Εικονοκλάστες & Λεξιμάχοι

Εικονοκλάστες & Λεξιμάχοι
Έτος έκδοσης: 
2001

Περιεχόμενα:

Στο χώρο του φιλοσοφικού-μεταφυσικού δοκιμίου, —ένα δύσκολο είδος που δεν ευδοκίμησε στην Ελλάδα γι’ αυτό και ελάχιστοι οι σύγχρονοι εκπρόσωποί του— κινούνται τα 25 δοκίμια του Δημήτρη Τσινικόπουλου με τον ρηξικέλευθο τίτλο Εικονοκλάστες και Λεξιμάχοι. O τίτλος προέρχεται από ομώνυμο δοκίμιο του τόμου που αναφέρεται στην σύγκρουση δύο παρατάξεων: των εικονοκλαστών από τη μια, οι οποίοι επιμαρτυρούν την καταστρεπτική για το λόγο «επιβολή» της εικόνας στην εποχή μας, και των εκούσιων ή ακούσιων λεξιμάχων από την άλλη, που επιμένουν στην εξάπλωση και επιβολή της εικό­νας στη ζωή μας. Εκτός απ’ αυτό, υπάρχουν, πολλά άλλα ενδιαφέροντα δοκίμια της συλ­λογής, όπως Το χιούμορ, Το φιλί, Το τραγικό στοιχείο στον έρωτα, Η τέχνη του ακούειν, Ποίηση και προσευχή, Η άνθηση του αποκρυφισμού, Πίστη και Μάρκετινγκ, H Εθελοθρησκεία, Ο Θεός και το πρόβλημα του κακού, H δυνατότητα και η σκοπιμότητα του θαύ­ματος κ.ο.κ. Γραμμένα με τρόπο γλαφυρό και γλώσσα ρέουσα, τα δοκίμια παρόλο που αναφέρονται σε ανεξάρτητα ποικίλα θέματα, συστεγάζονται, γιατί περιστρέφονται σ’ έναν άξονα μεταφυσικής αναζήτησης, γύρω απ’ τον οποίο είναι εσωτερικά υφασμένα. Γράφτηκαν–όπως όλα τα δοκίμια άλλωστε–, όχι για να συμφωνήσει κατ’ ανάγκην ο ανα­γνώστης με τις θέσεις και απόψεις του συγγραφέα αλλά για να προβληματιστεί βαθύτερα και να τοποθετηθεί ο ίδιος πάνω στα θιγόμενα θέματα. Λυτή είναι άλλωστε και η χρησιμότητα ανάγνωσης δοκιμίων κατά τον Άγγλο δοκιμιογράφο Francis Bacon.

University studio press
Θεσσαλονίκη, 2001

Κριτικές: 

Ένας δοκιμιογράφος με καίρια πνευματικά ζητήματα που αγγίζει τις καρδιές…

Εικοσιπέντε δοκίμια στεγάζονται σ’ έναν καλαίσθητο τόμο και, παρόλο που αναφέρονται σ’ ανεξάρτητα ποικίλα θέματα, περιστρέφονται σ’ έναν άξονα μεταφυσικής αναζήτησης.

Το κάθε δοκίμιο μία σημαντική προσφορά για τον σημερινό άνθρωπο. Ένας συγγραφέας που με την εξονυχιστική επιστημονική του έρευνα, και το βαθυστόχαστο χριστιανικό του γίγνεσθαι, κατορθώνει να αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων και να προβληματίσει την διάνοιά τους για καίρια πνευματικά ζητήματα.

Με την καθαρότητα της σκέψης του και την απλότητα του λόγου του, χωρίς φανατισμό, με γλυκύτητα, μπορεί να μετατρέψει συνειδήσεις, σε συνειδήσεις ορθών κατευθύνσεων. Όλα αυτά που γράφω, εξ αφορμής του βιβλίου του που διάβασα προσφάτως: Εικονοκλάστες και λεξιμάχοι.

Ακόμη και με τις παραπομπές του ο συγγραφέας, δημιουργεί συγκινήσεις: «Τα μάτια βλέπουν καλύτερα το Θεό μέσα από τα δάκρυα» (Ουγκώ).

Στο δοκίμιό του για τον έρωτα, καταλήγει ότι ο έρωτας για πάντα μπορεί να ζει, μόνο με ανιδιοτελή αγάπη ως αντίδοτο στο εφήμερο σπέρμα του. Αλλιώς, μετατρέπεται, σε πτώμα… ή σύζυγο.

Παροτρύνει να εξοικονομήσουμε χρόνο, εξαγοράζοντας το χρόνο… «τα όμοια θεραπεύονται με τα όμοια». Να αποκτήσουμε ευγλωττία σιωπώντας, γιατί «ένδον η πηγή του αγαθού». Υπερασπιστής άξιος του γραπτού λόγου, επισημαίνει ότι ο πολιτισμός μας μετατρέπεται σε εικονολατρικό πολιτισμό. Σημειώνει, σ’ ένα δοκίμιό του, ότι η θρησκεία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πηγές καλλιτεχνικής έμπνευσης, αλλά ο άνθρωπος της προσευχής προσεγγίζει με την εμπειρία πιότερο το θείο, απ’ ότι ένας ποιητής.

«Τίποτα δεν είναι ωραίο χωρίς να είναι και αληθινό. Και τίποτε δεν είναι αληθινό χωρίς να είναι ωραίο», όπως έλεγε ο Αλφρέ ντε Μυσσέ. Στην αληθινή τέχνη, συμπλέκονται αρμονικά η αλήθεια, η αρετή και το ωραίο.

Ο συγγραφέας με ήθος και χωρίς φανατισμό, κρίνει το βιβλίο του Μ. Ανδρουλάκη Μν, παραθέτοντας τον Ντοστογιέφσκι, και καταλήγοντας: «όχι η τέχνη για την τέχνη. Ούτε φυσικά ο άνθρωπος για την τέχνη. Αλλά η τέχνη από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο». Στο δοκίμιό του «Περί ματαιοδοξίας» αφορίζει την ματαιοδοξία παραθέτοντας απόψεις σπουδαίων στοχαστών όπως του Μπλέζ Πασκάλ, αρχαίων σοφών όπως του Μένανδρου, (κενής δόξας ουδέν αθλιότερον), του Εκκλησιαστή («ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης»), του Επίκουρου, («Λάθε βιώσας») του Φρανς Κάφκα αλλά και του απ. Παύλου (Ό,τι γίνεται, να γίνεται προς όφελος προς οικοδομήν, προς ευχαρίστηση των πολλών). Και κλείνει, παρατηρώντας, ότι είχε δίκιο ο Λα Ροσφουκώ που έγραψε: «Αυτό που κάνει ανυπόφορη τη ματαιοδοξία των άλλων, είναι ότι πληγώνει τη δική μας ματαιοδοξία».

Ο συγγραφέας, κρούει τον κώδωνα στο σύγχρονο άνθρωπο, ρωτώντας τον, «τι συμβαίνει λοιπόν με την αμαρτία;» (= α-στοχία). Και τον παραπέμπει να πάρει απαντήσεις, πρώτα-πρώτα από τη Βίβλο, το αρχαιότερο βιβλίο δοκιμασμένης σοφίας («δεν υπάρχει άνθρωπος δίκαιος επί της γης, όστις να πράττει το καλόν και να μην αμαρτάνει»). Ακολουθούν ο Δανός φιλόσοφος Σ. Κίρκεγκωρ με τον ρηξικέλευθο αφορισμό «αμαρτία είναι η κατάσταση της αν-αλήθειας, στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος από δική του υπαιτιότητα».

Επιβάλλεται, καταλήγει, στο σύγχρονο άνθρωπο να μετανοήσει, για να αυτο-θεραπευθεί. «Το να ξεπεράσει κανείς τον εγωκεντρισμό του δεν είναι αρετή. Είναι αναγκαιότης σωτήρια». Επισημαίνει ότι χωρίς αγάπη, η απόκτηση γνώσεων αυξάνει την σύγχυση και οδηγεί στην καταστροφή και στον πόλεμο. «Οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον Θεό… Ο ξεπεσμός της ανθρώπινης συνείδησης… είναι ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες όλων των μεγάλων εγκλημάτων του αιώνα».

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, με μία συνοπτική, περιεκτική και επιστημονική έρευνα, με τρανταχτές αποδείξεις, καταδικάζει την αστρολογία, ως είδος μαντείας που εντάσσεται στον ευρύτατο κύκλο του αποκρυφισμού, ο οποίος ανθεί κυριολεκτικά στις μέρες μας. Αιτία του, όχι μόνο η παρακμή του επιστημονικού ορθολογισμού, αλλά και η μεγάλη διάδοση των ανατολικών θρησκειών και φιλοσοφιών (Τάο–Βουδισμός κ.λπ.), η αποτυχία των μεγάλων θρησκειών και των εκπροσώπων τους να χειραγωγήσουν αποτελεσματικά τους οπαδούς τους και η απάρνηση της χριστιανικής διδασκαλίας ως μη αληθινής και ικανοποιητικής.

Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος κινδυνεύει, αποδρώντας από τη σκύλα του επιστημονικού ορθολογισμού, να πέσει στη Χάρυβδη του αποκρυφιστικού ανορθολογισμού, επισημαίνει.

Και έτσι, δημιουργείται η εθελοθρησκεία… Μια λέξη που υπάρχει μόνο μία φορά στην Κ. Διαθήκη και καμιά στην κλασσική αρχαιότητα. Θρησκεία, δηλαδή, που έφτιαξαν οι άνθρωποι με το δικό τους θέλημα, με το δικό τους τρόπο, στο δικό τους καλούπι. Η αληθινή θρησκεία, όπως διακήρυξε ο από Ναζαρέτ Ιησούς, είναι αυτή που υπάρχει για τον άνθρωπο· όχι ο άνθρωπος για τη θρησκεία, όπως το θέλησαν κατ’ επίφαση θρησκευόμενοι ανά τους αιώνες.

Οι αιώνες άφησαν την αγάπη και μετέβαλαν τη διδασκαλία του Χριστού σε δόγματα. Έτσι κατάντησε να μην έχει σημασία τι ζωή κάνεις, αρκεί να ομολογείς τα δόγματα και μάλιστα ανεξάρτητα του αν τα πιστεύεις ή όχι.

«Κι ενώ ο Θεός περιμένει να χτιστεί ο ναός του από αγάπη, οι άνθρωποι κουβαλούνε πέτρες». Και διερωτάται ο άνθρωπος κραυγάζοντας: Που είναι ο παντοδύναμος Θεός; Γιατί δεν παρεμβαίνει να σταματήσει το κακό και τον ανθρώπινο πόνο; Ο συγγραφέας δίνει τη δική του απάντηση: «Το να ρωτάμε γιατί ο Θεός έκανε τον άνθρωπο να πράττει το κακό, είναι σαν να ρωτάμε γιατί τον έπλασε ελεύθερο». Ίσως λοιπόν ο άνθρωπος να θέλει να είναι ελεύθερος αλλά όχι και υπεύθυνος των πράξεών του. Και όπως θα’ λεγε ο Ντοστογιέφσκι: «Ο άνθρωπος οδεύει προς το φως δια μέσου του σκότους». Πρέπει, καταλήγει ο συγγραφέας, να αγωνισθεί ο άνθρωπος για να επικρατήσει το καλό και όχι να διερωτάται γιατί υπάρχει το κακό που συνήθως ο ίδιος προκαλεί… Τα θαύματα, βέβαια, επισφραγίζουν την ιδιαίτερη παρουσία του Θεού και αποτελούν τα διαπιστευτήρια ότι ο Θεός θέλει να αποκαλύψει μέσω ορισμένων ανθρώπων, το θέλημά του.

Και κλείνει με τα τελευταία του δοκίμια ο συγγραφέας, τονίζοντας ένθερμα την μοναδικότητα και σπουδαιότητα της διαχρονικής αξίας του Χριστιανισμού. Της μόνης θρησκείας που δείχνει, πως ο Θεός ο ίδιος πλησίασε τον άνθρωπο για τη σωτηρία του. Της μοναδικής ιστορικής θρησκείας. Της κατ’ εξοχήν θρησκείας της αγάπης. Της θρησκείας που δεν δίνει έμφαση στο «γνώθι σ’ αυτόν» αλλά στο «απαρνησάσθω εαυτόν».

Και τούτο, γιατί ο Χριστιανισμός πρωτίστως δεν είναι θρησκεία. Λατρεία, δηλαδή, ανεξάρτητη από την πράξη και το ηθικό ποιόν των οπαδών του. Ο Χριστιανισμός είναι η μόνη θρησκεία που δεν είναι… θρησκεία. Είναι Βασιλεία Θεού, είναι εκκλησία, είναι οδός, είναι πίστη, αλλά όχι θρησκεία σαν τις άλλες, στις οποίες μπορεί κανείς να είναι πιστός χωρίς να είναι χρηστός.

Ο Χριστιανισμός επιβίωσε και επιζεί χάρη στη διαιώνια αξία του Ευαγγελίου του, που συνοψίζεται στο τρίπτυχο: πίστη – ελπίδα – αγάπη.

Εμπιστοσύνη στον Θεό και στις δυνάμεις του ανθρώπου, ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, και αγάπη στον Θεό και το συνάνθρωπο.

Και ο δρόμος είναι ένας. Είναι μονόδρομος.

Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αλήθεια και είναι αυτός, που υπέδειξε ένας άνθρωπος που βίωσε άχρι θανάτου την αλήθεια: «Πίστις δι› αγάπης ενεργουμένη».

Όποιος δεν μπορεί ν’ αγαπήσει δεν μπορεί και να γνωρίσει, τονίζει ο συγγραφέας. Μόνο αυτός που αγαπά, γνωρίζει. Και μόνο αυτός που αγαπά μπορεί να εισχωρήσει στο άβατον. Στον κύκλο της αλήθειας.

Ράνια Αλεξίου

***

 

Του Μέγα Φαράντου
Καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, 20/2/2004

 

Διεξήλθα με πολύ ενδιαφέρον τα δοκίμιά σας Εικονοκλάστες και Λεξιμάχοι, τα οποία μου απέστειλεν η ευγένειά σας, και ομολογώ ότι μου έδωσε μεγάλη χαρά ο πλούτος της θεματολογίας, αλλά και των περιεχομένων των. Τα βρήκα ευσύνοπτα μεν αλλά και ουσιαστικά στα θέματα που διαπραγματεύονται, καθώς και εύληπτα, περιεκτικά και διδακτικά, που συμβάλλουν στην αυτογνωσία του πόθεν ήκομεν, πού ενεβληθημεν και πού σπεύδομεν, τι γέννησις και τι αναγέννησις, όπως δοξάζει ένας αρχαίος Γνωστικός. Το ότι προσανατολίζεστε στην πηγαία ευαγγελική διδασκαλία του Ιησού Χριστού προς αναζήτησην της αληθείας, πιστεύω ότι βρίσκεστε στον ορθόν δρόμον των στοχασμών σας. Θα πρέπει να θυσιάσει κανείς πολλά από την «ματαιοδοξία» του, για να γράφει με την δικήν σας παρησία και χωρίς να περιμένει ανταπόκριση και επαίνους. Όπως σεις, έτσι και γω διαπιστώνω ότι σε πολλά θέματα οι σκέψεις, οι αναζητήσεις και οι κρίσεις μας είναι παράλληλες και εν πολλοίς συμπίπτουν.

***

Του Κώστα Γάλλου
Εφ. Χριστιανική, 7/11/2002

Έγραφα παλαιότερα σε κάποια βιβλιοκριτικά μου κείμενα στην «Καθημερινή», τη «Νέα Εστία» και τη «Χριστιανική» για έργα του Δ. Τσινικόπουλου, ότι μας εκπλήσσει ευχάριστα κάθε φορά με το ευρύ φάσμα από φανερώματα ποιητικά, λογοτεχνικά και θρησκευτικά, που μας μεταγγίζει τη βαθύτερη ουσία τους και καταφέρνει να μας κινεί σε έναν άξονα μεταφυσικής αναζήτησης και στοχασμού.

Και σε αυτό το καινούργιο βιβλίο του με δοκίμια σύντομα και οξυνούστατα, επιβεβαιώνει τη στόφα του σοβαρού δοκιμιογράφου, ο όποιος ξέρει να ανιχνεύει με βαθύτατες προσεγγίσεις δυσκολοκατάκτητα θέματα—κάποτε με γοητευτικούς ανάλαφρους τένους—θέματα που με έκπληξη μπορεί να διαπιστώσει ο προειδοποιημένος αναγνώστης, ότι ενέχουν, ενώ δεν το περιμένει καθόλου, μια μεταφυσική χροιά. Ο Τσινικόπουλος ξέρει πάντα να καταδύεται κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, με τρόπο ασυνήθιστα εποπτικό, κάτοχος μιας πολύτροπης, εξαιρετικής γλωσσικής παιδείας και μιας θρησκευτικής καλλιέργειας, που ο υπογράφων προσωπικά, σε πολύ λίγους το διαπιστώνει, αφού και στον λεγόμενο ακαδημαϊκό χώρο, η ξηρότητα της επιστημονικής προσέγγισης και η δυσκαμψία η αρτηριοσκληρωτική, η επαγγελματική στενότητα και κυρίως η εξειδικευσιολαγνεία, στερεί τους θεράποντές τους από αυτήν την πλατιά και κομψή ταυτόχρονα πολύχρωμη και χυμώδη εκδίπλωση της πνευματικότητας του συγγραφέα.

Ο Τσινικόπουλος κινείται με άνεση—και όχι στον αφρό, αλλά με βαθιές καταδύσεις—από τον Φράνσις Μπέικον και τον Οκτάβιο Παζ, ως τον Τ. Σ. Έλιοτ, τον Κωστή Παλαμά και τον Ρίτσο, από τον Αντόρνο και τον Ουμπέρτο Έκο, ως τον Ρολάν Μπαρτ και τον Πωλ Βαλερύ, από τους ασκητικούς συγγραφείς της φιλοκαλικής μας παράδοσης και τους λυρικούς της Π. Διαθήκης ως τα αξεπέραστης ομορφιάς και αλήθειας κείμενα της Καινής Διαθήκης, από τον πλατωνικό έρωτα και τη χριστιανική ηθική ως το τραγικό στοιχείο του έρωτα και τη λυτρωτική δύναμη των δακρύων.

Νομίζω ότι δύσκολα μπορεί κανείς να τον παραβλέψει και να τον αποκλείσει από τη χορεία των πιο σοβαρών δοκιμιογράφων. Θεσσαλονικιός λόγιος ο Τσινικόπουλος, δικαιωματικά μπορεί να τον συμπεριλάβει κανείς στους σημαντικούς μελετητές, δοκιμιογράφους (κυρίως), και ποιητές (δευτερευόντως, αφού έγραψε και τρεις ποιητικές, αξιόλογες συλλογές) με ορθόδοξη χριστιανική χροιά, που κινούνται στον χώρο των γραμμάτων και της χριστιανικής λογιοσύνης της συμπρωτεύουσας. Μαζί με τους διαπρεπείς, μακαρίτες πια, Ν. Γ. Πεντζίκη, Γ. Βαφόπουλο, τους ζώντες Τάκη Βαρβιτσιώτη, Ζωή Καρέλη, νεώτερος αυτός, δικαιούται να συμπεριλαμβάνεται σε μια ομάδα σπουδαίων συγγραφέων που αντανακλούν την αίγλη της πνευματικής Θεσσαλονίκης και συνεχίζουν μια μεγάλη παράδοση ορθόδοξης πνευματικότητας που αναπτύχθηκε σε αυτήν την πόλη. Ο Τσινικόπουλος έχει μια έλξη προς το μεταφυσικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναπαύεται στις σωστικές και αμετάθετες αλήθειες της Ορθοδοξίας. Το λέω αυτό, γιατί υπάρχει και η μεταφυσική χωρίς ελπίδα, η απαραμύθητη και σκοτεινή του δυτικού σχολαστικισμού. Στο έργο του Τσινικόπουλου, «Ποίηση στα λόγια του Ιησού» (1993), η πίστη στο μυστήριο και το θαύμα φαίνεται φανερά. Η έλξη προς τον ουρανό δεν επωάστηκε φυσικά με τρόπο αυτόματο, μηχανιστικό. Όπως σε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους αυτής της ιδιοσυγκρασίας, κατέβαλε και αυτός το τίμημα του αίματος του ποιητή, μέσα από μια κοπιαστική, επώδυνη πνευματική πορεία, γιατί έσκαψε βαθιά στην «ενδοχώρα» του για να βγει φωτεινός στη θέα των «απορρήτων».

Μέσα απ’ όλα τα γραπτά του ο Τσινικόπουλος δεν παύει να μας θυμίζει το του Πλάτωνος, «φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον ο άνθρωπος». Υποθέτω ταυτόχρονα ότι πρέπει ασφαλώς να γνωρίζει ότι αν η φιλοσοφία και η μεταφυσική της γοητεύουν, η Ορθοδοξία αναπαύει. Τούτο το δεύτερο είναι πιο δυσπρόσιτη κατάκτηση, είναι υψηλότερη πνευματική κορυφή. Η τελείωση.

Στις «Pensées » του, ο Pascal γράφει: «Να τι είναι πίστη, ο Θεός να γίνεται αισθητός στην καρδιά», μα και σε άλλο σημείο: «Η καρδιά έχει τη δική της λογική που η λογική αγνοεί τελείως»!

Ο Τσινικόπουλος είμαι βέβαιος ότι μας δίνει ελπίδα, σχεδόν τη βεβαιότητα, ότι θα συνεχίσει—γιατί είναι σχετικά νέος ακόμη—να διακονεί υπερασπιζόμενος στον χώρο των γραμμάτων και της λογιοσύνης, τη μεγάλη υπόθεση της ορθόδοξης πίστης, που δεν καταργεί ασφαλώς τη λογική αφού οι μεγάλες και αγέραστες αλήθειες της είναι υπέρλογες και όχι παράλογες, καθώς λέει ο Pascal που παραθέσαμε τη γνωστή απόφανσή του.

Ο σοφός μακρινός πρόγονος του Τσινικόπουλου άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης, λόγιος ολκής, σχολιαστής μεταξύ άλλων του Ομήρου, το υποτυπώνει με μια πυκνή, συναρπαστική σχετική  διατύπωση: «Τη της ματαιότητος γνώσει θαρρούσι μόνον και μηδέν υπέρ την αίσθησιν και τον ανθρώπινον νουν είναι λογίζοντα» (Ομιλία εις το Μ. Σάββατον).

Χαίρεται πραγματικά κανείς, όταν σε μέρες σύγχυσης και απροκάλυπτης  αντιπνευματικής θρασύτητας, ορθώνεται στο χώρο του πνεύματος της πατρίδας μας, μία ακόμη στιβαρή, έντιμη, λογιότατη φωνή που «μαρτυρεί» με κάλαμο οξυγράφο και αποκαλυπτικό, στην αυστηρή θρησκευτική διάσταση του όρου, τα μεγάλα και υψηλά τη ελληνορθόδοξης παράδοσής μας.

***

Περιοδικό Άβατον
Της Δώρας Γιαννίου

Κυκλοφόρησε το ενδέκατο βιβλίο του Δημήτρη Τσινικόπουλου με τίτλο Εικονο­κλάστες και Λεξιμάχοι. Αποτελείται από 25 δοκίμια προβληματισμού ποικίλης θεματολο­γίας που, ωστόσο, περιστρέφονται γύρω από έναν άξονα μεταφυσικής. Ακόμη και σε αυτά που φαίνονται τελείως άσχετα μεταξύ τους, με μια προσεκτική ματιά ο αναγνώστης μπο­ρεί να διακρίνει τη βαθύτερη μεταφυσική τους αναφορά. Η θεματολογία κυμαίνεται α­πό φαινομενικά απλά, καθημερινά και συγκε­κριμένα ζητήματα έως δύσβατα, αφηρημένα θέματα, όπως Το Χιούμορ, Το Φιλί, Αναζητ­ώντας το Χαμένο Χρόνο, Η Τέχνη από τη μια, και Ο Θεός και το Πρόβλημα του Κακού, Η Αμαρτία και ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Ποιος Δρόμος Οδηγεί στην Αλήθεια;, Η Δυνατότητα και η Σκοπιμότητα του Θαύματος, Η Άνθιση του Αποκρυφισμού από την άλλη.

Σε όσους προξενεί εντύπωση ο τίτλος του βιβλίου, να πούμε ότι αποτελεί τίτλο ομώνυ­μου δοκιμίου και αναφέρεται σε δύο αντιτιθέμενες παρατάξεις: στους εικονοκλάστες που τονίζουν την καταστρεπτική για το λόγο επι­βολή της εικόνας και στους λεξιμάχους που επιμένουν στην καθοριστική αξία της εικόνας στη ζωή μας.

Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέ­ας, επέλεξε να καταθέσει τις απόψεις του με μορφή δοκιμίου, διότι με την προσπάθειά του αυτή θέλει να δώσει ερεθίσματα στους αναγνώστες του να προβληματιστούν και να αναζητήσουν μόνοι τους περαιτέρω απαντή­σεις κι όχι να τους τροφοδοτήσει με λεπτο­μερές υλικό και να καταδυθεί σε αμέτρητες πληροφορίες για τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται. Αυτό, όπως τονίζει, είναι δου­λειά του ειδικού, του μελετητή. Τα δοκίμιά του, μάλιστα, είναι όσο το δυνατόν πιο σύ­ντομα. Για όσα προέκυψαν λίγο μεγαλύτερα, ο ίδιος ο συγγραφέας απαντάει με τα λόγια του Μαρκ Τουέιν: «Δεν είχα το χρόνο να γράψω λιγότερα».

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση κάθε κεφα­λαίου του παρόντος βιβλίου, ο αναγνώστης θα συλλάβει τον εαυτό του προβληματισμένο και σίγουρα θα υποκύψει στην παρόρμηση αλλά και στην ανάγκη του να περιπλανήσει τη σκέψη του σε μονοπάτια που οδηγούν στις διάφορες πτυχές του θέματος για το οποίο έχει διαβάσει, να επιζητήσει περαιτέρω ανα­γνώσματα σχετικά με το καθένα χωριστά. Γενικά, είναι ένα βιβλίο που πετυχαίνει το στόχο του συγγραφέα: αφού ολοκληρωθεί η ανάγνωσή του, ο αναγνώστης να συνεχίσει να το κουβαλά μέσα του με τις συσχετίσεις, τους συλλογισμούς και την αναζήτηση στην οποία θα συνεχίσει να προβαίνει!

***

Θανάσης Ρέππας
Δοκίμια, Νέα Σκέψη, Δεκέμβριος 2004

Χρόνια τώρα ο λογοτέχνης - συγγραφέας και γνωστός δικηγόρος της Θεσσαλονίκης Δημήτρης Τσινικόπουλος μας ξαφνιάζει ευχάριστα με τα βιβλία του. Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να απολαύσω τον τόμο δοκιμίων του Εικονοκλάστες και Λεξιμάχοι. Στον τόμο αυτό «συστεγάζονται» όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογό του, είκοσι πέντε δοκίμια με θέματα ποικίλα και ενδιαφέροντα.

Εκείνο που παρατηρεί ο αναγνώστης σε αυτό το βιβλίο, όπως και στα περισσότερα του συγγραφέα είναι ο θαυμάσιος συγκερασμός της ευχάριστης ανάγνωσης και της σοβαρής ενημέρωσης γύρω από τα θέματα που επεξεργάζεται. Καθώς το διαβάζει κάποιος αντιλαμβάνεται ότι το κείμενο είναι γραμμένο από ειδικό, γιατί τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που παραθέτει πληροφορούν και πείθουν. Παράλληλα όμως στα κείμενά του είναι έκδηλη η καλλιέπεια του λόγου που ευφραίνει τον αναγνώστη.

Η πρόθεση του συγγραφέα να προσφέρει στον αναγνώστη, παράλληλα με την πληροφόρηση και ευχαρίστηση, γίνεται φανερή και από την ταξινόμηση των θεμάτων του. Οπωσδήποτε δεν μπήκε τυχαία πρώτο το δοκίμιο με θέμα το Χιούμορ, αφού στην εποχή μας το έχουμε ανάγκη, κάτι που επισημαίνει στο τέλος με την προτροπή: «Αν θέλετε να σώσετε την καρδιά σας, γελάτε με την καρδιά σας… Αλλά ούτε και το τελευταίο δοκίμιο, Ποιος δρόμος οδηγεί στην αλήθεια, μπήκε τυχαία σε αυτή τη θέση. Αυτό φαίνεται από το ίδιο το κείμενο. Στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται σε ένα αφορισμό του από παλιότερο σημαντικό έργο του, που λέει: «Για να πιεις το ποθητό νερό της γνώσης, πρέπει πρώτα να περάσεις από τη φλογερή έρημο της αναζήτησης». Έτσι αφού μας ωθεί στην αναζήτηση με τα εικοσιτέσσερα δοκίμιά του που προηγούνται, επιχειρεί με το τελευταίο να μας προσφέρει ένα ποτήρι από τα ύδατα της αλήθειας. Και νομίζω ότι το πετυχαίνει αφού μας δείχνει την Πηγή: τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, θυμίζοντάς μας την πολύ γνωστή φράση Του: «Εγώ είμαι η αλήθεια, η οδός και η ζωή».

Ένα άλλο δοκίμιο που εντυπωσιάζει είναι το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Εκεί είναι εμφανής η ικανότητά του να σε παρασέρνει σε σκέψεις και προβληματισμούς. Να σκέφτεσαι μαζί του και να προσπαθείς να παρακολουθείς τη δική του σκέψη. Όταν διαβάζεις: «Ο χρόνος είναι ο μυστηριώδης επισκέπτης που κτυπά απρόσκλητος την πόρτα μας», άθελά σου σταματάς για λίγο και περιμένεις ν’ ακούσεις τον κτύπο.

Ακόμα βρίσκει κανείς ενδιαφέρουσες σκέψεις και στα δοκίμια: Η ευγλωττία της σιωπής, Τέχνη και Ελευθερία, Πίστη και Μάρκετιγκ και ιδιαίτερα στο Ο Θεός και το πρόβλημα του κακού, στο οποίο απαντά με επιχειρήματα λογικά, όπως η σκέψη: «Το να ρωτάμε γιατί ο Θεός έκαμε τον άνθρωπο να πράττει το κακόν, είναι σαν να ρωτάμε γιατί τον έπλασε ελεύθερο».

Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι όλα τα δοκίμια του Δημήτρη Τσινικόπουλου έχουν να μας πουν κάτι και μας το λένε με τρόπο ευχάριστο και προπαντός ανεπιτήδευτο και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Εύχομαι στον συγγραφέα καλή δύναμη και καλή συνέχεια.

***

Το βιβλίο εκτός από τον ευρηματικό τίτλο, έχει πολύ ενδιαφέροντα άρθρα.

Γιώργος Mπαμπινιώτης

Ένας ακάματος εργάτης του λόγου αξιέπαινος,με μια δική του γραφή… στη συγγραφή τόσο εξαίρετων δοκιμίων.

Tάκης Bαρβιτσιώτης

Καλογραμμένα και ενδιαφέροντα δοκίμια… Μου αρέσουν και τις πιο πολλές φορές με βρίσκουν σύμφωνο.

Nτίνος Xριστιανόπουλος
Ποιητής–Κριτικός Λογοτεχνίας

Σταθερές αλλά αφανάτιστες θέσεις. Ορισμένα δοκίμια θίγουν θέματα εξαιρετικά επίκαιρα.

Mιχάλης Mερακλής

…Γραμμένα από ένα πνεύμα ανήσυχο και εταστικό…

Θανάσης Παπαθανασόπουλος

Ευσύνοπτα, εύληπτα και περιεκτικά που συμβάλλουν στην αυτογνωσία…

Nίκος Mατσούκας

Γοητευτικός λόγος και άγρυπνη συνείδηση.

Mιχάλης Σταφυλάς

Λόγος στρωτός, σκέψη διαυγής.

Kώστας Tσιρόπουλος