Ο Τελευταίος Πειρασμός του Νίκου Καζαντζάκη: Μια αιρετική ματιά σ’ ένα «αιρετικό» κείμενο

Ίσως, κανένα έργο του Νίκου Καζαντζάκη δεν έγινε αντικείμενο τόσης μελέτης, προσοχής, κρίσης και επίκρισης, όσο το βιβλίο του «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε αρχικά στη Γερμανία το 1953 και επέσυρε ευθύς την προσοχή του Πάπα, που φρόντισε να το εγγράψει στο περίφημο INDEX LIBRORUM PROHIBITORUM της Καθολικής Εκκλησίας δηλ., στην απαγορευμένη λίστα βιβλίων ανάγνωσης. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε αργότερα, από τις εκδόσεις Δίφρος του Γιάννη Γουδέλη, και προκάλεσε επίσης την μήνιν της Ιεράς Συνόδου. Διότι «εθεωρήθη βιβλίο σκανδαλώδες κι επικίνδυνον δια κάθε Χριστιανό, όπου υβρίζεται το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού, επιδιώκεται να καταρριφθεί η θεότης Αυτού και με μεγάλην φαντασιοκοπία και αχαλίνωτη αυθαιρεσία, παραποιείται εις αυτό η διδαχή του Ευαγγελίου, διότι είναι γραμμένο βάσει των θεωριών του Φρόυντ και του ιστορικού υλισμού». Αυτά από πλευράς Ιεράς Συνόδου, το 1954.

Το βιβλίο δίχασε όχι μόνο την κριτική, αλλά και το αναγνωστικό κοινό, ακόμη περισσότερο μάλιστα, μετά την προβολή της ομώνυμης ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε το 1988, που επέσυρε όχι ολίγα δυσμενή σχόλια, και προκάλεσε έκτροπα έξω από αίθουσες κινηματογράφων σε πολλά μέρη, ακόμη και την προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Ο χρόνος βέβαια, και η απόσταση, βοηθάνε πάντα για  μια πιο ψύχραιμη θεώρηση των πραγμάτων. Και τώρα, 60 χρόνια μετά το θάνατο του Καζαντζάκη, κι αφού υπάρχει άφθονο φως από τα αρχεία, τις επιστολές του και τις μελέτες που έχουν γραφτεί γύρω από το βιβλίο και ιδίως γύρω από την κοσμο-βιοθεωρία του[1], μπορούμε ίσως να καταλήξουμε σε πιο στέρεα συμπεράσματα για το τι επεδίωκε ο Κρητικός συγγραφέας με το βιβλίο του αυτό, το οποίο ο ίδιος θεωρούσε ως το καλύτερο από τα μυθιστορήματά του, έργο που έγραψε με φλόγα κι αγνότητα.

Ανεξάρτητα από την κρίση του ίδιου, που μπορεί να είναι τελείως προσωπική και υποκειμενική, και που όπως λένε, «ο γονιός συχνά αγαπάει το πιο αδύναμο παιδί του», γεγονός είναι ότι, τον Καζαντζάκη τον επέβαλε περισσότερο η δυσφήμιση και ο κατατρεγμός της Εκκλησίας και ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του με το βιβλίο αυτό, παρά τα προηγούμενα έργα του. Έχει και η αρνητική κριτική τα… θετικά της αποτελέσματα.

Το βιβλίο αυτό ο Καζαντζάκης το αφιέρωσε στη Μαρία Βοναπάρτη, σύζυγο του ύπατου αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα Γεώργιο, μαθήτριας του Σίγκμουντ Φρόυντ, η οποία τον υποστήριξε πολύ κατά τον διασυρμό του.

Ο Καζαντζάκης, στον πρόλογο του βιβλίου, σε συνδυασμό με τα όσα μας αποκαλύπτει και ο Π. Πρεβελάκης, μας διαφωτίζει. Ισχυρίζεται ότι επιθυμούσε να σαρκώσει και να μεταπλάσει τον «μύθο» του Ιησού για να λυτρωθεί ο ίδιος από την έμμονη ιδέα που επί χρόνια τον κατέτρεχε, την ιδέα της συμφιλίωσης Θεού κι ανθρώπου στο υψηλότερο επίπεδο…

Για τον Καζαντζάκη, όπως φαίνεται από τον πρόλογό του, όχι μόνο ο Χριστός, αλλά ο κάθε άνθρωπος είναι «θεάνθρωπος». Ο κάθε άνθρωπος μπορεί με τον αγώνα και την (Δαρβινική) ανέλιξη να φθάσει στη θέωση, νικώντας την ύλη, τη σάρκα. Τον Καζαντζάκη τον ενδιέφερε, το ανεξάντλητο μυστήριο της πάλης του ανθρώπου και του θεού, της σάρκας και του πνεύματος, του θανάτου και της αθανασίας, σαν δυαλιστής που ήταν σε ακρότατο ίσως σημείο.

Προκαταρκτικά, εδώ θα πρέπει να πούμε ότι, το θέμα «Χριστός», απασχόλησε ζωηρά τον Καζαντζάκη σ’ όλη του τη ζωή. Εκτός από τα καθαρά χριστολογικά έργα του, όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, «Οι αδελφοφάδες» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός», έγραψε και το άγνωστο σε πολλούς δράμα «Χριστός» πιθανόν το 1915, εκτός από μια ραψωδία του αφιερωμένη στο «Χριστό», στην «Οδύσσεια». Αλλά ακόμα ήταν νέος, και είχε κι άλλο υλικό φυλαγμένο μέσα στο ανήσυχο μυαλό του για να το ξαναδουλέψει και να το δημοσιεύσει σε νέα φόρμα.

Το θέμα, λοιπόν «Χριστός», επανέρχεται και τυραννάει τον Κρητικό συγγραφέα. Καταφεύγει στον «Τελευταίο Πειρασμό» για να βρει τη λύτρωση, ενώ ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν «Τ’ απομνημονεύματα του Χριστού»[2]. Η κρίση του εκδότη του Γιάννη Γουδέλη ότι, η ακτινοβολία του Χριστού προσέβαλε τον Καζαντζάκη όπως την Μαρία Κιουρί το ράδιο, που η ίδια ανακάλυψε, φαίνεται ορθή. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Καζαντζάκης χαρακτήρισε τον εαυτό του μεταξύ άλλων θρησκομανή. Τα παραπάνω, ιδίως το πρόπλασμα που υπήρχε στην τραγωδία «Χριστός», που αρχίζει μετά τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, σε συνδυασμό με τις έξωθεν του συρμού επιρροές που δεχόταν ο διανοούμενος Καζαντζάκης από Γερμανούς, Ιταλούς και Ρώσους συγγραφείς (Νίτσε, Γκαίτε, Σίλλερ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και Ρενάν) μας βοηθούν να καταλάβουμε γιατί ο Καζαντζάκης προχώρησε σ’ αυτή τη μυθιστορηματική ανάπλαση του βίου του Χριστού και τι επεδίωκε. Δεν πρέπει να ξεφεύγει στιγμή απ’ το νου μας, ότι, ο Καζαντζάκης κατά γενική αναγνώριση της κριτικής, πλάθει έναν Χριστό στα μέτρα του, έναν μετα-Χριστό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή του» και των ιδεών του, αλλά και σύμφωνα με τα τραυματικά βιώματά του, ιδίως από την πρώτη σύζυγό του Γαλάτεια[3].

Όσοι υποστηρίζουν ότι στο βιβλίο αυτό βρίσκουν ίχνη ιστορικού υλισμού, σοσιαλισμού, φροϋδισμού, δαρβινισμού, νιτσεϊσμού, βουδισμού κ.λπ., δεν έχουν άδικο. Γιατί και στο βιβλίο του αυτό, όπως και στα άλλα, ο Καζαντζάκης παρουσιάζει τον κεντρικό του ήρωα, ως φορέα όλων αυτών των αντίθετων ιδεολογιών και, κυρίως, της θεοσοφίας και των ιδεών του τεκτονισμού, όπου ήταν εντεταγμένος από το 1907, σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες[4].

Για τον θεόσοφο και τέκτονα Καζαντζάκη, τον Νιτσεϊστή, τον Μπερξονικό μυστικιστή, ο Χριστός στην κοσμοβιοθεωρία του και ιδίως στον «Τελευταίο Πειρασμό», δεν ήταν «Θεός ο οποίος σαρξ εγένετο» όπως αναγράφεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Δεν ήταν ο Θεός – Λόγος. Δεν ήταν το δεύτερο πρόσωπο της Τριαδικής θεότητας, όπως τον δέχεται ο χριστιανικός κόσμος και το Σύμβολο της Πίστης. Ήταν ένας απλός Ιουδαίος, ένας αγωνιζόμενος άνθρωπος, αμφιταλαντευόμενος, ο οποίος βλέπει μπροστά του τον ανήφορο, δηλ. τη σταύρωση, σαν το μόνο μέσο για να διαφυλαχτεί το κήρυγμά του, και ο ίδιος από τη φθορά του χρόνου. Διότι, μονάχα με τέτοιον θάνατο, η πρόσκαιρη ζωή μετατρέπεται σε αθανασία. Σε επιστολή του στο Γιάννη Χατζίνη ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας, ξεκαθαρίζει ότι αυτό είναι το κεντρικό θέμα του στον «Τελευταίο Πειρασμό» [5]. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, τα πράγματα μπορούν να θεωρηθούν απλά και ξεκάθαρα. Ωστόσο, παραμένουν επί μέρους, αρκετά σημεία αδιευκρίνιστα και αδιερεύνητα, όταν τοποθετηθούν μάλιστα υπό το κριτικό μάτι της διαλεκτικής και των πηγών του. Σε επιστολή του προς τον φίλο του Μπέργκε Κνες (Börje Knös) που έγραψε μετά την ολοκλήρωση του Τελευταίου Πειρασμού, ο Καζαντζάκης έγραψε: «Θέλησα να ανανεώσω και να συμπληρώσω τον ιερό Μύθο, όπου στηρίζεται ο μέγας χριστιανικός πολιτισμός της Δύσης. Δεν είναι απλός «Βίος του Χριστού», είναι μια επίπονη, άγια δημιουργική προσπάθεια να ξανασαρκώσω την ουσία του Χριστού, αναμερίζοντας τις σκουριές, τις ψευτιές και τις μικρότητες, που του φόρτωσαν και τον παραμόρφωσαν όλες οι εκκλησίες και όλοι οι ρασοφόροι της χριστιανοσύνης[6].

Ο Καζαντζάκης, δεχόμενος τον Ιησού ως έναν υπέροχο αγωνιζόμενο άνθρωπο, έχει υπ’ όψη του ως βασική του πηγή, τον «Βίο του Χριστού» του Ερνέστου Ρενάν, όπου ο Χριστός παρουσιάζεται ως ένας ηθικοδιδάσκαλος απογυμνωμένος από τη δύναμη των θαυμάτων. Εν μέρει έχει προ οφθαλμών και τον Βάρναλη με το ποίημά του «Η μάνα του Χριστού», κατά τον Γιάννη Γουδέλη. Στον Καζαντζάκη παρουσιάζεται ο Χριστός, ως άνθρωπος μόνο, αλλά και ως δειλός, αναποφάσιστος, ψεύτης, ταλανιζόμενος ως προς την αποστολή του και την μεσσιανική του ιδιότητα, ώσπου να καταλήξει να την αποδεχτεί, τελικά, εμφορούμενος από σοσιαλιστικο-επαναστατικές ιδέες.

Ο Χριστός του Καζαντζάκη στον «Τελευταίο Πειρασμό», είναι ένας ουτοπιστής, ο οποίος «κατ’ όναρ» δέχεται τον «Τελευταίο Πειρασμό από τον διάβολο πάνω στο σταυρό», λιπόθυμος, σε αντιδιαστολή με τους τρεις πρώτους πειρασμούς που δέχτηκε στην έρημο προτού αρχίσει την διακονία του. Είναι ένας αμαρτωλός,  που εφοίτησε κάποιο διάστημα στο μοναστήρι σχολή των εσωτεριστών Εσσαίων που κατοικούσαν στην έρημο της Ιουδαίας, και που υποτιμά τον εαυτό του, διότι έχει επίγνωση των αμαρτιών και των αδυναμιών του… Βλέπει στο όραμα πάνω στο σταυρό ότι παντρεύεται μια πρώην πόρνη, την ερωτευμένη μαζί του Μαρία Μαγδαληνή, που εξαιτίας του έγινε πόρνη, αφού απέκρουσε τον έρωτά της, και μετά τον άγριο λιθοβολισμό της μέχρι θανάτου, από τον Σαύλο (Παύλο) και την παρέα του, παντρεύεται τη Μάρθα και τη Μαρία, τις αδελφές του Λαζάρου…

Ο Χριστός αυτός, συγκρούεται με τον μαθητή του και μετέπειτα Ευαγγελιστή Ματθαίο, ο οποίος τολμάει και γράφει (εν ζωή του ίδιου του Χριστού), ψέματα γι’ αυτόν, ότι κάνει θαύματα τάχα, και κατσαδιάζει τον απ. Παύλο και τον αποκαλεί κατ’ επανάληψη ψεύτη, γιατί τον αποκαλεί ‘Υιό Θεού’, ενώ ο τελευταίος τού απαντά ότι, θα φτιάξει και θα κηρύξει τη ζωή του (Ιησού) όπως αυτός τη θέλει… «Θα γίνω απόστολός σου θες δε θες» του λέει. Εγώ σε γέννησα ο Παύλος, ο γραφιάς από την Ταρσό της Κιλικίας!

Ακόμα πιο προκλητική είναι η θέση του συγγραφέα για τον Ιούδα, που, από  μία άποψη κατέχει δεσπόζουσα θέση στο μυθιστόρημά του, αφού τον παρουσιάζει από μικρή ηλικία να γνωρίζει τον Ιησού και να του επιβάλλεται, αλλά, μετά την απογοήτευσή του, που προήλθε από την άρνηση του Ναζωραίου να κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στη Ρώμη, συλλαμβάνει την ιδέα να προδώσει τον Ιησού κατά προτροπήν όμως του ίδιου του Ιησού, που του λέει: «Εγώ κι εσύ θα σώσουμε τον κόσμο· εγώ θα σταυρωθώ κι εσύ θα με προδώσεις»· είναι, δηλαδή, θέλημα Θεού… Τα ίδια λέει ο Ιούδας και περισσότερα, στην τραγωδία του Καζαντζάκη «Χριστός», όπου ο Χριστός ζητάει από τον Ιούδα να τον συγχωρήσει «γιατί απίθωσα στον ώμο σου τον πιο βαρύ σταυρό, που μήτε εγώ, αδελφέ μου, δε θα ήθελα, δε θα μπορούσα να σηκώσω!»[7].

Ο κορυφαίος  μελετητής του έργου του Καζαντζάκη Πήτερ Μπιν[8], κάνει μια άλλη παρατήρηση που διαφεύγει από το μάτι, του μη έμπειρου αναγνώστη: Ο Καζαντζάκης παρουσιάζει τον Ιησού ως τον «άγιο Βλασφημίων», διότι η φωνή του Ιούδα βγαίνει από τα σπλάχνα του Ιησού, καθόσον για τον Καζαντζάκη καλό κα κακό ταυτίζονται[9]. Τα παραπάνω, αν συνδυαστούν με τα άφθονα όνειρα (Φροϋδικού τύπου) που υπάρχουν μέσα στο μυθιστόρημα, καθώς και σκηνές από πραγματικές εμπειρίες του Καζαντζάκη, όπως π.χ. αυτής της τουρκοπούλας Εμινέ με τις ενωμένες της πατούσες με τον ίδιο τον Καζαντζάκη στην παιδική του ηλικία, που παρουσιάζει και στον Χριστό με την Μαγδαληνή, ή, λόγια που άκουγε από τη Γαλάτεια, και τα αποδίδει κατά κάποιο τρόπο να τα λέει η Μαγδαληνή στον Χριστό[10], δείχνουν καθαρά ότι, ο Καζαντζάκης προχωράει σ’ ένα μυθοπλαστικό έργο, με γνωστά βιβλικά ιστορικά πρόσωπα, γεμάτα, όμως, από ιδέες και εμπειρίες καθαράς Καζαντζακικής προέλευσης, οι οποίες, κατά ένα μεγάλο μέρος, εκτός των άλλων επιρροών, έχουν γνωστικιστικό υπόβαθρο, όπως κατέδειξα στο πρόσφατο βιβλίο μου (2017), The Spiritual Fathers of Nikos Kazantzakis. Εξηγούμαι:

Ο Καζαντζάκης φαίνεται να είναι επηρεασμένος κυρίως από τον αρχαίο γνωστικισμό, μια συγκρητιστική φιλοσοφία, Ιουδαίο – Εθνικής προέλευσης, που εξαπλώθηκε στη λεκάνη της Μεσογείου από τον 2ο μ.χ. αιώνα κυρίως, και επέζησε, μέσω της θεοσοφίας της Έλενας Πέτροβα Μπλαβάτσκυ, της ανθρωποσοφίας του Ρούντολφ Στάινερ και του Ελευθεροτεκτονισμού. Κοινή τους διακήρυξη είναι: ‘Ουδεμία θρησκεία υπεράνω της αλήθειας’. Όλοι οι ιδρυτές θρησκειών είναι ισότιμοι. Ο Ιησούς, ήταν ένας «αβατάρ», ένας μύστης του θείου, που ήθελε να γίνει Θεός. Αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία για να καταλάβουμε, γιατί ο συγγραφέας μας, βάζει στη ζωή και στο στόμα του ιστορικού Ιησού, λόγια που δεν υπάρχουν στα γνήσια Ευαγγέλια και, μάλιστα, έρχονται πολλές φορές σ’ αντίθεση με αυτά, αλλά υπάρχουν σε Απόκρυφα Ευαγγέλια και έργα, ή σε άλλες παραδόσεις.

Κατά την Μπλαβάτσκυ και την διάδοχό της Άννι Μπένσαν και τον Ρούντολφ Στάινερ, τα Ευαγγέλια, είναι παραποιημένα – πλαστογραφημένα. Δεν λένε την αλήθεια… Έτσι πίστευε και ο Καζαντζάκης. Και βέβαια, ο πατρώνας του, ο Νίτσε, που τον ακολουθεί μερικές φορές δουλικά κατά πόδας. Οι μοναχοί και ο κλήρος απέκρυψαν την αλήθεια για τον Χριστό. Την πλαστογράφησαν και έβαλαν στο στόμα του λόγια που δεν είπε και δεν ταίριαζαν στην προσωπικότητά του. Όπως, το «ουαί εις εσέ Χοραζίν και Βηθσαϊδά», όπως την απειλή της κόλασης, την θεία τιμωρία, το «δεν ήλθα να φέρω ειρήνη αλλά μάχαιρα» κ.λπ. Τέτοια λόγια δεν μπορούσε να πει ένας κήρυκας της αγάπης, όπως ο Χριστός, κατά τον Καζαντζάκη.

Αυτή την αλήθεια ήθελε ο Καζαντζάκης, να παρουσιάσει ως «Απομνημονεύματα Χριστού», με τον δικό του τρόπο, με τα δικά του βιώματα, ακολουθώντας σ’ αυτό τη μέθοδο του πάτρωνά του, του Νίτσε, ο οποίος ουσιαστικά αυτοβιογραφείται στον «Ζαρατούστρα», και προβάλλει ό,τι ήθελε να είναι, αλλά δεν μπορούσε, λόγω σωματικών περιορισμών.

Έτσι και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οιονεί αυτοβιογραφείται. Ο Χριστός του είναι Καζαντζακικών προδιαγραφών. Ο Καζαντζάκης, εμποτισμένος από τον γνωστικισμό, τη θεοσοφία και τις τεκτονικές ιδέες, οι οποίες βρίσκονται αείποτε σε διαμάχη με την εκκλησία, θέλησε να παρουσιάσει έναν δικό του Χριστό, μαχητή, επαναστάτη, ολίγο σοσιαλιστή, ολίγο ουτοπιστή. Έναν άνθρωπο αγωνιζόμενο, που συντρίβεται στο σταυρό, για ν’ αναστηθεί στις καρδιές της Μαγδαληνής και των μαθητών του... Ήθελε κατά κάποιον τρόπο με το έργο του αυτό, να πλήξει τον κληρικαλισμό και την πατροπαράδοτη θέση της εκκλησίας για τον Ιησού, μέσω της ανερχόμενης επιστήμης και του Δαρβινισμού που ο ίδιος εγκολπώθηκε. Αυτή είναι η γνώμη που σχημάτισα μελετώντας όχι μόνο το έργο του, αλλά και την κριτική γύρω από το έργο του αυτό. Ο W. Barnes Tatum και ο Πήτερ Μπιν, έχουν την αυτή άποψη[11]. Δε συμφωνώ όμως με τον Tatum απόλυτα, ότι, ο Καζαντζάκης ήθελε να κάνει διάκριση μεταξύ του ιστορικού Ιησού και του Χριστού της πίστης, γιατί μάλλον δεν τον απασχόλησε αυτό το ερώτημα με τον επιστημονικό τρόπο που τέθηκε αργότερα από τον περίφημο Γερμανό θεολόγο Ρούντολφ Μπούλτμαν (1884-1976).

Το ερώτημα είναι: Πέτυχε με το έργο του αυτό ο Καζαντζάκης το ποθούμενο γι’ αυτόν; Κατά την άποψή του, ίσως ναι. Κατά την άποψη όμως, κριτικών, όπως του Απ. Σαχίνη, Π. Σπανδωνίδη, Χρηστού Μαλεβίτση και άλλων, όχι. Γιατί έτσι «μίκραινε τα μεγάλα»[12] και παραπλανά τους αναγνώστες του με το όλο του εγχείρημα. Σε τελευταία ανάλυση, παρουσιάζει τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τον Ιούδα, να «σώζουν» τον Χριστό και όχι ο Χριστός να τους σώζει. Μια άποψη που αντικαθρεφτίζεται και στην «Ασκητική» του, με τον υπότιτλο “Salvatores Dei” ‘Σωτήρες του Θεού’. Οι άνθρωποι, εμείς, καλούμαστε να σώσουμε το Θεό, τη ζωή δηλαδή, και όχι ο Θεός εμάς. Όπως το λέει καθαρά στην Ασκητική του: «Όχι ο Θεός θα μας σώσει, εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα».

Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την τέχνη, τη μυθοπλασία, σ’ ένα πρόσωπο μεγάλο, τον Χριστό, για να βρει διέξοδο στα δικά του προβλήματα «βιάζοντας λίγο την παράδοση τη γριά αυτή μέγαιρα» όπως την αποκαλεί σε επιστολή του[13], ανακατεύοντας κατά την προσφιλή του μέθοδο «ψέματα και αλήθειες», γιατί ο ίδιος έτσι ένιωθε παντοδύναμος με τη γραφίδα του (τέχνη), μια και δε μπορούσε να γίνει ο ίδιος ούτε Χριστός που ήθελε αυτοθυσιαστικό θάνατο, ούτε απ. Παύλος (συνδυασμός τέχνης και δράσης).

Να, γιατί ο «Τελευταίος Πειρασμός», μαζί με τους «Αδελφοφάδες» και το «Φτωχούλη του Θεού», δεν θεωρούνται από τα πιο επιτυχή έργα του Καζαντζάκη[14], και υπολείπονται από τον Ζορμπά, τον Καπετάν Μιχάλη, και τα άλλα ρεαλιστικά του μυθιστορήματα, που πατούν σε στέρεο έδαφος.

Πάντως, ο Καζαντζάκης, με την Μαρία Μαγδαληνή, και τον Ιούδα σε σπονδυλωτούς ρόλους, έδωσε λάκτισμα, ιδέες, και τροφή, ώστε να τον μιμηθούν και να τον ακολουθήσουν με τον τρόπο τους, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (Ο Βασιλιάς Ιησούς), ο Νόρμαν Μέιλερ (Το κατά Υιόν Ευαγγέλιο) και ο Ζοζέ Σαραμάγκου (Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο) που γράψαν, κι αυτοί ιστορικές μυθοπλασίες για τον Ιησού της Ναζαρέτ, στα δικά τους μέτρα, με τις δικές τους ιδέες, και με άφθονες βιβλικές αυθαιρεσίες. Όσο για τον Ιούδα, να σημειώσουμε ότι πήρε στη  μυθοπλασία κι άλλες μορφές, από τον δικό μας Σπύρο Μελά (Ιούδας, 1934), τον Μπόρχες και πολλούς άλλους. Για την ιστορία του θέματος κλείνω με τα εξής: Ο Καζαντζάκης παρά τις προκλητικές αντι-εκκλησιαστικές του θέσεις στα βιβλία του, και ιδίως στον «Τελευταίο Πειρασμό», γεγονότα που προκαλούν την απορία του Πήτερ Μπιν, πώς γλύτωσε τον αφορισμό[15], λόγω της γνωριμίας του με τη Μαρία Βοναπάρτη, και τον βασιλιά Παύλο και τη Φρειδερίκη, ουδέποτε αφορίστηκε! Ο θόρυβος γύρω από το όνομά του με τα εικονοκλαστικά έργα του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός», αύξησαν τη φήμη του κατακόρυφα καθώς και τις πωλήσεις των βιβλίων του παγκοσμίως. Γιατί, όπως είναι γνωστό η αρνητική κριτική, έχει πολλές φορές … θετικά αποτελέσματα.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[] Πρβλ. τον ογκώδη τόμο του Roderick Beaton, με τίτλο «Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη», συλλογική εργασία από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2011.

[2] Βλ. Ν. Καζαντζάκη, 400 γράμματα στον Π. Πρεβελάκη, Νο 286 σελ. 507.

[3] Γιάννης Γουδέλης, Ο Καζαντζάκης ξανασταυρώνεται, σελ. 369.

[4] Βλ. Έλλη Αλεξίου, Για να γίνει μεγάλος, με φωτογραφία και ‘μασωνική υπογραφή’ του Ν. Καζαντζάκη και Κυριάκο Μητσοτάκη, Ο  Καζαντζάκης μιλάει για το Θεό σελ. 53.

[5] Βλ. επιστολή του Καζαντζάκη, στο Γιάννη Χατζίνη, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 662 της 1/2/55.

[6] Βλ. Ελ. Καζαντζάκη, Νίκος Καζαντζάκης, Ο ασυμβίβαστος, 1977, σ. 591.

[7] Νίκος Καζαντζάκης, Θέατρο, Β’ Τραγωδίες. Πρβλ. και Ελένη Καζαντζάκη, Νίκος Καζαντζάκης, Ο ασυμβίβαστος, σελ. 555 όπου σε επιστολή του αναγνωρίζει ότι καθαγιάζει τον Ιούδα, σελ. 107.

[8] Η φιλοσοφική βάση των κειμένων του Ν. Καζαντζάκη (περιοδ. Φιλόλογος τ. 136 σελ. 885).

[9] Βλ. Αναφορά στο Γκρέκο, (εκδ. Ε. Καζαντζάκη) σελ. 315.

[0] Βλ. Αναφορά στο Γκρέκο, σελ. 47, 48 και πρβλ. Στάθη Μάρα, Νίκος Καζαντζάκης, Τέχνη και Μεταφυσική 1983, σελ. 134.

[11] βλ. W. Barnes Tatum, το μυθιστόρημα, Τα τέσσερα Ευαγγέλια και η συνεχιζόμενη ιστορική έρευνα, στο συλλογικό του R. Beaton, Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη σελ. 455 επ.

[2] Βλ. Πέτρος Σπανδωνίδης, Νίκος Καζαντζάκης ο γιος της ανησυχίας,, Νέα εποχή 1960 σελ. 37. Χρήστος Μαλεβίτσης, Δοκίμια ιδεών, σελ. 169-170.

[3] Βλ. Ελένη Καζαντζάκη, Νίκος Καζαντζάκης Ο ασυμβίβαστος σελ. 555.

[4]  βλ. Απ. Σαχίνη, Πεζογράφοι του καιρού μας (1967) σελ. 36.

[5] Πήτερ Μπιν, οπ. παρ. σελ. 880.