Επιστολή-απάντηση περί μύθων στα Ευαγγέλια

2/4/2007

 

Αγαπητό Άβατον,

Διάβασα το άρθρο του γνωστού φιλόσοφου Peter Ouspensky (1878-1947) με προσοχή και δεν κρύβω τον προβληματισμό μου και τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις μου στις θέσεις του. Φοβάμαι ότι ο Ouspensky, όσο μεγάλος στοχαστής κι αν υπήρξε, υπήρξε παιδί της εποχής του… Φαίνεται καθαρά ότι είναι επηρεασμένος από τη μυθολογική και τη θρησκειολογική σχολή που άκμασαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα.

Οι σχολές αυτές πρέσβευαν αυτά που ισχυρίζεται ο Ouspensky. Ότι στη ζωή του Χριστού όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια, υπάρχουν ινδικοί, βουδιστικοί, εβραϊκοί και ελληνικοί μύθοι….

Ο Ouspensky, θεωρεί ότι η έκφραση «υιός Θεού», είναι δανεισμένη από την ελληνική μυθολογία κατ’ αναλογίαν με τον Ηρακλή που θεωρούνταν γιος του Δία όπως και ο Αλέξανδρος ή ο Ασκληπιός γιος του Απόλλωνα. Όπως αναγράφεται, πίστευε επίσης, ότι η διδασκαλία του Ιησού περί λύτρου και θυσίας του για τον κόσμο όλο, έχει πρότυπο ή ανάλογο την ινδική μυθολογία, ότι στις παραβολές του Ιησού υπάρχει βουδιστική επιρροή, και ότι η Κυριακή προσευχή έχει πρότυπό της μια προσευχή που αναφέρει ο Σωκράτης, ίσως πυθαγόρειας προέλευσης.

Η κύρια αδυναμία αυτών των θεωριών βρίσκεται στην τεκμηρίωσή τους. Στηρίζονται απλά και μόνο σε υποτιθέμενες ομοιότητες και αναλογίες. Αν μπει όμως κανείς στον κόπο και καλοεξετάσει αυτές τις περίφημες ομοιότητες, θα διαπιστώσει αφ’ ενός μεν ότι είναι ελάχιστες και επιφανειακές αφ’ ετέρου δε ότι πίσω απ’ τις ομοιότητες υπάρχουν αβυσσαλέες διαφορές… Π.χ. δυο τυχόντες άνθρωποι πάντα ομοιάζουν αφού έχουν δύο μάτια, δύο πόδια, δύο χέρια κ.λπ. Κάποιοι μοιάζουν πολύ αναμεταξύ τους. Ωστόσο, όταν τους καλοεξετάσεις, βλέπεις αμέσως τις τεράστιες σωματικές, αλλά κυρίως τις ψυχοδιανοητικές διαφορές, που δεν σου αφήνουν καμιά αμφιβολία για τη μη κοινή προέλευσή τους και τη μοναδικότητά τους.

Η προσευχή επί παραδείγματι του Σωκράτη, δεν κάνει λόγο για τα κύρια στοιχεία της Κυριακής προσευχής που είναι: ο Θεός είναι πατέρας όλων των ανθρώπων, ο αγιασμός του ονόματός του, η αυτάρκεια και η συγχωρητικότητα και, κυρίως η έλευση της Βασιλείας του Θεού. Η βασιλεία του Θεού (ή βασιλεία των ουρανών) είναι κύρια διδασκαλία στον Ιησού και παντελώς άγνωστη στους αρχαίους φιλόσοφους. Μ’ αυτήν εννοούσε ο Ιησούς, όχι μόνον αυτό που εννοούσαν οι εβραίοι προφήτες και οι σύγχρονοί του Ιουδαίοι, δηλ. την κυριαρχία του Θεού, αλλά ότι ο ίδιος ο Ιησούς και οι οπαδοί του θ’ αποτελούσαν την βασιλεία και το νέο κόσμο του Θεού. Ήταν κάτι το χειροπιαστό που άρχισε με τον ίδιο και θα ολοκληρώνονταν εσχατολογικά.

Επί πλέον το πρότυπο της προσευχής του μπορούσε να είναι πολύ καλύτερα το Ιουδαϊκό Qandis της εποχής του, που περιείχε κάποια παρόμοια στοιχεία προσευχής και το βρίσκουμε και στο Ταλμούδ, παρά στην προσευχή του Σωκράτη-Πλάτωνα-Πυθαγόρα.

Λαθεμένη πέρα για πέρα είναι η άποψη του Ouspensky ότι στη φιλολογία του Ιουδαϊσμού δεν υπάρχει κάτι που να χρησίμευσε ως πρότυπο για τις παραβολές του Ιησού. Όχι μόνο ο Ιησούς μίλησε με παραβολές εις εκπλήρωση μεσσιανικής προφητείας (Ματθ. 13:35) αλλά το πρότυπο των παραβολών υπάρχει από την εποχή του Δαβίδ όταν ο προφήτης Νάθαν ήλεγξε με την παραβολή της αμνάδας το αμάρτημα του βασιλιά. Επιπλέον, οι έρευνες κατέδειξαν ότι οι Εβραίοι ραβίνοι στον 1ο π.Χ.-1ο μ.Χ. αιώνα, δίδασκαν με παραβολές του τύπου των παραβολών του Ιησού και ότι στη ραβινική φιλολογία υπάρχουν περίπου 4.000 παραβολές που έχουν εκπληκτική φραστική ομοιότητα με τις παραβολές του Ιησού, που αρχίζουν, με τον ίδιο τρόπο, «ομοιώθη η βασιλεία του θεού» κ.λπ., αλλά απ’ αυτές λείπει το ηθικό και πνευματικό βάθος των ευαγγελικών παραβολών, και το εσχατολογικό επίκεντρο της βασιλείας του Θεού.

Ο Ιησούς στα Ευαγγέλια ελάχιστα αναφέρεται ως «υιός Θεού». Αναφέρεται κυρίως, γύρω στις 80 φορές, ως «υιός ανθρώπου», τίτλος καθαρά μεσσιανικός που τον βρίσκουμε στο βιβλίο του Δανιήλ 7:13, για τον Μεσσία.

Ο ίδιος αυτοαποκαλείται «υιός ανθρώπου», για να δείξει τη αυτοσυνειδησία του ως Μεσσία-υιού Θεού, όπως υπάρχει και στους Ψαλμούς και αλλού (Ψαλμ. 2, 45, Ησ. 9:2-7, Ησ. 11, Ιεζ. 34:23). Όλες οι μαρτυρίες δείχνουν ότι λειτουργούσε ως ο εσχατολογικός προφήτης της Ιουδαίας στο πρόσωπο του οποίου εκπληρωνόταν όλες οι υποσχέσεις των προλαλησάντων Εβραίων προφητών.

Τίποτα δεν αποδεικνύει, ότι ο Ιησούς πίστευε ότι ο κάθε άνθρωπος μπορούσε να γίνει υιός Θεού σαν κι αυτόν με κυριολεκτική έννοια. Με την γενική έννοια όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Μόνον αυτός όμως ήταν με ειδική-κυριολεκτική: Ως προϋπάρξας Λόγος, ο μονογενής υιός που στον κόλπο του πατρός που προϋπήρχε και έζησε μετά το θάνατό του στα δεξιά του πατρός. Αυτή ήταν η δική του πίστη και των μαθητών του.

Τελικά, αν υπήρξαν τέτοιες επιδράσεις μυθολογικές στα Ευαγγέλια, το ερώτημα είναι: Πότε, πού και πως και γιατί έγιναν αυτές οι «εισαγωγές» των μυθικών στοιχείων στα Ευαγγέλια. Είναι γνωστό σήμερα μετά από διονυχιστικές έρευνες και την ανακάλυψη δεκάδων χειρογράφων και άλλων ανακαλύψεων, ότι οι συγγραφείς των Ευαγγελίων, ήταν Ιουδαίοι που έγραψαν μεταξύ του 50-80 μ.Χ. κάπου στην Παλαιστίνη για τους Χριστιανούς. Και μάλιστα οι Ματθαίος-Ιωάννης, αυτόπτες μάρτυρες της ζωής του Ιησού.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Πώς έφτασαν σ’ αυτούς και ιδίως στον Ιησού αυτοί οι ινδικοί και βουδιστικοί αλλά και ελληνικοί μύθοι και ενσωματώθηκαν μέσα στη διδασκαλία του, σαν ο Ιησούς να μην είχε τίποτα το πρωτότυπο να πει… Αυτό πρέπει να καταδειχτεί με συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, με μαρτυρίες και αποδείξεις και όχι με υποθέσεις με βάση κάποιες ομοιότητες. Οι ομοιότητες δεν αποδεικνύουν τίποτα.

Είναι δε, πολύ πιθανόν όπως δέχονται οι θρησκειολόγοι (Ευάγγελος Σδράκας κ.ά.) κάποιες αναλογίες και ομοιότητες μεταξύ της ζωής του Ιησού και του Βούδα ή του Κρίσνα να έγιναν με αντίστροφο τρόπο. Δηλ. να εισήλθαν στο Βουδισμό πολύ αργότερα όταν τον 1ο ή 2ο αι. μ.Χ. οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι κήρυξαν στην Ινδία.

Ο Helmuth von Glasenapp στην Παγκόσμια ιστορία των Θρησκειών, σελ. 332, 333 σημειώνει τα εξής: «Φαίνεται πολύ λίγο αληθοφανές να είχε γνωρίσει κατά κάποιο τρόπο ο Ιησούς την ινδική σοφία και να είχε επηρεαστεί απ’ αυτήν… Στη διδαχή του δεν βρίσκομε τίποτε που να συμφωνεί με τη διδαχή των Βουδιστών… Αντίθετα, οι έννοιες που είχε ο Χριστός για το Θεό, τον κόσμο και την ψυχή, είναι τόσο διαφορετικές από των Βουδιστών, που δεν μπορεί καν να γίνει λόγος πώς προέρχονται απ’ αυτές…»

Επιπλέον, ο Ιησούς δίδασκε σε Ιουδαίους μονοθεϊστές που είχαν το Νόμο τους, τους προφήτες τους τα ιερά τους βιβλία, την Π.Δ. και τους ραββίνους δασκάλους. Ήταν φανατικοί στην προσήλωση των παραδόσεών τους. Πως θα μπορούσε λοιπόν ο Ιησούς να διδάσκει πράγματα καινοφανή και ξένα σ’ αυτούς, εάν καθ’ υπόθεση εισήγαγε ελληνικές, ινδουιστικές και βουδιστικές διδασκαλίες; Πώς θα μπορούσαν να τον καταλάβουν, ακόμα και οι μαθητές του; Είναι ένα ακόμη μυστήριο, σε περίπτωση αποδοχής των θεωριών του Ouspensky, που… θεωριολογεί χωρίς να αποδεικνύει.

Στην πραγματικότητα ο Ιησούς και οι μαθητές του, σε δεκάδες περιπτώσεις αναφέρονταν και παρέπεμπαν στα βιβλία της Π.Δ. με τις λέξεις «είναι γεγραμμένον» ή τούτο εγένετο για να πληρωθεί η Γραφή». Τα λόγια του Ιησού περιέχουν γύρω στις 80 φορές αναφορές και υπαινιγμούς στην Π.Δ. Αυτό αποδεικνύει ότι ο Ιησούς ως Ιουδαίος μιλώντας σε Ιουδαίους, χρησιμοποιούσε γνωστές πηγές κατανοητές σ’ αυτούς και όχι ινδουιστικούς, βουδιστικούς ή αρχαιοελληνικούς μύθους…

Τελειώνω με μια παρατήρηση του ειδικού ερευνητή E. P. Sanders: «Οφείλουμε να εμπιστευθούμε αυτές τις πληροφορίες (των Ευαγγελίων) εκτός κι αν έχουμε σοβαρό λόγο για το αντίθετο ώστε να φτάσουμε να σκεφτούμε ότι πρόκειται για ψεύδη. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει…» (Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, 1996, σελ. 107-110).