Søren Kierkegaard

Ο ποιητής της εσωτερικότητας

 

Η υποκειμενικότητα είναι η αλήθεια.

Τι άλλο είναι η αλήθεια,
παρά το να ζεις για μια ιδέα;

S. Kierkegaard

 

Υπάρχουν κάποια πνευματικά αναστήματα, πραγματικοί ογκόλιθοι.

Έτσι και πέσεις μια φορά πάνω τους, δεν μπορείς μετά αδιάφορα να τους προσπεράσεις. Έτσι και τους προσπεράσεις, πάλι πισωγυρίζεις. Τους γυροφέρνεις για να τους δεις καλύτερα. Να τους παρατηρήσεις εκ του σύνεγγυς. Να τους περιεργαστείς. Με δυο λόγια: απ’ τη στιγμή που στον δρόμο σου θα τους συναπαντήσεις, αναπαμό δεν έχεις. Σε βασανίζουν απλά και μόνο με την παρουσία τους...

Τέτοιο πνευματικό ανάστημα, τέτοιος ογκόλιθος, τέτοιος πνευματικός κολοσσός, υπήρξε και ο Δανός φιλόσοφος και θεολόγος, ο «χριστιανός Σωκράτης της Κοπεγχάγης», ο ποιητής της εσωτερικότητας – όπως εύστοχα ονομάστηκε – ο Søren Kierkegaard (1813-1855). O ιδρυτής του χριστιανικού υπαρξισμού υπήρξε ο άνθρωπος που στο σύντομο διάβα της ζωής του έριξε τόσο φως στα μεταφυσικά και ψυχολογικά προβλήματα, ώστε εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καταυγάζει και να καθοδηγεί ανθρώπινες συνειδήσεις στις ατραπούς της αυτογνωσίας και στην αποδοχή του υπέρ-λογου, στο θείο, στο αιώνιο.

***

Γεννημένος στην Κοπεγχάγη στα 1813, το έβδομο παιδί μιας πολυμελούς προτεσταντικής οικογένειας μεγάλωσε μέσα σε ένα πουριτανικό περιβάλλον. Ωστόσο έμελλε σ’ αυτόν ν’ ανατινάξει στην κυριολεξία στον αέρα τον ψευτο-πουριτανισμό και τον πιετισμό, μ’ ένα σύνθημα που διεκήρυττε με στεντόρια φωνή: Πίσω, στον αρχέγονο Χριστιανισμό! Πίσω στις ρίζες! Μακριά από την υποκρισία του κατεστημένου του ιερατείου αλλά και τις ορθολογικο-ποιήσεις του ειδωλολατρίζοντος Χριστιανισμού. Μακριά από την ειδωλολατρία της διάνοιας, που στις μέρες του είχε σχεδόν επιβληθεί με τον Χεγκελιανισμό.

O νεαρός Kierkegaard, φύση μελαγχολική από τα μικρά του χρόνια, δείχνει την πρώιμη ευφυΐα του.

Μια ατυχής συγκυρία αλλεπάλληλων θανάτων μελών της οικογένειάς του με επισφράγισμα τον θάνατο του πατέρα του, τον οδηγούν στο να αυτοπεριοριστεί και να πιεί από το ποτήρι της θλίψης «μέχρι τρυγός».

Έτσι, η ζωή του μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση του ημερολογίου του: «καμία ημέρα χωρίς δάκρυα». Μετά από δέκα χρόνια σπουδών στη θεολογία και τη φιλοσοφία, στα 1840 περατώνει τις σπουδές του, και το επόμενο έτος αναγορεύεται διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης. Στο μεταξύ, μνηστεύεται την ωραία Ρεγγίνα Όλσεν, αλλά σύντομα χωρίζει με δική του πρωτοβουλία.

***

Για να καταλάβει κανείς τον Kierkegaard, πρέπει να λάβει υπ’ όψη του δύο σοβαρούς παράγοντες που επενήργησαν στη ζωή του και επέδρασαν πάνω του αποφασιστικά: τον πατέρα του, που του κληροδότησε μια βαθύτατη χριστιανική... πίστη, μια ευσέβεια απαράμιλλη, και τον ατυχή δεσμό του με την Ρεγκίνα Όλσεν, με την οποία, αν και την αγάπησε, μετά από έντεκα μήνες διέλυσε τον αρραβώνα του, υπακούοντας στη μυστική εσωτερική του φωνή, στην εσωτερική του κλίση, να μείνει μόνος, για να επιτελέσει ένα σπαραχτικό εσώτατο διάλογο με τον εαυτό του και με το θείον. O έρωτάς του προς το θείον υπήρξε απείρως μεγαλύτερος από τον έρωτά του προς μια γυναίκα.

Τα δυο αυτά πρόσωπα και οι σχέσεις του μ’ αυτά –η ευγενής σωφροσύνη του γέροντος και ο χαριτωμένος παραλογισμός μιας γυναίκας– όπως έγραφε στο ημερολόγιό του, έρχονται και ξαναέρχονται στα έργα του, με διάφορες μορφές, εκδηλώσεις και τρόπους, ώστε ακόμα και στα βαθύτατα φιλοσοφικά και μεταφυσικά του έργα, να γίνεται πολλές φορές έμμεση αναφορά και σύγκριση (προσώπων, ιδεών και πραγμάτων), με τη ζωή του συγγραφέα και των δύο αγαπητών του αυτών προσώπων.

Στο βιβλίο του λόγου χάριν Eπανάληψη, ένα περισπούδαστο ογκώδες έργο, βλέπουμε τον Kierkegaard να χρησιμοποιεί τον τίτλο σ’ αυτό του το έργο, με τη σκέψη ότι θα μπορούσε να αρχίσει μια νέα αρχή, να γίνει μια επανάληψη με τη μνηστή του που ήδη είχε χωρίσει. Στο βιβλίο του με τίτλο «Το ημερολόγιο ενός αποπλανητή» (1843), ξεκινά και πάλι από τη Ρεγκίνα Όλσεν για να μας δώσει τους στοχασμούς και τα βιώματά του για τον έρωτα.

Ιδιαίτερα όμως στις Σελίδες του ημερολογίου του, που έχει αναγνωρισθεί σαν ένα εξαίρετο λογοτεχνικό έργο με αισθητική γοητεία, και που αποτελεί σπουδαία πηγή για τη ζωή και το έργο του, διαφαίνεται η διαπάλη ανάμεσα στον έρωτά του προς το θείο και τον έρωτά του στο ανθρώπινο. O έρωτάς του στη Ρεγκίνα έχει μια τραγική σύγκρουση στα βάθη της υπάρξεως του και η μορφή της τον ακολούθησε μέχρι τη νεκρική του κλίνη.

***

Τι προσέφερε λοιπόν ο Kierkegaard στη δυτική διανόηση, στη φιλοσοφία και στη χριστιανική πίστη, είναι το πρώτιστο ερώτημα που πρέπει να υποβάλλει ο μη επαρκώς πληροφορημένος σύγχρονος αναγνώστης του έργου του.

O Kierkegaard, ο βαθυστόχαστος Δανός ερημίτης, είναι αυτός που χάραξε ένα δρόμο αυτοεπίγνωσης και αυτο-συνειδησίας, διακηρύσσοντας μερικές στοιχειώδεις και ίσως αυταπόδεικτες αλήθειες. Μόνο που χρειαζόταν κανείς την οξύνοια και το θάρρος του Kierkegaard, για να τις εννοήσει και να τις διασαφήσει.

Ιδού τι μας λέει ο μεγάλος διαλεκτικός: O άνθρωπος πρέπει να σπάσει τα δεσμά του δογματισμού, του ορθολογισμού και της αυθεντίας, που του επισώρευσαν γενιές γενιών. Με τη διαλεκτική σκέψη πρέπει να πάψει ν’ αναζητά την αλήθεια στην εξωτερικότητα –πράγμα που τον οδηγεί στον όλεθρο–, και να δώσει έμφαση στην υποκειμενικότητα, στο άτομο, στο πρόσωπο.

Για τον «πατέρα του υπαρξισμού» ύψιστη αλήθεια είναι όχι τα εξωτερικά σχήματα, όχι οι παντοίοι κοινωνικοί-πολιτικοί-θρησκευτικοί τύποι, όχι οι κατευθυνόμενες ανυποψίαστες μάζες, αλλά το άτομο, το πρόσωπο. Η συγκεκριμένη ύπαρξη, που είναι μοναδική, όπως μοναδικά είναι και τα δακτυλικά αποτυπώματα. Και η οποία ύπαρξη, αναπτύσσοντας την εσωτερικότητά της, μπορεί να γίνει εξαίρεση οικοδομώντας μια προσωπική αγαπητική σχέση με τον προσωπικό Θεό, το κατ’ εξοχήν εμπρόσωπο πνεύμα. «Αγαπώ έναν άλλον άνθρωπο – θα μας πει – σημαίνει, τον βοηθώ να αγαπήσει τον Θεό. Το ενεργείν της αγάπης, σημαίνει, παροχή βοήθειας για την προς τον Θεό αγάπη».

Αυτό, όμως, μπορεί να επιτευχθεί μόνον όταν ο άνθρωπος στραφεί από την πολυποίκιλη ψευδώνυμη γνώση που δεν δίνει πληρότητα και σκοπό στη ζωή και οδηγεί σε απόγνωση, στην πίστη. Με το άλμα της πίστης (σαν κι αυτό που έκαμε ο Αβραάμ, ο ιππότης της πίστης, θυσιάζοντας τον γιο του –θέμα για το οποίο αφιέρωσε ο Kierkegaard ολόκληρο βιβλίο, το «Φόβος και τρόμος», ο άνθρωπος ξεφεύγει από τα δίχτυα της αναλήθειας και οδηγείται στο να προσπελάσει το αιώνιο.

Η πίστη, σαν βίωμα εσωτερικό, οδηγεί τον άνθρωπο, από τον φόβο και την αγωνία, «την ασθένεια προς θάνατον», όπως την ονόμαζε ο Kierkegaard, στη διαφύλαξη του ατόμου, στη διαφύλαξη της ύπαρξης, στην προφύλαξή της από το να ναυαγήσει στον σκόπελο του δικού της εγώ. Τον οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία.

***

O Kierkegaard, ο αιρετικός φιλόσοφος που έσκαψε βαθιά, κάτω από την εξωτερική κρούστα της ύπαρξής του, μας λέγει τις πιο συγκλονιστικές αλήθειες δείχνοντάς μας, ποιο δρόμο πρέπει ν’ ακολουθήσει η σκέψη μας κι εμείς οι ίδιοι σαν πρόσωπα. Από ποιες μυστικές ατραπούς πρέπει να περάσει η συνείδησή μας, για να βγει λαμπικαρισμένη στο φως...

O ίδιος, έχει δύο απλούς αλλά απρόσβλητους σύμμαχους: Τον Σωκράτη –για τη διαλεκτική του οποίου αφιέρωσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η έννοια της ειρωνείας με διαρκή αναφορά προς τον Σωκράτη»· Και τη Βίβλο, με το ασύγκριτο χριστοκεντρικό της μήνυμα. O Kierkegaard η προφητική αυτή μορφή, δέχθηκε νωρίς την επίδραση του Σωκράτη. Μάλιστα προσπάθησε να μιμηθεί τον Αθηναίο σοφό ακόμα και στον εξωτερικό τρόπο ζωής του και τις συνομιλίες του, ακολουθώντας τη μέθοδό του (συζήτηση, διάλογο, μαιευτική μέθοδο).

Ωστόσο, δεν παραμερίζει τον Χριστιανισμό, υπερθεματίζοντας υπέρ του Σωκράτη. Απεναντίας, θέλει να χρησιμοποιήσει τη σωκρατική μέθοδο, για να επανακαθάρει τον θεσμοποιημένο, τον τυποποιημένο Χριστιανισμό. Να σώσει το κόσμο από την πολλή γνώση και βεβαιότητα που εμποδίζει την αυτογνωσία. Ύψιστο καθήκον του λόγου, κατά τον Kierkegaard, είναι να συνειδητοποιήσει τα όρια του λόγου. O Kierkegaard είναι απ’ αυτούς που «κατανοεί» τα πράγματα και δεν «μασάει» σε καμιά περίπτωση τα λόγια του.

Θέλει τον εαυτό του και τον άνθρωπο, πιστό Χριστιανό και όχι χριστιανίζοντα άνθρωπο. O ειδωλολατρίζων Χριστιανισμός πρέπει κατά τον σοφό της Δανίας να εξαγνισθεί!

O Χριστιανισμός πρέπει να γίνει πρωτοχριστιανικός. Πρέπει από Χριστιανισμός να γίνει Χριστιανοσύνη. Αυτό είναι το μήνυμά του! Η μέθοδος του Σωκράτη, η μαιευτική του αφέλεια, μπορεί να βοηθήσει για να γίνουμε πραγματικοί Χριστιανοί. Αλλά καμία παραπέρα σύγκριση δεν μπορεί να γίνει μεταξύ Σωκράτη και Χριστού. Γιατί η ομοιότητά τους έγκειται ακριβώς στην ανομοιότητά τους...

O Kierkegaard, ορθά επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ της αλήθειας, όπως την εννοούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, και της αλήθειας όπως την εννοούν οι Χριστιανοί του Ευαγγελίου του Χριστού.

O Χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφία. Το προνόμιο τούτο το έχει ο Ελληνισμός με τις διάφορες σχολές του, την ελευθερία του διασκέπτεσθαι, την επώαση στον λόγο. O Χριστιανισμός υπάρχει παρά –καλύτερα– υπέρ τον λόγο. Όχι ότι απορρίπτει τη λογική, τη γνώση και την επιστήμη. Απλά κατανοεί την ανεπάρκειά τους για την εμβάθυνση και την κατανόηση των μεγάλων ερωτημάτων. Η αλήθεια έρχεται άνωθεν. Από ένα πρόσωπο που διαφέρει απ’ τα άλλα πρόσωπα. Από ένα υπερφυσικό πρόσωπο το οποίο «σαρξ εγένετο». Από ένα πρόσωπο που είπε: «Εγώ είμαι η αλήθεια, η οδός και η ζωή». Σ’ αντίθεση με τους Έλληνες φιλοσόφους και σοφιστές, που αμφισβητούσαν την (αντικειμενική) αλήθεια, την αναζητούσαν έξω από τη ζωή τους, αμφιβάλλοντας γι’ αυτά που λένε οι άλλοι φιλόσοφοι αλλά και γι’ αυτά που λένε οι ίδιοι! O Χριστός δίνει όχι μόνο την α-λήθεια, αλλά και τον όρο οικειώσεως με την αλήθεια. Δηλαδή την πίστη. Έτσι, ο Ιησούς, είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν δάσκαλο, από έναν φιλόσοφο. Είναι «λυτρωτής».

Γι’ αυτό και δεν θέλει θαυμαστές, αλλά μαθητές, οπαδούς. Διότι ο θαυμαστής είναι η φθηνή έκδοση του οπαδού. Τούτο, μπορεί να είναι και να φαίνεται παράδοξο. Αλλά το παράδοξο ακριβώς είναι το πάθος της σκέψης. Και αυτός που σκέπτεται χωρίς το παράδοξο, μοιάζει με τον εραστή που είναι εραστής χωρίς πάθος· σύζυγος, νοικοκύρης. Όταν το σκάνδαλο της νοημοσύνης και το παράδοξο συναντηθούν στον άνθρωπο, τότε υπάρχει ένα ευτυχές πάθος, που ονομάζουμε πίστη. Αντικείμενο του πάθους αυτού είναι το παράδοξο που συμφιλιώνει την αντίθεση. Επειδή είναι η αιωνιοποίηση του ιστορικού και η ιστορικοποίηση του αιώνιου.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι. Όταν λέγει ο Kierkegaard, «Die Subjectivität, die Innerlickeit, ist die Wahrheit» (Η υποκειμενικότητα, η εσωτερικότητα είναι η αλήθεια), σκέψη που διαυλακώνει το έργο του, και αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως συμβολή του στη φιλοσοφική σκέψη, δεν εννοεί την υποκειμενικότητα, όπως αφηρημένα χρησιμοποιείται σήμερα. Δεν εννοεί ο «ποιητής της εσωτερικότητας», τη σχετικοποίηση της αλήθειας, και την αποδοχή του σοφιστικού υποκειμενισμού, των φιλοσόφων.

O Kierkegaard, με την παραπάνω φράση, θέλει να τονίσει την αδυναμία του ανθρώπου να συλλάβει με τη λογική, την αλήθεια αντικειμενικά και απόλυτα. Μπορεί όμως να βιώσει την αλήθεια υποκειμενικά. Ανάλογα με το πάθος της εσωτερικότητας που διαθέτει. Αυτό σημαίνει ότι το κέντρο βάρους του ατόμου πρέπει να πέσει όχι στο τι είναι αλήθεια - πράγμα που όσο κι αν το ψάχνει δεν θα το βρει-, εκτός αν αποδεχθεί τον Θεό ως μοναδική αλήθεια-, αλλά το να ζει κανείς «εν αληθεία». Άρα η αλήθεια είναι μορφή υπαρξιακή. Μόνο τότε ζούμε στην αλήθεια, όταν μοιάζουμε με τις σοφές παρθένες της παραβολής, και όχι με τις μωρές που έχασαν το άπειρο πάθος της προσμονής.

Αλήθεια είναι κάτι που βιώνεται υπαρξιακά μέσα μας. O γνήσιος χριστιανισμός, η χριστιανοσύνη, είναι πίστη δοσμένη με αποκάλυψη (όχι τυποποιημένα). Και πρέπει να γίνεται εσωτερικό βίωμα με ενόραση και πάθος αγάπης. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστες οι εμβαθύνσεις του Kierkegaard. Γι’ αυτό δικαίως χαρακτηρίστηκε «ο πατέρας του χριστιανικού υπαρξισμού», ο άνθρωπος που έδειξε ότι ο άνθρωπος πρέπει ν’ αφυπνιστεί από τον λήθαργο του χρονικού, ενατενίζοντας το αιώνιο. Πώς; Με την καλλιέργεια της υπεύθυνης ζωής, με την υποκειμενικότητα της ύπαρξης, με τη βίωση του πόνου. Για τον Kierkegaard, δεν υπάρχουν μεσοβέζικες λύσεις. Διέλυσε τον αρραβώνα του, απέρριψε την έδρα της φιλοσοφίας και ανώτερη εκκλησιαστική θέση, πολέμησε με όλη του τη δύναμη το διεφθαρμένο ιερατικό κατεστημένο της χώρας του. Μπροστά στη ζωή και στην αλήθεια υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι. «Ή ο Θεός ή ο κόσμος. Ή όλα ή τίποτα». Tertium non datur. «Etweder-oder. (Eίτε-Είτε)». Αυτός είναι και ο τίτλος ενός ομώνυμου βιβλίου του, που κυκλοφόρησε στα 1843 με το ψευδώνυμο Βίκτωρ ο Ερημίτης (σύμφωνα με την προσφιλή του μέθοδο της ψευδωνυμίας) και θεωρείται από πολλούς, σαν το πιο χαρακτηριστικό του βιβλίο.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η θέση του Kierkegaard πάνω στα τρία στάδια της ζωής που διανύει ο άνθρωπος. Πρόκειται για μια πολύ σπουδαία και πρωτότυπη θεώρηση του ανθρώπινου βίου με το οξύ κιρκεγκωριανό βλέμμα. Τα αναπτύσσει με θαυμάσια διαλεκτική στο βιβλίο του «Σταθμοί στον δρόμο της ζωής» (1845). Και ιδιαίτερα, στο βαθυστόχαστο και ταυτόχρονα γλαφυρό έργο του Είτε - Είτε, το έργο που θεωρείται απ’ τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα της εποχής του (Will Durant), ένα λογοτεχνικό αριστούργημα (R. Heiss). Στην «αισθητική ή αισθησιακή σφαίρα» ύπαρξης ο άνθρωπος ενδιαφέρεται για μια ερωτική ή αισθησιακή ικανοποίηση. Ενεργεί όπως ο Δον Ζουάν, που μένει ανικανοποίητος παρά τις συνεχείς ερωτικές του κατακτήσεις και έτσι οδηγείται τελικά στην απογοήτευση.

Στο «ηθικό στάδιο», ο άνθρωπος με το αίσθημα της κοπώσεως από την αναζήτηση της φιληδονίας, οδηγείται στη συνειδητοποίηση του εαυτού του, της ενοχής του και στην αναγνώριση της ευθύνης του. Έτσι ηθικοποιείται. Στο τρίτο στάδιο, το «θρησκευτικό», ο άνθρωπος, ώριμος πια, αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και με αυτογνωσία οδηγείται στο θείο και στο αιώνιο.

***

Η συμβολή του Kierkegaard στη φιλοσοφία της θρησκείας υπήρξε σημαντική. Το καθοριστικής μάλιστα σημασίας έργο του «Ή έννοια της αγωνίας» (1844) αποτελεί πρωτότυπη ψυχολογική μελέτη όπου εξετάζεται η σημασία της αμαρτίας, της αστοχίας στη ζωή του ανθρώπου, η συνειδητοποίηση της οποίας οδηγεί σε αγωνία, η οποία με τη σειρά της, οδηγεί στη λύτρωση μέσω της πίστης. Η αγωνία, έλεγε ο Kierkegaard, είναι η πραγματικότητα της ελευθερίας ως «δυνατότητας ενώπιον της δυνατότητας».

Να σημειώσουμε ακόμα ότι ανάμεσα στ’ άλλα ο Kierkegaard έχει γράψει μερικές απ’ τις ωραιότερες σελίδες που έχουν ως τώρα γραφεί γύρω από το θέμα του πόνου, της λύπης, του πάσχειν (Π. Κανελλόπουλος). Έχει παρατηρηθεί ότι η θεολογική του σκέψη προσεγγίζει πιότερο τη θεολογική σκέψη των Ελλήνων πατέρων παρά των Προτεσταντών θεολόγων.

O Kierkegaard με την εισαγωγή των εννοιών της υποκειμενικότητας της ύπαρξης, της αγωνίας, της οδύνης της επανάληψης, του παράδοξου, της αποφασιστικής επιλογής (είτε-είτε), της ειρωνείας, με την επισήμανση της ρήξης του ανθρώπου με το παράλογο του κόσμου, με την «ναυτία» αυτού που μένει μόνος απέναντι στον εαυτό του, με την έμφαση στα αντιφατικά διαλεκτικά στοιχεία του χρονικού και αιώνιου που συγκροτούν την ανθρώπινη υπόσταση, υπήρξε ο σκαπανέας, ο πρωτοπόρος διανοητής, που έδωσε έναυσμα για γόνιμες αναζητήσεις μέσα κι έξω από τον υπαρξισμό. Συσπείρωσε γύρω του αυτούς που οικειώθηκαν την αλήθεια ότι η εμπειρία είναι ασφαλέστερη από τη λογική, η πίστη είναι η φωνή της αιωνιότητας στο έγχρονο, και η αλήθεια που οικοδομεί είναι αλήθεια για το άτομο, που το ενοφθαλμίζει στο δέντρο της αιωνιότητας...

O Kierkegaard, σημειώνει ορθά ο Χρήστος Μαλεβίτσης, θα ήταν προφήτης, αν δεν είχε περάσει η εποχή των προφητών. Έμεινε ποιητής και φιλόσοφος, ένας θρησκευτικός διανοητής. Πάνω απ’ όλα, μια ύπαρξη που μαστιγωνόταν από το μηδέν και το άπειρον... Τα όρια μεταξύ μηδενός και παντός, περιτρέχει ο Kierkegaard, με όλο του το έργο.

***

Από τα παραπάνω, είναι φανερό, ότι τέτοιες ρηξικέλευθες και πρωτοποριακές σκέψεις σαν του Kierkegaard, δε θα μπορούσαν ν’ αφήσουν ανεπηρέαστους τους επιγόνους. Η διεισδυτική λεπτομερής ψυχολογική ανάλυση του Kierkegaard, η φιλοσοφική του εμβάθυνση, η λεκτική του εμβρίθεια («ήξερε να παίζει με τις λέξεις όπως ο πολεμιστής με τα όπλα του», έλεγε ο Α. Χέφτρντιγκ), η ικανότητά του να ανατέμνει πρόσωπα, καταστάσεις, ιδέες και συναισθήματα, μάς φέρνουν κοντά σ’ έναν Νίτσε, σ’ ένα Ντοστογιέφσκι, που είναι εφάμιλλός τους. Με τον Kierkegaard γίνεται η συμφιλίωση της φιλοσοφίας με την ποίηση, αφού αναγνωρίζεται ως αισθητικός συγγραφέας με σπουδαίο λογοτεχνικό τάλαντο.

Το έργο του Kierkegaard στο σύνολό του (όσο και μεμονωμένα βιβλία του), ενώ στην αρχή παραγνωρίστηκε και αποσιωπήθηκε, αργότερα φάνηκε ότι άσκησε μια εκπληκτική έλξη στα μεγάλα αναστήματα της ευρωπαϊκής διανόησης. Σχεδόν όλοι οι μεταγενέστεροι δέχθηκαν την επίδρασή του θετικά ή αρνητικά.

Το έργο του, παρατηρεί ο καθηγητής Γρηγόρης Κωσταράς, κύριος μελετητής του έργου του, υπήρξε πηγή τριών μεγάλων ρευμάτων: της ψυχολογίας του βάθους, με κύριους εκπροσώπους τους γνωστούς ψυχαναλυτές Φρόϋντ, Γιουγκ, Άντλερ, της διαλεκτικής - αποφατικής θεολογίας (Κάρλ Μπαθ, Μπούλτμαν κλπ.) και κυρίως της υπαρξιακής φιλοσοφίας, με διαδόχους του τους Χάϊντεγκερ, Γιάσπερς, Μπερντιάγιεφ, Λεόν Σεστώφ, Ευδοκίμωφ κ.ά.

Αλλά και άλλοι συγγραφείς, όπως οι Στρίντμπεργκ και Ίψεν, Oυναμούνο, Καμύ, επηρεάστηκαν από τη γόνιμη και πολύπλευρη παραγωγή του. Eίναι πράγματι ευτύχημα ότι αρκετά από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Αλλά χρειαζόμαστε ίσως κάτι περισσότερο από μεταφράσεις. Χρειάζεται να εγκύψουμε με ευλάβεια σ’ αυτόν τον βαθύ στοχαστή, σ’ αυτήν τη μελαγχολική και ευγενική φυσιογνωμία, σ’ αυτόν τον «άγιο» όπως τον χαρακτήρισε προσφυώς ο Βίττγκεσταϊν. Χρειάζεται ίσως να διαποτίσουμε τους πόρους της γυμνής ψυχής μας από την απαράμιλλη ποιητική του θρησκευτικότητα και την αγιοσύνη του. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε ίσως να συλλάβουμε το μέγεθος της προσφοράς του στον άνθρωπο που θέλει να είναι άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο. Πρόσωπο που ξεχωρίζει από την ανθρωπόμαζα και μπορεί να «περιπατεί εν αληθεία, ποιών την αλήθειαν».