Σχήματα λόγου στην Αποκάλυψη του Ιωάννη

Το αινιγματικότερο βιβλίο της Αγίας Γραφής. Το πιο παρερμηνευμένο βιβλίο στον κόσμο. Το βιβλίο της καταστροφολογίας! Το έπος της χριστιανικής ελπίδας… Αυτοί είναι μερικοί από τους πάμπολλους χαρακτηρισμούς που έχουν δοθεί κατά καιρούς στο τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, το βιβλίο το «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά». Το ενδιαφέρον για την Ιωάννου Αποκάλυψης που παραμένει αδιάπτωτο και αμείωτο απ’ αρχής, από καταβολής του βιβλίου τούτου, αναζωπυρώθηκε στη χώρα μας με τον εορτασμό στην Πάτμο των 1.900 ετών από τη συγγραφή του βιβλίου. Τα φοβερά οράματα, ο συμβολισμός, η αλληγορία, η ποιητική γλώσσα, ο ελλειπτικός τρόπος του εκφράζεσθαι, η έλλειψη ερμηνευτικών κλειδιών και η χρονική απόσταση, είναι μερικοί παράγοντες που καθιστούν το βιβλίο τούτο πάντα ενδιαφέρον και επίκαιρο σε συνάρτηση βέβαια πάντα, με το εσχατολογικό μήνυμα του επερχόμενου τέλους και του ελπιδοφόρου «ιδού ποιώ καινά τα πάντα».

Αφήνοντας κατά μέρος τις δεκάδες ερμηνείες και παρερμηνείες που έχουν δοθεί κατά καιρούς στο βιβλίο και παραμένοντας μόνο στην ουσία, ότι η Αποκάλυψη στην κυριολεξία αποκαλύπτει τον τελικό θρίαμβο του εσφαγμένου αρνιού και του ευαγγελίου και της βασιλείας του, ενάντια στις σατανικές και σατανοκρατούμενες δυνάμεις, στο παρόν δοκίμιο θα μας απασχολήσει η Αποκάλυψη ως κείμενο. Ιδιαίτερα θα μας απασχολήσουν τα σχήματα λόγου που εμπεριέχονται στο εν λόγω κείμενο.

Το θέμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο από φιλολογική και λογοτεχνική άποψη αλλά και από πρακτική πλευρά· γιατί μπορεί να καταδείξει ότι ο συγγραφέας του βιβλίου είχε λογοτεχνικές ικανότητες αφού η γλώσσα και το ύφος του, παρά τις κάποιες Ασυνταξίες, εμπεριέχει, κρύβει, πολλές επιλεγμένες εκφραστικές μορφές και αποκαλύπτει ότι πρόκειται για ένα κείμενο με μιαν «άγια και άγρια γοητεία» (Β. Ουγκώ), ένα κείμενο «βίαιο μες στην πραότητα του και φλογερό μες στη νηφαλιότητα του, δοσμένο με ιερό δέος από ένα ένθεο μύστη».[1]

Είναι, γνωστόν ιστορικά ότι η Αποκάλυψη του Ιωάννη σαν κείμενο κατάγεται από τα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα, γράφτηκε στη διάρκεια της βασιλείας του Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.), και διαφυλάχτηκε στην ελληνική (κοινή ελληνιστική) γλώσσα. Τη γλώσσα δηλαδή που μιλούσαν οι απλοί άνθρωποι που ζούσαν στις ελληνιστικές επαρχίες των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου και κατ’ επέκταση σε περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σ’ αυτή τη γλώσσα γράφτηκαν άλλωστε και οι επιστολές των αποστόλων και τα Ευαγγέλια, αν και οι Ευαγγελιστές χρησιμοποίησαν σαν πηγές τους προφορικές παραδόσεις και περισσότερο γραπτά κείμενα της αραμαϊκής-εβραϊκής γλώσσας.

Ενώ μερικοί ερευνητές αποκλείουν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης από την κατηγορία των φιλολογικών συγγραμμάτων, ωστόσο μια «προσεκτική μελέτη τους—έργο ειδικών των τελευταίων δεκαετιών—έχει να καταδείξει πολλά ενδιαφέροντα σημεία που ενθαρρύνουν τις έρευνες σε γλωσσολογικό, μορφολογικό και γραμματικό επίπεδο. Η ξενόγλωσση βιβλιογραφία βρίθει στην κυριολεξία από τέτοιου είδους μελέτες.[2] Μια από τις αξιολογότερες εργασίες που έχουν κυκλοφορήσει πρόσφατα στη χώρα μας είναι αυτή του Κων/νου Νικολοπούλου Καινή Διαθήκη και Ρητορική (1993).

«Η μελέτη του κειμένου της Αποκάλυψης έχει καταδείξει μέχρι τώρα ότι, η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της είναι ίσως η απλούστερη, ή η απλοϊκότερη της Καινής Διαθήκης σχετικά με τις εκφραστικές δομές, τη σύνταξη και τη γλωσσική κατανόηση. Η γλώσσα αυτή είναι διανθισμένη με εβραϊσμούς και αραμαϊσμούς που είναι διάσπαρτοι στο κείμενο, το οποίο παρουσιάζει ασυνταξίες, σολοικισμούς και ανωμαλίες γλωσσικές. Τούτο το γεγονός έκαμε το Διονύσιο Αλεξανδρείας (3ο αιώνα μ.Χ). να υποτιμήσει τη γλώσσα της Αποκάλυψης και να αρνηθεί τον Ιωάννη τον του Ζεβεδαίου του Ευαγγελιστή, ως συγγραφέα της. Οι ερευνητές μένουν σύμφωνοι ότι το κείμενο είναι, γραμμένο σε «δημώδη» ελληνική με ιδιόρρυθμο γλωσσικό ιδίωμα και σημιτίζον ύφος (Bousset, Ε. Η. Charles, κ.ά.).

Είναι προφανές ότι, τα συγκλονιστικά και υπερβατικά «προφητικά» οράματα που «έβλεπε» ο λευκασμένος γέρων Ιωάννης, ότε «εγένετο εν πνεύματι» στην νήσο Πάτμο, την «Κυριακήν ημέρα», ο ζωντανός λόγος, ο φορτισμένος με φλογερά συναισθήματα και αβυσσαλέο ψυχισμό, απαιτούσε ιδιόρρυθμο γλωσσικό ιδίωμα για να «μορφωθεί», να διατυπωθεί, να εκφραστεί. Εκεί οφείλεται ίσως και η εναλλαγή μεταξύ πεζού και ποιητικού λόγου και ο εσωτερικός, μυστικός ρυθμός, που διαυλακώνει, αν όχι όλο, το μεγαλύτερο μέρος του μυστηριώδους αυτού γραφτού.[3] Οι πρωτότυπες πλαστικές εικόνες έχουν άμεση σχέση και συνάφεια με ένα πρωτόγνωρο γλωσσικό πλούτο. Ο πλούτος του λεξιλογίου της Αποκάλυψης είναι εκπληκτικός αν λάβει κανείς υπ’ όψη του, ότι σύμφωνα με μια στατιστική, από τις 913 λέξεις της Αποκάλυψης το 1/3 περίπου είναι ουσιαστικά, το άλλο 1/3 ρήματα και το υπόλοιπο 1/3 επίθετα, επιρρήματα και άλλα μέρη του λόγου. Απ’ αυτές τουλάχιστον οι 124 λέξεις είναι «άπαξ λεγόμενα» δηλαδή βρίσκονται μόνο μέσα στην Αποκάλυψη και σε κανένα άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης.[4]

Άλλο χαρακτηριστικό του κειμένου εκτός από τους αριθμούς-σύμβολα (3:4· 7:12) που έχουν ειδική σημασία, είναι οι σύντομες και βραχείες λέξεις ή φράσεις που συχνά επαναλαμβάνονται και ανακυκλώνουν τα θέματα· π.χ. βιβλίο ζωής (3:5· 20:15), Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ (1:8· 4:8· 11:17· 16:7), μαρτυρία του Ιησού (1:2, 9· 12:17· 19:10), πηγές υδάτων (7:17· 8:10· 14:7· 16:4), ο λόγος του Θεού (1:2, 9· 6:9· 17:17) κ.ά.

***

Η περαιτέρω εξέταση του κειμένου αποκαλύπτει, την ύπαρξη σπουδαίων σχημάτων λόγου (ρητορικών) που δεν λείπουν βέβαια, και από τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά εδώ παρουσιάζουν ξέχωρο ενδιαφέρον, γιατί ρίχνουν φως στην κατανόηση του ίδιου του κειμένου. Μ’ αυτά τα σχήματα λόγου που αποτελούν φιλολογικές μορφές, εκφράζονται θεολογικές έννοιες με ανάγλυφο και ζωντανό τρόπο.

Το γνωστό από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και ιδιαίτερα από τα λόγια του Ιησού, σχήμα της υπερβολής,[5] του σχήματος δηλαδή, που συνήθως μεγαλοποιούνται εκφραστικά πρόσωπα και πράγματα για λόγους εντυπωσιασμού του κοινού και απομνημόνευσης από τον ακροατή-αναγνώστη, βρίσκεται και στο ιερό ιωάννειο κείμενο, τόσο με την απλή όσο και με την λεγόμενη μορφή της ποσοτικής υπερβολής. Το σχήμα χρησιμοποιούμε και σήμερα, στην καθημερινή ζωή. Λέμε π.χ., «σου το είπα χίλιες φορές» ή «να ζήσεις χίλια χρόνια», κ.λπ.

Υπερβολή είναι η έκφραση για τον υιό του ανθρώπου, «καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ» (1:16), καθώς επίσης η φράση, «καὶ πᾶν κτίσμα ὃ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὑποκάτω τῆς γῆς καὶ ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα» (5:13). Μ’ αυτή την έκφραση ήθελε ο συγγραφέας να υπογραμμίσει την παγκοσμιότητα των γεγονότων που αναφέρει.

Ποσοτική υπερβολή είναι η φράση «καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων» (5:11) καθώς επίσης «καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευμάτων τοῦ ἱππικοῦ δισμυριάδες μυριάδων» (9:16).

Κατά το πέμπτο σάλπισμα, ο βασανισμός των ανθρώπων θα είναι τόσο φοβερός που οι άνθρωποι «ζητήσουσιν οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατον καὶ οὐ μὴ εὑρήσουσιν αὐτόν, καὶ ἐπιθυμήσουσιν ἀποθανεῖν καὶ φεύγει ὁ θάνατος ἀπ᾽ αὐτῶν» (9:6). Πρόκειται και εδώ για ωραιότατο σχήμα υπερβολής, μέσω του οποίου δίδεται έμφαση στο γεγονός της τιμωρίας, ως τρομακτικότερης του θανάτου. Πράγματι, «μέσα από την ποσοτική φόρτιση της φράσεως υπογραμμίζονται ποιοτικά νοήματα» (Κ. Νικολακόπουλος).

Συναφές με το σχήμα της υπερβολής είναι το παράδοξο, γνωστό επίσης σχήμα λόγου σ’ όλους τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης. Χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο το Χριστό [ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ περιποιήσασθαι ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ ζῳογονήσει αὐτήν (Λουκ. 17:33)].

Στην Αποκάλυψη αναφέρεται ο φλογόθαλμος «υιός του ανθρώπου» ως «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ὃς ἐγένετο νεκρὸς καὶ ἔζησεν» (2:8), υποδηλώνοντας έτσι με ρητορική παραδοξολογία, το γεγονός της εξουσίας του Χριστού πάνω στον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, το θάνατο.

Για να καταδειχτεί η απολυτρωτική δύναμη του αίματος του Χριστού, χρησιμοποιείται με συμβολική γλώσσα η παραδοξολογία της λεύκανσης ενδυμάτων των πιστών στο αίμα του εσφαγμένου αρνίου. «Καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτὰς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου (7:14). Το ρητορικό παράδοξο εμφανίζεται, και με τη μορφή μιας γνωστής απ’ τα ευαγγέλια φράσης του Ιησού, «ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις (2:7· 3:6· 11:17, 29), καθώς επίσης, «εἴ τις ἔχει οὖς ἀκουσάτω» (13:9). Φράσεις, που μας οδηγούν συνειρμικά στο γνωστό λόγιο του Ιησού, «ὁ ἔχων ὦτα ἀκουέτω».

Το χιαστό είναι να άλλο πολύ ενδιαφέρον σχήμα λόγου και συχνά εμφανιζόμενο στην Αποκάλυψη, που έχει, άμεση σχέση με τον γνωστό στην εβραϊκή ποίηση, παραλληλισμό των μελών (συνώνυμο, αντιθετικό, κλιμακωτό, συνθετικό κ.λπ.). Μάλιστα ο παραλληλισμός αυτός είναι το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχαίας εβραϊκής ποίησης όπως κατέδειξε ο πρωτοπόρος ερευνητής Robert Lowth, ενώ νεώτεροι ερευνητές όπως ο James L. Kugel και ο Robert Alter τόνισαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παραλληλισμών δίνοντας έμφαση στο φαινόμενο της επίτασης του νοήματος, που επιτυγχάνεται από αυτούς. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα ο προφήτης της Πάτμου (συνειδητά ή όχι) προσφεύγουν στο εν λόγω σχήμα. Το χιαστό σχήμα που ο John Breck ονόμασε και ρητορικό έλικα, είναι στην ουσία επικεντρικός παραλληλισμός. Εμφανίζεται στην Αποκάλυψη είτε με απλή μορφή, π.χ.:

είτε με συνθετότερη, όπως η παρακάτω σχηματική παράσταση:

Α: εκ των στομάτων αυτών

     Β: εκπορεύεται

          Γ: πυρ και καπνός και θείον

               Δ: από των τριών πληγών τούτων

                    Ε: απεκτάνθησαν

               Δ΄: το τρίτον των ανθρώπων

          Γ΄ : εκ του πυρός και του καπνού και του θείου

     Β΄ : του εκπορευομένου

Α΄ : εκ των στομάτων αυτών
                                          (9:17, 18)

Το κέντρο του νοηματικού βάρους από το ως άνω χιαστό σχήμα, πέφτει στο σημείο «απεκτάνθησαν».

Το οξύμωρον ως σχήμα λόγου εμφανίζεται σε αρκετές περιπτώσεις στο κείμενο του ιερού προφήτη της Πάτμου. Με το σχήμα αυτό δίδεται, αξιόλογη νοηματική έμφαση σε θέματα που εμπερικλείουν αντιθετικότητα. Ιδού τρία παραδείγματα:

  • «Οἶδά σου τὴν θλῖψιν καὶ τὴν πτωχείαν, ἀλλὰ πλούσιος εἶ» (2:9).
  • «Ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ» (3:1).
  • «Καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ’ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι» (10:9).

Η ρητορική ερώτηση, δηλαδή η ερώτηση με την οποία κανείς ερωτά χωρίς να αναμένει απάντηση καταλαμβάνει αξιόλογο χώρο ανάμεσα στο ρητορικά σχήματα λόγου του συγγραφέα του σκοτεινόμορφου βιβλίου της Αποκάλυψης. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, ακολουθείται από απάντηση που δίδεται, από τον συγγραφέα τον ίδιο (ή από άλλα πρόσωπα) αλλά με σκοπό πάντα την έμφαση του νοήματος και όχι την απλή προσκόμιση γνώσης. Στο ερώτημα «τίς ἄξιος ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;» (5:2), υπάρχει μία μόνο απάντηση (που θα μπορούσε να δοθεί χωρίς την ερώτηση), «καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο» (5:3). Άλλες ερωτήσεις και μάλιστα μερικές αρνητικές ρητορικές, υπάρχουν σε διάφορα μέρη του βιβλίου, όπως, «καὶ τίς δύναται σταθῆναι;» (6:17), «τίς ὁμοία τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ;» (18:18), και ιδιαίτερα, «τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ καὶ τίς δύναται πολεμῆσαι μετ’ αὐτοῦ;» (13:4).

Από το ιερό κείμενο δεν λείπει ούτε η χρήση της ειρωνείας για λόγους διδακτικούς και αφυπνιστικούς. Η φράση π.χ. «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπανθήτω ἔτι» (22:11) περιέχει μια ρητορική ειρωνεία με την οποία εκφράζεται εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι εννοείται. Η ρητορική ειρωνεία σε συνδυασμό με την προστακτική, προσελκύει την προσοχή του ακροατή-αναγνώστη πάνω στη θεία προειδοποίηση για την έσχατη κρίση. Τέλος, η γνωστή στο σύγχρονο ποιητικό λόγο παρήχηση (παρονομασία) υπάρχει σ’ αρκετές περιπτώσεις στο κείμενο, μαρτυρώντας έτσι τις ποιητικές καταβολές και προεκτάσεις του συγγραφέα. Ωραιότατες παρηχήσεις με την χρήση μάλιστα λογοπαιγνίου και εναλλαγή ουσιαστικών-ρημάτων, με στις φράσεις «φωνὴ … ὡς κιθαρῳδῶν κιθαριζόντων ἐν ταῖς κιθάραις αὐτῶν (14:2) και ιδιαίτερα στη φράση, «καὶ τὰ ἔθνη ὠργίσθησαν, καὶ ἦλθεν ἡ ὀργή σου … καὶ διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν» (11:18).

***

Η παραπάνω σύντομη αναφορά των σπουδαιότερων σχημάτων λόγου που υπάρχουν στην ιωάννεια Αποκάλυψη, του κατ’ εξοχήν εκπρόσωπου της λεγόμενης αποκαλυπτικής γραμματείας, που άνθισε στον ιουδαϊκό κόσμο από τον 2ο π.χ. αιώνα, μας οδηγούν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα, κυρίως για τον συγγραφέα του βιβλίου. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας, τις περισσότερες φορές δεν χρησιμοποιεί ασυνείδητα, αλλά μάλλον καταφεύγει συνειδητά στα παραπάνω σχήματα λόγου για λόγους εντυπωσιασμού και απομνημόνευσης των νοημάτων του. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιεί μια και τόσο απλοϊκή γλώσσα όπως πιστεύεται, αλλά μια γλώσσα με λογοτεχνικές αξιώσεις και ότι ο ίδιος είχε ανάλογες ικανότητες. Αυτό το συμπέρασμα βέβαια, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή άποψη, που υποστηρίζεται από πολλούς αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς (Ιουστίνο, Ειρηναίο, Κλήμη, Ωριγένη, κ.ά.), ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Ιωάννης ο υιός του Ζεβεδαίου που έγραψε και το Ευαγγέλιο, ο οποίος προφανώς ως αλιεύς της Γαλιλαίας (Μρκ. 1:20), ήταν άνθρωπος χωρίς γραμματικές και λογοτεχνικές ικανότητες.

Γι’ αυτό, σύγχρονοι ερευνητές[6] υποστηρίζουν την άποψη ότι συγγραφέας της πρέπει να υπήρξε κάποιος άλλος Ιωάννης με προφητικό χάρισμα, ο οποίος ήταν χριστιανός Ιουδαίος, καταγόμενος από την Παλαιστίνη και έζησε στην Ασία, μέσα στο κλίμα όμως και στον κύκλο διδασκαλίας του μεγάλου αποστόλου Ιωάννη. Γι’ αυτό παρουσιάζονται και αρκετές θεολογικές ομοιότητες μεταξύ Ευαγγελίου και Αποκάλυψης (π.χ. μόνο στο Ευαγγέλιο και στην Αποκάλυψη αναφέρεται ο Χριστός ως «λόγος Θεού», Ιωάν. 1:1 και Αποκ. 19, και «αμνός του Θεού» Ιωάν. 1:36, Αποκ. 5:6· 14:1 κ.ά.).

Το θέμα παραμένει ανοιχτό για περαιτέρω συζήτηση και έρευνα, αλλά όπως σωστά έχει παρατηρηθεί, μεγαλύτερη σημασία έχει ότι το κείμενο προέρχεται από τους κόλπους της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας από τον 1ο αιώνα μ.Χ., με σημαντικό θεολογικό-εσχατολογικό περιεχόμενο, και όχι ποιος ακριβώς είναι ο συγγραφέας του. Διαβάζοντας κανείς την Αποκάλυψη του Ιωάννη δεν μπορεί με τίποτα να εφησυχάζει. Αυτό θέλει να επιτύχει και ο συγγραφέας του βιβλίου χρησιμοποιώντας ζωηρά σχήματα λόγου, παρόλον που το απευθύνει στις επτά εκκλησίες της Μικράς Ασίας υπό μορφήν επιστολής. Η έμφαση στην αρχή και στο τέλος, δίδεται στο «ο καιρός εστίν εγγύς» και στο λόγο του Ιησού, του αστέρος του λαμπρού και πρωινού, «ἰδοὺ ἔρχομαι ταχύ» (22:7, 12). Το συγκλονιστικό μήνυμα της Αποκάλυψης, που λειτουργεί σαν μια «ανοιχτή προφητεία» όπως επεσήμανε σωστά ο Umberto Eco, κλείνει με μια πρόσκληση σ’ όλους τους ανθρώπους που αποτελεί και την ελπιδοφόρα κατακλείδα του κειμένου: «Καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ νύμφη λέγουσιν· ἔρχου. καὶ ὁ ἀκούων εἰπάτω· ἔρχου. καὶ ὁ διψῶν ἐρχέσθω, ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν».

Στην οραματική Αποκάλυψη του Ιωάννη, υπάρχει, θέση για ένα καινό ουρανό και γη, όπου δεν θα έχει θέση το δάκρυ, το πένθος, η κραυγή και ο πόνος, «καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι» (21:3, 4). Μπορεί κανείς να ελπίζει; Και γι’ αυτόν που ελπίζει και γι’ αυτόν που αμφιβάλλει, ισχύει το ιωάννειο ρητό: «Εἴ τις ἔχει οὖς ἀκουσάτω». Και ας έχουν περάσει 1.900 χρόνια από τότε!

 


[1] Τίγκα Γ., Ταξίδια στην Ελλάδα… Πάτμος, τομ. Δ΄, σελ. 84.

[2] Πρβλ. Mussies G., The morphology of Koine Greek, as used in the apocalypse of St. John; a study in bilingualism, και E. W. Bullinger, Figures Of Speech Used In the Bible Explained and Illustrated.

[3] Βλ. Σ. Αγουρίδη, Δράμα και ποίησις στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, στο ΔΒΜ (Ιούνιος, 1973) και J. W. Bowman, The drama of the book of Revelation.

[4] Morgenthaler R., Statistik des Neutestamentlichen Wortschatzes, σελ. 164.

[5] C. C. Douglas, Overstatement in the New Testament, σελ. 43 επ. Πρβλ και τη μελέτη μου Ποίηση στα λόγια του Ιησού, σελ. 90 και υποσ. 125, 127.

[6] Σ. Αγουρίδη, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, σελ. 30, 33 και Δ. Κυρτάτα, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι επτά εκκλησίες, σελ. 43 επ.