Το κουλούρι

Είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνη τη μουντή μέρα. Από συνήθεια περισσότερο. Ήταν μέρα σχολής. Σάββατο δεν εργαζότανε. Κι ούτε είχε κάποια δουλειά προγραμματισμένη. Είχε προ­γραμματισμένο αυτό που τον ευχαριστούσε. Να τρυπώσει στα αγαπημένα του Antiquariat της Πανεπιστημιούπολης, με τις τεράστιες βιβλιοθήκες και τις φημισμένες σχολές. Θεολογία, Νομική, Φι­λοσοφία, Ιατρική. Ντύθηκε βιαστικά. Ήπιε τον καφέ του που άχνιζε στο φλιτζάνι. Έφαγε ένα πρέτσελ. Και ξεκίνησε με ένα λεωφορείο της γραμ­μής. Κόκκινο πούλμαν. Μια απόσταση 30 χλμ. περίπου. Είχε τελειώσει τις σπουδές του ο Κυριακού στην Ελλάδα κι εκεί στη «ξένη γη», την Αλεμάνιε, όπως την ονόμαζαν οι συμπατριώτες του, συνέχιζε μεταπτυχιακές σπουδές. Συνάμα εργαζότανε για να εξοικονομεί τα προς το ζην, μια και τα οικονομι­κά του δεν ήταν ανθηρά.

Μόλις έφθασε στον αγαπημένο του χώρο, διέ­σχισε την γέφυρα Am Neckar. Άρχιζε να κατηφο­ρίζει στα στενά δρομάκια. Όλα τελείωναν με την λέξη gasse-δρομάκια με διώροφα σπίτια παλιά. Πολλά επισκευασμένα, πολλά αναπαλαιωμένα, έτσι, για να διατηρείται η παράδοση. Καθώς περπα­τούσε άκουσε μια μάνα που έδινε οδηγίες τηλεφω­νικές στο γιο της, να φορέσει μπουφάν για να μην κρυώσει. Ήταν Οκτώβρης μήνας και στην πόλη όπως και σ’ όλη την περιοχή είχε πιάσει ψιλόβροχο και ομίχλη. Συνηθισμένα φαινόμενα στη Γερμα­νία. Ο Κυριακού ανασήκωσε την καμπαρντίνα του καθώς προχωρούσε. Ένοιωθε την πρώτη υγρασία να τον πηρουνιάζει. «Κρις Γκοτ», ακουγότανε οι χαιρετισμοί των μεγαλύτερων καθώς συναντιό­ντουσαν. «Ιχ κλάουμπε αν κάινε Γκοτ», σιγοψιθύ­ρισε κάποιος νέος δίπλα του, καθώς προσπέρασε δυο ηλικιωμένους που σιγοκουβέντιαζαν...

Ο Κυριακού σπούδαζε φιλοσοφία. Τον τραβού­σαν από μικρό τα μεγάλα μεταφυσικά θέματα. Η ζωή, ο θάνατος, η μετα-ζωή, η ηθική, ο Θεός, όλα τα συναφή αυτά θέματα που όσο τα βασανίζεις, σε βασανίζουν... Του άρεζε να διαβάζει Νίτσε, Καντ, Μαρξ, Χέγκελ, τους κλασικούς Γερμανούς από το πρωτότυπο. Διάβαζε όμως και ιστορία, ποίηση και αρχαιολογία. Ήταν παμφάγον πνευματικό ον.

Συμφωνούσε με τον Τερέντιο που έλεγε, πως δεν υπάρχει τίποτα το ανθρώπινο που να μη με ενδια­φέρει. Δεν του άρεζαν οι πολλές κοινωνικές συνα­ναστροφές· τις θεωρούσε περιττές αν δεν είχαν τί­ποτε να του προσφέρουν. Μάλλον τις έβρισκε επι­ζήμιες. Που να βρεις σήμερα σωστούς ανθρώπους για σωστό διάλογο;

Εδώ και καιρό έψαχνε μανιωδώς να βρει ένα βι­βλίο παλιό, σπάνιο, που είχε σχέση με τη αρχαιολο­γία της Ανατολής. Orientalistik (Ανατολιολογία) ήταν ένας κλάδος που τον συνέπαιρνε. Ήθελε να σπουδάσει αυτόν τον κλάδο. Να διαπρέψει. Αλλά οιγονείς του τον αποπήραν. Μην μπαίνεις σε τέτοι­ους μπελάδες του ‘λεγαν. Στην Ελλάδα δεν υπάρ­χουν έδρες σ’ αυτόν τον κλάδο. Θα περάσουνε χρό­νια και χρονάκια, μέχρι να δημιουργηθούν τέτοια τμήματα, του έλεγε ο πατέρας του. Και δεν είχε άδικο. Τι να σπουδάσει; Κάτι που δεν μπορείς να δι­δάξεις, ούτε να εκτιμήσουν οι άλλοι;

Η μητέρα του πάλι ήταν πιο πρακτική. Έλεγε ότι οι πολλές σπουδές μπορεί να είναι κι ανώφελες. Παραφουσκώνουν το κεφάλι... Ύστερα, φέρνουν χρήματα; Αυτό μετράει...

Ο Κυριακού έφθασε στο παλαιοβιβλιοπωλείο του Στέινκοπφ. Μπήκε μέσα. Καλημέρισε τον βιβλιοπόλη που του αποκρίθηκε με ένα γρύλισμα μάλλον παρά με χαιρετισμό. Ήταν λίγο ραχιτικός, αδύνατος, χλωμός κι απρόθυμος για εξυπηρέτηση και κουβέντες. Ο Κυριακού αναρωτήθηκε πώς μπορούσε να διατηρεί ένα τέτοιο κατάστημα μ’ αυ­τήν την απροθυμία του να εξυπηρετεί πελάτες. Ύστερα σκέφτηκε ότι σ’ αυτό οι πελάτες αυτοεξυπηρετούνται. Βρίσκουν μόνοι τους ό,τι θέλουν. Άλλωστε αυτό επιζητούν. Να ψάχνουν μόνοι τους σε μια στοίβα... Στάθηκε μπροστά σε κάποια ράφια. Από μακριά ακούγονταν ο θόρυβος των διερχόμενων αυτοκινήτων, τα φρένα τους, που σταματού­σαν στις στάσεις, στους σηματοδότες. Τα κλάξον, τα σφυρίγματα. Κόσμος πήγαινε ερχότανε, φώνα­ζε, ζούσε. Μέσα στο βιβλιοπωλείο βασίλευε η σιω­πή. Στο Antiquariat υπήρχε μόνο ένας άλλος, που, αφοσιωμένος όπως ήταν σ’ αυτό που διάβαζε, ση­μασία δεν έδινε για το τι γινόταν γύρω του. Ακόμα και φωτιά να έπιανε ο χώρος, δεν θα έπαιρνε είδηση.

Ο Κυριακού διερωτήθηκε παίρνοντας αφορμή κι απ’ τον εαυτό του, τι ήταν εκείνο που έκαμε τους φιλοαναγνώστες να είναι τόσο αφοσιωμένοι σ’ αυ­τό που διάβαζαν. Το περιεχόμενο του βιβλίου; Το πάθος τους για εξερεύνηση και ανάγνωση; Η επι­θυμία τους για συναναστροφή με το συγγραφέα και τους ήρωες του; Η αποστροφή τους από πολλές κοινωνικές συναναστροφές; Το πάθος της λαθρανάγνωσης;

Κοίταξε προς στιγμήν έξω από το μεγάλο παρά­θυρο στο ισόγειο. Μια κοπέλα συναντήθηκε με μια μεσόκοπη κυρία, κρατώντας ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Παραξενεύτηκε. Στην κρύα γη του Βορ­ρά, τέτοια σκηνή δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη. Ή μήπως αυτός δεν είχε συνηθίσει να τις βλέπει;

Η αιωρούμενη σκόνη απ’ το βιβλίο που φυλλο­μετρούσε του έπνιξε προς στιγμήν τα ρουθούνια. Κοίταξε από συνήθεια το ρολόι του. Ήταν γύρω στις 12. Περιέφερε το βλέμμα του αμήχανος, μη γνωρίζοντας από που να ξεκινήσει την αναδίφηση. Αυτή την αναδίφηση που τον συνέπαιρνε. Του ’παίρνε ώρες σαν ένα παιχνίδι. Έψαχνε να βρει αυ­τό που ήθελε. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν ανοιχτός στο να βρει οτιδήποτε άλλο. Έμοιαζε με χρυσοθήρα που έπρεπε να σκάψει όγκους λάσπης για να βρει το πολύτιμο μέταλλο. Ταυτόχρονα έβρισκε και άλλα ενδιαφέροντα εκτός από το «χρυσό». Η έκπληξη ήταν το ζητούμενο.

Τι μπορούσε να βρει κανείς μέσα σ’ ένα κυκεώ­να βιβλίων λίγο-πολύ ατακτοποίητων, σκονισμέ­νων, σχισμένων μερικές φορές; Υπήρχαν πολλά κατεψυγμένα ανθρώπινα μυαλά εκεί. Και μαζί πό­θοι, πάθη, φιλονικίες, αντιδικίες, φιλοδοξίες. Όλα αυτά κλεισμένα σε σελίδες βιβλίων...

Έπεσε με τα μούτρα. Έβλεπε, άγγιζε τα χαρ­τιά. Απολάμβανε με τα μάτια και τα χέρια και την όσφρηση· με όλες τις αισθήσεις. Μερικά βιβλία ήταν μουχλιασμένα. Άλλα μουτζουρωμένα. Άλλα ξεθωριασμένα απ’ τον καιρό και τον ήλιο. Μερικά είχαν αφιερώσεις στο εμπροσθόφυλλο και αρκετές υπογραμμίσεις. Ο Κυριακού διάβαζε πυρετωδώς. Έπαιρνε μερικές μπουκιές απ’ το καθένα. Γευότα­νε μερικές γουλιές απ’ το παλιοκαιρίσιο κρασί τους. Άλλες τις κατάπινε ευχάριστα κι άλλες δια­κριτικά τις δοκίμαζε και έφτυνε. Λειτουργούσε ως γευσιγνώστης του πνεύματος. Η ώρα περνούσε. Κόντευε 3, όταν ακούστηκε η μεμψίμοιρη φωνή του βιβλιοπώλη ότι έπρεπε να κλείσει το κατάστη­μα.

Ετοιμαζόταν κι αυτός να φύγει χωρίς λεία, όταν τελικά το μάτι του έπεσε ξαφνικά σ’ ένα χοντρό βι­βλίο με πράσινο εξώφυλλο. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, παράξενα. Μην ήταν αυτό το βιβλίο που έψαχνε; Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Ναι, ήταν αυτό που έψαχνε! Δεν είχε πολλά χρήματα μαζί του. Έψαξε τις τσέπες του. Ρώτησε τον βιβλιοπώ­λη για την τιμή του. Δεν ήταν και φτηνό. Ο Στάινκοπφ το θεωρούσε συλλεκτικό κομμάτι. Υπολόγισε γρήγορα ότι αν το αγόραζε, θα του απόμεναν δύ­σκολα χρήματα για το λεωφορείο της επιστροφής, αλλά κι αν έφταναν, θα του έφταναν άραγε να φάει μεσημεριανό; Όχι, δεν θα του έφταναν. Το αποτόλ­μησε όμως. Το αγόρασε. Το κοίταξε χαρούμενος. Το άγγιξε. Το χάιδεψε με τ’ ακροδάχτυλά του, με μιαν ιεροτελεστία σχεδόν ερωτική. Το έβαλε σε μια σακούλα πλαστική. Χαιρέτησε ευχαριστημένος τον βιβλιοπώλη με τα διαρκώς ξινισμένα μούτρα. Το πρόσωπο του έλαμπε από χαρά.

Βγήκε απ’ το βιβλιοπωλείο κι ανηφόρισε. Κοντοστάθηκε για λίγο σε δυο άλλα καταστήματα με ρούχα και ζαχαρώδη. Έστριψε σ’ ένα μικρό δρομά­κι και καθώς ετοιμαζότανε να πάει στο σταθμό για να κόψει εισιτήριο επιστροφής, ξαναμέτρησε τα χρήματα του. Του έφταναν μόνο για ένα πρέτσελ σαν το πρωινό που έφαγε.

Το αγόρασε και άρχισε να το μασουλάει, ευχαρι­στημένος, λες και έτρωγε σ’ ένα πολυτελές ρεστοράν του Παρισιού ή σ’ ένα Γκαστ Χάους. Μ’ αυτό θα περνούσε εκείνο το μεσημέρι. Ναι μ’ αυτό. «Ουκ επί άρτον ζήσεται ο άνθρωπος μόνον», μονολόγησε κρατώντας το βιβλίο του, τον θησαυρό του.

Δεν το αντάλλασσε με το καλύτερο γεύμα του κόσμου, στο καλύτερο ρεστοράν. Τα γεύματα εκβάλλονται στον αφεδρώνα. Όσο εύγεστα και να ’ναι. Το βιβλίο που με πάθος αναζητάς έμοιαζε με έρωτα σκέφτηκε, καθώς πιανότανε απ’ το χερούλι για να επιβιβαστεί στο λεωφορείο της γραμμής. Δί­πλα του οι συνεπιβάτες φλυαρούσαν. Αυτός ανέμε­λα διάβαζε. Το βιβλίο του... Τον θησαυρό του...