμος, άνθρωπος, χρόνος). Εδώ θα εξετάσουμε σε αδρές γραμμές, πώς έγινε ο εξελληνισμός των βιβλικών δογμάτων πάνω στα καίρια αυτά θέματα.

Είδαμε ήδη ότι σύμφωνα με τη βιβλική θεώρηση ο κόσμος δεν είναι αιώνιος αυθυπόστατος, αυθύπαρκτος και αυτεξήγητος. Η ύπαρξή του προϋποθέτει ένα ον πάνω απ’ αυτόν και ελεύθερο απ’ αυτόν: τον Θεό. Αυτός δεν ερμηνεύεται από τον υλικό κόσμο, αλλά τον ερμηνεύει ο ίδιος. Αυτός επεμβαίνει στο χώρο και στο χρόνο. Από τη βούληση, τις ενέργειες και την ελευθερία του προήλθαν όλα τα όντα. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανό και την γην», είναι ο πρωταρχικός και θεμελιώδης στίχος της Βίβλου.

Αυτά όμως ήταν πράγματα αδιανόητα για την ελληνική διανόηση και μάλιστα την πλατωνική, που τόσο πολύ επέδρασε στην αρχαιότητα και στα μεταγενέστερα χρόνια (Νεοπλατωνισμός του Αμμώνιου Σακκά, μέσος Πλατωνισμός 2ος-4ος μ.Χ.). Γιατί ο Θεός των αρχαίων Ελλήνων σοφών ήταν δεμένος με τον κόσμο, δεν δημιούργησε στην κυριολεξία τον κόσμο, αλλά δημιούργησε από προϋπάρχουσα ύλη (Τίμαιος). Ο δημιουργός είναι διακόσμησης. Ήταν αδιανόητο για τον αρχαίο Έλληνα να προϋποθέτεις έναν Θεό που δεν δεσμεύεται από το είναι. Εξάλλου, «Θεός ανθρώπω ου μείγνυται» κατά τον Πλάτωνα. Ο Έλληνας για να αντιληφθεί τον χριστιανικό Θεό και τον Χριστό που δρουν ιστορικά, έπρεπε ν’ αλλάξει νοοτροπία, να αρχίσει να σκέπτεται ιστορικά, να ανάγει το είναι στην ελευθερία, να αναστρέψει, δηλαδή, την κοσμοθεωρία του (Ιωάννης Ζηζιούλας). Έτσι ξεκίνησαν και οι μεγάλες δυσκολίες από το 2ο αιώνα μ.Χ. κυρίως, αφού δεν ήταν δυνατόν από την ελληνική διάνοια να γίνει δεκτό ότι ο Θεός ή ο Υιός Θεού κατήλθε ως άνθρωπος στη γη (Κέλσος).

Ακόμα μεγαλύτερες υπήρξαν οι δυσκολίες στους Χριστιανούς να μεταδώσουν το χριστιανικό μήνυμα σε Εθνικούς και να τους πείσουν ότι ο Ιησούς υπήρξε Μεσσίας, Υιός Θεού κατά φύση, και όμως διαφορετικό πρόσωπο από τον Θεό, χωρίς να κατηγορηθούν απ’ αυτούς ως πολυθεϊστές!

Από τη διαπάλη της διανόησης και από τον ορθολογισμό διαφόρων (Παύλος Σαμοσατεύς, Σαβέλλιος, Άρειος, Αέτιος κ.λπ.) δόθηκαν διάφορες απαντήσεις και ερμηνείες στις σχέσεις Θεού Πατρός και Υιού. Όλες οι απαντήσεις όμως δεν δίνονταν με αυστηρά χριστιανικά-βιβλικά κριτήρια, αλλά με βάση τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις και έννοιες των πλατωνιστών Πατέρων. Έτσι, ενώ στα Ευαγγέλια έχουμε αποδοχή του περίφημου ιουδαϊκού Σεμά («Κύριος ο Θεός σου εις Κύριος») και περιορισμένη χριστολογική ορολογία (80 φορές και πλέον ο Ιησούς αναφέρεται μεσσιανικά, ως «υιός ανθρώπου» και ελάχιστες ως «υιός Θεού»), στην παύλεια θεολογία και στη λοιπή Καινή Διαθήκη υπάρχει πλουσιότερη (ο Ιησούς αποκαλείται «πρωτότοκος πάσης κτίσεως», «πρωτότοκος των νεκρών», «απαρχή των κεκοιμημένων», «ο Αμήν» κ.λπ. χωρίς να ξεφεύγει όμως από τα αρχικά πλαίσια), στους Πατέρες παρουσιάζονται όροι για πρώτη φορά που αντλούνται άφθονα απ’ την ελληνική φιλοσοφία προς υποστήριξη της μιας ή της άλλης άποψης, αιρετικής ή ορθόδοξης. Έτσι, σιγά-σιγά, από το τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα κι εντεύθεν, λέξεις όπως ουσία, υπόστασης, ενυπόστατον, φύσις, λόγος, πρόσωπον, σοφία, ομοούσιος, αειγεννής, αγεννητογεννής, θεάνθρωπος, εισάγονται κατά κόρον (και στα λατινικά οι αντίστοιχες substantia, persona κ.λπ.) χωρίς όλοι να συμφωνούν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο, με σκοπό να διασαφηνιστεί η έννοια της θεότητος του Ιησού.

Σήμερα γίνεται ευρέως δεκτό ότι η τριαδική διδασκαλία περί ενός Θεού στην ουσία, αλλά τρισυπόστατου (Πατήρ-Υιός-Άγιο Πνεύμα) γνωστή με τη φόρμουλα «εις εν τρισί και τρεις εν ενί» είναι προϊόν της συγκρούσεως, της διαλεκτικής διαπάλης και εν συνέχεια συμβιβασμού, συν-χώνευσης του βιβλικού μονοθεϊσμού με την ελληνική πολυθεΐα. Το θέμα δεν είναι τόσο απλό και δεν έχει να κάνει τόσο με τη σύγκρουση μονοθεϊσμού-πολυθεϊσμού, όσο με τη διασάφηση των χριστιανικών αντιλήψεων περί Θεού, με τη χρήση όμως εννοιών της ελληνικής φιλοσοφίας μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Η τριαδική διδασκαλία που υποστηρίχθηκε με σθένος κυρίως από τους Αθανάσιο, Βασίλειο Καισαρείας, Γρηγόριο Νύσσης, Γρηγόριο τον Νανζιανζηνό κι άλλους, προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις, δημιούργησε «δυσεπίλυτες δυσκολίες».

Είναι αποκαλυπτικό αυτό που λέει ένας κατεξοχήν πλατωνιστής Καππαδόκης Πατέρας, ο Γρηγόριος ο Νύσσης (4ος μ.Χ. αι.): «Η αλήθεια προχωρεί πέρα από τις δύο αυτές αντιλήψεις (ελληνική, εβραϊκή) καταργώντας τες, αλλά και αποδέχεται από την καθεμία ό,τι είναι χρήσιμο. Καταργεί το εβραϊκό δόγμα, με την αποδοχή του Λόγου και με την πίστη στο πνεύμα. Εξαφανίζει το σφάλμα του πολυθεϊσμού με την ενότητα της θείας ουσίας, διατηρώντας από τον Ιουδαϊσμό την αντίληψη της ενότητος της θείας φύσης και από τον Παγανισμό μονάχα τη διάκριση σε υποστάσεις».

Όπως σημειώνει ο καθηγητής Σ. Αγουρίδης: «Η βασική αυτή διαφορά της βιβλικής προς την ελληνική παράδοση δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην κατανόηση και διατύπωση του τριαδικού περί Θεού δόγματος. Επιφανείς εκκλησιαστικοί ηγέτες επηρεασμένοι από την ελληνιστική σκέψη, καταλάβαιναν τη θεότητα, εν ονόματι της βιβλικής μονοθεΐας, σαν ένα πρόσωπο, ενώ άλλοι κατέληξαν, αντίστροφα σκεπτόμενοι, σε ένα είδος τριθεΐας. Η ορθόδοξη αντίληψη περί Τριάδας διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας σε μια προσπάθεια να ικανοποιηθεί η βιβλική ιστορική προοπτική περί της θεότητας, καθώς και η ελληνική υπερβασική των τριών προσώπων ζωή, μέσα στην υπεραισθητή θεότητα. Η απόκρουση του αρειανισμού και η υποστήριξη του ομοούσιου ήταν μια απόκρουση του ελληνισμού, που δεν ανεχόταν μια απευθείας εμπλοκή του θείου στην ιστορία και στα ανθρώπινα».

Οι Απολογητές ήδη από το 2ο μ.Χ. αιώνα με βάση την ελληνική φιλοσοφία κάνουν διάκριση μεταξύ λόγου ενδιάθετου και σπερματικού, αλλά τον αποφασιστικό προς αυτήν την κατεύθυνση ρόλο έπαιξε ο Νεοπλατωνισμός, το σύστημα του Πλωτίνου (205-270 μ.Χ.) με τη θεωρία του για τις τρεις υποστάσεις (το εν, ο νους και η ψυχή). Κατά τον Πλωτίνο, από το απόλυτο εν γεννιέται ο νους και από αυτόν η ψυχή. Το εν δεν ταυτίζεται ούτε με το ωου ούτε με το ον. Τα αντικείμενα του νου, οι ιδέες, είναι ένα με αυτόν. Η ψυχή είναι αθάνατη θεϊκή ουσία, απλή και αδιαίρετη και η αιτία της ενότητας του κόσμου.

Αλλά ήδη ο ιδρυτής του Νεοπλατωνισμού Αμμώνιος Σακκάς, είχε δώσει χριστιανικό χρώμα στην πλατωνική φιλοσοφία. Ο δε Ωριγένης, ο πατέρας της θεολογίας, ήταν μαθητής του Αμμώνιου Σακκά.

«Η θεωρία για τις τρεις υποστάσεις ήταν μέσα στο πνεύμα του συγκρητισμού της εποχής της, δηλαδή ήταν έκφραση της προσπάθειας να ξεπεραστεί η αντίθεση ανάμεσα στις μονιστικές και πολυαρχικές ή μονοθεϊστικές και πολυθεϊστικές θέσεις, εξελίχτηκε παράλληλα με το χριστιανικό δόγμα της Αγίας Τριάδας και ως ένα βαθμό επηρέασε την τελική του διατύπωση» (Ι. Ζηζιούλας).

Όπως και να το κάνουμε, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, χωρίς την εισαγωγή και διείσδυση της ελληνικής φιλοσοφίας στη χριστιανική σκέψη, δεν θα δημιουργούνταν το πλήθος των αιρέσεων που εμφανίστηκε, ούτε θα διαμορφωνόταν το χριστολογικό δόγμα στις Α΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους (μια ουσία–δύο φύσεις του Ιησού) όπως διαμορφώθηκε και διατυπώθηκε.

«Η ελληνική φιλοσοφία στάθηκε το πλούσιο οπλοστάσιο από το οποίο οι Πατέρες άντλησαν τις θέσεις και τις μεθόδους τους… Βέβαια, η ανταλλαγή αυτή δεν έγινε χωρίς κάποιον εκχριστιανισμό των ελληνικών θέσεων και μεθόδων και χωρίς κάποιον εξελληνισμό του χριστιανικού πνεύματος» (Β. Ν. Τατάκης).

Το θιγόμενο θέμα είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξηγηθεί σε λίγες γραμμές. Σημειώνω, απλά, ότι οι χριστολογικές διατυπώσεις που έγιναν στο Σύμβολο της Πίστεως (325 μ.Χ.) ήταν προϊόν πολλών ζυμώσεων και όχι λίγων αμφισβητήσεων μεταξύ των Ορθόδοξων Πατέρων της Εκκλησίας, ακριβώς γιατί δεν συμφωνούσαν όλοι στην έννοια των εξω-βιβλικών (φιλοσοφικών όρων που προτείνονταν.

Έτσι, για να δώσω δύο ακόμη παραδείγματα, μεγάλη αμφισβήτηση δημιουργήθηκε γύρω απ’ τη λέξη ομοούσιος (της αυτής ουσίας) στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, λέξη που επέβαλε ο Κωνσταντίνος για την «ειρήνη των πνευμάτων», αφενός μεν, διότι ήταν «άγραφος» λέξη, δηλαδή μη μαρτυρούμενη στις Άγιες Γραφές, αφετέρου δε, διότι, τη χρησιμοποίησε πρώτος τον 3ο μ.Χ. αιώνα ο γνωστικός Βαλεντίνος και ο Σαβέλλιος και οι Γνωστικοί γενικότερα. Τελικά, μετά από πολλές συζητήσεις και εννοιολογικές διασφήσεις έγινε αποδεκτός ο όρος και εισήλθε στο Σύμβολο της Πίστεως.

Εξαιτίας, πάλι της φιλοσοφικής (πλατωνικής) αντίληψης του χρόνου, πρόβλημα δημιουργήθηκε ως προς το αν ο Υιός γεννάται εν χρόνω ή προ του χρόνου. Η βιβλική έκφραση «αιώνες» («Ο Θεός δια του Υιού εποίησε τους αιώνες», δηλ. τον κόσμο [Εβρ. 1:1]), χρησιμοποιήθηκε στη διατύπωση, αλλά με την πλατωνική έννοια του χρόνου, όπως μάλιστα την πρωτοσυνέλαβε και διατύπωσε ο πλατωνιστής Ωριγένης. Έτσι, τελικά, η έκφραση «τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων», προήλθε από τον Ωριγένη, ο οποίος ακλουθώντας το Νεοπλατωνισμό, δίδασκε την αιώνιο εκ του Πατρός γέννηση του Υιού!

 

Ο εξελληνισμός του χριστιανικού ήθους

Οι Χριστιανοί του 1ου αιώνα διακρίνονταν για την ανυπόκριτη αγάπη τους, τα καλά τους έργα, το ήθος τους. Ήταν αγνοί, όπως αγνά ήταν και τα κίνητρα και η συμπεριφορά τους. Οι διωγμοί των Ρωμαίων δεν έκαμψαν την πίστη και το αγωνιστικό τους φρόνιμα, έγιναν δε μάλλον η αιτία να διαδοθεί ο Χριστιανισμός σ’ όλον σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο. Δεν είχαν εχθρούς κι αγαπούσαν ακόμα και τους διώκτες τους. Υποτασσόμενοι στην εντολή του Κυρίου τους «αγαπάτε και τους εχθρούς σας», δεν πολεμούσαν, δεν κατατάσσονταν στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και απέφευγαν δημόσια αξιώματα γιατί είχαν «πολίτευμα εν ουρανοίς». Ο απόστολος Παύλος έγραφε: «Λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα» (1 Κορ. 4:12). Επίσης σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Απολογητών του 2ου μ.Χ. αιώνα δεν παρακολουθούσαν βίαια θεάματα σε παλαίστρες, ούτε στον ιππόδρομο, ούτε συνάξεις Εθνικών. Γι’ αυτό τους κατηγορούσαν ως μισάνθρωπους, εχθρούς του ανθρώπινου γένους. Στην (αγνώστου συγγραφέως) επιστολή Προς Διόγνιτον του 2ου μ.Χ. αιώνα διαβάζουμε: «Ο τρόπος ζωής (των Χριστιανών) είναι θαυμαστός και παράδοξος… Κάθε ξένη χώρα είναι πατρίδα τους και κάδε πατρίδα τη θεωρούν ξένη χώρα… Κατοικούν στη γη, αλλά είναι πολίτες του ουρανού. Υπακούουν στους ισχύοντες νόμους αλλά με τη διαγωγή τους νικάνε τους νόμους…»

Με δύο λόγια. Υπήρχε συνέπεια κηρύγματος και ζωής. Δεν υπήρχε, τοπικισμός, ευσεβοφάνεια, ανηθικότητα, εθνικισμός και τόσα άλλα «φρούτα» που υπάρχουν σήμερα και ταλανίζουν ευσεβείς Χριστιανούς. Τι συνετέλεσε όμως, ώστε ν’ αλλάξουν άρδην τα πράγματα από τον 3ο και κυρίως από τον 4ο μ.Χ. αι. κι εντεύθεν; Αν και δεν υπήρξε ο μοναδικός παράγων, ο εξελληνισμός του φρονήματος και του ήθους έπαιξε βασικό ρόλο.

Σ’ αντίθεση με τους πρώτους Χριστιανούς, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πιστοί (θρήσκοι) στις θεότητές τους, αλλά όχι και χρηστοί. Μπορούσαν να θύουν σε βωμούς, να λατρεύουν τους θεούς τους και να είναι ταυτόχρονα φαύλοι και ανήθικοι. Δεν υπήρχε τίποτα το μεμπτό στην ηθική διαγωγή (υπήρχε και η ιερή πορνεία) στη συμμετοχή σε δολοπλοκίες, σφαγές, μάχες, πολέμους κατακτητικούς και αμυντικούς. Ούτε σε θεάματα και ακολασίες. Η θρησκεία ήταν θρησκεία, λατρεία δηλαδή θεοτήτων, και όχι αγνός τρόπος ζωής όπως ήταν ο Χριστιανισμός.

Ο συγχρωτισμός Εθνικών και Χριστιανών και ο ύπουλος ή βίαιος εκχριστιανισμός Εθνικών επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου και Θεοδοσίου αργότερα, είχαν ως συνέπεια να εισρεύσουν στο Χριστιανισμό μεγάλες μάζες Εθνικών που αλλοίωσαν το φρόνημα και το ήθος της αρχαίας Εκκλησίας. Έκαναν το Χριστιανισμό από πίστη, οδό και ζωή, θρησκεία, όπως ακριβώς την εννοούσαν οι αρχαίοι Παγανιστές. Σιγά-σιγά αποσυνδέθηκε το ήθος από την πίστη και έτσι οι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί κατ’ όνομα, θρησκεύοντες αλλά μη πιστεύοντες και πιστεύοντες αλλά μη πράττοντες.

Έτσι, καταρχάς από το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ. άρχισαν Χριστιανοί να κατατάσσονται στο ρωμαϊκό στρατό, ήδη δε επί εποχής Κωνσταντίνου υπήρχαν πολλοί Χριστιανοί στρατιώτες (παρόλο που η Σύνοδος της Αρελάτης το 314 μ.Χ. απαγόρευε τη συμμετοχή Χριστιανών σε στρατούς) και ο Μέγας Αθανάσιος αργότερα προέβλεπε επιτίμια σ’ όσους στρατιώτες Χριστιανούς σκότωσαν τους εχθρούς τους σε μάχες! Επί Αυγουστίνου (4ος μ.Χ. αιώνας) αναπτύχθηκε και η ιδέα του bellum justum (του δίκαιου πολέμου) κατά τα πρότυπα τα εθνικά, αλλά και σύμφωνα με τα ιουδαϊκά ακόμη, αφού η Εκκλησία (οι ηγέτες της μάλλον) σε κάποια φάση στράφηκε πίσω και δανείστηκε στοιχεία κι από τον Ιουδαϊσμό, για να μην αλωθεί τελείως από τον Παγανισμό! Απ’ το ένα άκρο στο άλλο! Φοβούμενοι δε οι επίσκοποι του 2ου και του 3ου μ.Χ. αιώνα την ανάπτυξη του εθνικού φρονήματος και ήθους στην Εκκλησία (ιδιαίτερα την ισχυρή επίδραση από γνωστικούς κύκλους στους οποίους οι γυναίκες μπορούσαν να είναι «μάντισσες και τέρειες») και ενώ από τον 1ο μ.Χ. αιώνα οι γυναίκες είχαν επίσημη συμμετοχή στο κήρυγμα και στη λατρεία και ήταν και διάκονοι (Πράξ. 18:26· Ρωμ. 16:1, 7), με την πάροδο του χρόνου οι ιερείς-επίσκοποι απαγόρευσαν στη γυναίκα την επίσημη συμμετοχή της στη λατρεία, την περιθωριοποίησαν, την υποτίμησαν κι έφτασαν αργότερα, περί τον 8ο αιώνα μ.Χ., να συζητούν στη Δύση αν η γυναίκα έχει ψυχή όπως ο άντρας!

Κάτω από την ισχυρή επίσης επίδραση του ελληνικού δυαλιστικού ασκητισμού σαν ιδανικό αγνότητας και αγιότητας (Ορφικοί, Πυθαγόρειοι, Στωικοί) ο ασκητισμός και ο αναχωρητισμός μοναχών υιοθετήθηκε από την αρχαία Εκκλησία από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και επικράτησε οριστικά αργότερα. Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφτεί με αυτά τα ολίγα και αποσπασματικά, πώς ο πρωταρχικός Χριστιανισμός, η Εκκλησία μάλλον, ευρισκόμενη υπό την πίεση ποικίλων δυνάμεων εξετράπη της αρχικής της ομαλής πορείας πηγαίνοντας πότε μπρος, πότε πίσω, αφομοιώνοντας στην πορεία της ηθελημένα ή άθελα, συμβιβαστικά, πλείστα όσα στοιχεία εξωχριστιανικά και μερικές φορές καθαρά αντιχριστιανικά!

 

Οι παράγοντες εξελληνισμού του Χριστιανισμού

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην ελληνοποίηση ή εξελληνισμό του Χριστιανισμού υπήρξαν πολλοί και ανεξάρτητοι. Θα αναφέρω αυτούς που θεωρώ σπουδαιότερους και αποφασιστικότερους:

  1. Ο Χριστιανισμός βγαίνοντας από τα στενά όρια της αρχικής του κοιτίδας (Ιουδαία-Παλαιστίνη) και εξαπλούμενος σιγά-σιγά στη λεκάνη της Μεσογείου, ήρθε αναπόφευκτα σ’ επαφή όχι μόνο με απλούς ανθρώπους, που τον απεδέχθησαν ευπρόσδεκτα, αλλά και με διανοούμενους, αν ανθρώπους των γραμμάτων και θαυμαστές της ελληνικής παιδείας. Πριν γίνουν Χριστιανοί, αυτοί είχαν σπουδάσει ελληνική φιλοσοφία και παρά την αποδοχή του Χριστιανισμού από μέρους τους, δεν έπαυαν να εκφράζουν το θαυμασμό τους σε αρχαίους σοφούς, αλλά και να επισημαίνουν υπαρκτές ή ανύπαρκτες ομοιότητες μεταξύ Χριστιανισμού και ελληνικής φιλοσοφίας. Έτσι έκαμαν έργο τους, σκοπό τους, να γεφυρώσουν το χάσμα της ελληνικής φιλοσοφίας και του Χριστιανισμού, με επιχειρήματα και ερμηνείες (Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, Θεόφιλος Αντιόχειας, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Αυγουστίνος και άλλοι). Τόσος ήταν μάλιστα ο θαυμασμός για τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, ώστε ο Ιουστίνος δεν δίστασε να ισχυριστεί «ό,τι παρά πάσι καλώς ειρήται ημών των χριστιανών εστί» και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Τι εστί Πλάτων ή Μωυσής αττικίζων»; Και ο Ευσέβιος Καισαρείας έφτασε να αποκαλεί τον Χριστό φιλόσοφο!
  2. Από τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. και κυρίως από το 2ο αιώνα, ο Χριστιανισμός ήρθε αντιμέτωπος με ένα θανάσιμο εχθρό· τον πολυκέφαλο Γνωστικισμό, ένα κίνημα συγκρητιστικό, φιλοσοφικο-θρησκευτικό, με άφθονα στοιχεία παγανιστικά, ιουδαϊκά και άλλα. Στην προσπάθειά τους οι ταγοί της Εκκλησίας να προφυλάξουν τους Χριστιανούς από το επικίνδυνο ρεύμα του Γνωστικισμού που έδινε περισσότερο έμφαση στη μυστική (εσωτερική) γνώση παρά στην πίστη και αποδεχόταν και συγχώνευε ό,τι εύρισκε στο διάβα του, αναγκάστηκαν να τον καταπολεμήσουν επί θεωρητικού πεδίου, αντλώντας επιχειρήματα από τα ίδια του όπλα. Αναπόφευκτα όμως, οι καλλιεργημένοι Χριστιανοί που ανέλαβαν αυτό το εγχείρημα, δέχτηκαν σιγά-σιγά και ανεπαίσθητα την επίδράση της ελληνικής φιλοσοφίας, αφού ο Γνωστικισμός είχε άφθονα ελληνικά στοιχεία στην κοσμο-βιοθεωρία του.
  3. Η ερμηνεία των Γραφών υπήρξε ένα άλλο σημείο τριβής που οδήγησε σιγά-σιγά στον εξελληνισμό. Ήδη από το 2ο μ.Χ. αιώνα στην Αλεξάνδρεια, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και ο μαθητής του ο περίφημος Ωριγένης, έκαναν ευρεία χρήση της λεγόμενης αλληγορικής ερμηνείας των Γραφών. Ο λόγος ήταν διττός. Κάνοντας αλληγοριοποίηση του περιεχομένου της Βίβλου αφενός μεν ξέφευγαν από τον ενοχλητικό γι’ αυτούς ανθρωπομορφισμό του Θεού, που φαινόταν ακατανόητος για τους φιλοσοφημένους νόες των Ελλήνων, αφετέρου δε έδιναν βαθύτερες έννοιες (κατά την άποψή τους) στο περιεχόμενο των Γραφών. Ο Ωριγένης, μάλιστα, δτέκρινε το περιεχόμενο των Γραφών σε σωματικό (το γράμμα), ψυχικό (ηθικό) και πνευματικό. Μόνο το τρίτο ήταν μυστικο-προφητικό, που μόνον ο τέλειος, ο μυημένος, μπορούσε να το φθάσει, κατά τον Ωριγένη. Κατά της αλληγορικής ερμηνείας και των έκτροπων της στράφηκε η περίφημη σχολή της Αντιόχειας με κυρίους εκπροσώπους της τον Ιωάννη το Χρυσόστομο και τον Θεοδώρητο του Κύρου, που έκαμαν χρήση της γραμματο-ιστορικής μεθόδου. Ήδη όμως οι ασκοί του Αιόλου είχαν ανοιχτεί και πλείστοι όσοι Πατέρες για την κατανόηση της Παλαιός και της Καινής Διαθήκης έκαναν χρήση ερμηνευτικών μεθόδων που παρέλαβαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς (Στωικούς, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Νεοπλατωνικούς κ.λπ.).
  4. Η χρήση της ελληνικής φιλοσοφίας στην ερμηνεία των Γραφών οδήγησε ολίγον και σε εκλογίκευση του μυστηρίου της πίστης και στη συνέχεια οδήγησε σε αιρέσεις-αποκλίσεις, από το αρχικό ιουδαϊκό-χριστιανικό υπόβαθρο. Οι Πατέρες για να αντιμετωπίσουν τις αιρέσεις αναγκάστηκαν να καταφύγουν και πάλι στην ελληνική φιλοσοφία που τις γέννησε, διαιωνίζοντας έτσι το φαύλο κύκλο.
  5. Η εξαφάνιση της εσχατολογικής προσδοκίας της Δευτέρας Παρουσίας από μέρους των πρώτων Χριστιανών και η σχετική απογοήτευση πολλών, επέφερε από τον 3ο μ.Χ. κυρίως αιώνα και μετέπειτα, ένα κλίμα συμφιλίωσης, συμβιβασμού με τον εθνικό κόσμο και τις πεποιθήσεις του. Ως αντίδραση, βέβαια, δημιουργήθηκε και ένα άλλο ρεύμα (ασκητισμός-αναχωριτισμός) τα πρότυπα του οποίου όμως, μπορούν και πάλι να αναζητηθούν στον Ελληνισμό (Πυθαγόρειοι, Ορφικοί, στωικές και ερμητικές διδασκαλίες). Με την επικράτηση των μυστηρίων, όλο και πιο μυστικίζουσες ερμηνείες, αρνητικές για τον κόσμο και τη ζωή, άρχισαν να εισβάλλουν.
  6. Η τελική επικράτηση του Χριστιανισμού από το 313 μ.Χ. και μετέπειτα (διάταγμα των Μεδιολάνων) και ο κρατικός παρεμβατισμός στα εκκλησιαστικά από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και εντεύθεν, οδήγησε σε ταχύ εκχριστιανισμό και δια της βίας ακόμη, των Εθνικών, οι οποίοι όμως, στην ουσία, στη διάνοια και στην καρδιά τους έμειναν Παγανιστές, αφού από φόβο ή από όφελος και μόνον έγιναν Χριστιανοί, τύποις. Η ευρεία είσοδος μεγάλων μαζών στις τάξεις του Χριστιανισμού, χωρίς να εκχριστιανιστούν προηγουμένως, έκαμε το Χριστιανισμό ακόμα πιο «φαρδύ ένδυμα» όπου ο καθένας μπορούσε να χωρέσει εκεί χωρίς προηγουμένως να αποβάλλει τις εθνικές και παγανιστικές αναλήψεις του και τη νοοτροπία του.

 

Η οδός

Απ’ όσα λέχθηκαν παραπάνω, και’ ανάγκην συνοπτικά και ίσως σε μερικά σημεία μη επαρκώς ανεπτυγμένα, προκύπτει, αβίαστα νομίζω, ότι από το τέλος του 2ου και κυρίως από τον 4ο και μετά αιώνα, άρχισε και βαθμιαία επιτεύχθηκε αυτό που μπορεί κανείς ν’ αποκαλέσει «εξελληνισμός του χριστιανισμού».

Για το αν έπρεπε να γίνει ή όχι, κι αν έβλαψε ή ωφέλησε το Χριστιανισμό, έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες και απόψεις. Οι υπέρμαχοι του Ιουδαιο-χριστιανισμού είναι αρνητικοί, διότι πιστεύουν ότι έτσι αλλοιώθηκε ο Χριστιανισμός. Οι υπέρμαχοι του Ελληνισμού και της ελληνικής παιδείας, γενικότερα, υποστηρίζουν ότι καλώς έγινε ό,τι έγινε γιατί έτσι διασώθηκε ο Χριστιανισμός και γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο ξέφυγε απ’ τα στενά πλαίσια του Ιουδαϊσμού, ξεχνώντας όμως ότι ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε μια απλή θρησκεία μ’ έναν ανθρώπινο ιδρυτή, αλλά η «οδός», «η εκκλησία», «ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας». Ήταν αυτοδύναμη και δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινα δεκανίκια τα οποία τελικά την εξέτρεψαν από την πορεία της και τη δτέφθειραν μάλιστα σ’ ένα μεγάλο βαθμό.

Στο παραπάνω ερώτημα, αν δηλαδή ο εξελληνισμός ωφέλησε την Εκκλησία, την καλύτερη απάντηση, νομίζω, τη δίνει ο ίδιος ο Ιησούς του οποίου η διδαχή ήταν του «πέμψατος αυτόν» και ο οποίος προειδοποίησε στην παραβολή του σίτου και ζιζανίων για την «ήρα» που θα έμπαινε από τον εχθρό στο σιτοβολώνα του. Ο Ιησούς δίδαξε τους μαθητές του να παραμείνουν ενωμένοι μαζί του για να είναι κι αυτός μαζί τους, όπως τα κλήματα και η άμπελος (Ιωά. 15:4, 14). Και ακόμη τους έδωσε εντολή να κηρύξουν σ’ όλα τα έθνη διδάσκοντας τους ανθρώπους να φυλάσσουν όσα τους παρήγγειλε—τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο (Ματ. 28:19). «Φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν» και «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει».

 

Ο εξελληνισμός της χριστιανικής λατρείας

Εκεί όμως που θα μπορούσε κανείς ανενδοίαστα να μιλήσει για ουσιαστικό εξελληνισμό του Χριστιανισμού, είναι ο τομέας της λατρείας. Δεν υπάρχει τρόπος λατρείας ή στοιχείο λατρευτικό που εξεταζόμενο να μην αποδειχτεί ότι, τελικά, δεν είναι ιουδαιο-χριστιανικό, βιβλικό, αλλά αρχαιοελληνικό! Κι αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται κατεξοχήν χριστιανικό, μετά από προσεκτική έρευνα αποδεικνύεται αρχαιοελληνικό. Έτσι, ενώ στους 2ο-4ο μ.Χ. αιώνες η έμφαση στο κήρυγμα και τη διδασκαλία των Χριστιανών δόθηκε στο πρόσωπο του Θεού και του Χριστού (χαρακτηριστικό είναι ότι από τις 174 λέξεις του αρχικού ελληνικού κειμένου του Συμβόλου της Πίστεως, οι 109 πραγματεύονται το πρόσωπο του Χριστού) και ελαχιστότατη στο θηλυκό στοιχείο («γεννηθέντα εκ της Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα»), μετά τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ., άρχισε να δίδεται έμφαση και να διαδίδεται περισσότερο η λατρεία στο ιερό θήλυ (Θεοτόκος, Παναγία). Τους όρους αυτούς χρησιμοποίησε για πρώτη φορά και πάλι ο Ωριγένης μεταφέροντάς τους από τον αρχαίο Παγανισμό. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η Καινή Διαθήκη δίνει μικρή έμφαση στο πρόσωπο της μητέρας του Ιησού (στις Επιστολές του Απ. Παύλου δεν αναφέρεται ποτέ). Οι Απολογητές την αναφέρουν ως παρθένο Μαρία, ενώ ο Επιφάνιος, επίσκοπος Κύπρου, ακόμη τον 4ο αιώνα δίδασκε «τη Μαρία μηδείς προσκυνήτω».

Αυτό όμως δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η επικράτηση του ελληνικού πνεύματος της λατρείας της μεγάλης Μητέρας-Θεάς (Ήρα, Αθηνά, Άρτεμις κ.λπ.) πάνω στο σημιτικό, αρχαίο χριστιανικό, που αγνοούσε τελείως το ιερό θήλυ και τη λατρεία θεαινών. Σιγά-σιγά, η λατρεία του ιερού θήλεος εκτόπισε τη λατρεία του Θεού-Πατρός και του Υιού του (Χριστού), με αποτέλεσμα σήμερα στην Ελλάδα (και περισσότερο στις καθολικές χώρες) να υπάρχουν πολύ περισσότεροι ναοί αφιερωμένοι στην Παναγία, παρά στον ίδιο τον Χριστό. Στην Παναγία είναι αφιερωμένος ο βυζαντινός ύμνος Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια. Και όχι μόνον αυτό. Επήλθε και συγχώνευση των κατά τόπων θεοτήτων με το πρόσωπο της Παναγίας, ώστε στην Κύπρο για παράδειγμα να υπάρχει η Παναγία η Αφροδίτισσα... Και ο Παρθενώνας, ο ναός της παρθένου Αθηνάς, αργότερα περί τον 8ο αιώνα μ.Χ., με μεγάλη ευκολία, να μετατραπεί σε ναό της παρθένου Μαρίας, Παναγίας.

Η μορφή της Παναγίας φάνηκε πιο αποδεκτή στην ελληνική ψυχή, μετριάζοντας τον ανδροκρατικό (αρσενικό) χαρακτήρα του χριστιανικού Θεού (ο Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός). Σήμερα η Μαριολατρεία, η λατρεία της Παναγίας, είναι ουσιαστικά η ισχύουσα θρησκεία στο λαϊκό κόσμο των Νεοελλήνων (Σ. Καργάκος).

Αν προχωρήσει κανείς να εξετάσει το θέμα της πληθώρας και της λατρείας των αγίων στους Νεοέλληνες, θα διαπιστώσει κάτι ανάλογο και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό. Ο αρχέγονος Χριστιανισμός αναγνώριζε όλους τους πιστούς ως αγίους ήδη εν ζωή (Φιλ.. 1:1· 2 Κορ. 1:1, 13:12, 13) και ελάχιστη ή μηδαμινή σημασία έδινε στην προβολή προσώπων ως αγίων ή στη μεσολάβησή τους προς το Θεό, η δε λατρεία αποδιδόταν αποκλειστικά στο Θεό δια του Χριστού (1 Κορ. 8:1· Πράξ. 10:25, 26· Ματ. 4:10). Μάλιστα, προσεύχονταν υπέρ των αγίων (Εφ. 6:18, 19· Ρωμ. 15:30), και όχι στους αγίους ή στο Θεό μέσω των αγίων…

Από τον 4ο όμως μ.Χ. αιώνα κυρίως, άρχισε μια στροφή των χριστιανών στη λατρεία αγίων και των εικόνων τους, και’ απομίμηση της εθνικής λατρείας. Και όχι μόνον αυτό. Στη θέση, λοιπόν, εθνικών θεών και ηρώων τοποθετήθηκαν άγιοι και μάλιστα πολιούχοι στους οποίους αποδόθηκαν ιδιότητες που είχαν προηγουμένως οι επιμέρους θεότητες (Γεώργιος Μέγας, Δ. Λουκάτος). «Το ότι πολυάριθμοι άγιοι χριστιανοί αντιπροσωπεύουν μετασχηματισμένες ειδωλολατρικές θεότητες είναι γενικώς γνωστό», γράφει ο θρησκειολόγος Glasenapp. Έτσι, αντί του Διός και του Απόλλωνος, επί των κορυφών των ορέων κατοίκησε ο προφήτης Ηλίας, ο Αη-Λιας, και έγινε έφορος της βροχής, των ανέμων, των βροντών και αστραπών. Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός διαδέχτηκαν τους αρχαίους ήρωες Διόσκουρους. Ο Διόνυσος έγινε Άγιος Διονύσιος, ο Άγιος Νικόλαος, ο προστάτης των ναυτικών, αντικατέστησε τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, ο Άγιος Γεώργιος είναι ο θεός της στάνης και των προβάτων, ταυτόχρονα όμως, εικονίζεται έφιππος να καταπολεμά ένα δράκοντα, παράδοση που επιβίωσε από το μύθο του Περσέα, ο οποίος ιππεύοντας τον Πήγασο, σκότωσε το θαλάσσιο δράκο και απελευθέρωσε την Ανδρομέδα…

Οι εικόνες των αγίων δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η εξέλιξη αρχαίων παραστάσεων. Ο έφιππος Άγιος Δημήτριος, ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η εξέλιξη του Θράκα ιππέα. Ο Άγιος Φανούριος συνεχίζει την παράδοση της Πυθίας διότι «φανερώνει» και ο Άγιος Ελευθέριος, που ελευθερώνει τις έγκυες γυναίκες, έχει και ετυμολογικά σχέση με την Ειλύθυια, τη θεά του τοκετού των αρχαίων Ελλήνων.

Έτσι, οι ειδωλολατρικοί θεοί επιβίωσαν μεταμφιεσμένοι με χριστιανικά ενδύματα (Μ. Nilsson). Αν ρίξει και πάλι κανείς ένα βλέμμα στη χώρα μας, θα διαπιστώσει ότι είναι κατάσπαρτη (στα νησιά ιδιαίτερα) από μικρές εκκλησίες και ναΐσκους αφιερωμένους σε αγίους μισο-μυθολογικούς και μερικές φορές (όπως απέδειξε η έρευνα) και ανύπαρκτους (!) και σε ελάχιστους ιστορικούς που τους μετασχημάτισε όμως η λαϊκή ευσέβεια (και απεδέχθη το ιερατείο) καθ’ υποκατάσταση της αρχαίας παγανιστικής λατρείας θεοτήτων!

Ακόμη, σε μερικούς ναούς, υπάρχουν εικονογραφημένοι χριστιανοί άγιοι μαζί με τον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο, τον Πυθαγόρα και άλλους αρχαίους σοφούς που θεωρούνται σαν ισάξιοι άγιοι, με φωτοστέφανο και με ειλητάριο στα χέρια (Μονή της Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων στο Άγιο Όρος, Μονή Βελλάς κ.α.). Παράλληλα, αλλά βαθμηδόν, μαζί με τη μετατόπιση της λατρείας από το Θεό, στο ιερό θήλυ και στους αγίους, άρχισε και η λεγάμενη λειψανολατρία των αγίων, κατ’ απομίμηση και πάλι της εθνικής θρησκείας. Διότι λειψανολατρία δεν υπάρχει ούτε στην Παλαιά ούτε στην Καινή Διαθήκη, ούτε στον πρώιμο Χριστιανισμό. Ο Ωριγένης στην εποχή του τη θεωρούσε ειδωλολατρικό σημάδι.

Οι παραστάσεις του Άδη και του Χάροντα των αρχαίων Ελλήνων επιβίωσαν επίσης στους μεταγενέστερους Έλληνες Χριστιανούς, ώστε σήμερα να υπάρχουν πλούσια όσα στοιχεία παγανιστικά μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας (τριήμερα, εννιάμερα, κόλλυβα) μαζί με το λιβάνι και το θυμιατό και άλλα λατρευτικά στοιχεία που είχαν και οι αρχαίοι Έλληνες στους ναούς τους (Γ. Μέγας). Τα λεγόμενα σαράντα είναι αντιγραφή της τριακάδας των αρχαίων και όλο το νεκρικό τελετουργικό που επίσημα ή ανεπίσημα υιοθετήθηκε από το Χριστιανισμό, είναι συνέχεια του αρχαίου τελετουργικού.

Η επίδραση της εθνικής λατρείας και του Παγανισμού αλλάζει σιγά-σιγά όλο το τοπίο της αρχικής χριστιανικής λατρείας, η οποία στην αρχή ήταν απλούστατη. Ήταν λατρεία Θεού «εν πνεύματι και αλήθεια», συνάθροιση πιστών σε οίκους για την ανάγνωση των Γραφών, στις κατ’ «οίκον εκκλησίες» (Πραξ. 12:12· Ρωμ. 16:5, 23· 1 Κορ. 16:19). Αργότερα, λόγω των διωγμών, οι λατρευτικές συνάξεις γίνονταν σε κατακόμβες ή σε ειδικούς χώρους (ευκτήριους οίκους) κυρίως για την τέλεση της θείας ευχαριστίας και για βάπτιση αρχικά ενηλίκων, κατηχουμένων, (ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα).

Ήδη όμως από την εποχή του Σεπτίμιου Σεβήρου (222-235 μ.Χ.) άρχισαν να οικοδομούνται οι πρώτοι ναοί, οι οποίοι με τον Κωνσταντίνο το Μέγα και κυρίως στη μετακωνσταντίνεια εποχή, πολλαπλασιάστηκαν (Ευσέβιος). Πολλοί όμως ναοί των Εθνικών μεταβάλλονταν σε χριστιανικούς και άλλοι χτίζονταν πάνω στα ερείπια ειδωλολατρικών! Ο ρυθμός της βασιλικής που επικράτησε, προήλθε από τους αρχαίους Ρωμαίους και ο διάκοσμος των ναών με εικόνες και μάλιστα αγίων, έγινε κατ’ επίδραση της ελληνικής εθνικής θρησκείας. Πολλοί ναοί κτίζονταν στη μνήμη άγιων μαρτύρων και της Θεοτόκου από την εποχή του Ιουστινιανού και εντεύθεν, ο οποίος έκτισε τον περίφημο ναό όχι προς τιμήν του ίδιου του Θεού ή του Χριστού, αλλά προς δόξα της Αγίας (του Θεού) Σοφίας…

 

Η τελευταία μάχη

Η λατρεία των πρώτων Χριστιανών ήταν ανεικονική. Δεν χρησιμοποιούσαν εικόνες ή αγάλματα ή βωμούς στη λατρεία τους προς τον Θεό (Ιωάν. 4:24· Πρξ. 17:25, 29, 1 Ιωάν. 5:21). Δεν είχαν ειδικές τελετουργίες και ο Κέλσος το 2ο μ.Χ. αιώνα αυτήν την ανεικονικότητα την παρεξήγησε, κατηγορώντας τους Χριστιανούς ως άθεους. Ο Ωριγένης του απάντησε ότι οι Χριστιανοί δεν εκτρέπονται στη λατρεία τους σε ναούς, βωμούς και αγάλματα (Κατά Κέλσου, VII § 84). Σιγά-σιγά όμως, οι εξ εθνών Χριστιανοί της Ρώμης και αργότερα της Ελλάδας, ασπαζόμενοι το Χριστιανισμό, έφεραν μαζί τους και την εικονοποιία και την εικονολατρία (στις κατακόμβες υπήρχαν μόνον απλές παραστάσεις με βιβλικά θέματα). Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν εικόνες στη λατρεία τους, ήταν οι αιρετικοί Χριστιανοί Καρποκρατικοί, τον 3ο μ.Χ. αιώνα, που χρησιμοποίησαν εικόνες του Χριστού μαζί με τις εικόνες του Πλάτωνα, Πυθαγόρα, Αριστοτέλη! Παρά τη σφοδρή ανάδραση ορισμένων Πατέρων (Επιφάνιος, Φιλοστόργιος) από τον 4ο αιώνα μ.Χ., η «εθνική αυτή συνήθεια» όπως την αποκαλούσε ο Ευσέβιος ο Παμφίλου, επικράτησε και μάλιστα παρά την καταδίκη της Συνόδου της Ελβίρας (306 μ.Χ.) που όριζε «να μην υπάρχουν εικόνες στις εκκλησίες» (36ος κανών)…

Με εξαίρεση μερικές περιπτώσεις, οι παλαιότερες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας ανάγονται στα χρόνια του Ιουστινιανού. Η μεγάλη σύγκρουση που έγινε τον 8ο αιώνα με τους εικονομάχους και εικονολάτρες και με τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.) όπου καθορίστηκε η χρήση των εικόνων όχι για λατρεία αλλά ως απλά σύμβολα, ήταν η τελευταία αντίδραση στο κατάλοιπο του αρχαίου ανεικονικού σημιτικού πνεύματος, που τελικά ηττήθηκε από το εικονικό, το ελληνικό (Σ. Αγουρίδης, Δημ. Κωνσταντέλος).

Έτσι, ο Σεφέρης μάλλον ορθά παρατηρεί στην εισαγωγή του στην Έρημη Χώρα του Έλιοτ: «Καμιά από τις παραδόσεις μας, χριστιανικές ή προχριστιανικές, δεν έχει πεθάνει πραγματικά. Συχνά, όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο να αποφασίσω αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Αδωνις».

 

Η αθανασία της ψυχής

Οι Ιουδαίοι είναι γνωστό στους βιβλικούς θεολόγους ότι είχαν υλιστική αντίληψη. Ο άνθρωπος, παρόλο που πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, δεν είναι μέρος της ουσίας του Θεού αλλά είναι νέφες (ψυχή), δεν έχει εντός του ψυχή, δηλαδή ένα άυλο αθάνατο στοιχείο, αλλά είναι ο ίδιος ψυχή. Ακόμα στη Βίβλο οι όροι σώμα, σαρξ και ψυχή, σημαίνουν όλον τον άνθρωπο, όχι ένα μέρος του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι μια ψυχοσωματική ενότητα. Στη Βίβλο δεν υπάρχει κάποια διαρχία φιλοσοφική, ούτε αντίθεση υλικού και πνευματικού στοιχείου. Με το θάνατο του ανθρώπου οι βιβλικοί συγγραφείς και οι πρώτοι Χριστιανοί ανέμεναν την πλήρη φθορά του σώματος και την ανάστασή του από τον Θεό (Oscar Cullmann).

Ωστόσο, η αρχαιοελληνική αντίληψη ήταν πλήρως διαφορετική. Στον Όμηρο, η ψυχή είναι πνοή που εξασθενεί και φθάνει στον Άδη, ανεξάρτητα του σώματος και μπορεί να επιβιώσει μετά το θάνατο. Οι Ορφικοί πίστευαν ότι η ψυχή είναι μέρος της θείας ουσίας που κατέπεσε σ’ ένα κακό σώμα και φυλακίστηκε. Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή καθαρίζεται εισερχόμενη σ’ άλλα σώματα (μετεμψύχωσις). Η θεωρία αυτή άσκησε επίδραση στους Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Κυρίως ο Πλάτων δίδασκε την εκ φύσεως αθανασία της ψυχής («ψυχή πάσα αθάνατος», Φαιδρ. 245 c, Φαίδων 107 c). Και η θεωρία του αυτή επικράτησε σχεδόν σ’ όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Ο Πλωτίνος στο έργο του Περί Αθανασίας Ψυχής δεχόταν κι αυτός ότι ο άνθρωπος αποτελείται από κακό σώμα και καλή, αγνή ψυχή.

Η διάδοση του Χριστιανισμού στους Εθνικούς επέφερε αναστάτωση, σύγκρουση και αμηχανία σε τέτοιου είδους θέματα. Γι’ αυτούς η ανάσταση σώματος ήταν κάτι το αδιανόητο. Ο θάνατος ήταν φίλος, αφού αποδέσμευε την καλή ψυχή, ενώ οι Χριστιανοί δίδασκαν ότι ο θάνατος είναι εχθρός, ο έσχατος εχθρός (απ. Παύλος) και μέσω ανάστασης θα επανέλθουν στη ζωή.

Οι πρώτοι Πατέρες Απολογητές δίδασκαν τη θνητότητα της ψυχής (Τατιανός) και ότι η αθανασία ήταν δώρο Θεού (Θεόφιλος). Το πνεύμα των Πατέρων αργότερα, σιγά-σιγά βρήκε τη μέση λύση, ώστε στο μεν Σύμβολο της Πίστεως να υπάρχει η φράση «προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος», όχι πιστεύω στην αθανασία της ψυχής, αλλά ταυτόχρονα, οι Πατέρες, να ομιλούν για ψυχοσωματική ενότητα, το συναμφότερον, κατά Γρηγόριον Παλαμά («μη αν ψυχήν μόνην, μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον») και να μην ενοχλούνται με την τελικά επικρατήσασα διδασκαλία της εκ φύσεως αθανασίας της ψυχής, η οποία μετά από δύο ολόκληρες χιλιετίες εξακολουθεί να θεωρείται μεταξύ διαφόρων φιλοσοφικών και θεολογικών κύκλων (και κυρίως λαϊκών) ως χαρακτηριστική χριστιανική διδασκαλία, ενώ κατ’ ουσία είναι αρχαία ελληνική φιλοσοφική αντίληψη (I. Καραβιδόπουλος, Ε. Brunner, Α. Χαστούπης και άλλοι).

 

Βιβλιογραφία

  • Campbell, Joseph. Pagan and Christian mysteries: Papers from the Eranos yearbooks. New York: Harper & Row, 1963.
  • Cullmann, Oscar. Αθανασία της ψυχής ή ανάσταση εκ των νεκρών. Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2004.
  • Dodds, E. R. Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας: Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Κωνσταντίνο. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1995.
  • Hengel, Martin. Judaism and Hellenism: Studies in their encounter in Palestine during the Early Hellenistic Period. London: SCM, 1974.
  • Jaeger, Werner Wilhelm. Early Christianity and Greek paideia. Cambridge, Mass.: Belknap Press of Harvard University Press, 1985.
  • Αγουρίδης, Σάββας. Η Θρησκεία των σημερινών Ελλήνων. Αθήνα: Τήνος, 1983.
  • Ζηζιούλας, Ιωάννης. Ελληνισμός και χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων. Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2003.
  • Καραβιδόπουλος, Ιωάννης. Βιβλική Θεολογία και Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. περ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1963.
  • Λεκατσάς, Παναγής. Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών. Αθήνα: Βιβλίο Νεοελληνικού Λόγου, 1951.
  • Μέγας, Γεώργιος Α. Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001.
  • Σιέττος, Γεώργιος. Αρχαίες Επιβιώσεις στον Χριστιανισμό. Αθήνα, 1994.
  • Τατάκης, Βασίλειος. Η ελληνική πατερική και βυζαντινή φιλοσοφία. Αθήνα: Αρμός, 2000.
  • Φούγιας, Μεθόδιος Γ. Το ελληνικό υπόβαθρο του χριστιανισμού. Αθήνα: Αποστολική Διακονία, 1992.