Ο μυστικισμός και η μεταφυσική διάσταση στο έργο του Δημήτρη Τσινικόπουλου (περ. «Πνευματική Ζωή»)

Ποιητής, δοκιμιογράφος, ερευνητής και μελετητής ιστορικο-θεολογικών θεμάτων σε επίπεδο ακαδημαϊκής αρτιότητας ο Δημήτρης Τσινικόπουλος. Βιογράφος  αναλυτής λογοτεχνών από την διεθνή φιλολογία με ιδιαίτερη κλίση προς το δίκαιο και τη φιλολογία της αρχαίας εγγύς Ανατολής. Με επιστημονική κατάρτιση και σπουδές στο Α.Π.Θ. Νομικής και μεταπτυχιακό στο ίδιο πανεπιστήμιο και Tübingen της Δ. Γερμανίας, δικηγορεί από το 1977. Μελέτησε κοινωνιολογία και φιλοσοφία. Ιδιαίτερα επιδόθηκε στην θεματική της Βιβλικής φιλολογίας. Από μικρός ζωγραφίζει, και το alter ego του Δ. Τσινικόπουλου είναι ένας αρτίστας φωτογράφος.

Ωστόσο, διακρίνει κανείς καθαρά, πως σ’ ολόκληρο το έργο του, ποίηση και πεζό, το στίγμα είναι ο μυστικισμός και η μεταφυσική διάσταση με κυρία πηγή το βιβλίο των βιβλίων.

Την εξήγηση αυτής της εναγώνιας αναζήτησης που εκφράζει με τόσους διαφορετικούς τρόπους, μας την δίνει ο ίδιος μέσα από τις ποιητικές του συλλογές.

«Ανέβαινα λαχανιασμένος γονατιστός

απ’ τα βάθη ενός σπηλαίου

ψηλά, προς το φως. Το φως που τόσο μούχε λείψει

να βρω τις ηλιαχτίδες

να μου μουσκέψουν τη σάρκα μου, το είναι μου».

Ακόμα και στις τέλειες φωτογραφίες του απλώνεται μια ατμόσφαιρα γαλήνια και μυστηριακή. Η οπτική του συνδέεται άμεσα με τις εικόνες της γραφής.

Απ’ τα καθάρια νερά της Βίβλου σκύβει κάθε τόσο να ξεδιψάσει ο κατάκοπος οδοιπόρος μας, στην αναζήτηση των αιώνιων αξιών. Κι αυτό γίνεται στήριγμα και οδηγός του.

Τον έχει μαγέψει το πνεύμα της γραφής το ειρηνοποιό. «Το ολόγιομο πιθάρι των γνώσεων» που μέσα από τις σελίδες του έχουν όλα λεχθεί, όλα ειπωθεί με ουράνια σοφία. Σ’ αυτό έχει στραμμένο μόνιμα το βλέμμα. Απ’ αυτό γίνεται η επιλογή κατά κανόνα των προσωπικοτήτων που ανασταίνει με την πένα του. Κλασσικό παράδειγμα το έξοχο δοκίμιό του «Η θρησκευτικότητα του Sir Isaac Newton» (1990) όπου κάπου σημειώνει τα λόγια του μεγάλου σοφού:

Όλες οι αρχαίες αιρέσεις βρίσκονται σε συμπεράσματα, η αληθινή πίστη ήταν στο (βιβλικό) κείμενο»,  και «όλοι (οι προφήτες) γράψανε σε μια και μόνο μυστική γλώσσα».

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος στέκεται με ιδιαίτερη έμφαση στην θεολογική ιδιότητα του μεγαλοφυή επιστήμονα που με γυμνή ψυχή μελετά το ιερό βιβλίο και από το ογκωδέστατο θεολογικό έργο του, διακρίνει ότι «ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος της επιστήμης ούτως, ως ούτος ο άνθρωπος». Για το δοκίμιο–μελέτημα αυτό ο Μιχάλης Σταφυλάς παρατηρεί στη «Διαρκή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», (τομ. 8ος σελ. 20): «Ο Δ. Τ. γράφει πάντα γλαφυρά επικαλούμενος και μαρτυρίες άλλων σημαντικών μελετητών, έτσι που ο αναγνώστης μαθαίνει πολλά και χρήσιμα. Το δοκίμιο (περιέχει) πολλά υπεύθυνα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις απόψεις του».

Άλλες σχετικές δημοσιεύσεις του με θεματική την αρχαία Βιβλική φιλολογία είναι και το «Άσμα Ασμάτων», «Το άσμα του τόξου»—το ωραιότερο δείγμα ελεγειακής ποίησης στον αρχαίο Ισραήλ—, «Η διαφορετική γοητεία που ασκεί η Αποκάλυψη του Ιωάννη», «Ο Εκκλησιαστής» και άλλα.

Ακόμη και η επιλογή των λογοτεχνών που παρουσιάζει, έχουν άμεση σχέση με την μεταφυσική και μυστηριακή ποιότητα των κειμένων τους όπως η Νομπελίστα Γκαμπριέλα Μιστράλ (Βραβείο Νόμπελ 1945).

«Η ποίηση της Μιστράλ είναι κατά βάση βιβλιοχριστιανική και διαχέει στους στίχους της αρκετές φορές έναν μυστικισμό, έναν μυστικισμό, όμως, που δεν απομακρύνεται στιγμή από το χώμα, τους ανθρώπους και τον πόνο τους. Τα πόδια της ποιήτριας βρίσκονται στη γη ριζωμένα όσο η κεφαλή της αγγίζει τον ουρανό», γράφει ο Δημήτρης Τσινικόπουλος.

Όπως και ο Ρωσοεβραίος Νομπελίστας Ιωσήφ Μπρόντσκι (βραβείο Νόμπελ 1988) που πιστεύει πως «η ποίηση είναι δώρο του Θεού.  Το θείο βρίσκεται πολλές φορές στο επίκεντρο της ποίησης. Ο Σταυρός είναι η αιωνιότητα των Θεών», και ο υπ’ όψει συγγραφέας στις κρίσεις του για το ποιητικό έργο του Μπρόντσκι καταλήγει: «Το έργο του είναι διαποτισμένο με θρησκευτικό μυστικισμό που είναι μπολιασμένος από νεοπλατωνικούς στοχασμούς… Γράφει στίχους για συναισθήματα και σκέψεις βαριές σαν αλυσίδες».

«Και σε τούτο τον κόσμο τον υλιστικό

που μοιάζει δρόμο αδιέξοδο…»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δοκίμιά του για τον ιδρυτή της Αγγλικής ποιητικής μεταφυσικής σχολής Τζων Ντον (15731631), για τον Ιρλανδό ποιητή και φιλόσοφο Claves S. Lewis (18981963), για τον επιφανή ιστορικό Arnold Toynbee (18891975), για τον Π. Κανελλόπουλο, τον Α. Αϊνστάιν, και άλλους επιφανείς συγγραφείς. Είναι δοκίμια που περισσότερο σαν μελετήματα μπορούν να χαρακτηρισθούν γιατί ο συγγραφέας μέσα σε λίγες σελίδες παρουσιάζει το έργο τους και το στίγμα που χαρακτηρίζει το έργο τους, μ’ ένα δικό του προσωπικό ύφος και τρόπο γραφής.

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος εξέδωσε μια σειρά από ποιητικές συλλογές, με τίτλους «Φωτοτροπισμός» (1985), «Σπαράγματα» (1987) και «Σύφλογο» (1988). Το τελευταίο με το ψευδώνυμο Άγγελος Δημητρίου, μια και πολλά απ’ αυτά τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά με αυτό το ψευδώνυμο.

Η μεταφυσική του σκέψη και η υπαρξιακή αγωνία αντικαθρεφτίζεται σε πολλά ποιήματά του όπως σ’ αυτά που φέρουν τον τίτλο «Προσευχή», «Ακόμα λίγο Κύριε», «Ικετήριο δάκρυ», «Τι κι αν δεν μπορούμε» κ.ά.

Ωστόσο δεν λείπουν και ποιήματα που εκφράζουν ρεαλισμό, και η θεματική τους γήινα, χοϊκά προβλήματα. Ενδεικτικό ποίημα είναι το ποίημα που ακολουθεί:

«Ήτανε ωραίο

Τόσο ωραίο, τόσο λαμπερό

Το όνειρο που ζούσαμε

Για νάτανε αληθινό…

Βυθισμένοι σ’ άλλους κόσμους

απόκοσμους

Δε μας έκαμε καρδιά για να ξυπνήσουμε

–Γιατί να ξυπνήσουμε άλλωστε;

Η ζωή δεν είναι όνειρο

δε συγκινείται

Τα σπλάχνα της δεν πάλλουν σαν τα σπλάχνα μας

Δε μας κοιτάζει

Κι αν κάποια στιγμή μας ιδεί

Μας κοιτάζει κατάματα

Με γυάλινα πετρωμένα Μάτια

Ανέκφραστη

Βουβή

Όπως τ’ ακίνητα, ψυχρά αγάλματα»

Υπάρχουν επίσης και μερικά όμορφα ποιήματα που εκδηλώνουν αγάπη για τη φύση και μάλιστα αγάπη στο υδάτινο στοιχείο, απ’ το οποίο φαίνεται ότι είναι εμπνευσμένα αρκετά ποιήματα του ποιητή:

«Αγαπώ τα λαμπυρίζοντα νερά της θάλασσας

που με θωρουν παράξενα

σαν τα κοιτάζω.

Φιλώ την άπλα της θάλασσας. Λαχταρώ

τα λαμπερά χέρια που

με τυλίγουν βαυκαλιστικά

σαν βυθίζομαι στο καταγάλανο κορμί της.

Μεθώ από την ώση των παφλαζόντων κυμάτων

που σφυροκοπούν

προπετώ

τα πυργωμένα βράχια των ακτών.

Τις αλίχτυπες όχθες αναζητώ.

Μειδιώ με το παιχνίδισμα των γλάρων

που γυροπετούν

σκορπώντας

πεταχτά φιλιά

στον αφρισμένο χιτώνα της.

Ριγώ στο δροσερό χάδι του ζέφυρου

που απαλά μου θωπεύει το στέρνο

όταν ταξιδεύω μυστικά

στις συνηχήσεις του καταπέλαγου

Αγαπώ τα ασημίζοντα νερά της θάλασσας

που με κοιτάζουν

παράξενα σαν τα θωρώ.

Στο ηλιόφως ή

Στο νύχτιο σκοτάδι»

Σίγουρα όμως ο Δημήτρης Τσινικόπουλος είναι και ένας ερωτικός ποιητής και το «Σύφλογο» η καλύτερη στιγμή της ποίησής του. Άλλωστε αγάπη προς το Θεό, προς τον άνθρωπο ή προς την αγαπημένη έχουν τις αυτές αφετηριακές πηγές.

Ο ποιητής με τους στίχους του έχει τυλίξει με αραχνοΰφαντα πέπλα την αγαπημένη κι έχει βάλει για στεφάνι στα μυρωμένα της μαλλιά το λιόφωτο.

«Όταν μ’ αγγίζεις

το ποτάμι της ζωής

μέσα μου

γίνεται χείμαρρος ορμητικός

θυμάρι μοσχοβολάνε

οι πλαγιές των λόφων

Μύριες παπαρούνες ανάβουν τα κόκκινα

φανάρια τους

Δέντρα φορτωμένα μ’ Άνοιξη ανθίζουν

στα μάτια μου…»

Κι όλα στα μάτια του ποιητή έχουν τη γεύση από την πνοή της αγαπημένης:

«Ο αγέρας, ο ήλιος και η θάλασσα

θαρρείς πως έχουν κάτι από τα μάτια σου

κάτι από τη φλόγα σου

κάτι από το κορμί σου»

Ακόμα κι όταν θυμάται κάποιες όμορφες στιγμές με το ερώμενο πρόσωπο, ο στίχος του περικλείει τρυφερότητα και αβρότητα που συγκινεί.

«Και τι δε θάδινα

να ξαναζούσα τη στιγμή

που εσύ βουβή

Με ανέκφραστα μάτια

με βλέμμα ανέπαφο

Με τη θλίψη ζωγραφισμένη

στο ωραίο σου πρόσωπο

Χαμηλοκοιτούσες

Κι εγώ

καθισμένος δίπλα σου

ατενίζοντας τον ορίζοντα του μετώπου σου,

σου κρατούσα τα χέρια και απαλοέσβηνα

τους κρυστάλλινους θρόμβους των ματιών σου

με τα χείλη μου.

Για τον ποιητή μας ο έρωτας είναι όπως λέει σ’ ένα ποίημα «μέθεξη κορμιών, σύζευξη ψυχών».

Η αγάπη του ποιητή–συγγραφέα για θέματα της αρχαίας εγγύς Ανατολής, προέρχεται ασφαλώς από δύο βασικά στοιχεία: Το μυστικισμό και την μεταφυσική, αφού το σύστημα διοίκησης της αρχαίας ανατολής ήταν καθαρά θεοκρατικό  μαγικό και η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία εκεί εσώστρεφη και φιλόσοφη.

Πάντα όμως με θέμα την λογοτεχνία ψάχνει τις ρίζες της και σαν τέτοιες μας παρουσιάζει την Ενχεντουάννα που έζησε το 2.300 π.X. κι υπήρξε από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές ποιήτριες και θεωρείται η πρώτη (γνωστή) ποιήτρια του κόσμου.

Το δοκίμιό του για την «ερωτική ποίηση των αρχαίων Αιγυπτίων» είναι μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη εργασία που φέρνει στο φως τον ερωτικό τρόπο του εκφράζεσθαι ενός αρχαιότατου λαού, του λαού του Νείλου.

Έγραψε ακόμα για τον Αιγύπτιο Σινούχε που έζησε κι έγραψε την πρώτη αυτοβιογραφία τον 20ό αι. π.X., ένα κείμενο πλημμυρισμένο από γοητεία και χάρη.

Με τις τεκμηριωμένες εργασίες του μας πληροφορεί επίσης για το φιλοσοφικό έργο των γνωμολογικών συλλόγων της Αιγύπτου, ιδιαίτερα του Πτα-χο-τεπ και άλλων, για το Βιβλίο των ύμνων που προέρχονται από τους περίφημους κατοίκους του Κουμράν-Εσσαίους και άλλα, πάντα με το βάρος της επιστημονικής-λογοτεχνικής έρευνας και την πληθώρα των πηγών που παραθέτει. Με την σφραγίδα της έμπνευσης και της προσωπικής του δημιουργίας. Για να γίνουν προσιτά στον ίδιο και στο αναγνωστικό κοινό τα θέματα αυτά, υποχρεώθηκε να μεταφράσει από την Αγγλική ή Γερμανική γλώσσα τα σχετικά λογοτεχνικά κείμενα της αρχαίας εγγύς Ανατολής και να τα αποδώσει–μεταπλάσει ποιητικά.

Κριτικά Σημειώματα

Περιοδικό «Πνευματική Ζωή»

Σεπτέμβρης  Οκτώβρης 1992, τευχ. 55-56, Αθήνα