Περί λειψανολατρείας

«Ο λαός ζητάει επίμονα να τον εξαπατάς, αλλιώς δεν μπορείς να κάνεις τίποτα μ’ αυτόν».
ΣΥΝΕΣΙΟΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (370-413 μ.Χ.)

«Στο Βυζάντιο η ειδωλολατρία παρέμενε ισχυρά ριζωμένη στα λαϊκά στρώματα, πολύ καιρό ύστερα από τον επίσημο θρίαμβο το Χριστιανισμού».
GERARD WALTER
Βυζαντινολόγος

«Η εκκλησία μας διακρίνεται για μια ροπή προς τη δεισιδαιμονία και τη μαγεία. Κορυφαίο δείγμα αυτών των τάσεων είναι η ακλόνητη πίστη μεγάλων ομάδων Ορθοδόξων στη θαυματουργία».
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ
Πρώην υπουργός

Αφορμή για να εκθέσω τα όσα επακολουθούν,  μου έδωσαν δύο περιστατικά, και μια δεδηλωμένη, αντίθετη των περιστατικών, ιδεολογία. Τα περιστατικά είναι: αφ’ ενός μεν, η έκθεση των παντοφλών του «Αγίου Παΐσιου» προς δημόσιο εκθειασμό και τιμή(!) μαζί με κάποια άλλα σκεύη του, όπως έγραψε ο τύπος, αφ’ ετέρου δε, και περισσότερο - διότι και η πολιτική ηγεσία και η ηγεσία της εκκλησίας πρωτοστάτησε -, η μεταφορά από την Βενετία, στην Ελλάδα στις 14/5/2017 και η έκθεση λειψάνων της ‘Αγίας και ισαποστόλου Ελένης’, μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Αθήνα, προς προσκύνηση από τους πιστούς, στο ναό της Αγίας Βαρβάρας. Προηγήθηκε, βέβαια προ δύο ετών, η μεταφορά των λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας στο ναό της Αγίας, αλλά και στο εκκλησάκι του αντικαρκινικού «Άγιος Σάββας», όπου για λίγο μεταφέρθηκαν. Τα λείψανα τόσο της «Αγίας Ελένης» όπως και της «Αγίας Βαρβάρας» τα υποδέχθηκαν με στρατιωτικό άγημα και με τιμές αρχηγού κράτους(!). Η κοσμοσυρροή υπήρξε απίστευτη, η αναμονή χιλιάδων τεράστια, και η πίστη στην επιτέλεση θαυμάτων από το λείψανο της Αγίας, μεγάλη… Μαζί με το ιερό λείψανο της αγίας Ελένης, έφθασε και τεμάχιο σταυρού με Τίμιο Ξύλο, από τους θησαυρούς της Βενετίας καθ’ ότι, στη Φλαβία Ιουλία Ελένη, αποδίδεται και η εύρεση του Σταυρού του Ιησού στο Γολγοθά.

Μεγάλη υπήρξε όμως, και η αντίδραση αθεϊστών, σκεπτικιστών και ορθολογιστών, που μίλησαν πρόπερσι και φέτος, για μια λειψανολατρεία που εξισώνεται με ειδωλολατρία και θυμίζει μεσαίωνα…

Στο σημείο αυτό έρχεται η δεδηλωμένη αντίθεση – επίκριση συγκεκριμένης ιδεολογίας: του Νεο-αθεϊσμού. Ο οποίος με επικεφαλής τον Βρετανό βιολόγο Ρίτσαρντ Ντόκις, τον αρχιερέα του Νεο-δαρβινισμού, συχνά πυκνά επιτίθεται και επικρίνει τέτοιου είδους συνήθειες και πρακτικές, χαρακτηρίζοντάς τες ως δεισιδαιμονίες, και τη θρησκεία συλλήβδην, «μολυσματικό ιό» που μεταδίδεται επικίνδυνα, όπως όλοι οι ιοί με απρόβλεπτες συνέπειες. Κατά τον Ντόκινς, τρεις είναι οι θεμέλιοι στύλοι της θρησκείας που πρέπει να αποκοπούν για να λυτρωθεί η ανθρωπότητα και να εξορθολογιστεί: α) η θρησκευτική αποκάλυψη, β) η εκκλησιαστική εξουσία και γ) η παράδοση. Και για μεν την αποκάλυψη, νομίζω ότι, κανείς πιστός δεν θα είναι διατεθειμένος να συμφωνήσει με τον Ντόκινς, αφού εξ ορισμού απορρίπτει, ό,τι υπερ-φυσικό, και μαζί με την ύπαρξη του Θεού, και τη δυνατότητά Του επέμβασης-παρέμβασης, στη φύση, τον κόσμο, και την ιστορία, άρα και τη δυνατότητα αυτο-αποκάλυψής Του, καθ’ ον τρόπο και χρόνο ο ίδιος ηθέλησε. Όπως αποκαλύπτεται στην ίδια τη Βίβλο, «ο Θεός πολυμερώς και πολυλτρόπως ελάλησε από αρχαίων χρόνων δια των προφητών, εσχάτως δε, δια του Υιού Του, Ιησού Χριστού» (Εβρ. 1:3). Όσον αφορά για την αποκάλυψή Του, μέσω θαυμάτων, κι αυτά δεν πρέπει a priori εντελώς ν’ αποκλειστούν, αλλά πρέπει να κατανοηθούν ορθά, και να ενταχθούν στο σύνολο της αγιογραφικής μαρτυρίας περί αποκαλύψεως του Θεού δια «θαυμάτων», «τεραστίων» και «σημείων» που επιτέλεσε ο Θεός δια των αγίων εκπροσώπων του, σε μια εποχή που, ακόμη, δεν είχε ολοκληρωθεί η συνολική αποκάλυψη του θελήματός Του και δεν είχε θεμελιωθεί πλήρως η χριστιανική εκκλησία, ήτοι, μέχρι το τέλος του πρώτου αιώνα μ.Χ. Είναι χαρακτηριστικό, αυτό που μαρτυρεί στις ομιλίες του ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ότι τα θαύματα είχαν παύσει να γίνονται στα χρόνια του, διότι δεν ήταν τότε αναγκαία, όπως ήταν αναγκαία στην αρχή της Χριστιανοσύνης που τα χρειαζόταν για την εξάπλωσή της. «Τα σημεία τότε χρησίμως εγένετο, και νυν χρησίμως ου γίνεται» (Ομιλία ε’ εις την Α’ προς Κορινθ. επιστολή   ). Και αλλού: «Δια τούτο παρά μεν την αρχήν και αναξίως χαρίσματα εδίδοτο· χρείαν γαρ είχε το παλαιόν, της πίστεως ένεκα, ταύτης της βοηθείας. Νυν δε ουδέ αξίοις δίδοται· η γαρ ισχύς της πίστεως ουκέτι ταύτης δείται της συμμαχίας» (Ομιλία μβ’ εις τας Πράξεις των Αποστόλων). Και πάλι: «Τι βούλεσθε πλέον; Σημεία; αλλά ΚΑΤΗΡΓΗΤΑΙ. Πίστιν έχεις; ελπίδα; αγάπην; τα μένοντα ταύτα ζήτει· τούτα σημείων μείζω» (Ομιλία μ’ εις Πράξεις των Αποστόλων).

Αυτά τα γράφω προεισαγωγικά και για τα όσα θα επακολουθήσουν. Για τους  άλλους δύο στύλους που αναφέρει ο Ντόκινς, την εκκλησιαστική εξουσία και την παράδοση, συμφωνώ, ότι θα πρέπει να συρρικνωθούν, αν θέλουμε να απαλλαγούμε από θλιβερά συμβάντα και περιστατικά που γελοιοποιούν την πίστη, και δίνουν λαβή στους αθεϊστές για επιθέσεις, ειρωνείες και χλευασμούς. Οι διάφορες παραδόσεις που παρεισέφρησαν στον ιστορικό χριστιανισμό ανά τους αιώνες, από πολλές, ποικίλες, ανεξέλεγκτες και επιβλαβείς πηγές (παγανιστικές, συναξαριστικούς κύκλους, θρύλους, φαντασιοκοπίες), θα πρέπει να ελέγχονται διαρκώς, και οι παραδόσεις να κοσκινιστούν[1], για να δούμε τι θα πρέπει να απομείνει σαν πυρήνας, και πώς, τελικά, οι πιστοί θα επανέλθουν στην ‘λατρεία του Θεού εν πνεύματι και αληθεία’ που εδίδαξε ο Ιησούς Χριστός (Ιωάν. 4:28) και στη ‘λογική λατρεία’, όπως υπογράμμισε ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 12:1).

 

Επανέρχομαι μετά απ’ όλα αυτά, στο θέμα της μεταφοράς των ιερών λειψάνων της Αγίας Ελένης και της Αγίας Βαρβάρας από τη Βενετία, και της έκθεσής τους στο κοινό για προσκύνηση. Αντιδράσεις ισχνές, υπήρξαν από την αριστερή κυβέρνηση, η οποία χρεώθηκε και με τη μεταφορά – ως είθισται – του αγίου φωτός και φέτος από τα Ιεροσόλυμα με τιμές αρχηγού κράτους. Αλλά, οι ψηφοθηρικοί λόγοι είναι πιο ισχυροί και κατισχύουν της λογικής, και του ορθού λογισμού, για τον οποίο τόσο πολύ κόπτεται η κυβέρνηση και προ-αναγγέλλει τον, διαρκώς αναβαλλόμενο χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, τον οποίο, από παλιά επιθυμούσαν όχι μόνο πολιτικοί κύκλοι, αλλά και ιεράρχες, βλέποντας τις επιζήμιες συνέπειες της σχέσης αυτής[2].

Και για μεν τις ‘παντόφλες’ του αγίου Παΐσιου, δεν θ’ ασχοληθώ, γιατί μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει το περιστατικό. Η μεταφορά όμως, και η έκθεση λειψάνων της ‘Αγίας Ελένης’ και της ‘Αγίας Βαρβάρας’ για προσκύνηση, σε συνδυασμό, με κατά καιρούς παλαιότερες εκθέσεις άλλων λειψάνων αγίων, μεταξύ των οποίων και η «Αγία Ζώνη της Παναγίας» (το 1995 από τη μονή Βατοπεδίου στην Αθήνα), με πρωτοβουλία του ηγουμένου Εφραίμ, ή η εικόνα «Άξιον εστί» στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2012 όπως και προηγούμενα το 1963 στην Αθήνα και το 1985 στη Θεσσαλονίκη[3], θέτει επί τάπητος ένα σπουδαίο ζήτημα. Πόσο σχέση έχουν όλα αυτά με την αληθινή Χριστιανική διδασκαλία, και πόσο αναγκαία είναι να συνεχίζονται να γίνονται, αν, για διάφορους λόγους γίνονταν στο παρελθόν.

Γιατί, μια ιστορική διερεύνηση του θέματος, μπορεί να καταδείξει μερικά άκρως ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά. Ότι, επί παραδείγματι, συνήθεια για έκθεση λειψάνων αγίων για προσκύνηση, δεν  μαρτυρείται ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε και από την εκκλησιαστική παράδοση και ιστορία των τριών πρώτων μ.Χ. αιώνων, πλην μεμονωμένων αμφιβόλων εξαιρέσεων. Δεν βλέπουμε π.χ., τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό, να επισκέπτεται τον τάφο του Δαβίδ που υπήρχε στην εποχή του (σύμφωνα με το Πράξεις 2:29), ούτε τον τάφο του Αβραάμ στη Χεβρών, για να προσκυνήσει τα λείψανα του προπάτορά του. Ούτε τους πρώτους αποστόλους και μαθητές, να επισκέπτονται τον τάφο του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, για να αποδώσουν τιμές στο λείψανό του, ή να περιμένουν απ’ αυτό κάποιο θαύμα. Οι πηγές, μάς πληροφορούν ότι η λειψανολατρεία – γιατί περί αυτής κατ’ ουσίαν πρόκειται –, ξεκίνησε δειλά-δειλά, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Κατ’ αρχάς, άλλαξε η χρήση και η έννοια της λέξης άγιος. Η λέξη αυτή αρχικά αποδίδονταν μόνο στον Θεό, στον Χριστό, στο Άγιο Πνεύμα και σε όλο το λαό του Θεού (εκκλησία), ζώντων, όμως (βλ. Μαρκ. 1:24, Ιωάν. 6:69, Εφεσ. 1:4, 5:27, Κολ. 1:2 κ.λπ.). Όπως σημειώνει ο θεολόγος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης: «Με την πάροδο του χρόνου και με την επίδραση εκτός των άλλων και της ελληνικής λατρείας ηρώων, ο όρος «άγιος» δεν αποδιδόταν μόνο στον Θεό, στον Χριστό και στο λαό του θεού, αλλά και σε ορισμένα άτομα. Αρχικά ξεχώρισαν ως άγιοι οι μάρτυρες… οι όσιοι και οι ασκητές. Ναοί και προσκυνήματα τιμήθηκαν με το όνομά τους, ειδικές μέρες… αποδόθηκε ευλάβεια στις εικόνες και τα λείψανά τους»[4]. Γύρω στο τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα, παρουσιάστηκε το φαινόμενο του σεβασμού μαρτυρικών λειψάνων, και η μετακίνησή τους για προσκύνηση, και φυσικά, η  καπηλεία τους και η εκμετάλλευση από θεοκάπηλους.

Η λειψανεμπορία και η αισχροκέρδεια πήρε σιγά-σιγά τέτοιες διαστάσεις, ώστε, ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας στα τέλη του 4ου αι., το 386 π.Χ., επιχείρησε να την εμποδίσει δια  νόμου που «απαγόρευε τον καταμελισμό πτωμάτων μαρτύρων και την μεταφορά τους σε άλλο τόπο» (COD. THEOD., ΙΧ, 17, 6). Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (Κατά Ιουλιανού), παραδεχόταν ότι ο σεβασμός στα λείψανα, ήταν εθνικής προέλευσης, ενώ ο ιερός Αυγουστίνος της Ιππώνος, καυτηρίαζε τους υποκριτές σε σχήμα μοναχών, που πουλούσαν μέλη μαρτύρων (Αυγουστίνου De Eper. Morachor. κεφ. 20). Επίσης, ο πρεσβύτερος Βιγιλάντιος της Βαρκελώνης, επέκρινε τη συνήθεια λατρείας λειψάνων ως ειδωλολατρική, αλλά τη φωνή του την επισκίασε ο Ιερώνυμος και άλλοι πατέρες του 4ου αι., που κράτησαν μια πιο ευνοϊκή στάση.

Αργότερα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αι.) εδογμάτισε ότι «χάρις δίδοται θεία ταις ύλαις» (M.P.Gr. 94, 1264). Πάντως, η αναίδεια των μοναχών συνεμάχισε με την ευήθεια και την ανοησία του όχλου, που επιθυμούσε να αγοράσει τον ‘αγιασμό’ δηλ., υλικά στοιχεία από αγίους, παρά να ζουν ηθικά και έντιμα. Η Σύνοδος της Καρθαγένης το 401 μ.Χ., προσπάθησε ανεπιτυχώς να περιστείλει το κακό, δίνοντας εντολή στους επισκόπους να κατεδαφίζουν τα ‘Μαρτύρια’, δηλ. μικρούς ευκτήριους οίκους με τους οποίους οι λαοπλάνοι είχαν γεμίσει αγρούς και δημόσιους δρόμους, γιατί τους έχτιζαν τάχα πάνω σε τάφους μαρτύρων! (βλ. πρακτικά Συνόδου κεφ. 83). Εις μάτην όμως! Τα λείψανα πολλαπλασιάζονταν, κι εμφανίζονταν πολλές φορές οστά κοινών ανθρώπων, αλλά και ζώων, ως οστά αγίων. Αλλά και του ιδίου του αγίου τα λείψανα παρουσιάζονταν με πολλές κάρες (κεφάλια) και πολλά χέρια και πόδια… Γι’ αυτό και οστά ενός αγίου υπάρχουν σε δύο ή και περισσότερες εκκλησίες. Κι αυτό γινόταν γιατί επικράτησε η αντίληψη ότι, οι ναοί έπρεπε να χτίζονται πάνω σε λείψανα αγίων. Μάλιστα, η εν Τρούλλω Σύνοδος το 692 μ.Χ., προχώρησε ένα βήμα παραπάνω: διέταξε να γκρεμίζονται οι εκκλησίες που δεν είχαν λείψανα! Ο ιστορικός Βάλτερ Ζεράρ[5], παρατηρεί ότι, η αναζήτηση αγίων λειψάνων άρχισε στο πρώτο μισό του 4ου αι., με παρότρυνση της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, της Ελένης, και συνεχίστηκε αδιάκοπα τους επόμενους αιώνες, επί βασιλείας Κομνηνών κ.λπ., ώστε η Κωνσταντινούπολη να έχει τα περισσότερα κειμήλια και λείψανα από τη ζωή του Χριστού, των αποστόλων και της Παναγίας κ.λπ. Γράφει ο S. Linner: «Οι αυτοκράτορες του 7ου αιώνα βρήκαν (μ’ αυτόν τον τρόπο) μια υπερφυσική επιβεβαίωση της βασιλείας τους. Εικόνες και λείψανα έγιναν τα φυλαχτά της Αυτοκρατορίας, με θαυματουργή δύναμη… Η λατρεία στρέφεται, προς τα πράγματα και όχι, όπως πριν, προς άγιους ανθρώπους. Στη διάρκεια των κρίσεων του 7ου αιώνα, αυτές οι εικόνες και τα λείψανα ήταν που αναζωπύρωσαν τον παλιό πατριωτισμό…»[6]. Μαθαίνουμε ακόμη, ότι: «Από των αρχών της ιδ’ εκατοντ. ενεφανίσθησαν οι ‘νεκρικοί χοροί’… Αυξήθηκε ο ζήλος προς προσκύνηση και απόκτηση αγίων λειψάνων. Την ώθηση έδωσαν οι εκ της Ανατολής επιστρέφοντες σταυροφόροι, κομίζοντες πολλά άγια λείψανα. Ο εκλέκτωρ της Σαξωνίας Φρειδερίκος ο Σοφός ο προστατεύσας τον Λούθηρον, είχε συλλέξει στη Βυτεμβέργη πέντε χιλιάδες άγια λείψανα. Ο εκλέκτωρ και αρχιεπίσκοπος Μογουντίας Αλβρέχτος, είχε συλλέξει στη Χάλλη περίπου εννέα χιλιάδες τεμάχια λειψάνων και σαράντα δύο ολόκληρα σώματα αγίων(!)»[7]

 

Η συνήθεια και η έμφαση, στη δύναμη θαυματουργών λειψάνων, έχει καθαρά αρχαιοελληνική, ειδωλολατρική προέλευση. Όπως γράφει ο ελληνιστής καθηγητής Μάρτιν Νίλσον: «Η λατρεία (των ηρώων) ήταν δεμένη στον τάφο τους και η δύναμή τους στα λείψανά τους που ήταν θαμμένα στον τάφο τους. Αυτός ήταν ο λόγος που κάποτε ξέθαβαν τα κόκκαλά τους από τη γη και τα μετέφεραν αλλού»[8].

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η Πυθία, προέτρεψε με χρησμό τους Αθηναίους να ξαναπάρουν τα οστά του Θησέα και να τα θάψουν τιμητικά, όπερ και εγένετο. Υποδέχτηκαν τα οστά του σαν να επρόκειτο για τον ίδιο εν ζωή, και κάθε χρόνο στον τάφο του έκαναν θυσία… Όταν μετέφεραν τα οστά του Θησέα, κατάφεραν να νικήσουν τους Σκυριανούς[9]. Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι οι Σπαρτιάτες αφού βρήκαν  μετά από χρησμό, τα οστά του Ορέστη, νίκησαν τελικά τους Τεγεάτες, ενώ τα οστά του Λεωνίδα μετέφερε στη Σπάρτη ο ίδιος ο Παυσανίας[10]. Φαίνεται καθαρά ότι, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι, τα λείψανα πολλών ηρώων γιάτρευαν αρρώστιες, όπως ακριβώς πιστεύεται και σήμερα από τον θρησκευόμενο όχλο με τα λείψανα αγίων. Οι αρχαίοι ήρωες αντικαταστάθηκαν από τους Χριστιανούς αγίους. Ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας υπογραμμίζει ότι η λατρεία των αγίων όπως και των αρχαίων ηρώων ανταποκρίνεται σε επιτακτική ανάγκη της λαϊκής ψυχής[11]. Επίσης αλλού παρατηρεί ότι: «Και στην αρχαιότητα πίστευαν ότι η δύναμη των ηρώων βρισκόταν μέσα στα λείψανά τους. Γι’ αυτό η λατρεία τους εντοπιζόταν στους τάφους τους. Για πολλούς από αυτούς πίστευαν ότι θεραπεύουν ασθένειες, όπως και σήμερα πιστεύουν για τους αγίους και μάρτυρες»[12]. Ο βυζαντινολόγος Cyril Mango τονίζει: «Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς πολλούς βίους αγίων για να ανακαλύψει ότι η λαϊκή Χριστιανική θρησκεία κληρονόμησε, και ως ένα βαθμό εκλογίκευσε, έναν τεράστιο αριθμό ειδωλολατρικών προλήψεων»[13].

Ήδη, ο Αδαμάντιος Κοραής τον 19ο αι., με αδαμάντινη λογική, είχε στηλιτεύσει το φαινόμενο της λειψανολατρείας – λειψανεμπορίας και της λαϊκής δεισιδαιμονίας[14]. Αλλά, και πάλι, εις μάτην! Διότι, η ηγεσία της Εκκλησίας, όχι μόνον ανέχεται, αλλά πολλές φορές εκτρέφει την λαϊκή δεισιδαιμονία, και πρωτοστατεί στην αυτού του είδους προσκύνηση λειψάνων με την μεταφορά τους υπό τον ήχο παιάνων και διασκορπισμό ρόδων και ανθέων και την αναμονή θαυμάτων. Διότι, ποιος αποφασίζει την μεταφορά των λειψάνων και την δημόσια έκθεσή τους; Ο λαός, ή η ηγεσία του κλήρου; Υπάρχουν κληρικοί και θεολόγοι, που επικαλούνται μάλιστα, προς επίρρωση των θέσεών τους, και βιβλικά χωρία! Όπως την περίπτωση των οστών του Ελισσαιέ, στον τάφο του οποίου ερρίφθη ένας νεκρός και ανέζησε (Β’ Βασ. 13:20-21). Και την περίπτωση των ιματίων του Ιησού και των μαντηλίων (σουδαρίων και σιμικινθίων) του απ. Παύλου, που θεράπευσαν κάποιους (Ματθ. 9:20, 14:36, Πραξ. 19:11-12). Μόνο,  που αυτοί εκουσίως αγνοούν ότι, το μεν θαύμα στην περίπτωση του Ελισσαιέ έγινε από τον ίδιο το Θεό και είχε κάποιο συγκεκριμένο νόημα και σκοπό. Έγινε σε νεκρό Μωαβίτη (που έριξαν οι συμπατριώτες τους στον τάφο του Ελισσαιέ) για να δώσει ‘σημείο’ στους Ισραηλίτες, ότι θα νικήσουν τους εχθρούς τους σύμφωνα με την προφητεία του ίδιου του προφήτη (Β’ Βασ. 13:15-25, Δ’ Βασ. Ο’)[15]. Ενώ βεβαίως, οι Ισραηλίτες, ουδέποτε απέδωσαν τιμές στα οστά του Ελισσαιέ σε καμιά περίοδο μετέπειτα.

Τα δε θαύματα του Ιησού (και του Παύλου, δια υλικών αντικειμένων), έγιναν από τον Θεό (Πράξ. 2:22), ζώντων των ιδίων, και για να αποδειχτεί ότι ο Θεός ενεργούσε μέσω αυτών (ο Θεός δια χειρών Παύλου εποίει), τότε, που τα θαύματα (σημεία) ήταν αναγκαία, στη θεμελίωση της χριστιανικής πίστης και εκκλησίας. Αλλά, ποτέ δεν διαβάζουμε ότι, τα ιμάτια και τα μανδήλια και τα περιζώματα του Παύλου, χρησιμοποιήθηκαν μετά το θάνατό του από τους άλλους μαθητές και πρώτους Χριστιανούς, ως αντικείμενα σεβασμού – τιμής – λατρείας. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως προανέφερα, μαρτυρεί ότι, τα βιβλικά θαύματα είχαν παύσει στην εποχή του να γίνονται από πιστούς, πόσω μάλλον αντικείμενά τους ή λείψανά τους! Τα θρυλούμενα θαύματα αγίων και λειψάνων τους κατά τον 2ο ή 3ο μ.Χ. αιώνα, έχουν υποβληθεί σε κριτική επιστημονική βάσανο από πολλούς ειδικούς. Έξοχο στο είδος του θεωρώ το μικρό αλλά περιεκτικό βιβλίο του B. Warfield, Counterfeit Miracles (Παραποιημένα θαύματα).

Όσον αφορά το λείψανο της Αγίας Βαρβάρας, όσοι ψάξουν το θέμα, θα διαπιστώσουν ότι οι φερόμενες πηγές τόσο για τον βίο, όσο και για το θάνατό της, αντιφάσκουν τα μάλα, και σε τίποτα δεν συμφωνούν. Υπάρχουν Άκτα (πράξεις) της Αγίας Βαρβάρας, γνωστά υπό το όνομα του Ιωάννη του Δαμασκηνού (PG 96 782-814), και άλλα, που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον τόπο γέννησής της, τον χρόνο και τόπο του μαρτυρίου. Άλλα λέγουν ότι πέθανε το 237 μ.Χ. επί Μαξιμίνου και ότι δάσκαλός της υπήρξε ο Ωριγένης, άλλα ότι, μαρτύρησε επί Γαλερίου Μαξιμινιανού, περί το 306 μ.Χ. Άλλες παραδόσεις λέγουν ότι καταγόταν από την Ηλιούπολη Φοινίκης, κι άλλες από τη Νικομήδεια. Όπως σημειώνεται στην «θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, Μαρτίνου» (λήμμα Βαρβάρα), τα Άκτα της Αγίας «εγράφησαν κατά τοιούτον τρόπον ώστε να αμφιβάλλη τις πώς έφθασαν εις την σημερινήν των μορφήν». Κάτι ανάλογο διαβάζουμε και στην Π.Λ. Brittanica στο σχετικό λήμμα. Ο συναξαριστής μας πληροφορεί ότι, η ευειδής Βαρβάρα βασανίστηκε από τον ίδιο τον πατέρα της τον ειδωλολάτρη Διόσκορο, για  ν’ απαρνηθεί την πίστη της, κι ύστερα την αποκεφάλισε ο ίδιος. Τα λείψανά της μνημονεύονται για πρώτη φορά σε ναό που οικοδόμησε ο αυτοκράτωρ Λέων ο Σοφός (9ος αι. μ.Χ.) ο οποίος ανήγειρε ναό επ’ ονόματί της. Στη συνέχεια, τμήματα των λειψάνων της φέρεται ότι μεταφέρθηκαν στην Βενετία το 991, και αλλού.

Τα ίδια μπορούν να ειπωθούν και για τα ιερά λείψανα της Ελένης. Λέγεται ότι μοναχός τα μετέφερε στη Βενετία το 1211, μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους. Ιστορική ασάφεια και αβεβαιότητα υπάρχει γύρω από το θέμα της ανεύρεσης του Σταυρού του Χριστού, καθόσον ο σύγχρονός της Ελένης και του Κωνσταντίνου ιστορικός Ευσέβιος ο Πάμφιλος, δεν αναφέρει τίποτα. Η παράδοση για ανεύρεση του Σταυρού αρχίζει να αναφέρεται 150 χρόνια αργότερα από το θάνατο της Ελένης. Την αναφέρει ο Ρουφίνος στη δική του «Εκκλησιαστική ιστορία» (PL 21, 475) και ο ιστορικός Σωκράτης στις αρχές του 5ου μ.Χ. αι.[16]

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται στην Ανατολική Εκκλησία ως προστάτης του πυροβολικού(!), και των παιδιών κατά της ευλογιάς και των λοιμωδών νόσων. Στη Δύση θεωρείται προστάτης των εργατών ορυχείων, των φυλακισμένων, των αρχιτεκτόνων, των κωδωνοποιών και θεωρείται βοηθός κατά του αιφνιδίου θανάτου[17]. Η Αγία Ελένη, λόγω των υπηρεσιών της στην εκκλησία θεωρείται ισαπόστολος…

Αναφέρθηκα κάπως εκτενώς, σαν παράδειγμα, στα περιστατικά, για  να καταδείξω το αυτονόητο γι’ αυτούς που διαθέτουν γνώση και κρίση και σώας τας φρένας. Η ίδια αβεβαιότητα διακρίνει και τη ζωή και το θάνατο, πλείστων όσων φερομένων από παραδόσεις – συναξάρια, αγίων[18]. Γι’ αυτό και ο Πάπας, το 1962, με μια μονοκονδυλιά, κατάργησε κάμποσους απ’ αυτούς, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Χριστόφορο και τον Άγιο Γεώργιο, ως μη επαρκώς μαρτυρουμένους![19]

 

Το πελώριο ερώτημα που ανακύπτει μετά από όλα αυτά, είναι: Τι είδους λείψανα προσκυνούν οι πιστοί; Ακόμα, και γνήσια να θεωρηθούν ότι είναι – πράγμα που είναι αμφίβολο –, τι νόημα έχει αυτή η λειψανολατρεία; Μπορούν οι νεκροί – άγιοι, έστω στους ουρανούς ευρισκόμενοι –, να εισακούσουν προσευχές, χωρίς να διαθέτουν τις ιδιότητες της παντογνωσίας, πανταχού παρουσίας και πανσοφίας και παντοδυναμίας που μόνον ο Θεός κατέχει, και να θαυματουργήσουν; Και τι σκοπό θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τέτοια θαύματα; Να ενισχύσουν την πίστη των ήδη πιστών; Ή, μήπως, να ικανοποιήσουν την ιδιοτελή τους επιθυμία για θεραπεία;[20] Ο απ. Παύλος λέει (και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιβεβαιώνει) ότι, τα «σημεία» (θαύματα) «εισίν ου τοις πιστεύουσιν αλλά τοις απίστοις» (Α’ Κορ. 14:22, Χρυσοστόμου, Ομιλία Α’ εις την Πεντηκοστήν P.G. 50, σελ. 459-460). Δηλ., στα βιβλικά χρόνια, ποικίλα θαύματα όπως γλωσσολαλιάς, προφητείας, αναστάσεις νεκρών (και όχι μόνο θεραπείας) γινόταν, για να πιστέψουν οι άπιστοι και να γίνουν πιο γρήγορα χριστιανοί. Δεν γινόταν για τους πιστούς, οι οποίοι δεν θεραπεύονταν θαυματουργικά, παρά τις ασθένειες, τις δυσκολίες, και τους σωματικούς τους περιορισμούς και τα διάφορα προβλήματά τους (βλ. θαύματα στις Πράξεις Αποστόλων, Α’ Τιμόθ. 5:23, Β’ Κορ. 11:8). Η Βίβλος διδάσκει ότι μοναδικός μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων είναι όχι κάποιος αποθανών άγιος αλλά ένας, ο ζων Κύριος Ιησούς Χριστός. «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δους εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάνων» (Α’ Τιμ. 2:5 πρβλ. και Πράξεις 4:12, Ιωάν. 14:6, Εβρ. 4:14-16, 7:23-25).

 

Εν κατακλείδι, και συμπερασματικά: Είναι καιρός η ηγεσία της εκκλησίας να πάρει μέτρα περιστολής του φαινομένου της τιμητικής δήθεν προσκύνησης των λειψάνων αγίων, αλλά κατ’ ουσίαν λατρείας τους, και όχι να το προωθεί με δικές της πρωτοβουλίες για να τονώσει το θρησκευτικό συναίσθημα αλλά προφανώς, και το παγκάρι[21]. Δεν χρειάζεται μετακόμιση και περιφορά αμφιβόλων λειψάνων, με τιμή μάλιστα αρχηγού κράτους (!) για να λατρεύουν οι πιστοί τον ‘Θεό εν πνεύματι και αληθεία’ όπως δίδαξε ο Χριστός, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, και όχι προσδεδεμένοι σε εξωτερικά υλικά στοιχεία και τόπους. Διότι, όπως επιμαρτυρεί και ο απ. Παύλος: «Ο Θεός ο ποιήσας τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος ουρανού και γης Κύριος υπάρχων, ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί, ουδέ υπό χειρών ανθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενος τινός…» (Πράξ. 17:24). Αλλιώς, οι ιεράρχες, θα δουν μια μέρα στο μέλλον, το ποίμνιό τους να συρρικνώνεται απελπιστικά, και δεν θα πρέπει να παραξενεύονται για την εξάπλωση του νεο-αθεϊσμού που παίρνει συνεχώς ανοδική πορεία…[22] Ένας λόγος είναι, και η δεισιδαιμονία, και ο ανορθολογισμός, και ο παγανισμός, που υπάρχει δυστυχώς άφθονος ακόμη στην εκκλησία, και κανείς δεν τολμά να την αποκαθάρει απ’ αυτά τα νόθα και επιβλαβή στοιχεία[23].

Επειδή σε κάποιους μπορεί να φανώ ελευθεριάζων ή υπερβολικός, τελειώνω με την επισήμανση – αναγνώριση του τέως Μητροπολίτη Εδέσσης Χρυσόστομου, σε επιστολή του στην «Καθημερινή» τον Μάιο του 1995: «Το φαινόμενο τούτο το οποίο τείνει να γενικευθεί και να θεσμοθετηθεί ως κορυφαίο γεγονός και υπέρτατο μέσον λατρείας, συγχωρήσεως, αγιασμού, σωτηρίας των ψυχών, αποτελεί οπωσδήποτε εκδήλωση παρακμής και πτώσεως της πίστεως, μείωση του κύρους της Εκκλησίας και διακωμώδηση των ιερών λειψάνων»[24].

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Πρβλ. π. Ιωάννης Μέγεντορφ, Η Ορθόδοξη Εκκλησία (εν πλω 2010) σελ. 15,23,38.

[2] Βλ. π.χ., άρθρο Αυγουστίνου Καντιώτη, Χωρισμόν, σεβασμιώτατοι! Εφημ. Κυριακή 1/3/2015 ή http:/www.iskiriaki.com.

[3] Βλ. άρθρο στην Καθημερινή 24/05/2017, Τιμές ‘αρχηγού κράτους’ από το ’64 μέχρι σήμερα.

[4] Βλ. λήμμα «Άγιος», στην Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, και επίσης το λήμμα «άγιος», στο Λεξικό της βιβλικής Θεολογίας των Xavier Leon Dupour, εκδ. Άρτος Ζωής, 1980.

[5] Βάλτερ Ζεράρ Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, σελ. 201 επ.

[6] S. Linner, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, Γκοβόστης 1999, σελ. 109.

[7] Βλ. Β. Κ. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 542.

[8] Μ. Νίλσον, Ελληνική λαϊκή θρησκεία, σελ. 16.

[9] Πλούταρχου, Θησέας 36.

[10] Παυσανία Λακωνικά Γ’ 34, Αχαϊκά Ζ 1, 5.

[11] Γ. Μέγα, Ελληνικαί Εορταί, 1963, σελ. 24.

[12] Γ. Μέγα, Ελληνικές Γιορτές και έθιμα της Λαϊκής λατρείας (εκδ. Εστία) σελ. 35 υποσημείωση.

[13] Cyrill Mango Βυζάντιο, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τραπέζης, Αθήνα 1988 σελ. 111.

[14] Βλ. Α. Κοραή Επιστολή τριών επισκόπων.

[15] Πρβλ. σχόλια Ιωήλ Γιαννακόπουλου στην Π.Δ., τομ. 11, σελ. 95.

[16] Βλ. Σωκράτους, Εκκλησιαστική ιστορία Α’ κεφ. δ’ P.G. 67, 112 εξ. Γράφει επί λέξει: «Η βασιλέως μήτηρ Ελένη εις τα Ιεροσόλυμα παραγενομένη του Σταυρού του Χριστού εύρε». Βλ. και Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία 4, Β’ κεφ. α P.G. 67, 929.

[17] Μαρτίνου, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Βαρβάρα, σελ. 611.

[18] Βλ. Cyrill Mango, ο.π. σελ. 187 επ. Ο Mango παρατηρεί ότι οι πιο δημοφιλείς άγιοι στο Βυζάντιο ήταν σκοτεινές μορφές, για τις οποίες τίποτε το συγκεκριμένο δεν ήταν γνωστό. Αναφέρεται στις περιπτώσεις των αγίου Νικολάου των Μύρων, αγίου Δημητρίου, αγίου Γεωργίου, του Θεοδώρου, του Σπυρίδωνα κ.ά.

[19] Πρβλ. τη μελέτη του Βυζαντινολόγου Ανθούλλη Α. Δημοσθένους, Σκοτώνοντας το Δράκο – Οι διαδικασίες κατασκευής αγίων στο Βυζάντιο (εκδ. Σταμούλης 2007).

[20] Για την λαϊκή θρησκευτικότητα και τις λαϊκές προλήψεις και δεισιδαιμονίες που σχετίζονται με θεραπείες, πρβλ. και Παρασκευή Καιριζίδου, Το αίτημα της ίασης στη λαϊκή θρησκευτικότητα (Θεσσαλονίκη 2017).

[21] Σύμφωνα με δημοσιεύματα, την Αγία Βαρβάρα μέσα σε 15 μέρες προσκύνησαν 600.000 πιστοί, που άφησαν στο παγκάρι περίπου 400.000 €, με μέσο ημερήσιο όρο τα 18.000 € τα οποία διατέθηκαν κατά τους ιερείς σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. Εφ. Συν. 12/5/2017.

[22] Σήμερα 1 στους 6 παγκοσμίως, δεν πιστεύουν σε Θεό ή στο Θεό κάποιας θρησκείας, εφ. «Τα Νέα» 23/12/2012.

[23] Πρβλ. και Π. Μπουκάλα, «Η ιερά οδός και το ‘Άξιον εστί», Καθημερινή 21/10/2012, του ιδίου, «Από τον Ήλιο – Απόλλωνα στον Χριστό», Καθημερινή 21/05/2017.

[24] Βλ. Καθημερινή άρθρο Τιμές «αρχηγού Κράτους» από το ’64 μέχρι σήμερα, Κυριακή 28/5/2017, σελ. 13.