Η αστραπή της σιωπής. Η εσωτερική φιλοσοφία των Χάι-κου

Αν χειροκροτούσες μ ’ ένα χέρι
πώς θα ’τανε ο ήχος;
Χακουίν
(1685-1768)

Θα ’θελα, πριν προχωρήσω στην παρουσίαση του θέματος, να καταθέσω μιαν εξομολόγηση προς όφελος, πιστεύω, του αναγνώστη. Αναγνωρίζω ότι ο τίτλος ίσως υπεμφαίνει ή υποθάλπει μιαν κάποια αντίφαση. Διότι τα χάι-κου (ή χάι-κάι, όπως συνηθίζουν μερικοί να τα αποκαλούν) δεν έχουν καμιά φιλοσοφία με τη γνωστή σημασία της λέξης στη Δύση. Εκείνο που τα χαρακτηρίζει είναι η αντιφιλοσοφική τους διάθεση, αλλά ταυτόχρονα και η φιλοσοφημένη, με την ανατολίτικη νοοτροπία, θέση τους, σε θέματα απλά, στοιχεία και φαινόμενα της ζωής και της Φύσης. Ιδίως της Φύσης.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε έναν κόσμο «μυστηρίου», που με μια αυστηρή μετρική συλλαβών 5-7-5, με ορισμένες απλές πινελιές λέξεων, οι ποιητές της τεχνικής αυτής προσπαθούν μέσα σ’ ένα 17σύλλαβο τρίστιχο να συλλάβουν τη ρευστότητα των πραγμάτων, τη ρευστότητα καταστάσεων, να απαθανατίσουν μια στιγμή φευγαλέα, να αποτυπώσουν και να επιτύχουν αυτό που θα έλεγε ο νομπελίστας Octavio Paz «την καθοσίωση της στιγμής» (la consagration del instante).

Το χάι-κου επενεργεί σαν μια λεκτική φωτογραφική μηχανή που συλλαμβάνει και εκτυπώνει ό,τι είδε το αφαιρετικό μάτι του πνευματικού δημιουργού του, του ποιητή. Πρόκειται για μια «ποίηση του στιγμιαίου» (Poesie des Augenblicks) στην κυριολεξία.

Πριν αναφερθώ στο σε τι συνίσταται η εσωτερική φιλοσοφία των χάι-κου, πρέπει νομίζω να πω δύο λόγια ακόμη για την ιστορία της περίφημης αυτής ποιητικής τέχνης.

 

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ιαπωνίας

Το χάι-κου εμφανίστηκε για πρώτη φορά γύρω στο 14ο αιώνα μ.Χ. στην Ιαπωνία, ως εξέλιξη μιας άλλης ποιητικής που αποτελούνταν από πέντε στίχους με 31 συλλαβές, γνωστό ως τάνκα ή γονάκα. Στο 16ο αιώνα μ.Χ., το τάνκα χρησιμοποιούνταν σαν παιχνίδι, στο οποίο ένας έγραφε τους τρεις πρώτους στίχους και ένας άλλος συμπλήρωνε τους επόμενους δύο, με τρόπο που ταίριαζε στους τρεις πρώτους. Ωστόσο, αργότερα, επικράτησε και παρέμεινε το πρώτο μέρος της στιχοποιίας και, έτσι, δημιουργήθηκε το γνωστό τρίστιχο χάι-κου.

Αποφασιστικής σημασίας για την επίτευξη αυτού του τρίστιχου υπήρξε η συμβολή μεγάλων Γιαπωνέζων ποιητών Χαϊ-καϊστών, όπως των Μοριτάκε, Σοκάν και Ζεϊτοκού. Εκείνος, όμως, που έδωσε την οριστική φόρμα και πνοή στο χάι-κου και έθεσε την προσωπική του σφραγίδα επάνω του υπήρξε ο μεγάλος Γιαπωνέζος ποιητής Ματσούο Μπάσο (1644-1694). ( είναι ψευθώνυμο και σημαίνει «μπανανιά», το αγαπημένο δέντρο του ποιητή. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ματσούο Μουνεφούσα).

Όπως είπαμε, το χάι-κου ξεκίνησε σαν ένα παιχνίδι λέξεων, στο οποίο χρησιμοποιούσαν ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο ονομαζόμενο φούτσι-μόνο. Ο Μπάσο, που υπήρξε μαθητής κλασικών ποιητών των δύο σχολών (Κόφου και Ντανρέν), δημιούργησε δική του σχολή και αφιέρωσε όλη τη ζωή του στο χάι-κου. Ήταν γόνος μιας μεγάλης οικογένειας σαμουράι και, λόγω κάποιου γεγονότος που του δημιούργησε μεγάλη λύπη, αποσύρθηκε σε βουδιστικό μοναστήρι. Αργότερα, μελέτησε πολλούς Ιάπωνες ποιητές, ταξίδεψε πολύ και υπήρξε, μέχρι του θανάτου του, πλάνης-ποιητής, γι’ αυτό και ονομάστηκε αργότερα ο «Άγιος Φραγκίσκος της Ιαπωνίας».

Ο Μπάσο ανύψωσε το χάι-κου σε μεγάλο φιλολογικό είδος. Το απελευθέρωσε από την τυπικότητά του και του προσέδωσε πνεύμα περισσότερο σοβαρό και ανθρώπινο, ώστε στο χάι-κου εκείνο που μετράει να είναι η ίδια η λέξη. Κάθε λέξη είναι καλοζυγισμένη, έχει τη δική της βαρύτητα. Από τις λίγες λέξεις του χάι-κου ξεκινά και εκτείνεται ένας ολόκληρος κόσμος ονειροπολήσεων και μέθεξης του αναγνώστη, ο οποίος καλείται σε μια δημιουργική ανάπλαση.

Ο Μπάσο μας μεταδίθει το αίσθημα της μοναχικότητας («είμαι μόνος και γράφω για τη δική μου χαρά», έγραφε στο έργο του Σάγκα-νίκι), αλλά με τη μοναχικότητα αυτή μας εισάγει στην έννοια της επανεύρεσης της αληθινής θέσης του ανθρώπου στο Σύμπαν, σε ενότητα μέσα στο Σύμπαν, οδηγώντας μας, έτσι, στην αρχέγονη σιγή.

 

Η άπυλη πύλη

Η λιτή, πυκνή απ’ τη μία και αφαιρετική απ’ την άλλη, διατύπωση νοημάτων σε τρίτο πρόσωπο κατά κανόνα, είναι η πρώτη διαπίστωση της εσώτερης φιλοσοφίας των χάι-κου. Ο,τι λέγεται με ένα χάι-κου, λέγεται με τρόπο απλό—προσοχή, όχι απλοϊκό!—ήρεμο, νηφάλιο, σαν να βλέπει κανείς την πραγματικότητα με τα απροκατάληπτα, τα ψυχρά μάτια της πραγματικότητας.

Το χάι-κου δεν έχει να διδάξει κάτι. Δεν εμπεριέχει ηθικό διδακτισμό, όπως συνήθως συμβαίνει με τα φιλοσοφικά αποφθέγματα, τα ρητά και γνωμικά της αρχαίας Εγγύς Ανατολής (όπως π.χ. του Πταχοτέπ ή Αμένε-νό-πε της αρχαίας Αιγύπτου (2η π.Χ. χιλιετία), της εβραϊκής-βιβλικής γνωμολογίας (π.χ. παροιμίες Σολομώντος, Ιώβ, Εκκλησιαστής) ή του Αραμαίου Αχικάρ (6ος αι. π.Χ.). Ούτε μοιάζουν με αυτά της αρχαίας Ελλάδας και της λατινικής φιλολογίας, φυσικά, τύπου γνωμικών των σοφών της αρχαίας Ελλάδας (Επτά Σοφών, Ηράκλειτου κ.λπ.), αλλά ούτε και των λυρικών επιγραμματικών ποιητών (Σαπφώς, Σιμωνίδη, Μίμνερμου κ.ά.).

Το χάι-κου έχει να πει κάτι, υποβάλλοντας τον αναγνώστη στη διαδικασία τού να δει μέσα απ’ τα μάτια, μέσα από την εσώτερη «οπτική» του ποιητή. Γι’ αυτό και η ποίηση των χάι-κου ονομάστηκε «ποίηση των ζωντανών λεκτικων εικόνων», αφού ο τεχνουργός, ο λεπτουργός μάλλον αυτής της θαυμάσιας τεχνικής, μπορεί να μεταδώσει παραστατικά, ανάγλυφα, έναν ολόκληρο κόσμο με δύο-τρεις αδρές πινελιές… Ασφαλώς, τα χάι-κου εμπεριέχουν το στοιχείο της υποκειμενικότητας, της υποκειμενικής θέασης του πράγματος και την in abstract απεικόνιση του στιγμιαίου συναισθήματος-βιώματος του ποιητή.

Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι το χάι-κου δεν ορίζεται εύκολα αφού, άλλωστε, ό,τι ορίζεται περιορίζεται. Μορφικά, εξωτερικά, ορίζεται ως τρίστιχο με 5-7-5 συλλαβές. Εσωτερικά όμως, μεταδίδει την ακαριαία πύκνωση ενός συναισθήματος, ενός βιώματος, μιας εσωτερικής καταστάσεως και τη μετατροπή του σε εικόνα λεκτική. Συλλαμβάνει ένα γεγονός χωρίς να το ερμηνεύει φιλοσοφικά, χωρίς να θέλει να του προσδώσει κάποιο ιδιαίτερη σημασία, πραγματιστική, αλληγορική, μεταφορική κ.ο.κ. Έτσι, ποτέ δεν περιγράφει ούτε αφηγείται, απλώς μεταδίδει το στιγμιαίο φτερούγισμα.

Αυτό το στιγμιαίο, το δευτερόλεπτο ίσως, είναι η ποιητική στιγμή του βουδιστικού Ζεν, της φιλοσοφίας δηλαδή, του ζάζεν, της διανοητικής εκείνης ενατένισης με την οποία κάποιος αποκτά γνώση, αυτοδιαφωτίζεται, επιτυγχάνοντας την «κένωση του νου» από τις αντιθέσεις του κόσμου, διότι βλέπει «αυτό που δεν βλέπει» το μάτι το αμύητο, το μάτι το αγύμναστο του κοινού θεατή. Το χάι-κου είναι ένα συνηθισμένο είδος ποίησης Ζεν. Και το

Ζεν, στην ουσία του, είναι η τέχνη τού να βλέπεις μέσα στη φύση της ύπαρξής σου. Δείχνει το δρόμο απ’ τη σκλαβιά στην ελευθερία… Μπορούμε να πούμε ότι το Ζεν απελευθερώνει όλες τις δυνάμεις που, κανονικά και φυσιολογικά, βρίσκονται μέσα στον καθένα μας και που, συνήθως, είναι εξαρθρωμένες και διαστρεβλωμένες, έτσι που δεν βρίσκουν κανάλι για δραστηριότητα… Αντικείμενο του Ζεν, λοιπόν, είναι να μας εμποδίσει να γίνουμε τρελοί ή ανάπηροι… Γενικά, κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι κατέχουμε όλες τις απαραίτητες ιδιότητες, που θα μας κάνουν ευτυχισμένους και ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο… Υπάρχει κάτι αναζωογονητικό όταν κατέχετε το Ζεν. Το λουλούδι της άνοιξης θα φαίνεται πιο όμορφο κι ο χείμαρρος του βουνού θα τρέχει πιο δροσερός και διαφανής (Σουζούκι).

Το τι μπορεί να επιτύχει κανείς με τη σοφία του Ζεν-Βουδισμού, μας το λέει το επόμενο έξοχο τρίστιχο:

Λύγισε για να ισιώσεις
Άδειασε για να γεμίσεις
Υποχώρησε για να υπερισχύσεις!

Γιατι το Ζεν είναι η εσωτερική αφύπνιση που προϋποθέτει αυτογνωσία. Μ’ αυτό πραγματοποιείται ένα είδος άλματος όχι στο εξωτερικό, αλλά στο εσωτερικό του εαυτού μας.

«Φτάνουμε στην άλλη όχθη του ωκεανού του Όντος, μέσα στο κέντρο του ίδιου του εαυτού μας». Το Ζεν υπογραμμίζει, όπως έκανε και ο γιος του Σωφρονίσκου, ο Σωκράτης, την ανάγκη τού «γνώθι σαυτόν», με σκοπό να πραγματωθεί μια ψυχολογική ωριμότητα, παράλληλα με τις όποιες τεχνολογικές προόδους της ανθρωπότητας. Η εσωτερική χαλάρωση μέσα στην εξωτερική δραστηριότητα. Ιδού! Ένα από τα μυστικά επιτυχίας του Ζεν. Ζεν σημαίνει «να διατηρείς την ηρεμία σου, όταν γύρω σου επικρατεί τρικυμία».

Επιτυχώς περιγράφηκε, ως διδασκαλία, «χωρίς γραφές, πέρα από τις λέξεις», που, μέσα απ’ την αυτοέρευνα, την αυτοπειθαρχία και τη λιτότητα, οδηγεί το άτομο στη φώτιση, στην απελευθέρωση του νου του. Έτσι το Ζεν, όπως θεμελιώθηκε από τον πρώτο Πατριάρχη του γύρω στα 520 μ.Χ. στην Κίνα, τον σιωπηλό Μποντιντάρμα (κι απλώθηκε μετά από γενιά σε γενιά με τους διαδόχους του και στην Ιαπωνία, γύρω στο 1200 μ.Χ.) μπορεί να θεωρηθεί η «άπυλη πύλη» που όταν κανείς την περάσει, περπατάει λεύτερα ανάμεσα σ’ ουρανό και γη.

Με το Ζεν-διαλογισμό δεν επιτυγχάνεται παρά το άδειασμα του νου από τις απατηλές ατομικές ή κοινωνικές κατασκευές, που φυλακίζουν τον άνθρωπο μέσα σε αντιθέσεις και τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Σ’ αυτό κατατείνει και η περίφημη ποίηση των χάι-κου.

 

Η θεϊκή αγάπη του ποιητή

Στόχος του χάι-κου δεν είναι κανείς άλλος, παρά να εντυπώσει μιαν αληθινή βιωματική στιγμή στην καρδιά του αναγνώστη με την ταχύτητα ενός βέλους που βρίσκει το στόχο του, με μια λάμψη ενός διάττοντος αστέρος που διαλάμπει για λίγο στο στερέωμα του ουρανού και, ύστερα, απότομα σβήνει. Ο κόσμος των χάι-κου λειτουργεί σαν «σατόρι», σαν ένας καθρέπτης. Δεν κρατάει τίποτα μέσα του. Απλώς, ανακλά το περιεχόμενό του. Αυτή η φιλοσοφία του άδειου-γεμάτου εμφανίζεται στο χάι-κου, που μας λέει:

Χωρίς το άδειο
πώς θα ’τανε γεμάτο
το γεμάτο;

Η οπτική του «σατόρι» βοηθά το άτομο, ώστε όλες οι πνεύματικές του δραστηριότητες να λειτουργούν με ένα διαφορετικό «κλειδί» που είναι πιο ικανοποιητικό, πιο γαλήνιο, πιο γεμάτο από χαρά. Η άρση των όποιων αντιθέσεων επιτυγχάνεται μέθα σε μια ανώτερη κατάφαση και συμφιλίωση του κόσμου.

Παρακάτω, δίνω μερικά ακόμα δείγματα χάι-κου που βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω από τη συλλογή μου Τρίστιχα και χάι-κου:

Χωρίς φως ίχνη
Το λυχνάρι της μνήμης
κρυφανάβω.

Δρόμοι ύποπτοι
μειδιούν μπροστά μου.
Αμέτοχος μένω.

Με τα λόγια της ματιάς σου,
χτύπα με!
Λουλούδι θ’ ανθίζει η σιωπή μου.

Έξω κοιτάζω.
Σκοτάδι της νύχτας
Μέσα μου λάμπω.

Για να καταλάβει κανείς, να προσεγγίσει έστω την ποίηση των χάι-κου, χρειάζεται πρωτίστως να «αδειάσει» για να «γεμίσει». Να γεμίσει όχι με σκέψεις βαρύγδουπες και διανοήματα και φιλοσοφήματα για τους «γεγυμνασμένους νόας» και φληναφήματα δυτικής επινόησης και επιρροής, αλλά με την εικόνα-σκέψη που είναι το απόσταγμα μιας εμπειρίας φευγαλέας. Το δευτερόλεπτο αυτό που διακράτησε ό,τι διακράτησε ποιητικά, είναι η ποιητική στιγμή του «Ζεν» συμπαγής, διαυγής, καθαρή, χωρίς συμπεράσματα, που σε κάνει να νιώθεις τον κόσμο σαν «διαυγή αιωνόβια παρουσία». Τα ωραία χάι-κου του μεγάλου Γιαπωνέζου Χάι-καϊστή Ματσούο Μπάσο όπως:

Για δοκιμή θα ξεπλύνω
τη σκόνη αυτού του κόσμου
με τις σταλίτσες της δροσιάς.

Κάνε με πιο μοναχό
με το τραγούδι σου,
κούκε του δάσους.

Χειμωνιάτικη μέρα,
πάνω στ’ άλογό μου
παγωμένος ίσκιος.

Ο παλιός βάλτος:
πηδάει ένας βάτραχος μέσα
Ω!-ήχος νερού.

είναι έξοχα δείγματα αυτής της απαράμιλλης τεχνικής τού να πυκνώνει κανείς αφαιρετικά και να αποδίδει το συναίσθημα που Προκύπτει από τη θέαση ενός φυσικού στοιχείου, μιας οποιασδήποτε εκδήλωσης της φύσης.

Κατά παράδοση, κάθε χάι-κου περιέχει το όνομα μιας εποχής του χρόνου ή κάποια λέξη που φανερώνει την εποχή. Η λέξη χιόνι φέρνει στο νου του αναγνώστη το χειμώνα. Διαβάζοντας κανείς για το βάτραχο ή τον ανθό σκέπτεται την άνοιξη κ.λπ. Γι’ αυτό τα περισσότερα χάι-κου γύρω από τη φύση έχουν να κάνουν με «φυσικά στοιχεία και φυσικά φαινόμενα όπως τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα λουλούδια, τα βουνά, τα πουλιά. Όλα μια ενότητα απέραντη, που τα διαχωρίζει στιγμιαία το ποιητικό μάτι και τα ξαναενώνει, με μιαν όραση μακρο-μικρο-σκοπική. Και με μια λεκτική πυκνότητα αξιοθαύμαστη.

Επίστρέφοντας ξανά στις ρίζες του Ζεν-Βουδισμού απ’ τις οποίες είναι διαποτισμένη η ποίηση των χάι-κου, καταλαβαίνουμε ότι ο τρόπος προσέγγισης της φύσης, ή ενός έστω στοιχείου της, είναι να μπεις μέσα στο ίδιο το αντικείμενο και να το δεις όπως θα ήταν από μέσα. Για να γνωρίσεις π.χ. ένα λουλούδι, πρέπει να γίνεις λουλούδι, να είσαι λουλούδι, ν’ ανθίζεις σαν λουλούδι και να χαίρεσαι σαν λουλούδι τη λιακάδα ή τη βροχή. Γνωρίζοντας όμως το λουλούδι, γνωρίζεις έτσι καλύτερα τον εαυτό σου. «Ο τρόπος του Ζεν διαφυλάει τη ζωή σαν ζωή, δεν την αγγίζει κανένα χειρουργικό μαχαίρι», λέει επιγραμματικά σχεδόν ο Σουζούκι. Οι Γιαπωνέζοι Χαϊ-καϊστές με επικεφαλής το μεγάλο Μπάσο είναι, κατεξοχήν, ποιητές της φύσης. Αγαπάνε τη φύση τόσο πολύ, που νιώθουν ένα μ’ αυτήν, αισθάνονται το σφυγμό που χτυπάει μέσα στις φλέβες της! Όταν ο Μπάσο γράφει σ’ ένα χάι-κου

Όταν κοιτάζω προσεχτικά
βλέπω ν’ ανθίζει η ναζούνα
στο φράχτη

δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να εκφράζει τον ειλικρινή του θαυμασμό στην ταπεινοφροσύνη και την ανεπιτήδευτη ομορφιά ενός άγριου φυτού. Ο ποιητής, με τη βαθιά ποιητική του ματιά, «κοιτάζει προσεχτικά», πράγμα που σημαίνει ότι το λουλούδι αποκτά, μέσα απ’ τα λόγια του Μπάσο, συνείδηση του εαυτού του και σιωπηλά, αλλά εύγλωττα εκφράζει τον εαυτό του: ανθίζει! Κι ο Μπάσο με το ποιητικό του μυαλό, το θρησκευτικο-μυστικιστικό, αμέσως ένιωσε θεϊκή αγάπη γι’ αυτό, γιατί ένιωθε επίσης ότι, σε κάθε φυλλαράκι του άγριου χόρτου, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει όλα τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα. Έτσι, απ’ αυτή την άποψη και σ’ αντίθεση με τά δυτικά μυαλά, ο Γιαπωνέζος Χαϊ-καϊστής έχει το χάρισμα ν’ ανακαλύπτει σε ασήμαντα και μικροπράγματα το μεγάλο (Σουζούκι).

Ιδού μερικά διαμάντια άλλων έξοχων Χαϊ-καϊστών, όπου φαίνεται μια συμφωνία, μια αρμονία μεταξύ του πνεύματος του ποιητή και του θεάματος της φύσης.

Πυγολαμπίδες
που μπαίνετε στο σπίτι μου
μην το περιφρονείτε.
Ίσσα (1763-1827)

Ιερές νύχτες
μεσ’ απ’ τις μάσκες
άσπρες ανάσες χορευτών.
Κικάκου (1661-1707)

Τα φύλλα πέφτουν
το ένα πάνω στο άλλο
η βροχή χτυπάει τη βροχή.
Κοτζίκου

Ένα πεσμένο άνθος
ξανανέβηκε στο κλαδί!
Όχι, ήταν η πεταλούδα.
Μοριτάκε

Στην καρδιά του δάσους
ο δρυοκολάπτης
και το τσεκούρι του ξυλοκόπου.
Μπουσόν

Πάγος και νερό με
λυμένες διαφορές
ξαναγίνονται φίλοι.
Τεϊσίτσου

Στη βάρκα
το φως του μεσοφέγγαρου
στα γόνατά μου.
Τάιγκι (1709-1772)

Η μακριά νύχτα
ο ήχος του νερού
λέει αυτό που σκέφτομαι.
Κοτζίκο

Ω! πεταλούδα που κοιμάσαι
ξύπνα, ξύπνα,
φίλη μου θα σε κάνω.
Μπάσο (1644-1694)

Στα όψιμα άνθη της κερασιάς
Η άνοιξη που φεύγει
κοντοστέκεται.
Μπουσόν

Με κάθε πέταλο που πέφτει
τα κλαδιά της δαμασκηνιάς
γεράζουν.
Μπουσόν

Νυχτερινή πορεία
το χιόνι πέφτει
αποχαιρετώντας το χρόνο.
Σαρά

Εδώ, βέβαια, μόλις είναι ανάγκη να ειπωθεί ότι η λακωνικότητα, η λεπτότητα της έκφρασης και οι λεπτές αποχρώσεις νοημάτων δεν αποδίδονται πάντα επιτυχώς από τη μετάφραση, όσο επιτυχής κι αν είναι αυτή. Ο μεταφραστής, πολλές φορές, γίνεται ακούσιος προδότης της μορφής, του κάλλους και του νοήματος του λεπτουργήματος αυτού που λέγεται χάι-κου. Ο Δρ. Ρ. X. Μπλάιθ, που θεωρείται αυθεντία στην ποίηση χάι-κου, εξηγεί τη δύναμη αυτής της ποιητικής:

Κάθε πράγμα αντανακλά το νόμο (Ντάρμα) ασταμάτητα, αλλά ο νόμος αυτός δεν είναι διαφορετικός από το ίδιο το πράγμα. Η ποίηση χάι-κου είναι η αποκάλυψη του γεγονότος αυτού, με το να μας παρουσιάζει τα πράγματα, χωρίς διανοητικές διαστρεβλώσεις και συναισθηματικούς χρωματισμούς ή, καλύτερα, με το να μας δείχνει τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι. Ταυτόχρονα και μέσα και έξω από το νου μας. Παρουσιάζει τους εαυτούς μας αξεχώριστα δεμένους με το αντικείμενο και το αντικείμενο στην αρχική του ενότητα με τους εαυτούς μας.

Το χάι-κου ανακλά χίλιες καταστάσεις συναισθηματικές χωρίς να υποβάλλει απορίες στο μυαλό, χωρίς να σου υποβάλλει το γιατί ή «μετά από το γιατί, το τι;». Η περαιτέρω αιτιολόγηση ή ανάλυση ή αναγωγή επιβαρύνει και «μολύνει», μάλλον, σπιλώνει την ωραιότητα του χάι-κου, το οποίο μοσχοβολά σαν ένα άνθος που δεν γνωρίζει ότι μοσχοβολά! Είναι ο αρτιότερος ίσως ποιητικός λόγος. Πολλά απ’ τα χάι-κου είναι ζωγραφιές της αργής ζωής, ζωγραφιές ολιγόλογες έως σιωπηλές «νεκρές φύσεις» που αποκτούν ψυχή, που περνούν, χαϊδεύουν, όπως ο άνεμος το σκιάχτρο, και πάνε αφήνοντας πίσω «τη γαλήνη του χειμώνα, την τρυφερότητα της άνοιξης, τη νοσταλγία του καλοκαιριού, τη μελαγχολία του φθινοπώρου» (Ηλίας Γκούμας).

Κιόλας τέσσερις η ώρα…
εννιά φορές σηκώθηκα
το φεγγάρι να θαυμάσω.

Η φωτιά τρεμοσβήνει
προχωρημένη νύχτα.
Χτύποι στην πόρτα.

Κάτω απ’ το χειμωνιάτικο φεγγάρι
ο άνεμος του ποταμού
ακονίζει τους βράχους.

Ο χειμωνιάτικος άνεμος φυσάει
τα μάτια των γατιών
ανοιγοκλείνουν

θα μας πει απέριττα ο ποιητής. Κι ο αναγνώστης αναπλάθει με τη φαντασία του ό,τι είδε το διαισθητικό, το ποιητικό μάτι του Χάι-καϊστή.

Όπως είπε ο μεγάλος Γάλλος ποιητής Paul Valéry για τα χάι-κου, όπως τα ενσάρκωσε και τα εξέφρασε ο Ματσούο Μπάσο, «το χάι-κου είναι το σχήμα ενός στοχασμού τόσο απόλυτα απλού και χαριτωμένου που τον μετατρέπει σε ρίγος, σε ψίθυρο και σε άρωμα πνοής ζέφυρου».

Αυτό είναι λοιπόν το χάι-κου. Είναι το τρίστιχο, που έχει απελευθερωθεί από κάθε άχρηστο, από κάθε περιττό υλικό. Ο ποιητής έχει κατακάψει το περιττό λίπος της σκέψης και το μορφικό στοιχείο μένει σαν σκελετός, σαν σκαρί βάρκας έτοιμο να υποβάλει στη δική του σκέψη το βίωμα του ποιητή, τη συμπυκνωμένη συγκίνηση. Είναι αυτό «το λίγο που το καθιστά περισσότερο», σύμφωνα με έναν εύστοχο αφορισμό του Robert Browning. Ενώ το μυαλό του δυτικού ανθρώπου (επιστήμονα κυρίως, καλλιτέχνη λιγότερο) είναι επαγωγικό, οργανωτικό, δογματικό-απορριπτικό, το μυαλό του ανατολίτη στοχαστή-ποιητή είναι συνθετικό-αφαιρετικό, υποκειμενικό, ασυστηματοποίητο. Αγαπά τη ζωή όπως είναι, μη δυσανασχετώντας γι’ αυτό που δεν είναι. Έτσι, το χάι-κου ζωγραφίζει. Είναι η απλή εικόνα που δεν έχει νόημα να έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα από αυτό που δείχνει. Εναρμονίζεται με την ύπατη αρχή του βουδιστικού Ζεν, ότι δηλαδή το υπέρτατο νόημα είναι να μην αναζητάς παντού νόημα. Αλλά να ζεις αυτό που ζεις και να το απολαμβάνεις. Μας το λέει με απαράμιλλο τρόπο το επόμενο χάι-κου του Μπάσο:

Πόσο είναι αξιοθαύμαστος
Εκείνος που δεν σκέφτεται
Σαν να βλέπει μιαν αστραπή!

Στο σημείο αυτό μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω έναν παράξενο συσχετισμό, που ένας άγνωστος παρατηρητής έκανε ανάμεσα στη γυναικεία μυστηριώδη φύση και το μυστήριο του χάι-κου:

Κάθε γοητευτική γυναίκα μοιάζει με χάι-κου. Είναι ελεύθερη, χωρίς κανένα περιορισμό, την καταλαβαίνεις καλά, αλλά κρύβει ό,τι σημαίνει, είναι αυτοσχέδια κι ωστόσο φαντασμαγορική, είναι μοναδική αν και είναι πολύ απλή και νομίζεις ότι μπορείς εύκολα να τη μιμηθείς, όμως πλανάσαι. Θα τα καταφέρεις τόσο καλά, όσο και αν αποπειραθείς να διαβάσεις τη γιαπωνέζικη γραφή.

Ο μεγάλος διανοητής και σημειολόγος Roland Barthes σημειώνει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις γύρω από τη φιλοσοφία των χάι-κου:

Το χάι-κου δεν είναι μια πλούσια σκέψη που περιστέλλεται σε μια συνοπτική μορφή, αλλά ένα σύντομο γεγονός που βρίσκει μονομιάς τη σωστή του μορφή… Η ορθότητα του χάι-κου (που δεν είναι καθόλου πιστή αναπαράσταση του πραγματικού, αλλά αντιστοιχία σημαίνοντος και σημαινομένου, κατάργηση των περιθωρίων, των προεξοχών και των σχισμών που, συνήθως, υπερβαίνουν ή διατρυπούν τη σημασιολογική συσχέτιση ή ορθότητα αυτή) έχει προφανούς κάτι το μουσικό (μουσική των νοημάτων, και όχι κατ’ ανάγκην των ήχων): το χάι-κου έχει την καθαρότητα, τη σφαιρικότητα, ακόμα και την κενότητα μιας μουσικής νότας… διεγείρει τον πόθο: πόσοι και πόσοι δυτικοί αναγνώστες δεν ονειρεύτηκαν να περιφέρονται στη ζωή μ’ ένα καρνέ στο χέρι σημειώνοντας εδώ κι εκεί «εντυπώσεις» που η συντομία τους είναι εχέγγυο της τελειότητας, που η απλότητά τους θα πιστοποιεί τη βαθύτητα… Έχετε το δικαίωμα, λέει το χάι-κου, να είστε ασήμαντος, λιγόλογος, συνηθισμένος. Κλείστε αυτό που βλέπετε, αυτό που νιώθετε μέσα σ’ ένα πενιχρό ορίζοντα από λέξεις και θα προκαλέσετε το ενδιαφέρον… με λιγότερο κόπο, η γραφή σας θα είναι πλήρης. Μπορούμε να πούμε ότι το συλλογικό σώμα των χάι-κου είναι ένα πλέγμα διαμαντιών που μέσα του κάθε διαμάντι αντανακλά όλα τα άλλα. Στο χάι-κου αναγνωρίζουμε μιαν επανάληψη δίχως αρχή, ένα συμβάν δίχως αιτία, μια μνήμη δίχως πρόσωπο. Αυτό που εξαφανίζεται μέσα στο χάι-κου είναι οι δύο βασικές λειτουργίες της κλασικής μας (χιλιόχρονης) γραφής: από τη μια μεριά, η περιγραφή κι από την άλλη μεριά, ο ορισμός. Χωρίς να περιγράφει αλλά και χωρίς να ορίζει, το χάι-κου (η χαρακιά) αναπαράγει τη δηλωτική κίνηση του μικρού παιδιού που δείχνει με το δάχτυλο οτιδήποτε… λέγοντας μόνο: αυτό!… τίποτα το ιδιαίτερο λέει το χάι-κου, σύμμορφα με το πνεύμα του Ζεν… σαν μια χαριτωμένη μπούκλα, τυλίγεται πάνω στον εαυτό του.

 

Το δένδρο του κόσμου

Απ’ αυτά που ειπώθηκαν, μπορεί νομίζω ο αναγνώστης να καταλάβει γιατί η ποίηση των χάι-κου τα τελευταία χρόνια διαδίδεται συνεχώς, όχι μόνο στη Δύση, αλλά παγκοσμίως. Σαν ένα δένδρο, που οι ρίζες του είναι βαθιά στη γη «του ανατέλλοντος Ηλίου», αλλά τα κλαριά του αγκαλιάζουν όλη την οικουμένη. Λυτό ως συνέπεια και της διάδοσης της τεχνικής του Ζεν-Βουδισμού που, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπτύχθηκε αλματωδώς στη Δύση σε τέτοιο σημείο, ώστε να γίνει σημαντικός παράγοντας στην υγεία και την τέχνη. Ο μυστικισμός του Βουδισμού μέσω του Ζεν βρήκε την έκφρασή του σε διάφορες τέχνες και τεχνικές, όπως ανθοκομική, διακόσμηση, ζωγραφική με μελάνι, κηπευτική, καλλιγραφία κ.ά.

Σε πολλές χώρες έχουν ιδρυθεί και εταιρίες χάι-κου. Είναι αξιοσημείωτο να ειπωθεί εδώ ότι, όταν οι ιαπωνικές αερογραμμές οργάνωσαν ένα διαγωνισμό χάι-κου στις Η.Π.Α. το 1964, έλαβαν πάνω από 40.000 συμμετοχές! Χάρη στην απλότητα και ωραιότητά του, το χάι-κου αποτελεί για πολλούς, ακόμη και για μικρούς μαθητές και προνήπιους ηλικίας τρία-πέντε χρονών, μια ωραία άσκηση για να μαθαίνουν να εκφράζονται με ομορφιά και συντομία και να ευαισθητοποιηθούν περισσότερο με την ομορφιά και την αρμονία της φύσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος ποιητής Ezra Pound ασχολήθηκε εκτεταμένα με την ποίηση των χάι-κου και δέχθηκε ευεργετικά την επίδρασή τους, ούτε ότι και ο δικός μας νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης και άλλοι καταξιωμένοι ποιητές έγραψαν ποίηση με χάι-κου.

Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Να ’ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.
                                      Γιώργος Σεφέρης

Όπως έγινε φανερό, είναι ασφαλώς δύσκολο είδος ποίησης, αφού το περιεχόμενο των χάι-κου είναι αντιστρόφως ανάλογο με τον όγκο τους. Λένε πολλά με λίγα. Λόγω του ότι πολλά χάι-κου έχουν θεματική τους τη φύση, την ομορφιά της και την ενοποίηση του ανθρώπου με αυτήν, μπορεί από μια άποψη να ειπωθεί ότι η ποίηση των χάι-κου συμβάλλει στην πολιτιστική παγκοσμιοποίηση.

Η ποίηση των χάι-κου μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά στην ανάσχεση της οικολογικής μόλυνσης και καταστροφής, που επαπειλεί την ανθρωπότητα, αφού δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία για τη φύση και θεωρεί τον άνθρωπο μέρος της, όχι δυνάστη της όπως τον θέλει ο τεχνοκρατούμενος δυτικός πολιτισμός.

Βέβαια, τελευταία, παρατηρείται και μια τάση αποδέσμευσης από την αυστηρή εξωτερική μορφή των 5-7-5 συλλαβών. Όπως και μια απομάκρυνση από τη φιλοσοφία του Ζεν που, συνήθως, ενσωματώνουν. Η θεματική τους διευρύνεται, αφού τα χάι-κου αναφέρονται, πλέον, σε διάφορα θέματα της καθημερινής ζωής. Όσο όμως και να αποδεσμευτεί εξωτερικά το χάι-κου, δεν αποδεσμεύεται εσωτερικά. Διότι το εσωτερικό στοιχείο της αφαίρεσης-πύκνωσης, της ματιάς που βλέπει και απεικονίζει και υποβάλλει, είναι και η εσωτερική φιλοσοφία του.

Το χάι-κου είναι γραμμένο «μόνο και μόνο για να είναι γραμμένο». Είναι η φιλοσοφία του «άδειου», που σε κάνει να ζεις στιγμιαία το γεμάτο και σε οδηγεί, τελικά, στη σιωπή. Γιατί, τελικά, η σιωπή θραύει το ξίφος του λόγου. «Όπως το νερό που φτάνει σε κατάσταση ισορροπίας δεν κυλάει, έτσι και ο άνθρωπος που φτάνει σε εσωτερική ισορροπία δεν μιλάει».

 

Βιβλιογραφία

  • Γραμμένος, Ευάγγελος (μετ.), Βουδισμός Ζεν, Τύπος και Ουσία, Μπουκουμάνης 1977
  • Καφτεράνης, Χρηστός & Γκούμας, Ηλίας, Χάι-κου, Cigale, Θεσσαλονίκη 1997
  • Mc Mullan, Jim & Levin, Michael, Ζεν, μια Στιγμή Φώτισης, Έσοπτρον, Αθήνα 2001
  • Μπαρτ, Ρόναλντ, Η Επικράτεια των Σημείων, Εκδόσεις Ράππα 1984
  • Σαβίνα, Ζωή (επιμ.), Παγκόσμια Ανθολογία Χαϊκού, Αθήνα 2002
  • Σκαρτσής, Σωκράτης, Χάι-κου και Σέρνιου, Καστανιώτης 1990
  • Σκαρτσής, Σωκράτης, Ζεν, μια Γιαπωνέζικη Μορφή της Γνώσης, Καστανιώτης 1990
  • Σουζούκι, Ντ. Τ., Ζεν Βουδισμός και Ψυχανάλυση, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1979
  • Τσινικόπουλος, Δημήτρης, Τρίστιχα και Χάι-κου, Εκδόσεις Ίθμων 2001
  • Χάρμα, Μποντ Χιντ, Η Διδασκαλία του Ζεν, Πύρινος Κόσμος 1993
  • Wutts, Alan, The Way of Zen, Penguin Book 1975