Gary Greenberg: «101 μύθοι της Βίβλου»

Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται και πληθύνονται τα βιβλία που ασχολούνται με τη θρησκεία και ιδιαίτερα με την Βίβλο. Πολλά απ’ αυτά έχουν επιθετικό, αντιβιβλικό και αντιχριστιανικό φρόνημα. Προσπαθούν ν' αποδείξουν ότι η Βίβλος είναι βιβλίο ανιστόρητο, μυθολογικό και ανήθικο, που περιέχει όχι μόνο τα ηθικά παραπτώματα των ηρώων της αλλά και την οργή και εκδικητικότητα ενός σκληρού και άδικου Θεού - όπως χαρακτηρίζουν τον Θεό ιδιαίτερα στην Παλαιά Διαθήκη. Και επί των επιχειρημάτων αυτών ήδη έχω γράψει κατ' επανάληψη (βλ. Είναι η Βίβλος βιβλίο ανήθικο και πορνογραφικό;).

Ο Gary Greenberg, ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία των συγγραφέων, αλλά υπάρχει μια λεπτή διαφορά μεταξύ αυτού και των άλλων. Στο βιβλίο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Ενάλιος" το 2000, φιγουράρει ως Αιγυπτιολόγος και πρόεδρος της Βιβλικής - Αρχαιολογικής Εταιρείας της Νέας Υόρκης. Ως εκ τούτου, θα περίμενε κανείς μια εμβριθή ανάλυση του θέματος που διαπραγματεύεται, και πλήρη τεκμηρίωση επιστημονική, των θέσεών του, οι οποίες ομολογουμένως ξαφνιάζουν. Ξαφνιάζουν, όχι τόσο γιατί είναι αντιρρητικές στη Βίβλο και διαφοροποιημένες από την υπάρχουσα διεθνή βιβλιογραφία, όσο γιατί έρχονται σ’ αντίθεση και με τις κρατούσες θεωρίες των κριτικών της Γραφής.

Ενώ δηλαδή - όπως είναι γνωστό - Οι κριτικοί της Βίβλου δέχονται ότι η Π.Δ. στο μεγαλύτερο μέρος της συντέθηκε τον 7° με 6° αι. π.Χ. και μάλιστα από το εβραϊκό ιερατείο στη Βαβυλώνα, ή εν πάση περιπτώσει δέχθηκε ισχυρή επίδραση από την Ασσυροβαβυλωνιακή και Χανανιτική θρησκεία, ο συγγραφέας, υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος της - αν όχι όλο, αφού βρίσκει 101 μύθους στη Βίβλο -, έχει επηρεαστεί από την αρχαία Αιγυπτιακή θρησκεία και μυθολογία. Αυτό βέβαια που φαίνεται περίεργο εκ πρώτης όψεως, οι θέσεις αυτές δηλαδή του συγγραφέα, κατανοείται, όσο διαβάζει κανείς το βιβλίο και δεν ξεχνά ότι ο συγγραφέας είναι Αιγυπτιολόγος. Και σαν τέτοιος, βλέπει τη Βίβλο κάτω από το πρίσμα ενός αρνητικού κριτικού εξοικειωμένου με τον αρχαίο Αιγυπτιακό πολιτισμό. Άλλο γεγονός που παραξενεύει τον αναγνώστη είναι ότι ο συγγραφέας γράφει χωρίς να παραπέμπει σε πηγές, χωρίς να παραπέμπει σ' άλλους συγγραφείς συναδέλφους του και μη, και χωρίς καμιά βιβλιογραφία. Έτσι, τα όποια συμπεράσματά του, δεν επιδέχονται οποιοδήποτε έλεγχο (πάσχουν από αοριστία, όπως θα' λεγε ένας δικαστής) και ως εκ τούτου δυσχεραίνουν τον έλεγχο των επιχειρημάτων και των συμπερασμάτων του ιδίως από τους ανίδεους ή τους ανεπαρκώς καταρτισμένους, που μπορεί ανυποψίαστοι να πέσουν στα επιδέξια στημένα δίχτυα ενός βιβλικού (;) αρχαιολόγου!

Εν πάση περιπτώσει το ερώτημα, είναι, τι μάς λέει τελικά αυτός ο συγγραφέας στις πεντακόσιες περίπου σελίδες του βιβλίου του. Βασική θέση του (αθεμελίωτη και αναπόδειχτη βέβαια) είναι ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες του Ισραήλ του 7ου π.Χ. αιώνα, προσπάθησαν να ενισχύσουν την εξουσία τους βάζοντας τις απόψεις τους στο στόμα ενός αξιοσέβαστου ήρωα, του Μωυσή (σελ. 474). Κι έτσι παρήγαγαν τα γραπτά που, Ιουδαίοι και Χριστιανοί, επί αιώνες, δέχονται ως ιερά και θεόπνευστα. Τώρα, το πώς κατόρθωσε μια δράκα ιερέων, να πλαστογραφήσει (γιατί κατ' ουσίαν περί πλαστογραφίας πρόκειται κατά τη θεωρία άλλωστε και του Τζούλιους Βελλχάουζεν και του Ντε Βέττε) τα ιερά κείμενα, να τα εμφανίσει ως προερχόμενα από τον Μωυσή, και στη συνέχεια να εξαπατήσει ολόκληρο τον Ισραηλιτικό λαό σ' όλες τις μεταγενέστερες εποχές και γενιές, και μαζί μ' αυτόν και τους: Φίλωνα, Ιώσηπο, Γραμματείς, ιερείς, Φαρισαίους, Ταλμουδιστές και πολύ περισσότερο και τον ίδιο τον Ιησού και τους αποστόλους του (πρβλ. Ιωαν. 5:39, 47 και Λουκ. 24:27,43) που θεωρούσαν την Πεντάτευχο και τα λοιπά βιβλία της Π.Δ. ως γνήσια και αυθεντικά, και τον Μωυσή συγγραφέα, παραμένει ένα μυστήριο. Όχι όμως για τον συγγραφέα, που διαθέτει φαντασία, μάχαιρα, και προκρούστεια κλίνη, μεταχειριζόμενος τη Βίβλο, την ιστορία και τις πηγές κατά το δοκούν...

Μάς λέει λοιπόν (σελ. 66-67), και μαθαίνουμε, ότι ο Αδάμ και η Εύα, δεν είναι ιστορικά πρόσωπα, όπως διδάσκει η Βίβλος, και ιδιαίτερα ο Ιησούς και οι απόστολοι του (Ματθ. 19:4,5 Α' Κορινθ. 11:8,9 Α' Τιμοθ. 2:13) αλλά αιγυπτιακές θεότητες Ζέμπ (= γη) και Νούτ (= ουρανός) και το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού, είναι σύμβολο των αιγυπτιακών θεοτήτων Σου και Τεφνέτ (σελ. 119). Και ότι οι ιστορίες προέρχονται όχι από βαβυλωνιακές πηγές αλλά από αιγυπτιακές (από τη Σκύλα δηλαδή της αρνητικής κριτικής, μεταφερόμαστε στη Χάρυβδη της αρνητικής αοριστολογίας). Μάς λέει ακόμη, ότι τα Σόδομα και τα Γόμορρα είναι μυθικές πόλεις, δεν υπήρξαν ποτέ (σελ. 222). Κι ας αναφέρονται μέσα στη Βίβλο οι δύο αυτές πόλεις μαζί με την Αδαμά και τη Σεβωείμ και Σηγώρ, στις υπόλοιπες Γραφές εκτός από τη Γένεση 18 συνολικά φορές (βλ. π.χ. Ησ. 1:9, 3:9, Ιεζεκ. 16:47,48, Λουκ. 18:28-32, Β Πέτρου 2:6,7, Ιούδα, 7).

Το ότι οι συνάδελφοί του, σαν τον πυρηνικό φυσικό και αρχαιολόγο Bryan Wood έχουν γράψει και δημοσιεύσει πρόσφατες μελέτες που αποδεικνύουν με σοβαρά επιχειρήματα, ότι οι αμαρτωλές πόλεις μνημονεύονται στις πινακίδες της Έμπλα (2300 π.Χ.) της Συρίας και πρέπει να αναγνωριστούν στις ονομασίες της Βα-ντε-Μπρα και Νουμέρια μαζί με την Σηγώρ και τις Αδαμά και Σεβωείμ, στα νοτιοανατολικά της Νεκράς Θάλασσας, οι οποίες καταστράφηκαν αποδεδειγμένα από μεγάλη πυρκαγιά εκείνη την εποχή (γ. στο 2000 π.Χ.), αυτό το παραλείπει τελείως, όπως και την σχετική σύγχρονη βιβλιογραφία επί του θέματος που είναι άφθονη [βλ. ενδεικτικά, Τα κείμενα της Π.Δ. είναι άραγε αξιόπιστα; του Walter C. Kaiser 2005, εκδόσεις Πέργαμος, σελ. 142-147, και ιδίως, Bryant G. Wood, ABR's Search for the Lost Cities of the Bible, στο Bible and Spade (1999) 12:3].

Κατά τον συγγραφέα, οι πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και: Ιακώβ είναι χαρακτήρες της Αιγυπτιακής μυθολογίας! Επίσης, για τον Greenberg, οι 12 γιοί του Ιακώβ είναι “μυθολογικοί ιδρυτές” των διαφόρων πολιτικών ομάδων του Ισραήλ (σελ. 277), και οι Ισραηλίτες, δεν κατέλαβαν τη Χαναάν την εποχή του Ιησού του Ναυή (σελ. 406), ούτε φυσικά και την Ιεριχώ, διότι τότε δεν υπήρχε Ιεριχώ! (Επ' αυτού όμως, άλλα λέγουν οι πρόσφατες έρευνες, βλ. Walter, C. Kaiser, οπ. παρ. σελ. 172 επ.). Φυσικά, και η Δεββώρα είναι αιγυπτιακή θεότης (σελ. 474), ο δε Σαμψών, Χανανιτική ηλιακή θεότης, ανάλογη με τον Ηρακλή (σελ. 424).

Το ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν συμφωνούν μαζί του και ο απ. Παύλος μνημονεύει ως ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα τα παραπάνω στην προς Εβραίους επιστολή του (κεφ. 11ο), αυτό, δεν προβληματίζει τον συγγραφέα καθόλου. Είναι ανώφελο να παρακολουθήσει κανείς τον μυθολόγο συγγραφέα κατά πόδας, σ' όλες του τις σκέψεις και τις θέσεις. Το συμπέρασμα που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι απογοητευτικό. Όχι για τη Βίβλο που τόσο άγαρμπα και ατεκμηρίωτα, με οδηγό τη φαντασία του προσπαθεί ο Greenberg να κριτικάρει, όσο για τον ίδιο, που θέλει να φορέσει γυαλιά" στους ειδικούς και ιδιαίτερα στους βιβλικούς αρχαιολόγους.

Οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της βιβλικής αρχαιολογίας όπως G. Wright, J. P. Free, F. M. Cross, E. Yamauchi, sir Frederic Kenyon, Donald Wiseman, CΙ. Wilson, M. F. Unger, K. A. Kitchen, A. Millard, για ν' αναφέρω λίγα μόνο ονόματα, με επικεφαλής τον ιδρυτή της, τον Αμερικανό Ουίλλιαμ Φόξγουελ Ολμπράιτ (W. F. Albright), έχουν εδώ και χρόνια αποφανθεί τόσο για την ιστορικότητα της Βίβλου, όσο και για την γενικότερη αξιοπιστία της, ουσιαστική και χειρογραφική.

Ενδεικτικά αναφέρω τις δηλώσεις του Albright: “Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αρχαιολογία έχει επιβεβαιώσει την ουσιώδη ιστορικότητα της παραδόσεως της Παλαιάς διαθήκης” (Archaeology and the Religion of Israel, 1942, σελ. 176) και, “Οι αφηγήσεις για τους πατριάρχες, για τον Μωυσή και την έξοδο, για την κατάκτηση της Χαναάν, για τους Κριτάς, για την μοναρχία και την εξορία... έχουν όλες επιβεβαιωθεί και διαφωτιστεί”. (The Christian Century, 10/11/1958). Και ακόμη: “Για να συνοψίσουμε, μπορούμε και πάλι να θεωρήσουμε την Βίβλο απ' την αρχή ως το τέλος, ένα αυθεντικό έγγραφο θρησκευτικής ιστορίας” (History, Archaeology and Christian Humanism, 1964, σελ. 295). Ο αυτοπροβαλλόμενος ως πρόεδρος της βιβλικής αρχαιολογικής εταιρείας Greenberg, θέλησε ν' απομυθοποιήσει τη Βίβλο, καταδεικνύοντας ότι είναι μεστή από μύθους. Στην πραγματικότητα, αποδεικνύεται ο ίδιος φαντασιόπληκτος μυθολόγος, ο οποίος με ατεκμηρίωτο δογματικό τρόπο, προσπαθεί ν' αποδείξει τ' αναπόδεικτα...

Κι επειδή η λαθεμένη γλώσσα λέει την αλήθεια, σύμφωνα με τη σοφή λαϊκή παροιμία, δεν μπόρεσε παρά τη παραμυθολογία του, να ξεφύγει από κάποιες αληθινές ομολογίες: “Η Βίβλος είναι μια συλλογή μύθων με πολλές αλήθειες γύρω απ’ την ιστορία του αρχαίου Ισραήλ”. Ακόμη, αναγνωρίζει ότι “παρά τη φήμη του Ηρόδοτου ως πατέρα της ιστορίας, οι πρώιμοι εβραίοι συγγραφείς είναι αυτοί που επινόησαν το είδος, και ήταν οι πρώτοι πραγματικοί ιστορικοί” (σελ. 475). Δηλαδή, απ' τη μια πλευρά οι βιβλικοί συγγραφείς έγραψαν μύθους, επηρεασμένοι από την αιγυπτιακή μυθολογία, κι' απ' την άλλη, είναι οι πρώτοι πραγματικοί ιστορικοί! Θαυμάστε λογική συνέπεια! Ιδού ένα τυπικό δείγμα, όπου οι κατά κόσμον δοκησίσοφοι, “συλλαμβάνονται εν τη πανουργία αυτών” και, “ο Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των ότι είναι μάταιοι”, σύμφωνα με τα λόγια του απ. Παύλου (Α' Κορ. 3:19-20), που ταιριάζουν γάντι, νομίζω, σ' αυτήν την περίπτωση.