Ο αισθαντικός δημιουργός δοκιμιακής εποπτείας (Μάρω Στασινοπούλου)

Για όποιον η λογοτεχνία και κυ­ρίως η ποίηση, δεν είναι παρά μια αναβρυστική πηγή αθωότη­τας, ένας αρμονικός συγκερα­σμός αισθήσεων και αισθημά­των παντελώς αντίθετος με την πεζολογία του κόσμου, ο δρόμος της εσωτερικότητας όσο και της γραφής ποτέ δεν ήταν ένας εύ­κολος δρόμος.

Για όποιον υπάρχει η πεποίθηση πως μόνο μετά από την τέχνη του λόγου ο κό­σμος γίνεται πιο συμ­βατός, πιο αποκαλυ­πτικός, πιο σύμφωνος με τα όνειρά μας, η φυ­σική, διαυγής και μεταμορφωτική μαγεία του ποιητικού λόγου είναι για τους δημι­ουργούς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων ο απωλεσθείς παράδεισος που πρέπει να ανακληθεί. Ο τρόπος «με τον ο­ποίο μπορεί να σώσει κανείς την ψυχή του στην εμπορική, πολεμοχαρή κοινωνία των μαζών, στην οποία ζούμε» για να θυμη­θούμε τον Kinnel.

Πόσο ανοιχτόμυαλος, αλήθεια, πλατύ­στερνος και αγεωμέτρητος πρέπει να είναι ένας ποιητής για να διαθέτει την αισθητι­κή εκείνη αρτίωση που όλα τα υποτάσσει, και τα πιο ετερόκλητα, στο ύπατο νόημα της τέχνης, αλλά ταυτόχρονα να έχει και τη βούληση να εκφράζει καθολικούς οραματισμούς, γενικές καταστάσεις και στά­σεις ζωής με καίριες αναφορές -όπου αρ­μόζει-  σε προηγούμενες κοινωνικές, μυθο­λογικές, ιστορικές, φυσικές, θρησκευτικές και άλλων ειδών πηγές; Με απώτερο στό­χο να παρέχει στους άλλους –εποπτικά- την πολυποίκιλη ζωή στις κατακτήσεις της, αλλά και τους μετεωρισμούς και τις διακυμάνσεις της, τους φανερούς και α­φανείς κρουνούς της, τις πλάνες, τις ανα­τάσεις, τους αγώνες της. Τις μεγάλες της πτήσεις.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σ   ένα πλήθος εμπνευσμένων στοχαστών, παγκό­σμια, όπου με επιγραμματικό και στέρεο λόγο έδωσαν στο μάκρος του καιρού, ως τις μέρες μας, το υψηλό μέτρο και την α­ξία της ποίησης. Θα φθάσουμε μόνο στον νομπελίστα Περς: «Η ποίηση περισσότερο από ένας τρόπος γνώσης είναι πάνω απ’ ό­λα τρόπος ζωής και ζωής ακέραιης».

Πιστεύω ότι θα απείχα από την υπερβο­λή αν έλεγα ότι την ρήση αυτή εφαρμόζει σχεδόν απόλυτα ο Δημήτρης Τσινικόπουλος. Ο αισθαντικός δημιουργός που μέχρι σήμερα υπηρέτησε τη λογοτεχνία στην αυ­θεντική έννοιά της, σαν καθαρή πράξη, σαν πρώτη αρχή.

Με κείμενα δυνατά, συμπαγή, άλλοτε ποιητικής υφής και άλλοτε δοκιμιογραφικής εποπτείας αλλά πάντοτε δοσμένα μ’ έ­να πλούσιο ανάβρυσμα καρδιάς, θωπεύει εξακολουθητικά την ομορφιά και την αντίληψή της.

Η έντονα στοχαστική πλευρά της ψυχο­σύνθεσής του, αποκρυσταλλώνει, στο έως τώρα πρακτικό, πεζολογικό ή δοκιμιογραφικό του έργο, πολλές συ­μπυκνωμένες και οξυδερ­κείς γνωμολογίες, αναφο­ρικά με τα μεγάλα θέματα της ζωής. Μέσα από τα κείμενά του αναδίνεται συνήθως μια ιδιό­τυπη, αρκετά δαμασμένη, αξιοπρεπής ευ­αισθησία, ένα έμμετρο δίδαγμα άοκνης εργατικότητας.

Και το πρόσφατο βιβλίο του, ένας χυμώδης καρπός της συγγραφικής κι ερευνητι­κής του βούλησης, η εξαιρετική μελέτη «Ι­ησούς, ο ποιητής των ποιητών», είναι μια απολύτως τεκμηριωμένη εργασία, αποτέ­λεσμα έρευνας πολύχρονης, που αποσπά την αισθητική μας ευαρέσκεια τόσο με την πρωτοτυπία της σύλληψης όσο και με την εκφραστική λιτότητα και ουσία του λόγου.

Προσωπικά θα ήθελα να επισημάνω την ώριμη, την αρτιωμένη τέχνη του Δημήτρη Τσινικόπουλου και σε αυτό το δύσκολο συγγραφικό είδος όπου απαιτείται στέρεη γνώση, τόλμη, αμεσότητα, ευρύς πνευματικός ορίζοντας, με δυο λόγια, ικανότητες βαρύνουσες. Το βιβλίο, που είναι γραμμέ­νο σε κατανοητή και γλαφυρή γλώσσα, με τις απαραίτητες σημειώσεις, εικόνες, πί­νακες και πλούσια ελληνική και κυρίως ξενόγλωσση βιβλιογραφία, απαρτίζεται α­πό κείμενα λεπταίσθητα όσο και ρωμαλέα, κείμενα διεισδυτικά, που ενδιαφέρουν όχι μόνο τον λογοτέχνη, τον φιλόλογο, το θεο­λόγο ή τον ιστορικό αλλά και κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Με ερευνητική ευσυνειδη­σία, επιστημονικότητα, καθαρή σκέψη, σαφήνεια, ουσιαστικές επισημάνσεις και άριστη βιβλιογραφική θεμελίωση, με σεβα­σμό, βαθιά πίστη και αγάπη στον ιερό, το θείο λόγο, ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, τον προσεγγίζει και ανιχνεύει την ποίηση και την διαιώνια ομορφιά του. Οι προσευχές, οι απαράμιλλες παραβολές, τα γνωμικά, τα αποφθέγματα του από Ναζαρέτ Ιησού αναλύονται σε βάθος, μελετώνται με προ­σοχή και συγκρίνονται με κείμενα της ελ­ληνικής γραμματείας, αλλά και με σύγ­χρονα λογοτεχνικά. Στην υπεύθυνη όσο και σημαντική εργασία του, ο μελετητής παραθέτει, ανάμεσα στα άλλα, την εδραία του πεποίθηση ότι, εάν κρίνει κανείς από την ποιότητα και την επίδραση του ποιητι­κού λόγου του Χριστού στην ανθρωπότη­τα, σίγουρα ο Ναζωραίος, ως άνθρωπος, υπήρξε ο μεγαλύτερος ποιητής πάνω στη γη, ο «ποιητής των ποιητών». Γιατί ο ποιη­τικός του λόγος ήταν κρουστός και θαλε­ρός, δροσερός, πρωτότυπος, φυσικός και θελκτικός απευθυνόμενος σε κάθε ηλικία και τάξη ανθρώπων ανεξαρτήτως φυλής, τόπου ή χρόνου. «Στην καρδιά μου κατοι­κεί ο Ιησούς της Γαλιλαίας... ο ποιητής που μας κάνει όλους ποιητές» έγραψε ο σύγχρονος Λιβανέζος συγγραφέας Χαλίλ Γκιμπράν. Και ο Όσκαρ Ουάιλντ πολύ νω­ρίτερα είχε επισημάνει: «Ο Χριστός βρί­σκεται δίπλα στους ποιητές... η θέση του είναι μαζί με τους ποιητές. Μα και ολόκληρη η ζωή του είναι το πιο υπέροχο ποί­ημα...».

Σαγηνευτική ήταν η επίδραση των λόγων του Χριστού όχι μόνο στους μαθητές-α­κροατές του αλλά και σε όλες τις μετέπειτα γενιές. Απλοί άνθρωποι αλλά και σο­φοί, Βυζαντινοί, πατέρες της εκκλησίας, δυτικοί φιλόσοφοι, καλλιτέχνες και νο­μπελίστες λογοτέχνες επί αιώνες μέχρι σή­μερα στρέφουν την προσοχή τους στα λό­για του Ιησού και τρέφονται κυριολεκτικά από αυτά.

Τα λόγια που εξακολουθούν επί χιλιετίες να διδάσκουν, να συγκινούν, να συναρ­πάζουν, αφού όπως σημειώνει ο Τσινικόπουλος στο βιβλίο του: «Ο Ιησούς είχε το ωραίο υπηρέτη του αληθινού και όχι το αληθινό υπηρέτη του ωραίου». Και εδώ θυμόμαστε, καθώς ο συγγραφέας, τον Αλφρέντ ντε Μυσσέ: «Τίποτα δεν είναι αληθινό χωρίς να είναι και ωραίο».

Με το πρόσφατο μελέτημά του, ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, δίνει ταυτόχρονα και μια τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα των ορθολογιστών για το πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι τα λόγια του Ιησού, όπως διαφυλάχτηκαν στα Ευαγγέλια, είναι πραγματικά δικά του και όχι λόγια τρίτων, αφού ο Χριστός δεν έγραψε τίποτα. «Η α­ναγνώριση του γεγονότος», -γράφει-, «πως ο Ιησούς μίλησε ποιητικά, βοηθάει στην α­ναγνώριση της αυθεντικότητας των λόγων του». Στο επίμετρο του βιβλίου, με τον τίτ­λο «Ποίηση και μνήμη», αναπτύσσει μ’ ελ­κυστική δεξιοτεχνία το θέμα αυτό. Ο Ιη­σούς μιλώντας στους μαθητές του ποιητι­κά, που σημαίνει βραχύλογα και με ρυθμό, με επαναλαμβανόμενες εικόνες και ζωηρά λεκτικά σχήματα, έκανε τα λόγια του πιο ευμνημόνευτα, τους προετοίμασε ώστε να διατηρήσουν στη μνήμη τους τη διδασκαλία του, μετά την αναχώρησή του. Αυτό εξηγεί το πώς εντυπώθηκαν τα λόγια του νωρίς στις διάνοιες των μαθητών που τα διαφύλαξαν, αλώβητα, στους επερχόμενους.

Πιστεύω πως το συγκεκριμένο αξιοπρό­σεκτο βιβλίο, φανερώνοντας το εύρος και το βάθος της κατάρτισης του συγγραφέα πάνω στο θέμα, καθώς και την διεισδυτι­κή του ικανότητα, είναι από αυτά που θα μείνουν στην ελληνική γραμματεία. Δικαί­ως, τιμήθηκε στην πρώτη του έκδοση με το Βραβείο Δοκιμίου της «Ελληνικής Εταιρί­ας Χριστιανικών Γραμμάτων» (1994).

Κλείνω το σημείωμά μου αυτό ανακα­λώντας στην μνήμη μου αυτό που έγραψε ο Πιέρ Ρεβερνιύ: «Όχι πια να μας συγκινεί η ποίηση με την έκθεση τη λιγότερο ή πε­ρισσότερο παθητική ενός οποιουδήποτε γεγονότος, αλλά έτσι πλατιά, έτσι καθαρά, όσο μας συγκινούν το βράδυ ένας κατά­στερος ουρανός, η γαληνεμένη θάλασσα η μεγαλόπρεπη, η τραγική ή ένα βουβό δρά­μα παιγμένο από τα σύννεφα, κάτω από τον ήλιο».

Μάρω Στασινοπούλου
Συγγραφέαςμέλος της εθνικής εταιρίας Ελλήνων λογοτεχνών

Το πρωτότυπο pdf: