Γιατί παραμένω Χριστιανός

Οι χριστιανοί της Δύσης πρόδωσαν τον χριστιανισμό…
Σήμερα έχουμε παραχάραξη και δυσφήμιση του χριστιανισμού.
Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
(Ελευθεροτυπία 13/11/2004)

 

Ο καθολικισμός είναι απαράδεκτος.
Ο προτεσταντισμός είναι αφόρητος.
Κι όμως αισθάνομαι βαθιά χριστιανός.
André Gide
(Νόμπελ Λογοτεχνίας 1947)

 

Φίλος διανοούμενος, που παρακολουθεί τα γραφόμενά μου, μού έθεσε προ ημερών το ερώτημα: Γιατί παραμένεις χριστιανός και υπερασπίζεσαι τον χριστιανισμό, τη στιγμή που κατά γενικήν ομολογία, ο χριστιανισμός έχει χρεοκοπήσει; Εδώ και αιώνες είναι κατακερματισμένος και διαιρεμένος, όχι μόνο σε μεγάλες ομολογίες (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Προτεσταντισμός) αλλά και σε πολλές αιρέσεις και αμέτρητες διαιρέσεις, παραφυάδες και σέκτες. Επιπλέον, βαρύνεται με δεκάδες πολέμους και εκατοντάδες ή χιλιάδες εγκλήματα και, γενικά, φαίνεται στην εποχή μας, ότι, βρίσκεται σε αδιέξοδο και παρακμή αφού η ανθρωπότητα δεν μπορεί να βρει λύση στα προβλήματά της με βάση την κοσμοβιοθεωρία του, ενώ η επιστήμη, θέτει σε αμφιβολία πολλά από τα χριστιανικά δόγματα.

Έδωσα μια σύντομη και περιεκτική απάντηση στο φίλο που αναχώρησε χωρίς να έχει πεισθεί ιδιαίτερα. Το ερώτημά του όμως αυτό, συνέχισε να απασχολεί τη διάνοιά μου. Γι’ αυτό και προς όφελος ή γόνιμο προβληματισμό και άλλων, σκέφτηκα να καταθέσω εδώ τις σκέψεις μου, μεταφέροντας τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας μου.

Δεν αμφιβάλλω, απάντησα στο φίλο ότι, ένα μέρος των παρατηρήσεων και των επιχειρημάτων σου είναι σωστό. Ένα μέρος όμως μόνο. Για να διευκολύνω τα πράγματα, ευθύς εξ’ αρχής δηλώνω ότι, για μένα, άλλο πράγμα είναι χριστιανικός κόσμος ή ιστορικός χριστιανισμός, και άλλο χριστιανοσύνη. Η τελευταία, είναι η χριστιανική διδασκαλία και η εκκλησία όπως την δίδαξε και την ίδρυσε ο Χριστός και οι μαθητές του στον 1ο αι. μ.Χ. Στην απλή, αγνή και ανόθευτη μορφή τους. Όχι όπως μετεξελίχθηκε αργότερα, ιδιαίτερα από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι εντεύθεν, από τότε δηλαδή, που η εκκλησία έπαυσε να είναι διωκόμενη και έγινε διώκουσα, και που, από ανεξάρτητη και αυτοδιοικούμενη αναγνωρίζουσα κεφαλή της μόνο τον Χριστό, έγινε υποτελής σε Καίσαρες, Αυτοκράτορες και Πάπες, με το γνωστό σύστημα του Καισαροπαπισμού στη Δύση περισσότερο στην Ανατολή λιγότερο. Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής που ασκήθηκε και ασκείται μέχρι σήμερα κατά των Χριστιανών, της χριστιανικής πίστης και της εν γένει κοσμο-βιο-θεωρίας της, έχει να κάνει νομίζω, με αυτού του είδους τον χριστιανισμό, όπως τον γνωρίσαμε ανά τους αιώνες μέσα από τις δέλτους της ιστορίας και την καθημερινότητα, μέσα από τον «παραμορφωτικό καθρέφτη» του Χριστιανισμού. Αν αφήσουμε όμως κατά μέρος όλα αυτά, αναγνωρίσουμε ότι κακώς έγιναν «εν ονόματι του Χριστού», ενώ βέβαια, φαίνεται να έχουν ελάχιστη ή καθόλου σχέση με τον ίδιο, τότε μπορεί να μιλήσει κανείς άνετα και άφοβα, θα έλεγα «ευθαρσώς», για την χριστιανική πίστη και την διαμένουσα αξία της μέχρι την εποχή μας.

Στο ερώτημα, λοιπόν, γιατί παραμένω ακόμα χριστιανός, παρά τις επικρίσεις και επιθέσεις που έχει δεχθεί και δέχεται μέχρι σήμερα η χριστιανοσύνη από αθεϊστές και σκεπτικιστές, έχω να παραθέσω έξι σπουδαίους λόγους.

Πρώτον: Η χριστιανοσύνη, η διδασκαλία δηλαδή, του Χριστού και των μαθητών του, όπως εμπεριέχεται στην Καινή Διαθήκη, σ’ ένα μικρό βιβλίο 140.000 όλο κι όλο λέξεων, αλλά με τόση δύναμη και αλήθεια που, ως βίωμα πιστών, ανέτρεψε ολόκληρη την Ρωμαϊκή ειδωλολατρική αυτοκρατορία μέσα σε λίγα χρόνια, κατά τη γνώμη μου, δίνει την πιο ικανοποιητική απάντηση, στα καίρια, μεταφυσικά, ηθικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Ο Ιταλός φιλόσοφος Μπενεντέτο Κρότσε (1866-1952), σ’ ένα κείμενό του που αποτελεί έμμεσα απάντηση στο βιβλίο του Μπέρτραντ Ράσελ «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός», σημείωσε τα εξής εντυπωσιακά: «Ο χριστιανισμός υπήρξε η πιο μεγάλη επανάσταση που πραγματοποίησε ποτέ η ανθρωπότητα· τόσο μεγάλη, τόσο πλήρης και τόσο βαθιά, τόσο γόνιμη σε συνέπειες, τόσο απρόσμενη και τόσο ακαταμάχητη στην υλοποίησή της, ώστε να μην εκπλήσσεται κανείς επειδή αυτή εμφανίστηκε ή μπορεί ακόμη να εμφανίζεται σαν ένα θαύμα, σαν μια αποκάλυψη από ψηλά, σαν μια άμεση παρέμβαση του Θεού στα ανθρώπινα πράγματα, που δέχτηκαν από Αυτόν έναν εντελώς νέο νόμο και προσανατολισμό».

Η χριστιανοσύνη αποδέχεται και πιστεύει στην ύπαρξη ενός «Θεού, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων», για να θυμηθούμε εδώ το πρώτο άρθρο του συμβόλου της πίστεως. Αυτή την πίστη, τη βρίσκω πολύ πιο λογική και ικανοποιητική για την ύπαρξη και λειτουργία του κόσμου, της ζωής και του ανθρώπου, σε σχέση με τις απαντήσεις που δίνουν άλλα κοσμοθεωρητικά συστήματα (αθεϊσμός, υλισμός, δυϊσμός, πανθεϊσμός, αγνωστικισμός) ή άλλες θρησκείες (π.χ. Ινδουϊσμός, Βουδισμός).

Η χριστιανοσύνη μαζί με τον αρχαίο βιβλικό Ιουδαϊσμό, ανήκει στις λεγόμενες εξ αποκαλύψεως ιστορικές θρησκείες. Αλλά, μόνο η χριστιανοσύνη είναι ξεκαθαρισμένη από αναχρονιστικά φονταμενταλιστικά κατάλοιπα του παρελθόντος (πατριαρχία, μισογυνία, ξενοφοβία, ρατσισμός, σεξισμός, αυστηρή ποινική νομοθεσία, τυπολατρία, θρησκεία εν γένει) απ’ τα οποία δεν είναι απαλλαγμένος ο Ιουδαϊσμός και ο Μωαμεθανισμός. Ιδίως ο τελευταίος, ο οποίος παρέλαβε και διατήρησε διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου που δεν ισχύουν για τους Χριστιανούς.

Προσωπικά, βρίσκω ότι ο αθεϊσμός και ο υλισμός με την κοσμοθεωρία τους, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα και προβλήματα, απ’ όσα ο χριστιανικός «εσχατολογικός θεϊσμός». Ο αθεϊσμός δεν μπορεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά την προέλευση της ύλης, του σύμπαντος κόσμου, την εκπληκτική οργάνωση και λειτουργία του σύμπαντος με βάση τους φυσικούς νόμους, και τις 4 σταθερές (ηλεκτρομαγνητισμός, βαρύτητα, ασθενής πυρηνική δύναμη, ισχυρή πυρηνική δύναμη). Δεν μπορεί να εξηγήσει την προέλευση της ζωής, που, κατά ομολογία των επιστημόνων και όλων των εξελικτικών (Φράνσις Κρικ, Φρεντ Χόυλ, Ρόμπερτ Τζάστροου κ.άλλ.), αποτελεί ένα ανεξήγητο θαύμα, καθώς και τη συνειδητότητα και πνευματικότητα του ανθρώπου. Υιοθετώ την άποψη του Ροβέρτου Μίλικαν (Νόμπελ Φυσικής 1923) ότι, μια υλιστική φιλοσοφία είναι καθαρή μωρία, περισσότερη ευπιστία απ’ οτιδήποτε άλλο. Πώς θα μπορούσε ένα τυχαίο γεγονός (π.χ. big bang) η μεγάλη έκρηξη, που είναι η κρατούσα κοσμολογική θεωρία σήμερα, να παραγάγει τη θαυμαστή τάξη στο σύμπαν χωρίς κάποιον σχεδιαστή – δημιουργό; Για να δώσουμε το λόγο στους Μηνά Καφάτο (αστροφυσικό) και Ντίπακ Τσόπρα (διάσημο ιατρό): «Εάν κανείς δεχθεί ότι το σύμπαν λειτουργεί τυχαία και απρογραμμάτιστα, πώς έφτασε να δημιουργήσει αυτό το τυχαίο, τον ανθρώπινο εγκέφαλο που κάνει ένα σωρό από μη τυχαία και καθόλου απρογραμμάτιστα πράγματα; Πώς γίνεται το «δίχως σκοπό» να γεννά το «έχων σκοπό νόημα»; (βλ. Stephen Hawking’s Grand Book — Where Is the Design?). Γι’ αυτό και ο κορυφαίος φυσικός και μελετητής του ανθρώπινου γονιδιώματος Άρης Πατρινός κατέληξε να πει: «Ο Θεός είναι ο διευθυντής της ορχήστρας του σύμπαντος. Είναι πολύ δύσκολο για εμένα να δεχθώ ότι όλη αυτή η αρμονική συνεργασία τρισεκατομμυρίων έμβιων οργανισμών είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας χαοτικής συμπεριφοράς». Και ο διάσημος Αστρονόμος George GreenStein κατέληξε στο εξής: «Είναι δυνατόν έτσι αναπάντεχα και χωρίς να είναι η πρόθεσή μας, να βαδίζουμε στην επιστημονική απόδειξη ενός Υπερτάτου Όντος» (The Symbiotic Universe, Life and Mind in Cosmos, 1988, σελ. 27). Ο Αρνώ Πεντζίας (A. Penzias, Νόμπελ Φυσικής 1978) είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Η αστρονομία μας οδηγεί σε ένα μοναδικό συμβάν, ένα σύμπαν που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, που διαθέτει εκείνη την πολύ λεπτή ισορροπία που χρειάζεται για να παρέχονται οι ακριβείς συνθήκες που επιτρέπουν την ζωή, και που έχει ένα υποκείμενο (υπερφυσικό, θα το έλεγε κανείς) σχέδιο» (Cosmos, Bios and Theos σε. 83). Σε μια άλλη περίπτωση είπε τα εξής εκπληκτικά, κατ’ εμέ: «Το επιχείρημά μου είναι ότι αυτά που ξέρουμε σήμερα είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που θα ξέραμε αν θα ήμασταν αναγκασμένοι να προχωρούμε στην έρευνα έχοντας μόνο τα πέντε βιβλία του Μωυσή, τους Ψαλμούς, ή γενικά τη Γραφή».

Ο χριστιανός κατά την γνώμη μου, έχει μια καλύτερη απάντηση στα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα. Δεν αποδέχεται μια θεότητα αφηρημένη, μια αόριστη ανώτερη απρόσωπη κοσμική δύναμη, έναν θεό άγνωστο, τελικώς ακατανόητο, ιδιότροπο, «σφίγγα», έναν Ιανό  μυστηριώδη, έναν θεό ασύλληπτο, κάποιο απρόσιτο θεό των φιλοσόφων. Αλλά, για να θυμηθούμε εδώ τον Πασκάλ, ο χριστιανός αποδέχεται έναν θεό εμπρόσωπο, αυτο-αποκαλυφθέντα: τον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και Ιακώβ, το Θεό των προφητών, και ιδίως τον Θεό και πατέρα που μας δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Αυτός ο πατέρας δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Και το έκανε αυτό μέσω της μεγάλης προσφοράς και θυσίας του Υιού του, για τον άνθρωπο. Τον επαναστάτη άνθρωπο, τον πεπτωκότα (Ιωάννη 3:16).

Δεύτερον: Είμαι και παραμένω ακόμα χριστιανός, γιατί κανείς μέχρι σήμερα, δεν μου έδωσε καλύτερες και ικανοποιητικότερες απαντήσεις στα βασικά υπαρξιακά μου ερωτήματα απ’ αυτά που μου έδωσε ο από Ναζαρέτ Ιησούς. Κατά γενική αναγνώριση και ομολογία, ακόμη και των εχθρών του, ο Ιησούς υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα που περπάτησε εδώ στη γη. Υπήρξε η προσωπικότητα που έταμε το χρόνο, την ιστορία και τον κόσμο, στα δύο. Την ιστορία σε π.Χ. και μ.Χ. Και τους ανθρώπους σε υπέρ Χριστόν και κατά Χριστού. Αν και υπάρχουν ακόμη κάποιοι κακοπληροφορημένοι, ή κάποιοι αμετάπειστοι σκεπτικιστές σαν το Μπέρτραντ Ράσσελ ή τον αθεϊστή Ρίτσαρντ Ντόκινς, που αρέσκονται να θέτουν ερωτήματα τύπου: Υπήρξε πράγματι Χριστός,  το μεγαλείο του Χριστού, το αναγνώρισαν όλες οι μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας ακόμη και μη χριστιανοί σαν τον Μαχάτμα Γκάντι, τον Βίλχεμ Ράιχ, τον Αϊνστάιν, ή τον Φιντέλ Κάστρο και τον Γκορμπατσόφ. Ο ίδιος ο αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς, τον κατέταξε σε έναν από τους μεγαλύτερους ηθικοδιδασκάλους. Ο Ιησούς, όπως έθεσε το θέμα ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ, είναι «ο άξων και το κέντρον της ιστορίας», το «ιδεώδες της τελειότητας» κατά τον Καντ. Η διδαχή του επηρέασε την ανθρωπότητα και ιδιαίτερα το Δυτικό πολιτισμό όσο ουδείς άλλος.

Ο Ιησούς της Γαλιλαίας, με την απλή και απέριττη διδασκαλία του, μας έφερε πιο κοντά από οιονδήποτε άλλον, στο Θεό, αποκαλώντας τον Πατέρα. Μας τον έκανε πιο γνωστό, πιο προσιτό, πιο οικείο. Μας δίδαξε να προσευχόμαστε σ’ αυτόν και να τον εμπιστευόμαστε. Όπως τα μικρά παιδιά εμπιστεύονται στον πατέρα τους, ακόμα κι όταν μερικές φορές δεν τον κατανοούν, ακόμα κι αν φαίνεται αυστηρός απέναντί τους. Μας δίδαξε να πιστεύουμε (=εμπιστευόμαστε) σ’ αυτόν κάτω από οποιασδήποτε αντιξοότητες, συνθήκες και δυσκολίες, γιατί ο Ιησούς ήταν και είναι συνοδοιπόρος μαζί μας προς Εμμαούς, στη στενή πύλη, στον κακοτράχαλο ανήφορο και στον καλό ζυγό, στην ίδια τη ζωή και το θάνατο. Είναι ο καλός ποιμένας ο οποίος «την ψυχή τίθησιν υπέρ των προβάτων». Αυτό, είναι κάτι που δεν το βρήκα πουθενά αλλού, σε καμιά άλλη ιδεολογία και θρησκεία όσο κι αν έψαξα. Είναι κάτι, που με ικανοποιεί αφάνταστα και με γεμίζει με άφατη γαλήνη.

Τρίτον: Παραμένω ακόμη χριστιανός, γιατί κατά την άποψή μου, μόνο η διδασκαλία του Χριστού, δίνει την πιο ικανοποιητική απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα του κακού και του πόνου. Στο κορυφαίο αυτό πρόβλημα, που κάποιος το ονόμασε «βράχο του αθεϊσμού», παρόλο που δεν έχουμε πλήρη αντίληψη αρκετών παραμέτρων του, νομίζω ότι, η χριστιανοσύνη έχει να πει κάτι το ουσιώδες. Σ’ αντίθεση με τον αθεϊσμό και τον υλισμό, που γι’ αυτούς δεν τίθεται κάποιο πρόβλημα αφού Θεός δεν υπάρχει, όλα στη ζωή είναι νομοτελειακά, αναγκαία, ή τυχαία, και ακατανόητα (τύχη και αναγκαιότης), και σε αντίθεση με τις μη ιστορικές θρησκείες που διδάσκουν στους οπαδούς τους να αποδέχονται στωικά (και με χαμόγελο) με αταραξία, τον πόνο σαν αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, η χριστιανοσύνη διδάσκει ότι το κακό και ο πόνος στη ζωή μας είναι μια διαστροφή του αγαθού, μια ανωμαλία, ένα προσωρινό συμβάν, μια παρένθεση μεταξύ δημιουργίας και εσχατολογίας και αποκατάστασης των πάντων.

Το κακό είναι για την χριστιανική κοσμοθεωρία, προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου. Έγινε και γίνεται ανεκτό από τον Θεό, γιατί ο Θεός ο ίδιος είναι Θεός ελευθερίας και όχι καταναγκασμού. Σ’ ένα καθεστώς ελευθερίας, πνευματικά όντα και άνθρωποι, είναι ελεύθεροι να αποστατήσουν, να απομακρυνθούν από την πηγή της ζωής και της αγαθότητας. Αλλά δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες της κακής χρήσης της ελευθερίας τους, όπως ενδεχομένως θα ήθελαν. Επί πλέον, ενώ άλλες κοσμοθεωρίες έχουν ασαφείς και ατελείς αιτιολογίες τόσο για την προέλευση όσο και για την οριστική πάταξη του κακού, ο Χριστός αντιμετώπισε το κακό και τον πόνο με έναν μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο. Αντί να τον αποφύγει – που θα μπορούσε να το κάνει ως «μονογενής υιός Θεού» –, δοκίμασε ο ίδιος τον πόνο στον μέγιστο και ακρότατο βαθμό με το σταυρικό του θάνατο. Και με το σταυρικό του θάνατο, όντας αθώος και αναμάρτητος, έγινε αλληλέγγυος στον πόνο με τον άνθρωπο, πήρε πάνω του όλα τα κρίματα, όλα τα αμαρτήματα του κόσμου, όλο το κακό (Ματθ. 11:28, Ιωάν. 10:7-11, Εβρ. 10:12,14, Α’ Τιμ. 2:5-6). Σαν ένας φενταγίν, ή καμικάζι για έναν υπέρτατο σκοπό, αυτο-θυσιάστηκε, διαλύοντας το κακό εκ των ένδον, αφού το πήρε όλο πάνω του. Σαν ένα δέντρο που δέχεται κάποιον κεραυνό, ή όπως ένα αλεξικέραυνο. Με μια ουσιώδη διαφορά. Ανατίναξε το κακό, αλλά ο ίδιος επανήλθε στη ζωή με την ανάστασή του για να το πατάξει οριστικά, και αμετάκλητα εσχατολογικά. Έτσι, η ανάσταση του Χριστού, γίνεται η εγγύηση ότι εσχατολογικά, θα συντρίψει οριστικά το κακό, το οντολογικό κακό (δαιμονικές δυνάμεις, διεφθαρμένα συστήματα, αμετανόητους ασεβείς) και θα οριστικοποιήσει τα οφέλη της θυσίας του και της βασιλείας του που είναι γνωστή και ως βασιλεία (= κυριαρχία) του Θεού, ή, βασιλεία των ουρανών, μια άλλη  μοναδική διδασκαλία του Χριστού!

Τέταρτον: Παραμένω ακόμα χριστιανός γιατί η χριστιανοσύνη, είναι η κατ’ εξοχήν θρησκεία της αγάπης – αν πρέπει να την ονομάσουμε καν θρησκεία, λέξη που σημαίνει μεν οδό  που οδηγεί στον Θεό (derejah=οδός Γιαχβέ), ατυχώς όμως, έχει επικρατήσει να εννοείται ως σύνολο λατρευτικών διατάξεων, εθίμων, τελετουργιών και τυπικισμών. Η ουσία της, όμως, ο πυρήνας της χριστιανοσύνης, είναι ότι μέσω της αγάπης, γνωρίζουμε τον Θεό και τον πλησιάζουμε αποτελεσματικά· όπως μέσω της αγάπης κατανοούμε τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπό μας. Διότι «ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεό ότι ο Θεός αγάπη εστίν» κατά την ωραία Ιωάννεια έκφραση του μαθητή της αγάπης. Η χριστιανοσύνη, είναι οδός «άγουσα στο Θεό μέσω της αγάπης», αλλά και μέσω της ταπεινοφροσύνης – άλλη μια σπουδαία ιδιότητα άγνωστη στον αρχαίο κόσμο – και της ανεκτικότητας (Πάτερ άφες αυτοίς), της συγνώμης, της ευσπλαχνίας, της καλοσύνης, του αλληλοσεβασμού, της αλληλοκατανόησης.

Όλες οι βασικές αρχές της ηθικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, εμπεριέχονται στη χριστιανοσύνη, καθώς η περίφημη ιαχή της Γαλλικής Επανάστασης liberté – egalite – fraternité (ελευθερία – ισότης – αδελφοσύνη) είναι κατά βάση χριστιανικής προέλευσης. Και όλα τα σύγχρονα και μεταμοντέρνα πολιτικο-κοινωνικά και οικονομικά συστήματα (καπιταλισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, νεοφιλελευθερισμός κ.λπ.) διακρατούν αρχές και έννοιες χριστιανικές (δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη, ανακατανομή εισοδήματος, μη-βία κ.λπ.). Όλα στηρίζονται στον Χρυσό Κανόνα της διδαχής του Ιησού Χριστού διατυπωμένο στη θετική του μορφή. «Όλα όσα θέλετε λοιπόν να κάνουν οι άνθρωποι σε εσάς πρέπει να κάνετε κι εσείς σε αυτούς: Αυτό λένε ο νόμος και οι προφήτες» (Ματθ. 7:12). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Χρυσός Κανόνας υπάρχει στην αρνητική του μορφή και στον Ιουδαϊσμό και στους αρχαίους Έλληνες (ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις) και αλλού, αλλά μόνο από τον Ιησού διατυπώθηκε στη θετική του  μορφή. Είναι ένας κανόνας την εγκυρότητα του οποίου ανεγνώρισε ο Καντ, ακόμα και ο Δαρβίνος.

Τα βασικά υπαρξιακά ερωτήματα, όπως της ελευθερίας, της ηθικής συμπεριφοράς, της α-μαρτίας (=αστοχίας στον τρόπο ζωής), του νοήματος της ζωής και της σωτηρίας, κατά την άποψή μου, απαντώνται με τον καλύτερο τρόπο, όχι από διάφορους φιλοσόφους με τα ασαφή και αντιφατικά τους διδάγματα, αλλά από τη διδασκαλία του Ιησού. Η οποία διδασκαλία ταυτόχρονα απελευθερώνει = απαλλάσσει τον άνθρωπο από την εγωλατρεία, την ειδωλολατρία, τη μοιρολατρία, και τη δεισιδαιμονία – στοιχεία, ή μάλλον καρκινώματα, απ’ τα οποία η ανθρωπότητα δεν μπόρεσε ακόμα να απαλλαγεί, παρά την θριαμβευτική επιστημονική και τεχνολογική της πρόοδο. Γιατί ακριβώς, θεοποιεί τα επιτεύγματα της, που την οδηγούν σιγά-σιγά στην αυτο-ειδωλοποίηση και στην αυτο-καταστροφή.

Πέμπτον: Ένας άλλος λόγος που με κάνει να παραμένω ακόμη χριστιανός, παρά τις ποικίλες επιθέσεις και τις αιτιάσεις που δέχεται η χριστιανοσύνη, είναι ένας λόγος που με έκανε να πιστέψω αρχικά. Η Βίβλος – ο καταστατικός χάρτης της βασιλείας του Θεού και της χριστιανοσύνης –, είναι το μοναδικό βιβλίο που εμπεριέχει «λόγια και έργα του Θεού», έστω, ατελώς διατυπωμένα από την ανθρώπινη γλώσσα και γραφίδα. Αλλά, ο ισχυρισμός της αυτός, ότι δηλαδή, είναι «λόγος Θεού», και η χριστιανοσύνη Θεοκεντρική, μπορεί να επαληθευθεί από το προφητικό στοιχείο που υπάρχει μέσα στις σελίδες της ιερής Βίβλου, και από την εκπλήρωση των προφητειών αυτών όπως τούτο μπορεί να επαληθευθεί – ελεγχθεί ιστορικά (Β’ Τιμ. 3:16, Β’ Πετρ. 1:21).

Στις σελίδες της Βίβλου, υπάρχουν δεκάδες προφητείες που αφορούν την τύχη πόλεων, εθνών, λαών, φυλών, αυτοκρατοριών (π.χ. Βαβυλώνας, Νινευή, Περσίας, Αιγύπτου, Ελλάδας, Μωάβ, Αμμών, Φιλισταίων, κ.λπ.) που εκπληρώθηκαν με εκπληκτική ακρίβεια μετά από εκατοντάδες, ή χιλιάδες χρόνια. Εκτός από τις πάνω από 200 προφητείες και προτυπώσεις, που βρήκαν την εκπλήρωσή τους στο πρόσωπο του από Ναζαρέτ Ιησού, ως Μεσσία, και εκτός από εκείνες τις προφητείες που ο ίδιος ο Χριστός προφήτευσε σχετικά με τον ίδιο τον εαυτό του, την εκκλησία του, την τύχη του λαού Ισραήλ, κ.λπ. Ο Ιησούς υπήρξε αντικείμενο και υποκείμενο προφητείας. Κανείς άλλος. Όπως και κανένα άλλο βιβλίο δεν εμπεριέχει αξιόπιστες, εξακριβωμένες προφητείες.

Έχει υπολογιστεί ότι, το 27% της Βίβλου περιέχει προφητείες και συγκεκριμένα υπάρχουν σ’ αυτήν 1.817 προφητείες. Στην Παλαιά Διαθήκη 1.239 και 578 στην Καινή Διαθήκη (J. Barton Payne, Encyclopedia of Biblical Prophecy, σ. 674-675).

Το προφητικό στοιχείο, μαζί με άλλα βέβαια, έκανε πολλούς πρώην εθνικούς στην αρχαιότητα να γίνουν χριστιανοί (Ιουστίνος ο μάρτυς, Τατιανός, Αθηναγόρας κ.άλλ.) και αυτό το γεγονός προκάλεσε το θαυμασμό του Πασκάλ, ώστε να γράψει ότι: «Βρίσκω μόνο στο χριστιανισμό προφητείες. Ο Ιησούς προφητεύτηκε και προφήτεψε. Κανένας άλλος αρχηγός θρησκείας (Μωάμεθ, Βούδας, Λάο-Τσε κ.λπ.)».

Η θεία υπόσχεση και η εκπλήρωση, είναι μια εμπειρική, ελέγξιμη κατάσταση, αφού ο Θεός δια του Χριστού δρα ιστορικά μέσα στην κονίστρα της ιστορίας, εκπληρώνοντας τις υποσχέσεις του και ολοκληρώνοντας τους σκοπούς του μεθοδικά, μέχρι τέλους, όταν όλα θα ανακαινιστούν (Ιδού ποιώ  νέα τα πάντα  - κατά την υπόσχεσή του νέους ουρανούς και νέα γη προσμένομεν – Αποκ. 21:3,4, Β’ Πέτρου 3:13).

Έτσι, η χριστιανοσύνη, είναι η μόνη πίστη – κοσμοθεωρία, που μπορεί να χαρίσει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, αφού διαθέτει στη διδασκαλία της απελευθερωτικό, και προφητικό – εσχατολογικό όραμα. Από το τελευταίο κρίνονται όλες οι διδασκαλίες της. Γι’ αυτό μιλάμε για τον «εσχατολογικό θεϊσμό». Δεν επεκτείνομαι εδώ περισσότερο σε λεπτομέρειες. Για όσους θέλουν πιο λεπτομερείς και εμπεριστατωμένες απαντήσεις, τους παραπέμπω στα βιβλία μου: «Το στοίχημα του Πασκάλ», «Το μυστήριο του κακού», «Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό», «Γιατί η Βίβλος υπερέχει από τα άλλα ιερά βιβλία θρησκειών» και άλλα σχετικά άρθρα μου, αναρτημένα στην ιστοσελίδα μου, όπως Dawkins vs Ιησούς κ.λπ., καθώς και στις τηλεοπτικές μου εκπομπές.

Έκτον: Άφησα τελευταίο να αναφερθώ στο στοιχείο της προσωπικής εμπειρίας, που το θεωρώ πιο υποκειμενικό, αλλά και πιο εμπειρικό: Τόσο εγώ προσωπικά, όσο και πολλοί άλλοι που έχω γνωρίσει, ομολογούν ότι, η πίστη τους στον Χριστό, τους έχει δώσει την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά προβλήματα της ζωής, να αναγεννηθούν πνευματικά, να γευτούν ότι «αγαθός ο Κύριος» σε κάθε περίσταση της ζωής τους, ακόμα και σε θλίψεις και δυσκολίες. Το στοιχείο της προσωπικής εμπειρίας είναι ισχυρότατο, αφού εμπερικλείει την πίστη και πηγάζει απ’ αυτήν: Το βίωμα. Αυτή η εμπειρία είναι εκείνη που δείχνει και τη μεταμόρφωση του χαρακτήρα, μέσω της θείας έλλαμψης αλλά και της συνεχούς άσκησης και προσήλωσης.

Ο οιοσδήποτε μπορεί να διαβάσει σε βιβλία, περιοδικά και ιστοσελίδες, ομολογίες πρώην αθέων, πρώην τοξικομανών και αλκοολικών, πρώην εγκληματιών και αναρχικών, για το πώς άλλαξε ο χαρακτήρας τους και από «λύκοι έγιναν πρόβατα» (πρβλ. Ησαΐας 11:6), με την αποδοχή του Ευ-αγγελίου.

Πρόκειται για ένα θαύμα, ένα ηθικο-πνευματικό θαύμα μεταστροφής, που μόνο η πνευματικότητα του ευαγγελίου μπορεί να επιτελέσει!

Κλείνω με μια παρατήρηση: Μεγάλοι επιστήμονες και στοχαστές, όπως π.χ. ο ιστορικός Will Durant που έγραψε μια πολύτομη ιστορία, παραδέχτηκαν ότι η αγάπη είναι το τελικό μάθημα της ιστορίας. Και ο Φρόυντ, λίγο πριν πεθάνει όταν ρωτήθηκε τι παρακαταθήκη αφήνει είπε: Lieben und Arbeiten (= αγαπάτε και εργάζεσθε). Αλλά, γιατί να φάει κανείς όλη τη ζωή του μελετώντας για να καταλήξει και να επαναλάβει αυτά που δίδαξαν ο Ιησούς Χριστός και ο απ. Παύλος; Γιατί να μην αποδεχθεί ευθύς εξ’ αρχής, το φως, την αλήθεια και τη ζωή; Τον ίδιο τον Ιησού και το Ευ-αγγέλιό του; Ο Ιησούς Χριστός και το Ευ-αγγέλιό του είναι μια πρόκληση και ταυτόχρονα μια πρόσκληση σε όλους τους ανθρώπους, σε όλες τις εποχές.

Υ.Γ. Αυτά που είπε ο γνωστός αστρονόμος μη χριστιανός Ρόμπερτ Τζάστροου είναι νομίζω, χαρακτηριστικά για να κλείσω το θέμα: «Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με την πίστη του στη δύναμη της λογικής, η ιστορία τελειώνει σαν ένα κακό όνειρο. Έχει σκαρφαλώσει τις οροσειρές της άγνοιας… πλησιάζει να κατακτήσει την ψηλότερη κορυφή… και, καθώς σέρνεται πάνω από τον τελευταίο βράχο, τον καλωσορίζει μια ομάδα θεολόγων, οι οποίοι είναι καθισμένοι εκεί πέρα επί αιώνες…» (Ο Θεός και οι Αστρονόμοι).