Ο «Αντίχριστος» του Νίτσε και ο αντιχριστιανισμός του

Το φιλοσοφικό μας σύστημα δεν είναι συνήθως
παρά η ιστορία της καρδιάς μας.
Johann Gottlieb Fichte

Είχα καλό ταξίδι, ναυάγησα.
Friedrich Nietzsche

 

Ο Γερμανός ποιητής, στοχαστής και φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε (1844–1900) είναι παγκόσμια γνωστός για την ρωμαλέα, ρηξικέλευθη σκέψη και την πρωτότυπη, ανατρεπτική αντίληψή του σε πολλά θέματα. Η φιλοσοφία του, με τους δύο βασικούς άξονες–σλόγκαν που κυριάρχησαν στον 20ό αιώνα, όπως Gott ist tot (ο Θεός είναι νεκρός) και Τάδε έφη Ζαρατούστρα, δηλαδή, η επιβολή της «θέλησης της δυνάμεως του υπέρ–ανθρώπου με μια ηθική πέραν του καλού και του κακού», είναι ιδιαίτερα γνωστή. Η ανθρωπότητα έδρεψε ακριβώς τους καρπούς τέτοιων συνθημάτων, που υλοποιήθηκαν μέσω του ναζισμού, του λεγόμενου κοινωνικού–δαρβινισμού και φυσικά του αναρχισμού–μηδενισμού, αφού η φιλοσοφία του υπήρξε προδρομική...

Είπε αρκετά ενδιαφέροντα και ίσως σωστά πράγματα ο Νίτσε, πάνω σε θέματα τέχνης, φιλοσοφίας, μεταφυσικής. Άσκησε καταλυτική κριτική σε κονφορμισμούς και αποκάλυψε κάποιες οδυνηρές αλήθειες χτυπώντας αλύπητα την υποκρισία και γκρεμίζοντας τα γνωστά είδωλα.

Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να εστιάσει το ενδιαφέρον του στον αντι-χριστιανισμό του και να τον ερμηνεύσει. Και τούτο, διότι, κατ’ αρχάς είναι παράξενο, πώς ένα λαμπρό πνεύμα σαν του Νίτσε παγιδεύτηκε σε έναν αντι-χριστιανισμό που εξελίχθηκε τελικά σε μίσος προς τη χριστιανική θρησκεία. Η ζωή του, οι σπουδές του (ξεκίνησε σαν γιος πάστορα για να γίνει και ο ίδιος) και η νοοτροπία του για μια απεριόριστη ελευθερία απέναντι στον εαυτό του ακόμα και η αρχαιολατρία του (θαύμαζε το διονυσιακό και απολλώνιο πνεύμα και τους αρχαίους Έλληνες γιατί είχαν δούλους και επιδίωκαν με πάθος τη δύναμη), ρίχνουν ασφαλώς κάποιο φως στο θέμα.

Οι μελετητές του έργου του, εκτός απ’ τις ποικίλες και πολλές παλινωδίες και αντιφάσεις του–χαρακτηριστικό στοιχείο άλλωστε των απανταχού και πάσης φύσεως φιλοσόφων -, επεσήμαναν κι άλλα στοιχεία του ιδιόρρυθμου στοχασμού του· την έντονη υποκειμενικότητα απόψεων, την εμπαθή κριτική της συμβατικότητας, το μεταφορικό ή μετωνυμικό τρόπο παραγωγής συλλογισμών και την ειρωνεία–μια σαρκαστική μάσκα.[1]

Η πολεμική του κατά πάντων και η χλεύη του εναντίον μεγάλων προσωπικοτήτων της ιστορίας (Σωκράτη, Ιησού, Καντ) στηρίζεται περισσότερο σε ψυχολογικές αναλύσεις και συσχετισμούς παρά σε πνευματικά και ιστορικά δεδομένα...

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά δεν επαρκούν. Φαίνεται ότι εδώ ισχύει αυτό που είπε ο άγιος Παύλος ότι, «ο Θεός του κόσμου τούτου ετύφλωσε τον νουν των ανθρώπων για να μη επιλάμψει το φως του ευαγγελίου του Χριστού». Και ο νους του ανθρώπου τυφλώνεται κυρίως από την προκατάληψη, τις εσφαλμένες και ελλιπείς γνώσεις, από την οίηση, την έπαρση, τον εγωισμό και άλλους παράγοντες. Ιδίως από την οίηση. Ο ίδιος ο Νίτσε έγραψε ότι μακάρι να υπήρχε Θεός, γιατί μόνον αυτός θα μπορούσε να τον καταλάβει. Και σ’ ένα γράμμα προς τον Α. Στρίντμπεργκ (7/12/1888) έγραφε: «...Διότι είμαι αρκετά δυνατός επί του προκειμένου, ώστε να σπάσω την ιστορία της ανθρωπότητας σε δυο κομμάτια». «Ich bin kein Mensch in bin dynamit» (δεν είμαι άνθρωπος, είμαι δυναμίτης) έγραφε κάπου αλλού.

Τις βασικές του αντιλήψεις και την σφοδρή κριτική εναντίον του Χριστιανισμού κάνει ο Νίτσε σχεδόν με όλο του το έργο. Κυρίως, όμως, με το βιβλίο του Ο αντίχριστος. Έργο που γράφτηκε το 1888 και θεωρείται τελευταίο γόνιμο έτος της παραγωγής του λίγο πριν ο Νίτσε καταρρεύσει. Το έργο αυτό φέρει και τον υπότιτλο: Μια απόπειρα κριτικής του Χριστιανισμού.[2]

Αν μελετήσει κανείς προσεχτικά το βιβλίο αυτό του Γερμανού στοχαστή–φιλόσοφου, θα διαπιστώσει ότι ένα μεγάλο μέρος της κριτικής του κατά του Χριστιανισμού, αναλίσκεται σε υποκειμενικούς στοχασμούς του ιδίου, αναπόδεικτες φιλοσοφικές προϋποθέσεις και σε ξεπερασμένες από καιρό επιστημονικές θέσεις. Ο Νίτσε ασφαλώς διάβασε τη Βίβλο πριν βουτήξει την πένα του στο μελάνι και εκτοξεύσει τα βέλη του χλευασμού, της πικρόχολης ειρωνείας, του σαρκασμού και της σκληρής αρνητικής του κριτικής σε οτιδήποτε χριστιανικό. Πρωτίστως, όμως, φρόντισε να διαβάσει βιβλία αρνητικών κριτικών της Γραφής, όπως του Ιουλίου Βελχάουζεν που θεωρείται πατέρας της αρνητικής κριτικής της Παλαιάς Διαθήκης και του David Stauss το βιβλίο του οποίου Η μυθική ζωή του Ιησού, επηρέασε σημαντικά τη σκέψη του. Το λέει ο ίδιος: «Απολάμβανα αργά με την τέχνη ενός εκλεπτυσμένου φιλόλογου το έργο του ασύγκριτου Στράους» (σελ. 36).

Αξίζει να κάνουμε τον κόπο να δούμε την σπονδυλική στήλη της επιχειρηματολογίας του, γιατί ατυχώς, οι ιδέες του Νίτσε παρόλο που επιστημονικά δεν ευσταθούν, εξακολουθούν και προβάλλονται μέχρι σήμερα κατά κόρον από πολλούς πολέμιους του Χριστιανισμού, αν και διαφορετικής ιδεολογίας από αυτήν του Νίτσε.

***

Τα κύρια επιχειρήματα, σκέψεις–θέσεις του Νίτσε κατά του Χριστιανισμού, μπορούν να συνοψισθούν στα επόμενα κύρια σημεία που ακολουθούν. Σ’ αυτά ασκείται και η δριμεία κριτική του. Και αυτά θα παρακολουθήσουμε, εδώ, τοποθετούμενοι κριτικά, με βάση τα δεδομένα (ιστορικά–βιβλικά–επιστημονικά).

1. Κατά τον Νίτσε ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία των αδύναμων και των αποτυχημένων. Ως θρησκεία της ευσπλαχνίας, προκαλεί κατάπτωση, γιατί χάνουμε δύναμη όταν νιώθουμε ευσπλαχνία. Επικράτησε με άθλιο λιβάνισμα προσωπικής κενοδοξίας. Μ’ αυτό προσέλκυσε όλους τους αποτυχημένους, όλους τους απόκληρους, τα αποβράσματα και τα σκουπίδια της ανθρωπότητας... Το δηλητήριο του δόγματος των ίσων δικαιωμάτων για όλους διασκορπίστηκε κυρίως από το Χριστιανισμό (σελ. 10, 12, 53, 55–56). Επίσης, χριστιανικός λόγος, είναι μόνον ο άρρωστος λόγος. «Ο Χριστιανισμός συμμαχεί με κάθε τι ηλίθιο, ξεστομίζει κατάρες εναντίον του πνεύματος, εναντίον της ανωτερότητας του υγιούς πνεύματος...» Εδώ είναι ξεκάθαρο, ότι ο Νίτσε, συγχέοντας τον ιστορικό Χριστιανισμό της εποχής του με τις διδαχές του Ευαγγελίου και του πρώτο–Χριστιανισμού, της Χριστιανοσύνης καλύτερα, εκφράζοντας έναν έντονο και αυθαίρετο υποκειμενισμό, καταλήγει στα παραπάνω άτοπα συμπεράσματά του. Γιατί μέσα από τις σελίδες της Καινής Διαθήκης, δεν διαφαίνεται κανένας αναιμικός Χριστιανισμός. Ο ίδιος ο Ιησούς, ο ταπεινός και πράος κήρυκας, ήταν δυναμικός χαρακτήρας και δεν δίστασε ούτε να τα βάλει με το ιερατικό–πολιτικό κατεστημένο της εποχής του, ούτε να ανατρέψει τις τράπεζες των αργυραμοιβών. Ούτε οι πρώτοι οπαδοί του Ιησού ήταν απόκληροι και αποβράσματα της κοινωνίας, όπως νόμιζε ο Νίτσε. Σαφώς και δεν ήταν οι πλούσιοι, οι σοφοί και οι ισχυροί του κόσμου τούτου, όπως θα το ήθελε ο Νίτσε. Γιατί; Την απάντηση τη δίνει ο απόστολος Παύλος· για να μη φανεί ότι η επιτυχία του Χριστιανισμού ήταν έργο ανθρώπων και όχι έργο του πνεύματος του Θεού. Ο Θεός εξέλεξε τα μωρά και εξουθενωμένα του κόσμου τούτου και τα μη όντα για να καταργήσει τα όντα, για να μην καυχηθεί ενώπιον του καμία σάρξ (1 Κορ. 1:27–29). Ένας καλά πληροφορημένος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί: Ήταν άραγε αποβράσματα της ανθρωπότητας, ο ιατρός Λουκάς, ο νομικός Σαούλ και μετέπειτα απόστολος των Εθνών Παύλος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απολώς, ο κράτιστος Θεόφιλος, ο Έραστος ο οικονόμος της Κορίνθου, ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος, η Λυδία η πορφυροπώλις, οι εκ της οικίας του Καίσαρος και τόσοι άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι πρωτοχριστιανοί; Ήταν αποβράσματα όλοι όσοι εγκολπώθηκαν τη δύναμη της αγάπης ξεπερνώντας την αγάπη για δύναμη, ξεπερνώντας τον εαυτό τους;

Όπως σωστά παρατήρησε ο Ερρίκος Μάν[3]: «Δεν εξηγείται (από το Νίτσε), ούτε και θίγεται το θαύμα, με το οποίο η νίκη της αδυναμίας μπόρεσε όχι μόνο να επιζήσει επί δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά και να δώσει έργα πνευματικά ισχυρότερα από τα των προηγουμένων ιστορικών περιόδων. Κ’ ένα άλλο ζήτημα: «Αφού νίκησαν οι άρρωστοι και οι αδύναμοι, ήταν πράγματι αυτοί άρρωστοι και αδύνατοι;»

Ακόμα, απορεί κανείς με τη θέση του Νίτσε, ότι το δόγμα των ίσων δικαιωμάτων για την εφαρμογή του οποίου αγωνίζεται ακόμα η ανθρωπότης μετά από 2000 χρόνια, είναι δηλητήριο (!) και ότι ο χριστιανικός λόγος είναι άρρωστος λόγος. Είναι άρρωστος ίσως, γι’ αυτούς που δεν τον κατανοούν, γι’ αυτούς που δεν αποδέχονται τη σημασία και την αξία της πίστης και της αγάπης στη ζωή του ανθρώπου.

2. Ο Χριστιανισμός–σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο επικριτή του–στηρίζεται όχι στην πραγματικότητα, αλλά σε φανταστικά αίτια και φανταστικές έννοιες (Θεός, ψυχή, εγώ, πνεύμα, ελεύθερη βούληση), σε φανταστικά αποτελέσματα (αμαρτία, λύτρωση, χάρη, τιμωρία, άφεση αμαρτιών) και σε φανταστική ψυχολογία και τελολογία (βασιλεία Θεού–αιώνια ζωή).

Η άποψη αυτή του Νίτσε για το Χριστιανισμό, είναι και πάλι ένα κράμα υποκειμενισμού, προκατάληψης και «απόδειξης διά του αποδεικτέου». Γιατί ο Χριστιανισμός, όπως έχει γίνει αποδεκτός από τους ερευνητές και τους θρησκειολόγους, είναι η μοναδική ιστορική θρησκεία–αν τον ονομάσουμε θρησκεία. Είναι η μόνη θρησκεία που συνδυάζει αρμονικά ιστορία–δόγμα–ηθική, σε αντίθεση με όλες τις άλλες θρησκείες (αρχαίες και νέες) που είναι αφηρημένα φιλοσοφικά (ηθικο)συστήματα και που μπορούν να υπάρξουν χωρίς τον ιδρυτή τους και χωρίς τα ιστορικά γεγονότα που τις παρήγαγαν. Όλες τις σελίδες της Βίβλου από την αρχή μέχρι το τέλος, τις διατρέχει ένα πνεύμα· η ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπου από το θείο (Heilsgeschichte), το οποίο ακριβώς θείο εισβάλλει δυναμικά στην ιστορική κονίστρα και διαμορφώνει την ιστορία, οδηγώντας την σ’ ένα τέλος (=σκοπό). Ασφαλώς και υπάρχουν έννοιες υπερβατικές, υπερ–λογικές, μεταφυσικές στη χριστιανοσύνη. Αλλά και σε πιο μεταφυσικό σύστημα δεν υπάρχουν;

Είναι γνωστό ότι ακόμα και στις θετικές επιστήμες υπάρχουν αξιωματικές προτάσεις–θέσεις τα περίφημα «αξιώματα», τα οποία γίνονται αποδεκτά αναπόδεικτα. Η πίστη, η εμπιστοσύνη (όχι η ανέλεγκτη ευπιστία), είναι η βάση πολλών πραγμάτων στην ορθολογική ζωή μας. Και όπως σωστά παρατήρησε αρχαίος χριστιανός συγγραφέας, η πίστη προηγείται κάθε επιστήμης και μάθησης. «Απάντων πραγμάτων η πίστις προηγείται» (Θεόφιλος Αντιόχειας).

Εξάλλου, η «βασιλεία του Θεού», δεν είναι φανταστική τελολογία, όπως νομίζει ο Γερμανός φιλόσοφος, αλλά ζώσα πραγματικότης, αφού δεν είναι μια καλή εσωτερική κατάσταση της καρδιάς (εντός ημών), όπως την ερμηνεύει σε άλλο σημείο ο Νίτσε, αλλά η εκκλησία των πιστών αποστόλων και μαθητών που σύναξε ο ίδιος ο Ιησούς με επικεφαλής τον ίδιο, και που ολοκληρώνεται εσχατολογικά (πρβλ. Λουκ. 11:20, Ματθ. 12:28).

3. Ο Νίτσε χαρακτηρίζει την χριστιανική αντίληψη περί Θεού «μια από τις πιο διεφθαρμένες αντιλήψεις που εμφανίστηκαν ποτέ στη γη! Γιατί; «Διότι είναι ο Θεός των αρρώστων, ο Θεός ως αράχνη, ο Θεός πνεύμα, ο Θεός ως κήρυξη πολέμου ενάντια της ζωής» (σελ. 23, 24).

Πολλές φορές ο Νίτσε δηλητηριασμένος από τις ίδιες τις ιδέες του περί μηδενισμού, υπερανθρώπου, επικράτησης της βίας και της ωμής δύναμης, φροντίζει να είναι επικριτικός, ειρωνικός και δηκτικός, χωρίς όμως να μπαίνει στον κόπο να εξηγεί και να αναλύει τις θέσεις του. Τις παρουσιάζει τόσο συνοπτικά, αυθαίρετα και υποκειμενικά, ώστε να μην υπάρχει λόγος να ασχοληθεί κανείς σοβαρά για να τις εννοήσει. Δεν είχε άδικο ο Τόμας Μαν που είπε «όποιος παίρνει στα σοβαρά τον Νίτσε, όποιος τον πιστεύει, είναι χαμένος...» Και το κάνει αυτό ο Νίτσε–όπως μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις σκέψεις του σαν φιλόσοφος που ήταν–, παραβιάζοντας την πρώτη βασική αρχή στο χώρο της επιστημονικής σκέψης: Sapiens nihil affirmat quod non probet (ο σοφός τίποτα δεν βεβαιώνει χωρίς ν’ αποδεικνύει). Έτσι παρουσιάζει τον χριστιανικό Θεό, τον πρωτουργό της ζωής, σαν εχθρό της ζωής... αντιστρέφοντας και διαστρέφοντας τα πράγματα... αποδεικνυόμενος «σοφός» εν τη μωρία του.

4. Στο ερώτημα, πώς μπορεί να εξηγηθεί ιστορικά το φαινόμενο του Χριστιανισμού, ο Νίτσε έχει μίαν απάντηση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του σύμφωνα με τη φιλοσοφία του και τις αντιλήψεις των ορθολογιστών κριτικών της Βίβλου της εποχής του. Ο Χριστιανισμός κατανοείται μόνο στο έδαφος που μεγάλωσε ως «προϊόν του εβραϊκού λαού, του πιο περίεργου και πιο καταστρεπτικού λαού της παγκόσμιας ιστορίας...» (σελ. 30, 31).

Σ’ αυτήν την αιτίαση, εδώ θα αρκεστούμε να παρατηρήσουμε, ότι, αν ο χριστιανισμός είναι προϊόν του εβραϊκού λαού (και όχι θείον καθίδρυμα του μοναδικού ιδρυτού Του), τότε πώς εξηγείται ότι ο Ιουδαϊκός λαός απέρριψε τον Ιησού ως Μεσσία, πώς εξηγείται ότι ο ίδιος ο Ιουδαίος Ιησούς ήρθε σε ρήξη με τους Ιουδαίους, προφήτευσε την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ιερατείου της και τον διασκορπισμό των Ιουδαίων σ’ όλη τη γη;[4]

Ακόμα, πώς εξηγείται ότι οι Ιουδαίοι έχουν ιερό βιβλίο μαζί με το Ταλμούδ την Παλαιά Διαθήκη στις σελίδες της οποίας υπάρχουν προφητείες των προφητών της εναντίον του Ιουδαϊκού λαού, οι οποίες προδιαγράφουν την τύχη του στην περίπτωση ανυπακοής, ώστε να θεωρείται κατά τον Νίτσε, ο πιο περίεργος λαός της ιστορίας, αφού εξακολούθησε να υπάρχει παρά τον διασκορπισμό του, επί 2.000 χρόνια;

Αντί να θεωρείται ο Ιουδαϊκός λαός η πηγή του χριστιανισμού, θα πρέπει λόγω της διαφορετικής θρησκείας του, των δικών του ιερών βιβλίων και της διαφορετικής πορείας του, να θεωρείται η καλύτερη απόδειξη της θείας προέλευσης του χριστιανισμού–όπως παρατήρησε εύστοχα ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Μπλεζ Πασκάλ.[5] Γιατί ο χριστιανισμός είναι η μόνη θρησκεία που αποδεικνύει τις αλήθειες της, βασιζόμενος όχι στα δικά του ιερά βιβλία, αλλά στη θρησκεία και τα ιερά βιβλία μιας άλλης, εχθρικής, της Ιουδαϊκής!

Να σημειώσουμε όμως, ότι, ενώ ο Νίτσε θεωρεί τον χριστιανισμό ως προϊόν του εβραϊκού λαού, σ’ άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 43) αντιφάσκοντας, λέει ότι, από το Ευαγγέλιο εκθρονίστηκε ο Ιουδαϊσμός των εννοιών της αμαρτίας, της άφεσης των αμαρτιών, της πίστης, της σωτηρίας μέσω της πίστης, ενώ, βεβαίως, αυτές οι έννοιες είναι κατ’ εξοχήν έννοιες χριστιανικές...

5. Με τέτοιου είδους αντιλήψεις, δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο Νίτσε δεν θα έτρεφε κάποια ιδιαίτερη εκτίμηση για τα ιερά κείμενα του Χριστιανισμού, τη Βίβλο. «Το βιβλίο των βιβλίων», γράφει σ’ έναν άλλο αφορισμό του,[6] «είναι σχεδόν η μεγαλύτερη προσβολή και αμαρτία για το πνεύμα». Στον 22ο στοχασμό της Γενεαλογίας της ηθικής λέγει: «Δεν αγαπώ την Καινή Διαθήκη, κάτι που το μαντεύει κιόλας κανείς... Έχω το θάρρος του κακού μου γούστου».

Για το φιλόσοφό μας, η Βίβλος είναι προϊόν του εβραϊκού ιερατείου, που την παραποίησε... Τα ευαγγέλια είναι και αυτά παραποιημένα, «δεν λένε την αλήθεια», μάς εισάγουν σε έναν παράξενο και αρρωστημένο κόσμο, και «πρέπει να βάζει κανείς γάντια όταν διαβάζει την Καινή Διαθήκη» (σελ. 33, 36, 39). «Μάταια», γράφει, «έψαξα σ’ όλη την Καινή Διαθήκη να διακρίνω ένα μονάχα συμπαθητικό χαρακτηριστικό... Σ’ αυτήν δεν υπάρχει τίποτε ελεύθερο, καλό, ντόμπρο, έντιμο... Υπάρχουν μόνο κακά ένστικτα... Σ’ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη υπάρχει μία μόνο μορφή που απαιτεί σεβασμό, ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης! (σελ. 59, 60). Τώρα, τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ’ αυτά τα λόγια του Νίτσε; Την ηθελημένη άγνοιά του; Την διαστροφή των πραγμάτων; Το απύθμενο μίσος του για το Χριστιανισμό; Τα κακά ένστικτα που προφανώς έχει ο ίδιος και «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια»; Αν διάβαζε με απροκάλυπτο μάτι τη Βίβλο και όχι με τους παραμορφωτικούς φακούς της προσωπικής του εμπάθειας και της ορθολογιστικής (;) παρερμηνείας, θα διεπίστωνε ότι το μεγαλύτερο μέρος της Βίβλου δεν γράφτηκε από το Εβραϊκό ιερατείο, αλλά από ευσεβείς πιστούς διαφόρων επαγγελμάτων (αρχηγούς, βασιλείς, ψαράδες, ποιμένες, ένα γιατρό, ένα τελώνη κ.ά.) και κυρίως προφήτες, οι οποίοι μάλιστα, συχνά πυκνά στρέφονταν ενάντια στους ιερείς καυτηριάζοντας την έκνομη διαγωγή τους (Ησαΐας, Ιωήλ, Μιχαίας, Ιεζεκιήλ). Αν η Βίβλος ήταν προϊόν του ιερατείου παραποιημένο, ερωτάται, γιατί οι ιερείς άφησαν να υπάρχουν χωρία ολόκληρα που να εκθέτουν τα έργα τους και να τους αποκαλούν «κύνες άλαλους και διεφθαρμένους;»[7]

Στ’ αλήθεια ποιος είναι ο άρρωστος και παράξενος κόσμος της Καινής Διαθήκης; Ο κόσμος της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης, της φιλαλληλίας, της θυσίας, του ελέους... Ο κόσμος της πνευματικής ελευθερίας, της απελευθέρωσης του ανθρώπου και της γυναίκας, το κήρυγμα εναντίον των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού.[8] Είναι γνωστό, ότι σ’ ολόκληρη την κλασική φιλολογία το ουσιαστικό αγάπη υπάρχει γύρω στις 10 φορές. Αντίθετα στο Δευτερονόμιο υπάρχει γύρω στις 20 φορές και στην Καινή Διαθήκη υπάρχει 250 φορές! Αλλά βέβαια, για το Νίτσε το κήρυγμα της αγάπης προσιδιάζει στην ηθική των σκλάβων, εκούσια παραβλέποντας ότι η ανυπόκριτη αγάπη είναι παντοδύναμη ακριβώς... γιατί είναι αδύναμη. Και ότι όπου υπάρχει αγάπη δεν χρειάζεται δύναμη, εξουσία, γιατί η ίδια η αγάπη είναι η υπερδύναμη που λάτρευε ο Νίτσε.

Είναι στ’ αλήθεια ν’ απορεί κανείς ακόμη για την κρίση του Νίτσε ότι υπάρχει τόση βρωμιά στην Καινή Διαθήκη ώστε πρέπει κανείς να φοράει γάντια... Εδώ, ίσως, ισχύει αυτό που είχε πει ο απόστολος Παύλος για όσους αποστρέφονται την αλήθεια: «Πάντα καθαρά τοις καθαροίς τοις δε μεμιασμένοις και απίστοις ουδέν καθαρόν, αλλά μεμίανται αυτών και ο νους και η συνείδησις...»[9] Ο Νίτσε, σαν αριστοκράτης φιλόσοφος, απομακρύνεται από την «οσμή των μικρών ψυχών» που βρίσκει στην Καινή Διαθήκη, αλλά αντί επιχειρημάτων, χρησιμοποιεί «την καλλιτεχνική του διάθεση»–όπως έλεγε ο ίδιος.

6. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε, ότι ο Νίτσε δεν αρνείται την ιστορικότητα του Ιησού, όπως έκαναν άλλοι ομοεθνείς του φιλόσοφοι και κυρίως ο Στράους τον οποίο θαύμαζε. Ωστόσο, ενώ φαίνεται να ομιλεί με κάποια συμπάθεια για το πρόσωπό του, τον αποκαλεί μεγάλο και συμβολιστή (σελ. 44) που «έζησε και πέθανε όπως δίδαξε», δεν μπορεί καθόλου να κατανοήσει και να δικαιολογήσει τη στάση του Ιησού πάνω στο σταυρό, γιατί απαντάει με αγάπη στο μίσος και στο κακό. Το ότι δεν οργίζεται, δεν αμύνεται, δεν ζητά ευθύνες, αλλά λέει «Πάτερ άφες αυτοίς...», τούτο για το Νίτσε είναι αδυναμία... Ακόμα, ο Ιησούς επλανήθη, γιατί ένιωθε τον εαυτό του αναμάρτητο...

Δεν θα περίμενε κανείς από το Νίτσε, τον κήρυκα του υπεράνθρωπου, το θαυμαστή της δύναμης και της βίας, να εννοήσει τον ταπεινό «Υιόν του ανθρώπου» που ήρθε να σώσει το απολωλός και να δώσει τη ζωή του λύτρον αντί πολλών. Πως να κατανοήσει ένας τέτοιος νους τον «αμνό του Θεού», την μεγαλοσύνη του και την ασύγκριτη δύναμη που κρύβει η μη αντεκδίκηση, η πράξη συγχωρητικότητας; Ποιος στ’ αλήθεια είναι πιο δυνατός; Αυτός που απαντά στη βία με βία, ή αυτός που ενώ είχε τη δύναμη να εξαλείψει τον Πιλάτο, τον Ηρώδη, τους Ρωμαίους δίνει το υπόδειγμα της ανοχής, της αυτο–ταπείνωσης και της συγχωρητικότητας;

7. Για το Νίτσε, τα Ευαγγέλια είναι παραποιημένα, και οι μαθητές του Ιησού βάλαν στο στόμα του δασκάλου τους λόγια και διδασκαλίες που δεν είπε ποτέ ο ίδιος, ούτε μπορούσε να πει... Φυσικά, για μια ακόμη φορά δεν μπαίνει στον κόπο να τεκμηριώσει ιστορικά, χειρογραφικά, εν πάση περιπτώσει, επιστημονικά τον ισχυρισμό του. Αφού υπάρχει η φιλοσοφία –οι «αεριώδεις στοχασμοί»–, τι χρειάζεται η επιστημονική έρευνα; Ο Νίτσε δεν μπορεί να δεχθεί τον Ιησού να εκφέρει κρίσεις εναντίον της Χοραζίν και της Βηθσαϊδά, εναντίον των αμετανόητων αμαρτωλών κ.λπ. και γι’ αυτό απορρίπτει τα λόγια αυτά σαν πλαστά.

Προφανώς, ο Νίτσε κατενόησε τον Ιησού ως ένα αδύναμο ανθρωπάκι, έναν «γλυκύ Ιησού», όπως τον φαντάστηκαν και οι ρομαντικοί συγγραφείς του 18ου αιώνα, και όχι ως ρωμαλέο κήρυκα του ευαγγελίου. Δεν κατενόησε ο Νίτσε ότι ο Ιησούς είναι κήρυκας της αγάπης, αλλά και ο κήρυκας της κρίσης, της δικαιοσύνης του Θεού. Αυτό το τελευταίο, η δικαιοσύνη, το «αποδίδειν εις έκαστον το ίδιον αυτού δίκαιον», όπως έλεγαν οι Ρωμαίοι νομοδιδάσκαλοι, και «κατά τα έργα του», τον ενοχλεί πολύ. Και γι’ αυτό το θεωρεί επινόηση των Ευαγγελιστών. Και ιδίως της ηθικής του αποστόλου Παύλου. «Πρέπει να διαβάσει κανείς τα Ευαγγέλια σαν βιβλία εκμαύλισης μέσω της ηθικής», γράφει...

8. Τελικά, για τον Γερμανό φιλόσοφο, η αιτία του κακού στον πρωτόγονο Χριστιανισμό εστιάζεται στον απόστολο Παύλο. Τον ταπεινότατο απόστολο των εθνών, τον υμνητή της αγάπης, το θυσιαστικό κήρυκα του ευαγγελίου του Χριστού, που έφερε αλύσεις για τον Χριστό και την αγάπη του, τον περιγράφει με πλήρη εμπάθεια και με βαρύτατους, υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Τον αποκαλεί κιβδηλοποιό, τρελό, τρομακτικό απατεώνα, κομιστή κακών ειδήσεων (sic!) που εμπνέετο από το μίσος, τον μεγαλύτερο απ’ όλους τους αποστόλους της εκδίκησης... Οποία διαστροφή, οποία κατάπτωση ενός θεωρούμενου μεγάλου φιλοσόφου... Εδώ, όπου κι αν ανοίξει κανείς, σε οποιαδήποτε επιστολή του αποστόλου Παύλου, θα διαβάσει λόγια αγάπης, ταπεινοφροσύνης, τρυφερότητας, παρηγοριάς, στήριξης, ελπίδας... Ανοίγω έτσι τυχαία στις επιστολές του και διαβάζω: «Αδελφοί εάν άνθρωπος απερισκέπτως, πέση εις κανέν αμάρτημα, εσείς οι πνευματικοί διορθώνετε τον τοιούτον με πνεύμα πραότητος».[10] Και αλλού: «Ενδύθητε σπλάχνα οικτιρμών, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία.[11] Και αλλού: «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί, διά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού και διά της αγάπης του Πνεύματος, να συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν».[12] Και πάλι: «Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε... Γίνεσθε δε εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς, καθώς ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο υμίν.[13]

«Ολόκληρες οι επιστολές του Παύλου είναι ένας ύμνος, μια προσευχή στο Θεό», γράφει ένας μεγάλος μελετητής του έργου του, ο ομοεθνής του Νίτσε, Χόλζνερ (I. Holzner). Αυτά φαίνεται ότι δεν τα διάβασε ο Νίτσε, ή δεν τα «έβλεπε» διαβάζοντάς τα... Και είναι φανερό τι τον ενοχλεί, και λέει ότι ο Θεός που εδημιούργησε ο Παύλος είναι η άρνηση του Θεού. Τον ενοχλεί η ηθική δικαιοσύνη που κηρύττει ο απόστολος,–όπως και ο Ιησούς –, και ότι ο Θεός της αγάπης δεν παύει να είναι ταυτόχρονα και Θεός κρίσης, ο οποίος θα κάνει «εκδίκησι εν πυρί φλογός εις τους μη γνωρίζοντας Θεόν»,[14] γιατί «αγαπά δικαιοσύνη και μισεί ανομίαν»...[15]

9. Τελικά, ο Νίτσε ξεσπαθώνει σύσσωμος και εν πλήρει εξαρτήσει κατά του χριστιανισμού. Τον θεωρεί το βαμπίρ της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας... που έκλεψε τη συγκομιδή της αρχαίας κουλτούρας. Είναι αυτός που έχει κακούς σκοπούς· την άρνηση της ζωής, την περιφρόνηση για το σώμα.

«Δεν μπορεί να είναι κανείς φιλόλογος ή γιατρός», γράφει, «χωρίς να είναι την ίδια στιγμή αντι-χριστιανός» (σελ. 61). Ο Χριστιανισμός με την πίστη ως προσταγή είναι εχθρός της «σοφίας αυτού του κόσμου» δηλαδή της επιστήμης. Και καταλήγει: «Μ’ αυτά έχω φτάσει στο τέλος και εκφέρω τη κρίση μου. Καταδικάζω τον Χριστιανισμό... Είναι για μένα η πιο μεγάλη διαφθορά που μπορεί να διανοηθεί το ανθρώπινο μυαλό... Η χριστιανική εκκλησία δεν άφησε τίποτε άθικτο με τη διαφθορά της...» (σελ. 86).

Για μια ακόμη φορά συγχέοντας ηθελημένα τα έργα φαύλων Χριστιανών, το ιερατείο, και τον ιστορικό χριστιανισμό που γνώριζε με τις αγνές και υπέροχες διδασκαλίες του Ιησού και του πρωτοχριστιανισμού, ο Νίτσε διαστρέφει τα γεγονότα τα ιστορικά και τα θεολογικά. Λίγη ιστορία να ξέρει κανείς απ’ τις πρώτες πηγές[16] γνωρίζει, ότι όχι μόνο ο χριστιανισμός δεν ήπιε το αίμα της Ρώμης σαν βαμπίρ, αλλά η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κήρυξε τους σκληρούς διωγμούς της κατά των χριστιανών από το 64 μ.Χ. με τον παράφρονα Νέρωνα μέχρι τον Διοκλητιανό το 311 μ.Χ., και έχυσε το αίμα δεκάδων αθώων μαρτύρων στο Κολοσσαίο και αλλού καίγοντάς τους σαν δάδες για να φωτίζουν τη Ρώμη...

Το ότι βεβαίως, αργότερα, η λεγόμενη μετα–κωνσταντίνεια εκκλησία ανεμίχθη με την πολιτική εξουσία, υιοθέτησε παγανιστικά στοιχεία και σκέψεις από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία αυτό είναι «κοινό μυστικό»... Σ’ αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση ο Ιησούς και η εκκλησία των πρωτοχριστιανών. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ιησούς και ο απόστολος Παύλος προφήτεψαν ότι κάπως έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα και προειδοποίησαν τους αληθινούς χριστιανούς να προφυλαχτούν από τους κινδύνους που θα διέτρεχαν.[17] Συνέβη, δηλαδή, αυτό που επεσήμανε ο Μπερντιάγιεφ: «Ο Χριστιανισμός υπέστη τριπλή προδοσία από τους ανθρώπους. Στην αρχή τον παραμόρφωσαν, στη συνέχεια τον εγκατέλειψαν και στο τέλος τον αιτιώνται για το κακό που οι ίδιοι δημιούργησαν».

Ο Χριστιανισμός που παρέλαβε και αφομοίωσε ελληνικές νεοπλατωνικές δοξασίες και μάλιστα των Γνωστικών από τον 2ο αιώνα μ.Χ. και κυρίως αργότερα, αρνήθηκε την αξία και τη χαρά της επίγειας ζωής και περιφρόνησε το σώμα, θεωρώντας ακόμα και το σεξ μέσα στο γάμο σαν αμαρτία... Αυτός ο κίβδηλος Χριστιανισμός που έκοβε και έραβε με τους Πάπες και άλλους επίγειους εκπροσώπους του στον Μεσαίωνα, καταπολέμησε την ελευθερία σκέψης και την επιστήμη.[18]

Η αληθινή Χριστιανοσύνη, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την αληθινή επιστήμη, αν και βεβαίως, διαφωνεί οριζόντια και κάθετα με τις αυθαίρετες υποκειμενικές και αναπόδεικτες φιλοσοφίες–τύπου Σοπενχάουερ και Νίτσε–που είναι κατά τον απόστολο Παύλο «κενή απάτη».[19]

Η τελική κρίση του Νίτσε περί διαφθοράς της εκκλησίας δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας για το ποιον εννοεί κυρίως ως Χριστιανισμό, αν και τα βέλη της κριτικής του στρέφονται αδιακρίτως και κατά του Θεού της Βίβλου και των διδασκαλιών της... και του Ιησού... Κυρίως κατά του Ιησού, ο οποίος ανά τους αιώνες αποτέλεσε πέτρα σκανδάλου και λίθο προσκόμματος, στον οποίον προσέκρουσαν πολλά ορθολογιστικά κεφάλια...

***

Ο Νίτσε καυχόταν ότι ανήκε στους «αεροναύτες του πνεύματος». Ήθελε να πει μ’ αυτό, ότι καυχότανε για την ελεύθερη αντι-κονφορμιστική αναρχική του σκέψη, γιατί έφτασε να είναι χωρίς Θεό, χωρίς πίστη, χωρίς πατροπαράδοτες πεποιθήσεις, χωρίς φίλους. Ίδιος ο ήρωάς του ο Ζαρατούστρα, που τραγουδούσε: «Μοναξιά, μοναξιά πατρίδα μου». Έγινε γνωστός ως ο «φονιάς του Θεού», ασκώντας δριμεία κριτική πάνω στο διεφθαρμένο Χριστιανισμό της εποχής του. Ανατρέπει τα φρούρια της ηθικής, ανοίγοντας έτσι τους ασκούς του Αιόλου, γιατί μαζί με το ξερό έκαψε και το χλωρό. Παρά την καύχησή του για την ειλικρίνεια και την αναζήτηση της αλήθειας, τα πυρά της κριτικής του ξέφυγαν και εστιάστηκαν αλλού, στην Βίβλο και στο πρωτοχριστιανισμό, με εσφαλμένες αφετηρίες και ελλιπή γνώση των πραγμάτων. Έφθασε, τελικά, σε ένα τέτοιο σημείο, ώστε να υποκαταστήσει την αγάπη του Θεού και την ελεύθερη και αδέσμευτη από τη φύση βούληση του Θεού, με την αγάπη της μοίρας, της αιώνιας ανακύκλωσης, στην οποία πίστευε σαν τους αρχαίους Στωικούς, Ηράκλειτο και Βούδα.

Διακηρύσσοντας την αιωνιότητα του κόσμου, ήθελε να έρθει σε ρήξη νε την ιστορική ανάπτυξη, την κυρίαρχη παράδοση του Ιουδαίο–χριστιανισμού. Ήδη στα 1862 έγραφε: «Ο Θεός, η αθανασία, η αυθεντία της Βίβλου, το Θεόπνευστον, θα μείνουν πάντοτε προβλήματα. Εδοκίμασα να τα αρνηθώ όλα. Ω! Είναι εύκολον κανείς να καταστρέφει, αλλά είναι δύσκολον να οικοδομεί». Αυτό που έλεγε ο Νίτσε ότι «μόνον εκείνες τις γνώμες επιζητούμε που ταιριάζουν στο χαρακτήρα μας», είναι προφανές ότι εφαρμόζεται στον ίδιο.

Έτσι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του η τρέλα τον επισκέφτηκε, γιατί προσπάθησε να ζήσει με συνέπεια μια αθεϊστική ζωή (Ζακ Μαριταίν). Αλλά, είναι γνωστό επίσης, ότι έπασχε από μια παθολογική μεγαλομανία η οποία στην αρχή τον οδήγησε σε μεγάλου βεληνεκούς συλλήψεις, ιδίως ποιητικές, στο τέλος όμως, εκδηλώθηκε ως στοιχείο της αρρώστιας του, όταν στα τελευταία του γράμματα υπέγραφε ως Ο Εσταυρωμένος ή Διόνυσος (Χρ. Μαλεβίτσης).

Δεν μπορούσε να ανεχθεί ο Νίτσε τον Σωκράτη και τον Ιησού κυρίως, γιατί ίσως τον πρόλαβαν. Μισούσε ό,τι θα έπρεπε να αγαπήσει γιατί προφανώς το μίσος του ήταν ένα ανεστραμμένο είδος αγάπης, ένα είδος θαυμασμού κρυφού. Ύψωσε τα δικά του ιερά–κατά τον αφορισμό του–, γκρεμίζοντας τα προηγούμενα· του Σωκράτη και ιδίως του χριστιανισμού και του Ιησού, κάνοντας αμείλικτη χρήση της σφύρας της φιλοσοφίας του...

Ωστόσο, κάποιος άλλος συγγραφέας παρατήρησε, ότι όλη η φιλοσοφία του Νίτσε–και ιδιαίτερα η θέληση για δύναμη, αντικαθρεφτίζεται στην πορεία της ασθενείας του που υπήρχε από τα νεανικά του χρόνια. Η γενική παράλυση, ασθένεια απ’ την οποία πέθανε, είναι μια ύπουλη αρρώστια που κρύβεται πολλά χρόνια χωρίς να εκδηλώνεται... προκαλεί στον άνθρωπο μια υπερβολική διέγερση... μια φρενιτική ένταση... Συνήθως όσοι υποφέρουν από αυτή καταλήγουν στη μεγαληγορία ή στις προσβολές... Μπορεί κανείς να διερωτηθεί μήπως η αρρώστια του Νίτσε ερμηνεύει σ’ ένα μεγάλο μέρος το χαρακτήρα της φιλοσοφίας του.[20] Και προσφάτως, ο βιογράφος Joachim Kohler, αναφερόμενος στην παράνοια των τελευταίων 10 χρόνων της ζωής του Νίτσε (έστελνε γράμματα στον Κάϊζερ, για να του δώσει οδηγίες του κόσμου) υποστηρίζει ότι τα έργα του και η ζωή του ερμηνεύονται καλύτερα από την μαζοχιστική ομοφυλοφιλία του...

Ίσως, τίποτα άλλο δεν αποδίδει καλύτερα την εσωτερική του διαμάχη, την αγωνία, το ιλιγγιώδες κενό του, μετά από την απόρριψη των πάντων και την έκφραση του μηδενισμού του,[21] όσο το ποίημά του που φέρει τον τίτλο Tω αγνώστω θεώ. Ένα ποίημα που αποκαλύπτει τον κλυδωνισμό του κι ότι δεν μπορούσε ν’ αποφύγει αυτό που πολεμούσε... Την αναζήτηση του Θεού! Να η τελευταία αποκαλυπτική στροφή του ποιήματος του:

Να σε γνωρίσω Άγνωστε, θέλω
Εσέ που βαθιά αγγίζεις την ψυχή μου
και διαπερνάς σαν καταιγίδα τη ζωή μου,
Εσέ, άπιαστε, συγγενή μου!
Να σε γνωρίσω να σ’ υπηρετήσω θέλω.

Ο τραγικός αρνητής του θείου, ο προφήτης του νεκρού Θεού, ήθελε να γνωρίσει τον Θεό που εκουσίως αγνοούσε και να τον υπηρετήσει. Αυτό τα λέει όλα...

 


[1] Όλα αυτά ο Γιώργος Μπλάνας τα χαρακτήρισε ως ιαμβικό–ποιητικό–στοχασμό. Βλ. Ελευθεροτυπία, 6.10.2002.

[2] Χρησιμοποιώ την μετάφραση του Ζήση Σαρίκα, Εκδοτική Θεσσαλονίκης.

[3] Ο Νίτσε, (μεταφρ. Ε. Πανέτσου) σελ. 24.

[4] Λουκ. 19:43–44, 21:22–24.

[5] Σκέψεις 620, 641, 737, 750, 761.

[6] Φ. Νίτσε, Πέραν του καλού και του κακού (μεταφρ. Ε. Καλκάνη) σελ. 53.

 

[7] Ησ. 56:10, 11, Σοφ. 3:4, Ιερ. 8:10.

[8] Γαλ. 3:28, Κολ. 3:11.

[9] Τίτ. 1:15.

[10] Γαλ. 6:1.

[11] Κολ. 3:12.

[12] Ρωμ. 15:30.

[13] Εφεσ. 4:32.

[14] 2 Θεσ. 1:7-9.

[15] Δευτ. 32:4.

[16] Τάκιτος, Σουητώνιος, Πλίνιος, Ευσέβιος.

[17] Πρξ. 20:29–30, 1 Τιμ. 4:1-3.

[18] Γαλιλαίος, Τζορτάνο Μπρούνο, Ιωάννης Χους.

[19] Κολ. 2:8.

[20] Ε. Brehier, Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, (μεταφρ. Ε. Ανδρουλιδάκη), σελ. 287, 288

[21] Ο ίδιος ο Νίτσε ορίζει έτσι το μηδενισμό: «Έρχεται ολοένα η αντίθεση αναμεσίς του κόσμου που σεβόμαστε και του κόσμου που ζούμε, που βρισκόμαστε. Μας απολείπεται ή να εξαφανίσουμε το σεβασμό μας ή να εξαφανιστούμε εμείς. Το δεύτερο τούτο είναι μηδενισμός... Ώστε τί σημαίνει ο μηδενισμός, ότι οι ανώτερες αξίες ξεπέφτουν» (Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός, μεταφ. I. Ζερβού 1962, σελ. 17 και 19).