Μαζεύω… ψιλάκια

Την πρωτοαντίκρισε σε μια σκοτεινή γωνιά. Του δρόμου. Το φως του ηλεκτρικού στύλου τρεμόπαιζε… Πήγε να την προσπεράσει. Όμως κάτι τον έκανε να κοντοσταθεί. Την είδε κουλουριασμένη και ρακένδυτη σχεδόν, με ένα μεταλλικό κουτί στα χέρια.

Γιατί κοντοστάθηκε; Ανερμήνευτο. Την κοίταξε πιο προσεχτικά. Κι αντίκρισε μια νέα κοπέλα. Όχι, πιο μεγάλη από 25 χρονών, με μεγάλα ζαφειρένια μάτια, όμορφη, με πλούσια μαλλιά. Κουκουλωμένη εξ’ αιτίας του κρύου. Το φως ήταν λιγοστό. Και πιο λιγοστοί οι διαβάτες.

Τι την έφερε εκεί, σ’ εκείνη την άσημη κι απροσπέλαστη γωνιά του δρόμου, διερωτήθηκε. Την περιεργάστηκε για λίγο. Τάχυνε το βήμα του μετά, με κατεύθυνση τον προορισμό του. Μετάνιωσε που δεν της έδωσε κάποιο κέρμα. Γι’ αυτόν δεν θα είχε καμία αξία. Γι’ αυτήν μπορεί και να είχε… Μια νέα κοπέλα να ξεπαγιάζει με ένα κουτί στα χέρια… Η εικόνα της, η μορφή της, τον απασχολούσε καθώς βάδιζε. Ζωηρά…

Την είχε ξεχάσει, όταν, μετά από μια βδομάδα, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, την είδε να κάθεται κουλουριασμένη. Αυτή τη φορά κοντοστάθηκε, ακόμα πιο περίεργος.

Τι δουλειά είχε μια όμορφη κοπέλα, να ζητιανεύει σε ένα απόμερο, σκοτεινό μέρος, όπου δεν πατούσε σχεδόν ψυχή; Σταμάτησε για λίγο μπροστά της. Την περιεργάστηκε πιο πολύ. Ήταν μια πραγματική καλλονή. Τα φαρδιά ρακένδυτα ρούχα της, δεν μπορούσαν να κρύψουν την ομορφιά της.

«Τι κάνεις εδώ;» τόλμησε και τη ρώτησε, μόλις είδε ότι τον κοίταξε, κι εκείνη.

Απρόσμενη απάντηση:

«Μαζεύω, ψιλάκια…»

«Και γιατί δεν πας πιο κάτω, που έχει και περισσότερο φως και περισσότερους διαβάτες;» την ξαναρώτησε απορημένος.

«Εκεί θα μαζέψεις πιο πολλά».

«Δε θέλω, εκεί έχει φασαρία, θόρυβο, αυτοκίνητα, φοβάμαι… Εδώ αισθάνομαι πιο καλά, πιο σίγουρη…»

Αυτή τη φορά γύρισε και την κοίταξε πιο πολύ. Την παρατήρησε καλά. Αυτή η κοπέλα σκέφτηκε προς στιγμήν, θα μπορούσε να βγάλει άνετα χρήματα με άλλον τρόπο, εκπορνευόμενη… Θα βρίσκονταν άφθονοι άντρες που θα της ακουμπούσαν αρκετά χρήματα στο κομοδίνο ή στη χούφτα της, για λίγες ερωτικές στιγμές, ηδονής. Θα μπορούσε να ζει άνετα χωρίς να ζητιανεύει… Να έχει και δικό της σπίτι. Όχι, να τρέμει απ’ το κρύο ρακένδυτη.

Γιατί προτίμησε αυτόν τον τρόπο, να επιβιώνει επαιτώντας; Μυστήριο. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν. Για λίγα λεπτά. Οι λέξεις πάγωναν στο στόμα. Σαν τα χέρια. Χοντρές στάλες πέφταν πάνω τους. Σήκωσε το γιακά του.

«Από πού είσαι;» τόλμησε και τη ρώτησε.

«Από την Πρέβεζα» σιγοψιθύρισε. Μιλούσε καλά τα ελληνικά. Ήταν Ελληνίδα λοιπόν, νέα, πανέμορφη, και επαιτούσε σε ένα σκοτεινό μέρος. Μάζευε ψιλοκέρματα… για να επιβιώσει, ή μήπως;

Σκοτεινές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του. Μήπως…

Η κοπέλα ξεθαρρεύτηκε ξαφνικά.

«Αν έχεις κάτι φαγώσιμο… Χρειάζομαι μια παλιά ηλεκτρική κουζίνα να μαγειρεύω για το παιδί μου, κύριε… Δε θέλω να γίνω πόρνη…»

Την κοίταξε βαθιά στα ζαφειρένια μάτια της.

«Ο άντρας σου, πού είναι;» τη ρώτησε.

«Φυλακή» ψιθύρισε.

Της έδωσε, δέκα ευρώ που είχε πρόχειρα πάνω του. Μόλις είχε ξοφλήσει κάποιους λογαριασμούς. Της έγραψε το τηλέφωνό του.

«Τηλεφώνησέ μου, μήπως και βρω κάποια κουζίνα για τις ανάγκες σου. Τηλεφώνησέ μου, για ό,τι χρειαστείς τέλος πάντων. Θα δω, τι μπορώ να κάνω για σένα».

Την ξανακοίταξε αναποφάσιστος. Απομακρύνθηκε βιαστικά, για τη δουλειά του. Το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα. Πήγαινε, πήγαινε, περπατούσε, λες, για το πουθενά.

 

Δεν του τηλεφώνησε. Την επόμενη φορά που πέρασε από το γνωστό στέκι της, δεν τη βρήκε εκεί. Τα μάτια του προσπαθούσαν να τρυπήσουν το σκοτάδι. Να δουν τα ζαφειρένια μάτια της. Την ομορφιά της. Που την κάλυπταν τα ράκη. Δεν την βρήκε. Άρχισε να ψάχνει με αγωνία στις άλλες γωνιές. Έψαχνε τη μία μετά την άλλη, μπας και την αντικρύσει κάπου κουλουριασμένη. Του κάκου. Ήταν άφαντη.

Τη στιγμή εκείνη, αν υπήρχε ένα ψυχοσκόπιο και εξέταζε την ψυχή του, τα κατάβαθά του, θα έβρισκε πηχτό σκοτάδι. Βουβό. Το σκοτάδι της νύχτας δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ εκείνο το δικό του, της ψυχής του.

Γιατί την άφησα; Γιατί δεν την πήρα να την βολέψω κάπου, αν όχι στο σπίτι μου; Σ’ ένα σπίτι φίλου, σ’ ένα συγγενικό, να τη σώσω; Τι φοβήθηκα; Ποιος ξέρει σε ποιά ανίερα χέρια βρίσκεται τώρα, ή πού τρεμοκουκουλιάζει…

Προς στιγμήν νόμισε ότι δεν την είχε δει ποτέ. Δεν τη συνάντησε ποτέ. Νόμισε ότι ήταν ένα όραμα, ένα όνειρο, μια σκιά. Λες κι έζησε μαζί της σ’ ένα παράλληλο σύμπαν.

Χάθηκε. Για πάντα.

Στ’ αυτιά του ηχούσαν όμως, τα λόγια της:

«Μαζεύω… ψιλάκια».