Holy Hip Hop

Ήτανε γύρω στις 2 το μεσημέρι, όταν ο Γαβριήλ, έπαιρνε το γεύμα του στο γνωστό του στέκι, σ’ ένα εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Είχε καλεσμένο κι έναν φίλο του για παρέα. Δεν ήθελε να είναι μόνος γι’ αυτό που σχεδίαζε να κάνει. Ήθελε να δει και τις δικές του αντιδράσεις. Όχι μόνον τις αντιδράσεις του ξένου κόσμου.

Μουσικός, μαγκούφης γύρω στα 40, απέφευγε τον τελευταίο καιρό τον κόσμο και τις κοινωνικές επαφές. Ήτανε κλεισμένος στον δικό του μουσικό κόσμο. Στη ραπ και στη χιπ χοπ που τόσο αγαπούσε, αλλά με χριστιανική χροιά… Είχε κατασκευάσει ο ίδιος, χριστιανική ραπ, συνδυάζοντας τα πιστεύω του με τη μουσική, που από μικρός αγαπούσε. Τα τραγούδια του που μέχρι χθες μιλούσαν μόνο για τη φτώχια, το ψέμα, τα ναρκωτικά, την απάτη και το χρήμα, άρχισαν να διευρύνονται… και να περιλαμβάνουν το Χριστό, την προσευχή, την Παναγία, την εκκλησία, και ρίμες από τη Βίβλο… Ραπάριζε στους δικούς του ρυθμούς. Σκεφτότανε, μάλιστα, να βγάλει και δίσκο με holy hip hop.

«Είσαι βέβαιος, γι’ αυτό που θέλεις να κάνεις;» τον ρώτησε ο Νικηφόρος που τον συντρόφευε στο φαγητό, όταν εκείνος του εξηγούσε τα σχέδιά του για το πάντρεμα της θρησκείας με την χιπ χοπ.

«Βέβαιος… Τι πάει να πει βέβαιος; Με ανθρώπινα μέτρα τίποτα δεν είναι βέβαιο και αποτελεσματικό. Αν έχεις το Χριστό μέσα σου, αν πιστεύεις, δεν φοβάσαι τίποτα, όσες κακοτοπιές κι αν έρθουν στη ζωή σου…»

«Ακόμα κι αν εσύ τις προκαλείς;», τον ρώτησε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, ο Νικηφόρος.

Ο Γαβριήλ δε μίλησε. Είχε σχεδόν τελειώσει το γεύμα του, και οι δύο φέτες ψωμί που περίσσεψαν, ήταν ένα φοβερό δέλεαρ μπροστά του. Έκοψε τις φέτες, πήρε την ψίχα από μέσα, κι άρχισε να φτιάχνει μ’ αυτές μικρούς βώλους. Τους αράδιασε μπροστά του, καμιά δεκαριά, και ξαφνικά, άρχισε να τους εκσφενδονίζει στους καθισμένους στα γειτονικά τραπέζια!

Κάποιοι γύρισαν και τον κοίταξαν επιτιμητικά. Κάποιοι άλλοι αντέδρασαν, μουρμουρίζοντας, αλλά ένας δεν κρατήθηκε. Ήρθε κοντά του, μ’ άγριες διαθέσεις, καταφανώς εξοργισμένος.

«Ξέρετε τι κάνετε κύριε; Ξέρετε που βρίσκεστε; Έχετε επίγνωση του χώρου;»

«Ασφαλώς και ξέρω τι κάνω… Σας ρίχνω ψωμί για να συνετιστείτε. Να σκεφτείτε ότι, υπάρχουν έξω, πολλοί πεινασμένοι, χωρίς ψωμί».

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του όταν δέχθηκε μια πατημασιά από το φίλο του. Ο καταστηματάρχης είχε ειδοποιηθεί, ήδη, και τον πλησίασε.

«Πολύ σας παρακαλώ, κύριε, να μην επαναληφθεί αυτό… Σας γνώριζα τόσο καιρό για σοβαρό άνθρωπο και πελάτη… Πως σας πέρασε η ιδέα από το μυαλό, να πετροβολάτε με ψωμί… τους πελάτες μου; Ντροπή σας».

Ο Γαβριήλ γύρισε και τους κοίταξε όλους με βλέμμα περιφρονητικό. Πλήρωσε αμέσως το λογαριασμό και κάνοντας νόημα στο Νικηφόρο, έφυγε μουρμουρίζοντας: «Δεν εξεύρετε ποίου πνεύματος είσθε εσείς… σας κυρίεψε ο σατανάς». Μεσ’ από το στόμα του, έβγαιναν μουρμουριστά, λόγια απ’ τους ψαλμούς του Δαβίδ.

«Έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί,
διέρρηξας τον σάκκον μου
και περιέζωσάς με ευφροσύνην…»

Λίγα λεπτά αργότερα, εξηγούσε στον κατάπληκτο Νικηφόρο, το λόγο της προκλητικής συμπεριφοράς του.

«Κοίταξε να δεις, αυτό που έκανα ήταν για να τους προκαλέσω, να τους αφυπνίσω απ’ το λήθαργο που βρίσκονται…»

«Μα, πως, θα τους αφυπνίσεις; Δεν καταλαβαίνεις ότι μάλλον τους εξόργισες έτσι, κι αν συνέχιζες, δε θα γλιτώναμε με τίποτα το ξύλο;»

«Φίλε μου, πρέπει να το καταλάβεις κι εσύ και όλοι, ότι οι άνθρωποι ζούνε σε ένα καθεστώς κοινωνικής υποκρισίας. Είναι Χριστιανοί της ταυτότητας, ενός πλαστικού χαρτιού, που γράφει «Χριστιανός Ορθόδοξος» και δεν έχουν την αληθινή ταυτότητα του Χριστιανού… Εγώ μιμούμαι το Χριστό και τους αγίους, και τους δια «Χριστόν σαλούς», που με τα έργα τους προκαλούσαν το κοινωνικό κατεστημένο, με σκοπό να αφυπνίσουν συνειδήσεις. Ακόμα και με τη χιπ χοπ μουσική μου, αυτό προσπαθώ να κάνω. Να αφυπνίσω συνειδήσεις. Να τους ταρακουνήσω… Είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος, με τη μουσική που αγαπώ. Στα τραγούδια μου προσθέτω το Χριστό και την Ορθόδοξη παράδοση. Οι άνθρωποι έχουν τελείως παρεκκλίνει απ’ το Χριστό. Δεν το καταλαβαίνεις; Έχουν ξεφύγει απ’ το δρόμο του… Κι ας λέγονται Χριστιανοί… Είναι Χριστιανοί, πώς να στο πω, ντεκαφεϊνέ… Εγώ δεν τους αναγνωρίζω για Χριστιανούς αυτούς. Χριστιανοί για μένα είναι οι μοναχοί, οι ασκητές, και οι δια «Χριστόν σαλοί».

«Δια Χριστόν σαλοί;», έκανε απορημένος ο Νικηφόρος. Δηλαδή;

«Να, πώς να στο πω. Δια «Χριστόν σαλοί», σημαίνει τρελοί για το Χριστό, σαλεμένοι για την πίστη».

«Δηλαδή, είναι πραγματικά τρελοί;»

«Όχι! Καθόλου! Κάνουν τον τρελό!»

«Και υπάρχουν τέτοιοι, σήμερα στην εποχή μας;»

«Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι. Κάποτε, στο Βυζάντιο, ήταν πιο πολλοί και έμειναν γνωστοί στην ιστορία, ως ασυμβίβαστα παραδείγματα αυτοταπείνωσης, θάρρους και πίστης». Ο Νικηφόρος τον κοιτούσε κατάπληκτος. «Δηλαδή, τι έκαναν;», ρώτησε με κάποια ανησυχία, για το φίλο του, που μόλις άκουγε απ’ το στόμα του ότι, ήθελε ν’ ακολουθήσει την πορεία τους.

«Θα στο πω απλά, για να το καταλάβεις. Οι σαλοί, ήταν καλόγεροι που ήθελαν με κάποιες ακραίες πράξεις που έκαναν, να στρέψουν την προσοχή των ανθρώπων πάνω τους, για να τους κάνουν να προσέξουν κάποιες αλήθειες, που οι Χριστιανοί, τις είχαν κουκουλώσει με τον τυπικισμό, την υποκρισία και τον εφησυχασμό τους. Να ξεσκεπάσουν την αμαρτία τους… Ενεργούσαν, σαν κάποιους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, σαν τον Ησαΐα, που κυκλοφορούσε ξυπόλυτος και ημίγυμνος, τον Ιεζεκιήλ, ή τον Ωσηέ, που κάναν παράξενα πράγματα, για να εντυπωσιάσουν τους άπιστους Ιουδαίους. Οι καλόγεροι αυτοί, ήταν ασκητές της κοινωνίας. Κάναν παρέα, όπως και ο Χριστός, σε κακόφημες συνοικίες, με κακόφημους και περιθωριακούς ανθρώπους, με σκοπό να ταπεινωθούν οι ίδιοι, νιώθοντας την απόρριψη του κόσμου και την περιφρόνηση. Αλλά, το κάναν με σκοπό να προσφέρουν ελπίδα και παρηγοριά στους απόκληρους. Έτσι έκανε ο Άγιος Συμεών, στην Εμέσα της Συρίας που ζούσε, για να προκαλέσει την προσοχή των ναρκωμένων χριστιανών. Όταν επισκέφτηκε μια πόλη, έσερνε ένα ψόφιο σκύλο… και οι πιτσιρικάδες τον πήραν από πίσω, γιουχάροντάς τον! Στην εκκλησία που πήγε την Κυριακή, πέταξε από τον άμβωνα τα καρύδια που είχε στα χέρια του, στις γυναίκες, κι έτσι αναγκάστηκαν να τον πετάξουν έξω… Αλλ’ αυτός, βγαίνοντας έξω, αναποδογύρισε τους πάγκους των ζαχαροποιών, μιμούμενος το Χριστό που αναποδογύρισε τις τράπεζες των αργυραμοιβών! Βέβαια, έφαγε της χρονιάς του, από τους εξαγριωμένους εμπόρους που τον έσυραν μισοπεθαμένο…»

«Γι’ αυτό και εσύ πετούσες ψωμί, στα κεφάλια των ανθρώπων, προηγουμένως;», ρώτησε έκπληκτος ο Νικηφόρος.

«Ήταν κι αυτός, ένας τρόπος, να μιμηθώ τον Άγιο Συμεών τον δια Χριστόν σαλό, και να περάσω ένα μήνυμα. Μακάρι να μπορούσα να μιμηθώ και τον Ρώσο τον Νικόλαο το σαλό, που τολμούσε να ελέγξει τον Τσάρο, τον Ιβάν τον Τρομερό, για τα εγκλήματά του. Για να του δείξει ο σαλός αυτός, πόσο μεγάλα ήταν τα αμαρτήματά του, την περίοδο της σαρακοστής, τού προσέφερε ένα κομμάτι ωμό κρέας, δείχνοντάς του έτσι, ότι το να φάει κρέας την σαρακοστή, αμάρτανε λιγότερο, από το να εκτελεί αθώους ανθρώπους!»

«Μα δεν είμαστε καλά! Θέλεις να κάνεις και συ το ίδιο, στην εποχή μας;»

Η φωνή του Νικηφόρου ακούστηκε μισο-ειρωνική, μισό-τρομαγμένη… «Μπορείς εσύ να μιμηθείς το Χριστό, και κάποιους καλόγηρους του μεσαίωνα, και δε ξέρω πότε; Είναι λογικά πράματα αυτά; Είσαι τυχερός που δε σε μπουζούριασαν και σένα στο ξύλο, φίλε μου!», ξέσπασε ο Νικηφόρος. «Σύνελθε Γαβριήλ! Σύνελθε!»

«Μα, τι σόι χριστιανοί θα ήταν, αν με κακοποιούσαν, αν ασκούσαν βία πάνω μου; Ο Χριστός ήταν κατά της βίας».

Ο Νικηφόρος σταμάτησε το βάδισμα, αναγκάζοντας και το συνομιλητή του να κοντοσταθεί. «Συμφωνώ, μαζί σου, Γαβριήλ. Εγώ, όπως ξέρεις, δεν ασχολούμαι με τη θρησκεία και τα παπαδίστικα, ιδιαίτερα. Συμφωνώ, ότι ο Χριστός ήταν κατά της βίας και της τυπολατρίας. Δε νομίζω, όμως, ότι συνέστησε στους μαθητές του ν’ ακολουθούν, τις ελάχιστες αυτές παράξενες πράξεις που ο ίδιος έκανε, όπως την ανατροπή των τραπεζιών των αργυραμοιβών, που μόνο αυτός είχε το δικαίωμα να κάνει αφού ήταν ο μεσσίας, ο υιός του Θεού. Εκείνος ήξερε τι έκανε… Ήξερε ακόμα, και από πιο μπροστά, τα αποτελέσματα των ενεργειών του. Ο Ιησούς, είπε, να μιλάνε οι πιστοί απλά και να διδάσκουν ειρηνικά στους ανθρώπους το λόγο του, και με το παράδειγμά τους, να προσελκύουν καρδιές στο Θεό. Έτσι, νομίζω. Όχι με πράξεις που μπορεί να προκαλέσουν και να εξαγριώσουν τον κόσμο».

«Έτσι νομίζεις εσύ! Αλλά εκεί που δε πέφτει λόγος, πίπτει…», τον έκοψε απότομα ο Γαβριήλ.

«Τα παραδείγματα των δια Χριστόν σαλών είναι μπροστά μας… προς μίμηση, για να τ’ ακολουθήσουμε… Μας περιμένουν. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί άγιοι…»

Περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο. Γύρω τους οι άνθρωποι βάδιζαν και συζητούσαν αμέριμνοι. Τα αυτοκίνητα με τα κλάξον και τη βουή τους, τους ανάγκαζαν να φωνάζουν περισσότερο. Μερικοί περίεργοι σταματούσαν, γιατί βλέπαν το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του Γαβριήλ καθώς μιλούσε και χειρονομούσε, γεμάτος ένθεο ζήλο.

«Οι παράξενες πράξεις αφυπνίζουν τους ανθρώπους. Μόνο οι ακραίες πράξεις μπορεί να τους κάνουν να σκεφτούν, τι κάνουν», συνέχισε, σχεδόν μονολογώντας, ο Γαβριήλ.

Ο Νικηφόρος, κάποια στιγμή, κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν τέσσερις και έπρεπε να φύγει. Είχε δουλειά στο μαγαζί του.

«Γαβριήλ, θα τα πούμε. Σ’ ευχαριστώ για το γεύμα, αν και παραλίγο, να μας έβγαινε ξινό… Όσο για τους κατά Χριστόν σαλούς, που θέλεις να μιμηθείς…»

«Εντάξει, θα τα ξαναπούμε… Θα τα ξαναπούμε. Άντε στο καλό τώρα. Άντε στο καλό…», απάντησε ο Γαβριήλ, θέλοντας κι αυτός να μείνει για λίγο μόνος, και να ξανασκεφτεί τα παραδείγματα των δια Χριστόν σαλών.

Αργά το βράδυ ο Νικηφόρος, έφερνε συνέχεια στο μυαλό του τη παράξενη συζήτηση που είχε με το φίλο του. Δια τον «Χριστόν σαλός», έλεγε και ξανάλεγε. Δε μπορούσε να το χωρέσει ο νους του, πως ο Γαβριήλ, από λάτρης της ραπ μουσικής, ήθελε να μιμηθεί τους σαλούς. Δεν τον ήξερε για θρησκόληπτο αλλά ούτε και σαλεμένο, αν και είχε τις παραξενιές του απ’ τα νιάτα του. Για μουρλός δεν φαινότανε. Αλλά και πάλι… μπορείς να ξέρεις την καρδιά του ανθρώπου; Άβυσσος είναι.

Την άλλη μέρα, πήρε στο τηλέφωνο ένα φίλο του, που είχε σπουδάσει θεολογία. Τον ρώτησε, για να τον πληροφορήσει περισσότερα πράγματα για τους σαλούς.

Ο θεολόγος, του είπε, ότι επρόκειτο για σπάνιες περιπτώσεις του παρελθόντος. Οι σαλοί στηρίζονταν στα λόγια του αποστόλου Παύλου που έγραψε ότι «δια της μωρίας του κηρύγματος ο Θεός θα σώσει τον κόσμο», και ότι το «μωρόν του Θεού είναι σοφώτερον των ανθρώπων». Ακόμη, ότι, «ει τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθαι, ίνα γένηται σοφός…» Οι δια Χριστόν σαλοί, συμπλήρωσε, κάναν τον τρελό γα να προσελκύσουν τον κόσμο. Ήταν, βέβαια, εξτρεμιστές. Όπως ήταν κι άλλοι καλόγηροι εξτρεμιστές της ελευθερίας, οι δενδρίτες και οι στυλίτες. Που μέναν για χρόνια πάνω σ’ ένα δέντρο ή σ’ ένα στύλο, για να προκαλούν με τη στάση τους το κοινωνικό κατεστημένο. Και για να κηρύττουν το Χριστό στους ανθρώπους, να τους καλούν σε μετάνοια…, να τους καυτηριάσουν για τις αμαρτίες τους, τα σκάνδαλά τους… Για τους σαλούς, μιλάει ο ιστορικός Ευάγριος ο Σχολαστικός αλλά, και ο Νικηφόρος Κάλλιστος. Γνωστοί είναι, ο Ανδρέας ο σαλός που έζησε στην Κωνσταντινούπολη και ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης που έζησε πρόσφατα… «Πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις ασκητικής αυταπάρνησης, ιδιάζουσες, που δεν πρέπει να απολυτοποιούνται», τόνισε ο θεολόγος. «Γι’ αυτό, και η εν Τρούλω, πενθέκτη οικουμενική σύνοδος, απέρριψε τέτοιες πρακτικές. Στην εποχή μας δεν παρατηρούνται αυθεντικά παραδείγματα Αγίων… δια Χριστόν σαλών…», συμπλήρωσε, πριν κλείσει το τηλέφωνο.

Ο Νικηφόρος προβληματίστηκε ακόμα περισσότερο, μετά απ’ αυτή τη συζήτηση. Αναζήτησε τον Γαβριήλ στο τηλέφωνο αλλά δεν τον βρήκε. Τον ξανακάλεσε, αλλά αυτός δεν απαντούσε. Άρχισε ν’ ανησυχεί. Μήπως του συνέβη τίποτα κακό; Κανένα ατύχημα; Μπας κι έκανε καμιά αποκοτιά, μιμούμενους τους δια Χριστόν σαλούς; Μήπως του σάλεψε για τα καλά, μ’ αυτά και μ’ άλλα;

Το απόγευμα όμως, τον πήρε ο Γαβριήλ ο ίδιος στο τηλέφωνο. Ήτανε Τετάρτη. Δε δουλεύανε κι οι δύο. Ο Γαβριήλ τον προσκαλούσε για έναν περίπατο στην παραλία, και καφέ μετά, στην αγαπημένη του καφετέρια.

«Εντάξει, έρχομαι αμέσως», απάντησε ο Νικηφόρος, σκεπτόμενος, πώς θα του αλλάξει τα μυαλά, πριν σαλέψει τελείως με τη θρησκοληψία που τον «έδερνε» τον τελευταίο καιρό.

Συναντήθηκαν, στο μέρος που συνήθως έδιναν ραντεβού. Κάτω απ’ έναν αιωνόβιο πλάτανο. Ο Γαβριήλ φαινότανε ήρεμος αλλά κάπως, απόκοσμος. Σα να μην υπήρχαν άλλοι γύρω του… Σα να μην άκουγε και έβλεπε, τίποτα τριγύρω του…

«Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι, είπε με τρεμάμενη φωνή στον Νικηφόρο. «Όση ώρα σε περίμενα, σκέφτηκα να φουντάρω στη θάλασσα με τα ρούχα, για να προκαλέσω έτσι τους περαστικούς, να με βγάλουν απ’ τα νερά, και να τους πω, γιατί το ’κανα… Να τους αφυπνίσω… Να τους ταπεινώσω… Να τους… Αλλά, δε βρήκα το θάρρος. Ύστερα, σιχαίνομαι και την αίσθηση να είμαι βρεμένος με τα ρούχα να κολλάνε πάνω μου… Πρέπει να ’χεις θάρρος να το κάνεις αυτό… Φοβήθηκα μη τυχόν πνιγώ. Ενώ, οι δια Χριστόν σαλοί, δε φοβότανε ποτέ και τίποτα…»

Ο Νικηφόρος τον άκουγε, ενώ οι τρίχες της κεφαλής του είχαν μισοανορθωθεί. Δεν τον διέκοψε όμως.

«Τελικά, ξέρεις τι σκέφτηκα;», συμπλήρωσε, ο Γαβριήλ.

«Τι σκέφτηκες;», ρώτησε αναμμένος από περιέργεια, ο Νικηφόρος.

«Σκέφτηκα, ότι με τη μουσική μου, με τη holy hip hop, ίσως περάσω περισσότερα θρησκευτικά μηνύματα στον κόσμο, παρά μέσα από εξτρεμιστικές πράξεις. Αν ο Κέρτις Μπλόου στην Αμερική, ξεσηκώνει τον κόσμο μέσα στην εκκλησία του, στο Χάρλεμ, και έκανε μάλιστα χρυσό δίσκο, το The Breaks, μεταδίδοντας μηνύματα της ειρήνης και του ευαγγελίου στους νέους, και αν ο Έλληνας Τόμι Κιλόνεν στην Φλόριντα, έκανε 6 δίσκους με τραγούδια που μεταφέρουν το λόγο του Θεού, γιατί να μη μπορούμε και εμείς, εδώ, στην Ορθόδοξη Ελλάδα, να κάνουμε το ίδιο…»

«Δηλαδή;»

«Holy hip hop… Συνδυασμό βυζαντινής μουσικής με σύγχρονους ρυθμούς ραπ».

Ο Νικηφόρος δεν του απάντησε, καθώς έβγαζε μια τσίχλα να βάλει στο στόμα του.

Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε. Καλύτερα να ’ναι με τη μουσική του, ξεσαλωμένος, παρά με ακραίες πράξεις, που θέλει να κάνει ο σύγχρονος αυτός δια Χριστόν, σαλός…