Γεύτηκα

Και ξαφνικά σε βρήκα...
Ήταν λιακάδα εξαίρετης μεσημβρίας
Μια ημέρα σπάνιας αιθρίας
Κι εγώ μύριζα τους ελαύνοντας θύσανους.
Το θαλερό φως του ήλιου
Εστιάστηκε στο πρόσωπό σου
Ως κάτοπτρον κοίλον.
Γεύτηκα
την στίβλη απ’ τα εκστατικά μάτια σου
Δισταχτικά ψηλάφησα
Το φως
Που εξακτινωνόταν
Απ’ τους υπέρυθρους κυματισμούς
Της ψυχής σου
Κι άκουσα τα χάδια
Να φυτρώνουν στα χέρια σου
Πόα
Απ’ το χώμα της υγρής γης.