Τέχνη και ελευθερία

Τέχνη και ελευθερία.
Ήγουν: πόσο ελεύθερη είναι η τέχνη;

Μερικές σκέψεις και παρατηρήσεις
με αφορμή το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη Mν

 

Το ότι ελευθερία και τέχνη συμβαδίζουν είναι κάτι το αυτονόητο. Η τέχνη είναι ένας κατ’ εξοχήν ιδιωτικός χώρος ελεύθερης δημιουργίας, όπου ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός δημιουργός, τελείως αδέσμευτος από κατεστημένα, κατευθυνόμενες και στρατευμένες ιδεολογίες, μπορεί να εκφράζει με τη σμίλη, το πινέλο, την παλέτα, την πένα και τον χώρο (θέατρο – κινηματογράφος) τις ιδέες του, τις απόψεις του, τις ευαισθησίες του, τα συναισθήματα και τους όποιους προβληματισμούς του. Εκφράζει τον ψυχικό του κόσμο, όπως αυτός αντιδρά υπό την επίδραση εσωτερικών αντιλήψεων, καταστάσεων και εξωτερικών ερεθισμάτων. Έτσι, τέχνη νοείται ως ένας «χώρος», όπου ο καθένας εκφράζει ελεύθερα αυτό που θέλει να εκφράσει. Ωστόσο, παρά την πεμπτουσία αυτή της τέχνης, την ελευθερία δηλαδή, από την αρχαιότητα παρατηρήθηκε ότι μπορεί μεν κάποιος ελεύθερα να δημιουργεί, αλλά για να θεωρηθεί ένα έργο ως αληθινό έργο τέχνης, δηλαδή έργο που προκαλεί αισθητική συγκίνηση και παιδεία, πρέπει να εμπεριέχει δύο βασικές ιδιότητες. Το έργο τέχνης πρέπει να είναι αληθές και ωραίο. Ο Πλάτων έγραφε: «Έτυμος τέχνη άνευ του αληθείας ήφθαι ούτ’ έστιν ούτε μη ποθ’ ύστερον γένηται» («Αληθινή τέχνη του λόγου χωρίς την αλήθεια, είναι αδύνατο να στερεωθεί ούτε τώρα ούτε ποτέ στο μέλλον», Φαίδρος 260, ε). Τίποτα δεν είναι ωραίο χωρίς να είναι και αληθινό. Και τίποτε δεν είναι αληθινό χωρίς να είναι ωραίο, επανέλαβε αιώνες αργότερα και ο Αλφρέ ντε Μισσέ. Και με το αληθές δεν νοείται βέβαια ο ρεαλισμός ή ο νατουραλισμός ως αποκλειστική τεχνοτροπία, αλλά ο σεβασμός στην οποιαδήποτε πραγματικότητα (αλήθεια άλλωστε, σύμφωνα με το κλασικό ορισμό είναι adaequatio intelectus et rei), ιδωμένη, έστω, με υποκειμενικό τρόπο από τα μάτια του καλλιτέχνη. Το δε ωραίο νοείται ως κάτι που, αντικειμενικά κρινόμενο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ωραίο, διότι παράγει αρμονία και ομορφιά. Γι’ αυτό και παρά τον υποκειμενισμό του καλλιτέχνη, πάντοτε υπάρχουν όχι μόνο οι τεχνοκρίτες ή οι κριτικοί της λογοτεχνίας, αλλά και ο κοινός νους, ή κοινή συνείδηση, η οποία αποδέχεται ευνοϊκά ένα έργο ως έργο τέχνης, ή του στρέφει επιδεικτικά τα νώτα και το αποδοκιμάζει. Ή, εν πάση περιπτώσει, το αγνοεί. Έτσι, ο αλάθητος κριτής του έργου τέχνης σε τελευταία ανάλυση είναι ο χρόνος, στο χωνευτήρι του οποίου δοκιμάζονται τα πάντα. Αν αντέξει και επιβιώσει ένα έργο τέχνης μετά από αρκετά χρόνια, τότε που ίσως έχουν αλλάξει τα ήθη και οι αισθητικές αντιλήψεις των ανθρώπων, αυτό σημαίνει ότι το έργο αυτό ως έργον του «αληθούς και ωραίου» είναι πράγματι έργο τέχνης δημιουργηθέν sub speciae aeternitatis. Αν δε επιβιώνει (και όταν πρόκειται για βιβλίο, αν κυκλοφορεί σε αρκετές εκατοντάδες ή χιλιάδες αντίτυπα), τότε μιλούμε πια για έργο κλασικό, που βρήκε την αρμόζουσα θέση του στον χώρο της τέχνης.

Τι συμβαίνει όμως, όταν ένας καλλιτέχνης, επικαλούμενος και αναφερόμενος στο δικαίωμα της προσωπικής του ελευθερίας, που είναι βέβαια νομικά και μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένο, και του αισθητικού μοντέλου «η τέχνη για την τέχνη» (που υποδηλώνει την αυτονομία και ανεξαρτησία της τέχνης από τους λοιπούς κοινωνικούς τομείς και πολιτιστικούς συντελεστές), παράγει ένα έργο, που το «βαπτίζει» ως έργον τέχνης, αλλά στην πραγματικότητα δεν σέβεται το αληθές και το ωραίο (πάντα κατά κρίσιν αγαθού ανδρός) σύμφωνα με τις διαχρονικές αισθητικές αντιλήψεις, και της εποχής του ακόμα; Έχει π.χ. «το δικαίωμα» (το καλλιτεχνικό – το αισθητικό – το κοινωνικό – το ηθικό) να παράξει ένα έργο μυθοπλαστικό, στο οποίο προβάλλει τις δικές του προσωπικές απόψεις με το στόμα των ηρώων του –οι οποίοι όμως κατονομάζονται και ταυτίζονται με «γνωστά ιστορικά πρόσωπα»– κατά τρόπον διάφορο της ιστορικής τους ταυτότητας και πραγματικότητας;

Και ακόμα: έχει το «δικαίωμα» να τους αποδίδει πράξεις και λόγια, που όχι μόνον δεν έκαμαν και είπαν στη ζωή τους τα αντίστοιχα ιστορικά πρόσωπα, αλλά όλη η ζωή τους αποδεικνύει το εντελώς αντίθετο απ’ ό,τι θέλει η μυθοπλαστική φαντασία του συγγραφέα να τους αποδώσει;

Το θέμα, όπως μπορεί ν’ αντιληφθεί κανείς, άπτεται πολλών επιμέρους λεπτών ζητημάτων και παραμέτρων. Απ’ τη μια μεριά υπάρχει η ελευθερία του καλλιτέχνη να εκφράζει τον ψυχικό και διανοητικό του κόσμο, όπως αυτός αντιλαμβάνεται ορισμένα πράγματα.

Η Γκουέρνικα του Πικάσο π.χ., που παρουσιάζει με τρόπο αντιρεαλιστικό μια σκηνή από την Ισπανική επανάσταση, ή Η κίτρινη αγελάδα που ζωγράφισε ο Φράντς Μαρκ είναι ένας πίνακας που εκφράζει την υποκειμενική αντίληψη του καλλιτέχνη, παρόλο που δεν υπάρχει στη φύση κίτρινη αγελάδα. Ωστόσο, νομίζω, μπορεί στους έχοντας αισθητική παιδεία ένας τέτοιος πίνακας να αρέσει και να προκαλέσει ενδιαφέρον. De gustibus non disputandum (οι προτιμήσεις μας δε συζητιούνται, σύμφωνα μ’ ένα λατινικό ρητό). Ακόμα, αν πάρει κανείς να διαβάσει ένα πορνογράφημα, έχει επίγνωση του τι διαβάζει και δεν μπορεί να έχει αξίωση να βρει εκεί υψηλή λογοτεχνία. Γι’ αυτό και δεν θα κατατασσόταν η πορνογραφία στη λογοτεχνία, που αποβλέπει στην αισθητική συγκίνηση και παιδεία του αποδέκτη. Όταν όμως ένας καλλιτέχνης–λογοτέχνης ασχολείται π.χ. με θεία και ιερά (ιστορικά) πρόσωπα που τα θεωρούν θεία και τα λατρεύουν εκατομμύρια άτομα, τα οποία σεβάστηκαν οι αιώνες, και τα παρουσιάζει στο μυθιστόρημά του με τη δική του φαντασία να πράττουν και να λέγουν πράγματα τελείως διάφορα της πραγματικότητας, και τα οποία στην πραγματικότητα σπιλώνονται και υποβιβάζονται στα μάτια του αναγνωστικού κοινού με πράξεις και λόγια που εκχυδαΐζουν και προσβάλλουν τα πρόσωπα αυτά (και τους αποδέκτες του έργου), μπορούμε να μιλάμε για έργο τέχνης, έργο του αληθούς και ωραίου;

Τα παραπάνω γράφονται κυρίως με αφορμή το πολύκροτο βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη Μν, στο οποίο συμφύρονται ιστορικά πρόσωπα με φανταστικές καταστάσεις, και, που με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (και σχετική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) θεωρήθηκε ως έργο τέχνης που δεν μπορεί να προσβάλλει τη χριστιανική θρησκεία και τους πιστούς της.

Τα θέματα αυτά όμως απασχόλησαν και απασχολούν όχι μόνο νομικούς, τεχνοκρίτες και διανοούμενους, αλλά και τον κοινό νου.

Για να θεωρηθεί έργο τέχνης ένα «φερόμενο ως έργο τέχνης», πρέπει να σέβεται ο πνευματικός του δημιουργός την οποιαδήποτε πραγματικότητα. Να μην εκτρέπεται μέσω του έργου του σε εκχυδαϊσμούς, που προσβάλλουν το κοινό θρησκευτικό–ηθικό συναίσθημα και προκαλούν την πίστη προξενώντας αρνητικές εκδηλώσεις. Ύστερα, ποιος ο λόγος να χρησιμοποιούνται «ιστορικά και ιερά πρόσωπα» σε ένα (αντι) μυθιστόρημα για την προβολή οιωνδήποτε απόψεων, και όχι τελείως φανταστικά, για την προβολή των απόψεων αυτών;

Ο καθένας μπορεί στο όνομα της τέχνης να παράγει ό,τι θέλει. Το τελικό όμως ερώτημα είναι: είναι πραγματικά το επιτευχθέν έργο τέχνης; Ή μήπως είναι άτεχνο και κακόγουστο έργο, που «μικραίνει τα μεγάλα», αυτά που σεβάστηκαν οι αιώνες και ενέπνευσαν δεκάδες συγγραφείς και καλλιτέχνες να παραγάγουν τα υψηλότερα έργα τους;

Γράφει ο Γ. Σεφέρης στις Δοκιμές του: «Όταν λέω τέχνη… εννοώ την πνευματική τάξη που δημιουργεί τα καλά έργα τέχνης… εκείνα που νομοθετούν, εκείνα που θα μας διδάξουν». Το έργο τέχνης πρέπει να είναι μια πολιτιστική αξία που να μην αποτελεί έργο καταστροφής των άλλων αξιών του πολιτισμού. Από την τέχνη δεν περιμένουμε να είναι ηθικολόγος (με τη στενή έννοια), δεν έχει σκοπό να διδάξει ηθική. Όπως έλεγε ο Ζ. Παπαντωνίου: «Η τέχνη άμα γίνει ηθικολόγος χάνει την αξία της. Αλλά πάλι χάνει την αξία της όταν γίνεται ανηθικολόγος».

Η τέχνη έχει στόχο της την ανύψωση του ανθρώπου, την τελείωσή του. Να προβάλλει ιδανικά, να εξανθρωπίζει, να εξευγενίζει την ευαισθησία μας. Σκοπός της είναι το «βελτίους ποιείν τους πολίτας εν ταις πόλεσι» όπως έλεγε ο Αριστοφάνης. Και όπως υπογραμμίζει ο Αριστοτέλης: «Πάσα τέχνη και μέθοδος ομοίως δε πράξις τε και προαίρεσις, αγαθού τινός εφίεσθαι δοκεί».

Έτσι, στην αληθινή τέχνη, συμπλέκονται αρμονικά η αλήθεια, η αρετή και το ωραίο. Αν δεν συμπλέκονται, αν δεν συν-πορεύονται, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα αληθινό έργο τέχνης, αλλά για άτεχνο, ή κακότεχνο ίσως έργο, που σκοπό του έχει να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού στο πρόσωπο του καλλιτέχνη και όχι στο έργο του. (Ακόμα και το ηθικό και το ανήθικο, μπορούν να αποδοθούν και καλλίτεχνα και κακότεχνα. Η αλήθεια π.χ. μπορεί να είναι καυστική και να πληγώνει, αλλά μπορεί πάντα να αποδοθεί έντεχνα ή άτεχνα με ένα έργο τέχνης).

Άρα, ο πνευματικός δημιουργός που με το έργο του προκαλεί και προβάλλει το πρόσωπό του, λειτουργεί εγωκεντρικά–προκλητικά. Όχι με σκοπό να παράξει υψηλό έργο τέχνης που τέρπει και ωφελεί και μπορεί να γίνει «κτήμα ες αεί της ανθρωπότητας» (Θουκυδίδης).

Οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι τα ιστορικά–ιερά πρόσωπα που επέλεξε να υποβιβάσει και να κατασπιλώσει ο Μ. Ανδρουλάκης με την καλπάζουσα φαντασία του (ζηλώσας ίσως τη δόξα μερικών προγενεστέρων), ευρίσκονται σ’ ένα βιβλίο θεοσοφικό–λογοτεχνικό–ιστορικό, που παραμένει επί χιλιετίες το μπεστ-σέλερ των αιώνων. Γιατί ακριβώς το βιβλίο αυτό συνδυάζει το αληθές και το ωραίο, με τρόπο μοναδικό και απαράμιλλο.

«Σου συνιστώ —γράφει ο Ντοστογιέφσκι— να διαβάσεις ολόκληρη την Αγία Γραφή και θα διαπιστώσεις ότι η ανθρωπότης ούτε έχει, ούτε μπορεί να αποκτήσει άλλο βιβλίο εξίσου πολύτιμο».

Η Βίβλος και οι πρωταγωνιστές της, και κυρίως ο από Ναζαρέτ Ιησούς συγκινεί διάνοιες και καρδιές ανθρώπων όλων των εθνών, όλων των εποχών. Γιατί το περιεχόμενό της Βίβλου είναι πολύ υψηλό και ανταποκρίνεται στις διανοητικές, συναισθηματικές και αισθητικές ανάγκες όλων των ανθρώπων—ασθενών και ισχυρών, μικρών και μεγάλων, σοφών και απλών, πλούσιων και φτωχών.

Έτσι, μπορώ τελικά να καταλήξω στη διαμόρφωση μιας άλλης αντίρρησης πάνω στο γνωστό θέσφατο L’ art pour l’ art που δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όχι η τέχνη για την τέχνη. Ούτε φυσικά ο άνθρωπος για την τέχνη. Αλλά η τέχνη (με αγάπη και σεβασμό) από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Το έργο τέχνης δεν πρέπει να προκαλεί χάριν της δημοσιότητας, αλλά να αφήνεται αθόρυβα να λειτουργεί—όπως το λουλούδι μοσχοβολάει, χωρίς να διατυμπανίζει την ύπαρξή του.

Αλλά φοβάμαι ότι σήμερα δεν παράγονται υψηλά έργα τέχνης, ακριβώς γιατί δεν υπάρχουν υψηλοί πνευματικοί δημιουργοί. Ή μάλλον υπάρχουν εκείνοι που, υπό το προσωπείον της τέχνης, καταχρώνται την τέχνη για την κτήση φήμης και χρημάτων, εκμεταλλευόμενοι αυτή την πνευματική αποχαύνωση που διακρίνει τα χρόνια μας και την ανεκτικότητα των πάντων εν ονόματι της ελευθερίας. Συμφωνώ. Η τέχνη είναι ελεύθερη και πρέπει να είναι ελεύθερη. Αλλά για να θυμηθούμε και πάλι τους αρχαίους μας προγόνους: «Ελευθερία είναι η επιστήμη των αφημένων και των κεκωλυμένων» (Δίων Χρυσόστομος). Χωρίς αυτή την εσωτερική γνώση του τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, ο καλλιτέχνης μπορεί να γίνει έρμαιον πολλών παραγόντων και καταστάσεων. Και όπως λέγει σε μια ενδιαφέρουσα αποστροφή του ο καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάσος Φάλκος (Αρβανιτάκης): «Ο Πλάτων κι ο Αριστοφάνης στιγμάτιζαν εκείνους που θεωρούσαν υπεύθυνους για την ηθική παρακμή της εποχής τους. Εμείς την τέχνη και τη φιλοσοφία τις θέλουμε έξω από κάθε ευθύνη».

Είναι και αυτή ασφαλώς μια αιτία της κακοδαιμονίας μας.