Τα μάγια της κας Ευλαμπίας…

Σάββατο βράδυ. Στις 11. Νοέμβρης μήνας. Ο Μανώλης Χρυσοχοΐδης καθότανε με τη γυναίκα του και έβλεπε τηλεόραση, μια και δεν είχε να βγει έξω με φίλους του.

Ήθελε να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει μετά από πέντε μέρες κουραστικές, με δικαστήρια, δικόγραφα και αγχωτικούς πελάτες, που άλλα τους λες και άλλα καταλαβαίνουν, και προ παντός, θέλουν να σου υποδείξουν πώς να κάνεις τη δουλειά σου! Αυτό ήταν κάτι που πολύ τον εκνεύριζε, πολύ τον κούραζε, αλλά τι να κάνεις; Άμα τους διώξεις όλους, θα μείνεις τελικά χωρίς δουλειά. Ελάχιστοι ήταν συνεννοήσιμοι και με σχετική κατανόηση στα όσα τους έλεγε.

Κόντευε να πέσει στις αγκάλες του Μορφέα, όταν χτύπησε επίμονα το τηλέφωνο. Είπε να μην το σηκώσει, αλλά πάλι ξέρεις; συλλογίστηκε. Μπορεί να ’ναι κάτι σημαντικό, κάτι αναπότρεπτο. Ύστερα είναι και η περιέργεια…

«Έλα, ντύσου αμέσως και σε περιμένω να πάμε στο Αστυνομικό Τμήμα για να υποβάλλουμε μήνυση…», ακούστηκε ηχηρή και σχεδόν επιτακτική η φωνή… απ’ το ακουστικό.

Ο Μανώλης πάγωσε. Είπε να ξεστομίσει καμιά κουβέντα αλλά κρατήθηκε, την τελευταία στιγμή. Το μόνο που κατόρθωσε να ψελλίσει ήταν: «Μα είναι με τα καλά σου που θες τέτοια μέρα και τέτοια ώρα, ρε Νόντα, να υποβάλλουμε μήνυση σε μια μισότρελη όπως λες; Τι είναι αυτό που το καθιστά, τόσο επιτακτικό;»

Η φωνή όμως απ’ την άλλη μεριά επέμενε. Ο Κεχαγιόγλου ήταν φίλος και απαιτητικός πελάτης. Και βέβαια, καλοπληρωτής. Και ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ο δικηγόρος προσπάθησε να τον μεταπείσει. Να το αφήνανε μιαν άλλη φορά. Μήνυση, μπορούσαν να υποβάλλουν και τη Δευτέρα με την ησυχία τους άλλωστε… Θα την συνέτασσε στο γραφείο του και θα την υποβάλλανε στην Εισαγγελία. Με περισσότερη ψυχραιμία και περίσκεψη.

Ο Κεχαγιόγλου όμως ήταν αμετάπειστος. Ήθελε να υποβληθεί εκείνη την ώρα η μήνυση, γιατί είχε λέει αδιάσειστα στοιχεία ενοχής της γυναίκας που τον κατέτρεχε τον τελευταίο καιρό. Το αδίκημα είχε γίνει βέβαια και στο παρελθόν. Αλλά έγινε κατά τα λεγόμενα του πελάτη και πριν από λίγες ώρες. Και ήθελε με τη μήνυση να συλληφθεί και να οδηγηθεί στο αυτόφωρο. Μόνο έτσι θα ησύχαζε και θα απαλλασσόταν από αυτόν τον εφιάλτη που ζούσε, πίστευε…

***

Είδε κι απόειδε ο Χρυσοχοΐδης ότι δεν μπορούσε να το αποφύγει, μουρμούρισε κάτι μέσα στα δόντια του για την αποκοτιά του να σηκώσει το τηλέφωνο Σάββατο βράδυ, εξήγησε στη γυναίκα του για το τι συνέβαινε, ντύθηκε άκεφος, και βιαστικός πήρε την τσάντα του και κατευθύνθηκε στην έξοδο του σπιτιού του που βρισκότανε στην Μπότσαρη… «Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» μονολόγησε…

Απ’ έξω τον περίμενε με το Citroen Xara, μαύρο, ο Κεχαγιόγλου, για να του εξηγήσει τα καθέκαστα λεπτομερώς, και το τι θα έπρεπε να περιέχει η μήνυση που θα υπόβαλλαν, εναντίον της μάγισσας…

«Εδώ την έχω, στο χέρι μου», έκανε θριαμβευτικά ο Κεχαγιόγλου. Αυτή τη φορά δεν θα μου ξεφύγει. Έχω στα χέρια μου όχι μόνο τις τρίχες και τα μαγιοβότανα που άφησε πάνω στ’ αμάξι μου αλλά και ένα σημείωμα με εξορκισμούς και μαγγανείες. Να τι γράφει: «Δεν θέλω τίποτ’ άλλο στη ζωή μου εξόν από υγεία, και Νόντα. Η Παναγιά μαζί μας. Στα όρη και στα βουνά…» Προσπαθούσε να βγάλει τα γράμματα της επιστολής που σε κάποια σημεία ήταν ακαταλαβίστικα, γιατί ήταν κακογραμμένα.

Ακολουθούσαν κάποια τροπάρια εκκλησιαστικά και παρακάτω, «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά» και λίγο πιο κάτω… «Δεν θέλω τίποτ’ άλλο στη ζωή μου. Μόνο υγεία και το Νόντα».

Ο Κεχαγιόγλου κοίταξε τον πελάτη του εξεταστικά. Τον ήξερε για σοβαρό άνθρωπο. Όσο ο πελάτης να ’χει δίκιο, δεν άντεξε, και του είπε σε τόνο μισο-σοβαρό, μισο-ειρωνικό, προσπαθώντας να καταπνίξει το γέλιο που του ανέβαινε:

«Καλά, είναι πράγματα τώρα αυτά, να θέλεις να υποβάλλεις μήνυση για Σολομωνική και ψευτομάγια; Θα πάμε στο δικαστήριο για κάτι τέτοιο; Και σε τι σε βλάπτουν όλα αυτά τα ανόητα πράγματα μιας αμόρφωτης γυναίκας;».

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων ο Κεχαγιόγλου σα ν’ αφηνίασε…

«Με το μέρος μου είσαι, δικηγόρος μου, ή με το μέρος της γριάς μάγισσας; Δεν καταλαβαίνεις ότι με παρενοχλεί συστηματικά; Μήνες τώρα με παίρνει στο τηλέφωνο και αφήνει μηνύματα με ξόρκια και μισοκατάρες στον τηλεφωνητή μου. Μου κάνει μάγια, μου ρίχνει τρίχες με λάδια στο αμάξι μου, κι εξαφανίζεται, μου κάνει πόλεμο νεύρων· και να την αφήσω έτσι; Με τίποτε!»…

«Θα κάνουμε μήνυση για λόγω και έργω εξύβριση!» ακούστηκε η φωνή του επιτακτική. Ο πελάτης επέμενε. Ο δικηγόρος παρά τις επιφυλάξεις του και την προσπάθεια αποτροπής, τελικά υποχώρησε. Καθ’ οδόν όμως, καθώς πήγαιναν προσπάθησε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τη μυστηριώδη αυτή γυναίκα που ήθελε να κάνει μάγια στον πελάτη και φίλο του… το Νόντα.

«Που και πως τη γνώρισες τελικά την κα Ευλαμπία, όπως τι λες; Τι σου είναι αυτή η γυναίκα;», ρώτησε ο Χρυσοχοΐδης για πρώτη φορά με κάποιο ενδιαφέρον στη φωνή του. Πρέπει να ξέρω κάποια πράγματα.

Ο Κεχαγιόγλου άρχισε να εξιστορεί. Τη γνώρισε ως παραδουλεύτρα. Την είχε πάρει αρκετές φορές για να του καθαρίζει το σπίτι του. Τη γνώρισε κάπως καλύτερα, και τη λυπήθηκε όταν έμαθε ότι μένει μόνη, ότι ήταν φτωχιά, σχεδόν άπορη. Άρχισε να τη βοηθάει με τρόφιμα και μικροποσά, όταν του έλεγε ότι είχε ανάγκη.

Αλλά και η κα Ευλαμπία, άρχισε να ανταποδίδει. Σαν είδε ότι Κεχαγιόγλου ήταν μόνος στη ζωή, πενηντάρης, έμπορος στο επάγγελμα, πολλές φορές έτρωγε έξω και λίγες μαγείρευε, σκέφτηκε να του μαγειρεύει και να του πηγαίνει φαγητό. Τον κάλεσε μάλιστα, μερικές φορές και στο σπίτι της να φάει. Κι εκείνος ανταποκρίθηκε μ’ ευχαρίστηση. Έτσι σε λίγους μήνες μέσα, αναπτύχθηκε μια περίεργη σχέση μεταξύ τους. Φιλική μεν αλλά με περίεργες «κατοχικές» εξαρτήσεις, από μέρους της κας Ευλαμπίας που είχε πατήσει τα εξήντα. Από μέρους της, σαφώς τα πράγματα έδειχναν ότι τον είχε ερωτευθεί. Ήταν του γούστου της. Χουβαρδάς, καλοδιατηρημένος, λεπτοκαμωμένος, ανεξάρτητος. Χωρίς υποχρεώσεις. Γονείς δεν είχε, ούτε γυναίκα. Είχε διαμέρισμα, αυτοκίνητο και λεφτά. Απ’ την πλευρά του Νόντα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρα. Βέβαια, του έλειπε η γυναικεία συντροφιά, όπως του είχε λείψει σ’ όλη του τη ζωή και η μητρική αγκαλιά… Και η κα Ευλαμπία φαινότανε ν’ ανταποκρίνεται και στα δυο.

Αλλά… Πάντα υπάρχει ένα αλλά στη ζωή που μπερδεύει τα πράγματα. Κάποια στιγμή η κα Ευλαμπία που έτρεφε πολλές ελπίδες γι’ αυτήν και το Νόντα της, αντελήφθη, την ύπαρξη μιας άλλης γυναίκας στη ζωή του. Νεότερης και ομορφότερης. Αυτό ήταν αρκετό να μετατρέψει την πρώην καλοσυνάτη μαγείρισσα σε μέγαιρα. Ικανή να του πιει το αίμα… Έτσι εδώ και δυο μήνες του άρχισε έναν πόλεμο νεύρων αδυσώπητο, με κατάρες, μάγια, σολωμονικές και ευχές ανακατεμένες με τρίχες και λάδια… που τα έριχνε είτε στο καπό του αυτοκινήτου του είτε στην είσοδο του διαμερίσματός του, αδιαφορώντας αν καταλάβαινε ότι προερχόταν απ’ αυτήν.

Είχαν φτάσει έξω από το αστυνομικό τμήμα, στη Βασιλίσσης Όλγας γύρω στις 12 το βράδυ. Ο Χρυσοχοΐδης, εξήγησε στον πελάτη του, ότι αν δεν ερχότανε μόνη της η Ευλαμπία στο τμήμα, δεν θα ήταν εύκολο να τη συλλάβει η αστυνομία για αυτόφωρο… «Η αστυνομία δεν ασχολείται με τρίχες», του είπε χαρακτηριστικά…

«Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό. Έχω φροντίσει», είπε με θριαμβευτικό τόνο και γέλιο ο Κεχαγιόγλου. Της είπα ένα μικρό ψέμα. Ότι τη χρειάζομαι για μια υπογραφή στην αστυνομία και…

«Και θα ‘ρθεί;» ρώτησε με καχυποψία ο δικηγόρος.

«Θα ’ρθει, να το δεις. Δεν υποψιάζεται τι της ετοιμάζω… Μου έχει εμπιστοσύνη. Άλλωστε πολλές φορές της στάθηκα και τη βοήθησα…»

Πράγματι πέντε λεπτά αργότερα εμφανίστηκε η κα Ευλαμπία προχειροντυμένη κάπως με μια ρόμπα, με παντόφλες, με ανακατεμένα τα μαλλιά της και με την απορία στα μάτια.

«Τι με θέλεις καλέ κε Νόντα τέτοια ώρα;» ρώτησε σχεδόν αθώα.

«Έλα και θα δεις» της είπε εκείνος με ύφος καθησυχαστικό…

Η κα Ευλαμπία δεν υποψιάστηκε τίποτα, γιατί ο δικηγόρος ήταν ήδη επάνω, στον πρώτο όροφο και τους περίμενε, αναζητώντας τον αξιωματικό υπηρεσίας.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας, ένας χοντρομπαλάς βαριεστημένος ενωμοτάρχης, μόνο που δεν τους έδιωξε, μόλις έμαθε το σκοπό της άφιξής τους. Θα το έκανε σίγουρα, αν δεν ήταν παρών ο δικηγόρος. Προσπάθησε έμμεσα να τους αποτρέψει, αλλά ο Κεχαγιόγλου τού το ξεκαθάρισε: ο πελάτης του ήθελε να υποβάλει μήνυση για έργω εξύβριση.

«Γι’ αυτά τα ανόητα μάγια;», ρώτησε με περιέργεια και κάποια απέχθεια υψώνοντας τη φωνή του ο ενωμοτάρχης. Κοίταζε κάπως βλοσυρά το δικηγόρο, που βρήκε τέτοια μέρα και τέτοια ώρα, να κάνει μήνυση…

Όταν μπήκαν στο γραφείο, κάλεσαν την κα Ευλαμπία, η οποία, σα ν’ άρχισε να ψυλλιάζεται, ότι της την είχαν «στημένη».

«Εδώ σε κατηγορούν για εξύβριση», της εξήγησε ο ενωμοτάρχης ξερά. «Ότι τον ενοχλείς, ότι αφήνεις στον τηλεφωνητή του μηνύματα με κατάρες, τού κάνεις μάγια». Κι άρχισε να βγάζει κάτι χαρτιά απ’ το συρτάρι του για να πάρει την πρώτη κατάθεση απ’ τον Κεχαγιόγλου.

«Δεν με νοιάζει τι έχετε μεταξύ σας, αλλά καλά είναι να τα βρείτε, μουρμούρισε…»

Η κα Ευλαμπία καθότανε αμήχανη και σιωπηλή με το κεφάλι σχεδόν κατεβασμένο.

«Εγώ, δεν έκανα τίποτε», άρχισε να λέει «Τον αγαπώ τον κο Νόντα, και δεν θα του έκανα κακό…»

Μια πονηρή λάμψη πέρασε απ’ τα μάτια του ενωμοτάρχη. Πήρε στο ιδιαίτερο το δικηγόρο και τον ρώτησε:

«Βρε μπας και πήγε ο δικός σου με δαύτην τη γριά; Μεταξύ μας, δεν αξίζει, αλλά μπας και πήγε μαζί της, κι αυτή τον ερωτεύτηκε και ζηλεύει τώρα και του κάνει όλα ετούτα τα μάγια; Πάντως δεν αξίζει τον κόπο μια φτωχή γυναίκα να την τρέχετε στα δικαστήρια…»

Ο Χρυσοχοΐδης δεν ήξερε τι να απαντήσει. Βγήκε κάποια στιγμή έξω κι αντάλλαξε κάποιες κουβέντες με τον πελάτη του, για να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Κεχαγιόγλου κόντεψε να γίνει θηρίο, στον σχετικό υπαινιγμό του δικηγόρου του.

«Εγώ να πάω μ’ αυτή τη γριά; Ποτέ! Ποτέ! Η μήνυση θα γίνει οπωσδήποτε. Αμέσως!!!»

Δικηγόρος και πελάτης ξαναμπήκαν στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, ο οποίος τους έβλεπε σαν διαβόλους που ήρθαν να ταράξουν τη γαλήνη του.

«Ο πελάτης μου είναι αποφασισμένος να γίνει η μήνυση» είπε ξανά ο δικηγόρος, κι ο ενωμοτάρχης, βλαστήμησε μέσ’ απ’ τα δόντια του για την ατυχία του, να κάθεται μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, Σάββατο προς Κυριακή, να συμπληρώνει στοιχεία και να παίρνει κατάθεση και απολογία για μάγια, τρίχες και βλακείες…

Ο Χρυσοχοΐδης κατάλαβε ακόμα μια φορά στην καριέρα του, τη σημαίνει υπαλληλική βαριεστιμάρα. Πιο εύκολο θα ήταν να τον βάλεις σε κάποια άλλη στιγμή τον συγκεκριμένο ενωμοτάρχη να κάνει οποιαδήποτε αγγαρεία, σκέφτηκε, παρά εκείνη τη στιγμή να συντάξει μια μήνυση… καθισμένος στο γραφείο του.

Είχε φτάσει σχεδόν στο να γράψει τα πρώτα λόγια, όταν ξαφνικά πετάχτηκε ο Κεχαγιόγλου απ’ το κάθισμά του:

«Σταματείστε κε ενομωτάρχα! Άλλαξα γνώμη. Δεν θα της κάνω μήνυση. Αρκεί να μου υποσχεθεί η κα Ευλαμπία, ότι δε θα με ξαναενοχλήσει, ούτε θα μου κάνει μάγια…»

Ο ενωμοτάρχης τινάχτηκε πάνω, απ’ τη χαρά του. Δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα για να σχίσει τα χαρτιά που μέχρι στιγμής είχε συμπληρώσει.

«Βεβαίως και δεν πρόκειται να σε ενοχλήσει με μάγια και τέτοιες αηδίες, έτσι δεν είναι κα Ευλαμπία;», ρώτησε με ένα φως στο βλέμμα και στο στρογγυλό του πρόσωπο…

«Μα», έκανε η Κα Ευλαμπία…

«Δεν έχει μα και ξεμά, φύγετε τώρα, και να πάτε στο καλό», τους είπε καθώς τους ξεπροβόδιζε από την έξοδο του τμήματος βιαστικά μην τυχόν και ο Κεχαγιόγλου ξαναλλάξει γνώμη. Την τελευταία στιγμή κράτησε το δικηγόρο, και του ψιθύρισε.

«Τώρα μεταξύ μας, κι ο δικός σου πήγαινε γυρεύοντας. Τι ήθελε να πάει με μια τέτοια γυναίκα; Δεν άξιζε. Να άξιζε τον κόπο, εντάξει, να του κάνει τη ζωή λίγο δύσκολη, αλλά τώρα, τέλος πάντων… δεν άξιζε, γριά είναι…»

Σε λίγο βρέθηκαν έξω και οι τρεις. Ο Κεχαγιόγλου ευχαρίστησε το δικηγόρο του για την συμπαράσταση, του ζήτησε να του πει τι του όφειλε, κι έβαλε στ’ αμάξι του την κα Ευλαμπία να την πάει σπίτι της, ξεχνώντας τις τρίχες και τα μάγια που είχε βρει νωρίς το απόγευμα στο καπό του αυτοκινήτου του…

Δεν άξιζε και η φασαρία, μονολόγησε κι ο Χρυσοχοΐδης. Αλλά κι εγώ τη δουλειά μου κάνω…