Συναισθηματικός ορθολογισμός και μεταφυσικά ερείσματα στο δοκιμιακό έργο του Δημήτρη Τσινικόπουλου (Μιχάλης Μαυροειδής)

«Ει δύνασαι οξύ βλέπειν,
βλέπε κρίνων κρίσεις σοφωτάτας…»
Μάρκος Αυρήλιος, Εις Εαυτόν.

 

Συγγραφέας, ερευνητής, διανοητής αισθαντικών και βαθυνούστατων προβληματισμών, ζωγράφος, ποιητής, μεταφραστής ξένων κορυφαίων ποιητών, ο σεβαστός συνάδελφος Δημήτρης Τσινικόπουλος, ζει και εργάζεται στην πόλη μας αθόρυβα συστηματικά και ουσιαστικά. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ όσο θα ήθελα και θα έπρεπε για την παρουσίαση του κατεξοχήν Homo universalis συναδέλφου μας, απλά θα περιοριστώ σε δύο σημαντικά του βιβλία και συγκεκριμένα στα δοκίμια «Εικονοκλάστες και Λεξιμάχοι» (2001) και στο «Οι κλητοί και εκλεκτοί» (2004) που παρουσιάστηκαν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press.

«Πρέπει να συλλαμβάνουμε τα πάντα κατά τρόπο πρακτικό», έγραψε κάποτε ο Goethe (Maximes, 380). Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος ασχολείται με θέματα υψηλής εννοιολογικής αξίας (Το τραγικό στοιχείο στον έρωτα, Η ευγλωττία της σιωπής, Ποίηση και Προσευχή, Ο Θεός και το πρόβλημα του κακού κ.ά.). Τα θέματα αυτά τα διαπραγματεύεται με τέτοιον πρακτικό τρόπο, ώστε ο αναγνώστης, να μην χάνεται σε θεωρητικές αερολογίες και ακατάληπτες έννοιες αλλά να μεταλαμβάνει της κοινωνίας την οποία κάθε συγγραφέας επιδιώκει με το κοινό του. Πού οφείλεται αυτή η επιτυχία του συγγραφέα; Ασφαλώς στον άπεφθο λόγο του, τον γνήσια ελληνικό και στο δωρικό του ύφος! Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο συλλογισμός του να καταλήγει στη διάνοια του ακροατή–αναγνώστη διάτορος, μη επιδεχόμενος περαιτέρω επεξηγηματικής διευκρινίσεως.

Οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι, ο συγγραφέας τυγχάνει αμφιλαφούς παιδείας, έχοντας απλώσει τις πνευματικές φτερούγες του σε όλο σχεδόν το φάσμα του επιστητού και επιπλέον στο γεγονός ότι τα θέματα τα οποία έχει επιλέξει να παρουσιάσει τα κατέχει, όχι μόνον διότι διαθέτει γερές θεωρητικές βάσεις αλλά κυρίως, επειδή έχει προβληματιστεί ο ίδιος. «Για να γράψει κάποιος»—είπε κάποτε ο αείμνηστος Τσάτσος—«πρέπει να κλείσουν τα βιβλία! Αλλά πριν κλείσουν πρέπει να έχουν ανοίξει τα βιβλία…» Μέθεξις ουσίας με τη σκέψη των άλλων και προσωπικός προβληματισμός, δίδουν το στίγμα του ελλαμπόμενου από το πάθος της γραφής, ώστε η φαντασία να προβάλει τη διάθεσή της και αυτή να γίνει αποδεκτή από τον αναγνώστη του.

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, τόσο στα θέματα του πρώτου βιβλίου του όσο και στην σύντομη και περιεκτική περιγραφή των 18 προσωπικοτήτων που παρουσιάζει στο έργο του «Οι κλητοί και εκλεκτοί», δίδει την εντύπωση πως οι επιλογές του (Ευγλωττία της σιωπής π.χ., Π. Κανελλόπουλος π.χ. …Πασκάλ, Φρανσουά Μωριάκ κ.ά.) έχουν να κάνουν με την ζωτική ανάγκη του να βρει διεξόδους και να δώσει απαντήσεις σε προσωπικά ερωτήματά του. Και δεν θα ήταν εδώ υπερβολή να πούμε πως κάθε γόνιμος συγγραφέας αντιμετωπίζει τους ίδιους προβληματισμούς, τις ίδιες αντινομίες Βιώνει, τα ίδια άλυτα ερωτήματα που απασχόλησαν μεγάλα πνεύματα προηγούμενων εποχών! Υπάρχει Θεός; Πώς βιώνεται η όντως ζωή στον επέκεινα χώρο; Πώς επιλύεται η σύγκρουση καλού και εωσφορικού μέσα μας; Θεμελιώνεται η αλήθεια μέσα από τους δαιδάλους της λογικής ή ακούει μόνο στη λογική της καρδιάς, όπως καταγράφει ο συγγραφέας μας (σελίδα 45, παρ. 2 του βιβλίου του «Οι κλητοί & εκλεκτοί»), μέσα από τον γνωστό αφορισμό του Πασκάλ και κάποιον παρόμοιο, θα πρόσθετα εγώ, αργότερα του Βωβενάγκ;

Επιλέγοντας, λοιπόν, τόσο ενδιαφέροντα θέματα και τέτοιας υψηλής επιστημοσύνης και πνευματικότητας φυσιογνωμίες, ο Τσινικόπουλος δοκιμάζει και τα δικά του όρια αντοχής, όσον αφορά τις επιφυλάξεις του στα όρια που επιβάλλει η συγκράτηση της λογικής στο άφημα της καρδιάς… Όμως, ο δαμάζων προσωπικός και ευθύβολος λόγος του συνταιριάζει αυτή τη σχέση, καταγράφοντας απλώς τις αντινομίες (αυτό διακρίνεται πολύ καθαρά στο δοκίμιό του για τον Φρανσουά Μωριάκ σελ. 139 & εξής, του βιβλίου «Οι κλητοί & εκλεκτοί»), επιτρέποντας στον εαυτό του και σε κάθε ανήσυχο πνεύμα την ύπαρξη της εσωτερικής διχοστασίας η οποία, όταν από την ξηρότητα του στεγνού ορθολογισμού οδηγεί το πρόσωπο στη μοναξιά και στην απόγνωση… «κάποιος είναι κοιμισμένος στην πρύμνη, τον οποίο μια μόνο κραυγή θα τον ξυπνήσει…» Και η κραυγή αυτή της αγωνίας τελικά μετουσιώνεται σε πίστη, ελπίδα, και βεβαιότητα. Η ζωή νικά διότι καταφάσκεται, μέσα από την ανανέωση των αντιθέτων! Ο ζόφος του θανάτου διαλύεται…

Ο Τσινικόπουλος είναι λογοτέχνης. Και είναι και ποιητής. Κι έτσι όσο και να ξεκινά τα θέματά του με ορθολογικό στοχασμό, κάπου ξεχνιέται, αφήνεται και, σιγά σιγά, μέσω των ποιητικών εκφράσεων και της εμπιστοσύνης του ορισμένες φορές (όχι πάντα) στη λογική της καρδιάς, κατορθώνει και παντρεύει μαεστρικά τον ορθολογισμό με τη μεταφυσική διαίσθηση δίδοντας στα κείμενά του έναν υψηλό λυρικό τόνο. Βεβαίως είναι κατεξοχήν διανοητικός. Εάν κάποτε ο Δημήτρης Τσινικόπουλος δεν φοβηθεί το πλούσιο θησαύρισμα καρδιάς που διαθέτει (και όταν λέω φοβηθεί, εννοώ μήπως κάτι τέτοιο τον κατακλύσει και τον καταστήσει καιόμενη βάτο, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί βέβαια, παρά μόνο στη φαντασία) και το διοχετεύσει περισσότερο στο έργο του, θα μας δώσει πολύ πρωτότυπους προσωπικούς στοχασμούς σε κορυφαία και αγωνιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης ψυχής. Και θα εκφραστεί ακόμη πιο ζεστά και περιεκτικά, καθόσον έχει τόπον και χρόνον πεπληρωμένον! Γνωρίζει όσο λίγοι την ελληνική γλώσσα, (κλασική και λατινική) και έχει θησαύρισμα γνώσης επιστημονικής αλλά και μυστικής–θεολογικής.

Εκείνο το οποίο έχει κάνει εντύπωση στον υπογραφόμενο είναι η συστηματική έρευνα των πηγών του συγγραφέα. Παρουσιάζει προικισμένους ξένους δημιουργούς οι οποίοι, παρά την υψηλή διεθνή ποιητική και στοχαστική τους θέση, σχεδόν ποτέ δεν είχαν ξανακουστεί στη χώρα μας (Ντιν Αλ Ρουμί, Έμιλυ Ντίκινσον, Γκαμπριέλα Μιστράλ κ.ά.).

Κλείνοντας τούτο το μικρό πόνημα για το διακεκριμένο συγγραφέα και συνάδελφο, τονίζω πως και τα δύο βιβλία του περικλείουν τόσα ενδιαφέροντα και πρέπει να τα διαβάσει προσωπικά καθένας, για να μπορέσει να εκτιμήσει το πλάτος της ευρυμάθειας και το βάθος των θεμάτων τους. Και τότε θα γνωρίσει ολοκληρωμένο το πραγματικό πρόσωπο του συγγραφέα και την αληθινά ευαίσθητη φύση του. Κάτι, που δεν φαίνεται μέσα στη δράση του δικηγορικού λειτουργήματος καθώς… «η δράση έχει σχέση με τον άλλον και ο άλλος συχνά μας πληγώνει με τη μάσκα του. Η συγγραφή έχει σχέση με τον γνήσιο εαυτό μας. Η αλήθεια μας γαληνεύει» (Ιωάννα Τσάτσου).