Αγιογραφικές μαρτυρίες για την ελληνικότητα της Μακεδονίας

Η γνωστή ρήση του γεωγράφου Στράβωνα «έστι μεν ουν Ελλάς και η Μακεδονία» επαληθεύεται, από αρχαιοτάτων χρόνων. Όχι μόνον από την ίδια την Μακεδονική γη, που κατά καιρούς από τα σπλάχνα της αναδίδει αδιάψευστες μαρτυρίες για την Ελληνικότητά της (μνημεία, επιγραφές, κτερίσματα κ.ά.). Όχι μόνον από τις γνωστές μαρτυρίες των Ελλήνων (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης κλπ.) και Λατίνων συγγραφέων (Τίτος Λίβιος, Αππιανός) αλλά και από άλλες μαρτυρίες που έχουν τη δύναμη της περιστασιακής και της εν ανυπόπτω χρόνω, όπως λέγουν οι Νομικοί, μαρτυρίας. Που ως έμμεση μαρτυρία, μερικές φορές μπορεί να θεωρηθεί πιο ισχυρή και αξιόπιστη από την ίδια την άμεση μαρτυρία.

Έτσι, ανάμεσα στο πλήθος των τεκμηρίων και των αποδείξεων για την από αρχαιοτάτων χρόνων ελληνικότητα της μακεδονικής γης, υπάρχει και ένα πλέγμα μαρτυριών, που προέρχεται από έναν άλλον χώρο. Από τον λεγόμενο Αγιογραφικό χώρο. Οι πληροφορίες βέβαια και οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι πολυάριθμες. Υπάρχουν κυρίως σε δύο βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (Π.Δ.) και στις Πράξεις των Αποστόλων και, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.).

* * *

Οι αρχαιότερες διαθέσιμες μαρτυρίες που έχουμε από την Π.Δ. για την ελληνικότητα της Μακεδονίας βρίσκονται στο βιβλίο του προφήτη Δανιήλ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του ομώνυμου βιβλίου, ο Δανιήλ έδρασε στη Βαβυλώνα εξόριστος μαζί με άλλους Ιουδαίους τον 6ο π.Χ. αιώνα. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δύο μέρη· το πρώτο (κεφ. 1–6) έχει ιστορικό χαρακτήρα και το δεύτερο (κεφ. 7–12) είναι προφητικό–αποκαλυπτικό. Στο δεύτερο μέρος των προφητικών οραμάτων που είδε ο Προφήτης, στο 8ο κεφ. και εδάφιο 20 στο εβραϊκό κείμενο, υπάρχει μία ενδιαφέρουσα φράση που από τον εβραιολόγο καθηγητή Αθ. Χαστούπη μεταφράζεται ως εξής: «Ο κριός, τον οποίον είδες, με τα δύο κέρατα, είναι ο βασιλεύς της Μηδίας και Περσίας. Και ο τράγος είναι ο βασιλεύς της Ελλάδος». Ενώ σύμφωνα με την αραιότατη ελληνική μετάφραση του Θεοδατίωνα του 2ου μ.Χ. αιώνα, η φράση αυτή αποδίδεται ως εξής: «Ο κριός, ον είδες, ο έχων κέρατα, βασιλεύς Μήδων και Περσών. Και ο τράγος των αιγών, βασιλεύς Ελλήνων».

Στο όραμα αυτό, συμβολικά οι βασιλείς της Μηδίας–Περσίας παρίστανται μ’ έναν δικέρατο κριό, ενώ ο βασιλεύς Ελλήνων, δηλ. ο Αλέξανδρος ο Μέγας, παρίσταται ως τράγος ταχύτατος, ερχόμενος από την Δύση, που δεν ήγγιζε το έδαφος «έχων κέρας περίβλεπτον μεταξύ των οφθαλμών του». Σύμφωνα με το όραμα, ο τράγος εξαγριώθηκε κατά του κριού, τον κατεδάφισε, και συνέτριψε τα δύο του κέρατα· αργότερα «συνετρίβη το κέρας το μέγα και αντ’ αυτού ανέβησαν τέσσερα άλλα περίβλεπτα προς τους τέσσερις ανέμους του ουρανού». Είναι, αξιοθαύμαστο και συγκινητικό το αποκαλυπτικό αυτό όραμα του προφήτη Δανιήλ. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, εδώ, ο προφήτης αναφέρεται, στην περίπτωση της δράσης του Αλέξανδρου, σε σχέση με τη σύγκρουσή του με τους Πέρσες, και της μετεξέλιξης του μακεδονικού βασιλείου κατά τη διάσπασή του στα τέσσερα γνωστά βασίλεια του επιγόνων. Το αξιοπρόσεκτο λοιπόν σημείο είναι, ότι σύμφωνα μ’ αυτή την προφητεία, ο τράγος των αιγών είναι ο βασιλεύς των Ελλήνων. Συνεπώς ως πατρίδα του Αλέξανδρου αναγνωρίζεται από τον προφήτη όχι απλά η Μακεδονία, αλλά η Ελλάδα. Η αναφορά του Αλέξανδρου ως «τράγου των αιγών» είναι σύμφωνη με τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε, καθ’ όσον ο Μακεδόνας δορυκτήτορας απεικονίζεται σε διάφορα νομίσματα με κέρατα τράγου και οι αίγες χρησιμοποιούνταν ως έμβλημα του Μακεδονικού στρατού και σε σημαίες. Άλλωστε οι Αιγές ήταν η αρχική πρωτεύουσα των Μακεδόνων, γνωστή αργότερα ως Έδεσσα. Σύμφωνα με αρχαιότατη παράδοση κτίστηκαν από τον Ηρακλείδη Κάρανο, οδηγούμενο από μια αγέλη αιγών. Νομίσματα δε των Αιγών, που χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ., εικονίζουν από τη μία πλευρά τους έναν τράγο γονατισμένο με το κεφάλι του στραμμένο προς τα πίσω.

Η αξιοπρόσεκτη αυτή μαρτυρία, που βρίσκουμε στο βιβλίο του Δανιήλ, είναι η αρχαιότερη μαρτυρία που υπάρχει σε βιβλίο της Π.Δ. σχετικό με την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Κατά τους συντηρητικού ερευνητές χρονολογείται από τον 6ο π.Χ. αιώνα, ενώ κατά τους ελευθερόφρονες από τους Ελληνιστικούς χρόνους. Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ της αρχαιότερης χρονολογίας όπως κατέδειξα στη μονογραφία μου Ο Δανιήλ στο λάκκο των... Κριτικών (1982).

Εδώ πάντως αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιουδαίου ιστορικού Ιώσηπου του 1ου μ.Χ. αιώνα, ο Αλέξανδρος μετά την μάχη της Ισσού το 333 π.Χ., έφθασε στην Ιερουσαλήμ. Εκεί ο αρχιερεύς με το ιερατείο υποδέχθηκαν τον Αλέξανδρο και του έδειξαν «την Δανιήλου Βίβλον εν ή τινά των Ελλήνων καταλύσειν την των Περσών αρχήν εδήλου» (Ιωσήπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XI βιβλίο 8, 5).

Η δεύτερη σπουδαία μαρτυρία από βιβλίο της Π.Δ. προέρχεται από το βιβλίο των Α΄ Μακκαβαίων. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε αρχικά στην Εβραϊκή από Ιουδαίο γύρω, στο 100 π.Χ. και καλύπτει ιστορία 40 χρόνων, από το 175 έως το 135 π.Χ. Στο Α΄ Μακκαβαίων και στο πρώτο χωρίο διαβάζουμε τα επόμενα: «Και εγένετο μετά το πατάξαι Αλέξανδρον τον Φιλίππου τον Μακεδόνα, ος εξήλθεν εκ της γης Χεττειείμ και επάταξεν τον Δαρείον βασιλέα των Περσών και Μήδων και εβασίλευσεν αντ’ αυτού πρότερον επί την Ελλάδα». Από εδώ προκύπτουν τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία: α) Ο Αλέξανδρος ο Φιλίππου είναι Μακεδών που εβασίλευσε στην Ελλάδα· αναγνωρίζεται δηλαδή ως βασιλεύς της Ελλάδος και όχι μόνον της Μακεδονίας. β) Ο Αλέξανδρος εξήλθε εκ της γης Χεττειείμ. Σύμφωνα με τους Εβραιολόγους, Χεττειείμ αποκαλούσαν οι αρχαίοι Εβραίοι τους Έλληνες από την πόλη Κίτιο της Κύπρου. Με αυτό το όνομα αποκαλούνται οι Έλληνες στερεότυπα και σε άλλα βιβλία της Π.Δ. Αναφέρονται όμως και ως Γιαβανίμ, δηλ. Ίωνες. Σε άλλα δύο χωρία του ίδιου βιβλίου των Μακκαβαίων (εδαφ. 10) και στο κεφάλαιο 6 (εδ. 2) υπάρχουν επίσης μαρτυρίες για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Και στα δύο γίνεται λόγος για βασιλεία Ελλήνων και όχι Μακεδόνων.

***

Ας έλθουμε όμως και στις μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.) Είναι γνωστό ότι η Κ.Δ. (σε αντίθεση με την Π.Δ. που γράφτηκε εξ ολοκλήρου στην Εβραϊκή–Αραμαϊκή) γράφτηκε αποκλειστικά στην κοινή ελληνική γλώσσα. Η ελληνιστική γλώσσα ήταν ένα από τα πολλά πολιτιστικά στοιχεία που κληροδότησε ο Αλέξανδρος και οι επίγονοί του στην Παλαιστίνη. Οι μαρτυρίες της Κ.Δ. για την ελληνικότητα της Μακεδονίας είναι αρκετά ενδιαφέρουσες και σημαντικές.

Έχει λεχθεί ότι ολόκληρη η Κ.Δ., με εξαίρεση 2-3 βιβλία της, είναι μια συλλογή επιστολών της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας. Σ’ αυτές θα πρέπει να συγκαταλέξουμε και τις Πράξεις των αποστόλων, έργο του μαθητή του αποστόλου Παύλου, του γιατρού Λουκά, ο οποίος φαίνεται ότι ολοκλήρωσε την επιστολή του αυτή απευθυνόμενη προς τον Κράτιστο Θεόφιλο, γύρω στο 62-63 μ.Χ. (Π. Τρεμπέλας). Πρόκειται για μια καθ’ όλα αξιόπιστη αναφορά, από έναν μάλιστα αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα, τον ελληνόφωνο Λουκά, συνοδοιπόρο του αποστόλου Παύλου.

Το 49 μ.Χ, το φθινόπωρο, ο απόστολος Παύλος με τους συντρόφους του βρισκόταν στην Τρωάδα, όταν δέχθηκε θεόθεν ένα όραμα: «Ανήρ τις ην Μακεδών εστώς, παραπαλών αυτόν και λέγων διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν...»

Ο Παύλος, ο άνθρωπος με την Ιουδαϊκή καταγωγή, την βαθιά βιβλικο-νομική μόρφωση, την ελληνιστική παιδεία και την ρωμαϊκή υπηκοότητα, υπακούει ανενδοίαστα στην Θεία οπτασία. Είναι πολύ ωραία η παρατήρηση που στο σημείο αυτό κάνει ένας σύγχρονος Γερμανός μελετητής της ζωής του Παύλου ο Χόλτσνερ, και γι’ αυτό μπαίνω στον πειρασμό να την παραθέσω: «Διαβάς εις Μακεδονίαν, βοήθησον ημίν. Ήταν η φωνή της Ευρώπης προς τον χριστιανισμό. Κάποτε απ’ τη Μακεδονία ήρθε ο νεαρός ήρωας με τα είκοσι-δύο του χρόνια (ενν. τον Μέγα Αλέξανδρο) κι έφερε τα δώρα της Δύσεως—Ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία—στην Ανατολή. Τώρα, η Δύσις είχε πνευματική χρεωκοπία και παρακαλώντας, ζητούσε το ωραιότερο δώρο της Ανατολής (εννοεί τον χριστιανισμό). Έτσι, ο Παύλος, μαζί με τον Σίλα, τον Τιμόθεο και τον Λουκά, παίρνει το πλοίο και μεταβαίνει στη Σαμοθράκη και από κει όλοι μαζί καταλήγουν στους Φιλίππους. Το ταξίδι αυτό εντάσσεται στην 2η ιεραποστολική περιοδεία του Παύλου. Στους Φιλίππους «την πρώτην μερίδος Μακεδονίας πόλιν» κηρύττει ο φλογερός από πίστη απόστολος μαζί με τους συντρόφους του μιλώντας Ελληνικά—την lingua franca της εποχής—, αποκτά την πρώτη του μαθήτρια την Λυδία, και ιδρύει εκεί την πρώτη χριστιανική εκκλησία σε ελληνικό έδαφος. Από εκεί οι θερμοί κομιστές του Ευαγγελίου δια μέσου της γρανιτοστρωμένης Εγνατίας Οδού κατέληξαν στη Θεσσαλονίκη. Στο κήρυγμα του Παύλου ανταποκρίνονται «τινές Ιουδαίοι» και «πλήθος πολύ σεβομένων Ελλήνων και γυναικών (Ελληνίδων) τε των πρώτων ουκ ολίγαι». 0 Παύλος ιδρύει την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και αργότερα, γύρω στο 50-51 μ.Χ. από την Κόρινθο, χαρίζει σ’ αυτήν τις δύο προς Θεσσαλονικείς επιστολές του, γραμμένες στην Ελληνική, που αποτελούν και τα αρχαιότερα βιβλία της Κ.Δ. Από τη Θεσσαλονίκη «ο πρώτος μετά τον Ένα», μαζί με τον Σίλα μεταβαίνει στη Βέροια. Κι εδώ πολλοί δέχονται το σωστικό του Παύλου μήνυμα και ανάμεσά τους «των Ελληνίδων γυναικών των ευσχημόνων και ανδρών ουκ ολίγοι». Όπως σωστά σημειώνει ο Χόλτσνερ: «Ο μεγάλος αριθμός και το ζωηρό ενδιαφέρον των γυναικών για το έργο της Ιεραποστολής, μάς δείχνουν ότι εδώ βρισκόμαστε στην Ευρώπη», αφού στην Ασία, όπως είναι γνωστόν, δεν ήταν εύκολο πράγμα η άμεση κηρυγματική προσέγγιση των γυναικών.

Ο απόστολος Παύλος λόγω της σφοδρής αντιδράσεως των ομοεθνών του αναγκάστηκε σύντομα να αναχωρήσει από τη Βέροια και να μεταβεί στην Αθήνα, όπου εκήρυξε τον «Άγνωστο Θεό»· από εκεί, μετέβη αργότερα, στην Κόρινθο. Βέβαια, σύμφωνα με τον βιογράφο του Λουκά, ο απόστολος των Εθνών ξαναταξίδεψε στην Μακεδονία και Ελλάδα αργότερα (Πρξ. 20:1).

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει σαφώς, ότι για τον Παύλο και τον συνοδοιπόρο του Λουκά, η Μακεδονία είναι Ελλάδα. Γιατί στις μακεδονικές πόλεις των Φιλίππων, Θεσσαλονίκης και Βέροιας, ο Παύλος μιλάει Ελληνικά, κηρύττει Ελληνικά και το άγγελμά του το δέχονται ευνοϊκά στη Μακεδονία Έλληνες και Ελληνίδες. Στο ίδιο βιβλίο των Πράξεων μνημονεύονται και δύο συνεργάτες του απ. Παύλου Μακεδόνες, ο Αρίσταρχος και ο Σεκούνδος, που προέρχονταν μάλιστα από τη Θεσσαλονίκη (Πρξ 20:4). Από τις επιστολές εξάλλου του Παύλου πληροφορούμαστε τους στενούς δεσμούς που είχε ο ίδιος με τους Έλληνες Μακεδόνες και ιδιαίτερα με τους πιστούς των εκκλησιών Θεσ/νίκης και Φιλίππων. (Β΄ Κορ. 8:1-5· Φλπ. 4:15). Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η φράση του αποστόλου της Αγάπης: «Ευδόκισε η Μακεδονία και Αχαΐα κοινωνίαν τινά ποιήσασθαι εις τους πτωχούς των Αγίων της Ιερουσαλήμ». Πράγμα που σημαίνει ότι για τον Παύλο η Μακεδονία και η Αχαΐα ήταν ελληνικές περιοχές, ελληνικές επαρχίες που ανήκαν σε Έλληνες και κατοικούνταν από Έλληνες.

Από όλα τα παραπάνω, που όπως είδαμε ιστορούνται σε έγγραφα του 1ου μ.Χ. αιώνα και ιδιαίτερα ανάμεσα στα έτη 50–64 μ.Χ., μαζί με τις Παλαιοδιαθηκικές μαρτυρίες, ακούμε μια σαφέστατη φωνή. Απ’ όλα αυτά βγαίνει ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα. Ότι αν κατά την αναφορά του Έλληνα γεωγράφου Παυσανία, «εστι Ελλάς και η Μακεδονία», για τους συγγραφείς της Αγίας Γραφής η Μακεδονία είναι Ελλάς και μόνον Ελλάς. Οι συγγραφείς της Βίβλου, είτε Εβραϊκά γράφουν, είτε Ελληνικά, γνωρίζουν τη Μακεδονία ως Ελλάδα.

Δεν είναι αξιοθαύμαστες και αξιοπρόσεκτες και αυτές οι μαρτυρίες για την ελληνικότητα της Μακεδονίας—ανάμεσα σε τόσες άλλες;