Ο Κέλσος και ο (αν)αληθής του λόγος

Ο Κέλσος, νεοπλατωνικός και επικούρειος φιλόσοφος, έζησε το 2ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή που η σύγκρουση μεταξύ Χριστιανών και εθνικής θρησκείας, ήταν ήδη σε έξαρση. Οι διωγμοί κατά των Χριστιανών από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες ήταν στο προσκήνιο.

Συγκεντρώνοντας την καλύτερη επιχειρηματολογία από τον πλουραλισμό της αρχαιοελληνικής διανόησης, ο Κέλσος, κατασκεύασε μια φαρέτρα και έστρεψε τα βέλη της εναντίον του Χριστιανισμού: κατέγραψε τον «Αληθή λόγο», έργο, που έγραψε γύρω στο 177 μ.Χ., απαντώντας έτσι στην χριστιανική ιδεολογία που απειλούσε κατά την άποψή του τα θεμέλια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι είδε το πράγμα ως και ο νηφάλιος Στωικός φιλόσοφος Αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος, και εξαπέλυσε ενάντια στους Χριστιανούς το διωγμό του, που κράτησε μέχρι το 180 μ.Χ. – μας πληροφορεί στον πρόλογο της έκδοσης του έργου στη νεοελληνική, ο Γιάννης Αβραμίδης (εκδ. Θύραθεν, Θεσ/νίκη, 1997).

Ολόκληρο το έργο Αληθής λόγος (τίτλος που όπως φαίνεται προήλθε από έκφρασή του στο Στ κεφάλαιο «έστι γαρ τις λόγος αληθής…»), προφανώς, δεν θα σωζόταν από το φανατισμό των Χριστιανών και των Αυτοκρατόρων των επόμενων αιώνων (όπως έγινε και με τα έργα και των άλλων χριστιανομάχων, Πορφύριου, κλπ., που καταδικάστηκαν από τον Θεοδόσιο τον Β΄) αλλά και με άλλα έργα του Κέλσου που δεν σώζονται ούτε οι τίτλοι τους (Ωριγένης κατά Κέλσου, 4, 36), αν δεν έμπαινε στον κόπο ο χαλκέντερος Ωριγένης το 248 μ.Χ., λεπτομερώς να τον ανασκευάσει. Και αναιρώντας τον, να τον παραθέτει, και να τον αντικρούει, παράγραφο προς παράγραφο, φράση προς φράση. Έτσι διασώθηκε το 80% του αρχικού κειμένου που έγραψε ο Κέλσος σε 8 βιβλία (πρβλ. και Ευσεβίου Εκκλ. Ιστορία 6, 36, 2). Η σύγχρονη μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα (απόδοση την ονομάζουν οι Π. Οικονόμου – Γ. Χριστοδούλου) είναι ικανοποιητική, αφού άλλωστε ορθώς παρατίθεται και το πρωτότυπο κείμενο προς σύγκριση με λίγες σημειώσεις στο τέλος.

Στο έργο του αυτό ο Κέλσος, που υπήρξε και φίλος του Λουκιανού του Σαμοσατέως, του σοφιστή και ρήτορα, το απηύθυνε μόνο σε λογίους και φιλοσόφους, και ίσως κυρίως στον Μάρκο Αυρήλιο τον οποίο ήθελε να επηρεάσει. Για τον περίφημο αυτό χριστιανομάχο (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον ιατρό Aulus Cornelius Celsus (25 π.Χ. – 50 μ.Χ.) ατυχώς, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Ποιος ήταν, από που καταγόταν, πού έζησε. Ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν, είναι η ελληνοθρεμένη φιλοσοφική του σκέψη (αποδέχεται οτιδήποτε ελληνικό είτε προέρχεται από τον Ησίοδο, είτε από τον Πυθαγόρα, είτε από τον Ηράκλειτο) και η σθεναρή αντιχριστιανική νοοτροπία του. Ο Κέλσος ως νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ξεκινάει με τις δικές του φιλοσοφικές προϋποθέσεις για μιαν αντιρρητική διαλεκτική. Υποβιβάζει τον «Λόγον» της χριστιανικής πίστης και υπερτονίζει και θεοποιεί τον ορθό λόγο, απ’ το κόσκινο του οποίου περνάει τα χριστιανικά δόγματα… Ασκώντας, όμως, την δριμεία κριτική του ενάντια στους Χριστιανούς και στην πίστη τους, μετέρχεται όχι μόνο τον ορθόν λόγον, αλλά ενίοτε και την ειρωνεία, και το σαρκασμό, και τις ύβρεις.

Αποκαλεί τον Χριστό απατεώνα, «μεγάλα ψευσάμενον», μάγο, που έκαμε θαύματα, φακίρη (γόη) και λογοκλόπο, που γνώριζε τα λόγια του Πλάτωνα και τα διέφθειρε (Στ, σελ. 109), ο οποίος μάλιστα, μάζεψε δέκα-έντεκα αναλφάβητους που το ’ρίξαν στην αλητεία! (αισχρώς και γλίσχρως τροφάς συνάγων, σελ. 33). Και φυσικά, κατά μείζονα λόγο, απατεώνες θεωρεί τους οπαδούς του χριστιανούς, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ευφυείς, μορφωμένους σαν κι αυτόν, και κηρύττουν στους αμόρφωτους, σε ηλίθιους, δειλούς και γυναίκες και παιδιά, όντας οι ίδιοι απολίτιστοι, πιστεύοντας δόγματα που είναι προϊόντα βάρβαρης σκέψης! Ο Κέλσος προκατειλημμένος ων, και κακός χρονολόγος, συγχέοντας τη διαδοχή των γεγονότων (4, 36), στην πολεμική του αυτή, σε μερικές περιπτώσεις συγχέει την πίστη των Χριστιανών με την πίστη των Εβραίων, και σε άλλες, τη διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας με διδαχές των Οφιτών, Γνωστικών, Σιβυλλιστών, Μαρκιωνιτών και Αρποκρατιανών, που ανεξέλεγκτα τις καταλογίζει ως χριστιανικές (πρβλ. σελ. 113, και σημ. 34 και 35, σελ. 172). Σε αντίθεση με τον άλλο πολέμιο του Χριστιανισμού τον Πορφύριο, ο Κέλσος γνωρίζει ατελώς τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και Καινής Διαθήκης. Γνωρίζει όμως και τα απόκρυφα, όπως το βιβλίο του Ενώχ, κι ένα άλλο άγνωστο, «τον ουράνιο διάλογο», που παραθέτει (8, 15), και τις απόψεις τους, τις χρεώνει στους Χριστιανούς! Ο Κέλσος βρίσκει ακόμη αντιφάσεις στη Βίβλο εκεί που δεν υπάρχουν, όπως μεταξύ διδασκαλίας Μωυσή και Ιησού (7, 18) γιατί, βέβαια, ο ίδιος δεν καταλαβαίνει τις διαφορετικές περιστάσεις, και τις διαφορετικές ανάγκες και προϋποθέσεις.

Εκείνο που εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη είναι, ότι η πολεμική του Κέλσου, η πρώτη σφοδρή συστηματική πολεμική επί θεωρητικού πεδίου της εθνικής διανόησης, αποτυγχάνει να εννοήσει την πρωτοτυπία του χριστιανισμού, την σταυρική θυσία του Χριστού, και τον υπέρ-λογο χαρακτήρα του Ευαγγελίου. Δεν αντιλαμβάνεται ο Κέλσος, ούτε το «ο Λόγος σάρξ εγένετο», πράγμα που θεωρεί φιλοσοφικά απαράδεκτο (4, 1-30), ούτε το σωστικό μήνυμα το οποίο θα μπορούσε να συνοψιστεί ως «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη», ούτε την εσχατολογία του Χριστιανισμού (ανάσταση νεκρών, Β΄ του Χριστού παρουσία, κλπ.).

Τα επιχειρήματά του πάντως, πολλές φορές εντυπωσιάζουν και είναι πρωτότυπα, αποκαλύπτοντας έτσι την ευφυΐα του, αλλά και τη διαφορετική οπτική με την οποία βλέπει τα του χριστιανισμού. Χρησιμοποιεί το επιχείρημα του «φαύλου κύκλου», για ν’ αποδείξει ότι ο Ιησούς δεν αναστήθηκε [«αφού δεν αναστήθηκε ποτέ κανείς νεκρός, ο Ιησούς πως αναστήθηκε», ρωτά (2, 57)]. Κι αν ήταν πράγματι θείας προέλευσης, θα έπρεπε κατά την άποψή του, να εξαφανιστεί απ’ το σταυρό και να εμφανιστεί σ’ αυτούς που τον καταδίκασαν! (2, 63, 68).

Διαβάζοντας βιβλικά κείμενα με τα ομματογυάλια της προκατάληψης, συγχέοντας πεποιθήσεις, γελοιοποιώντας γεγονότα και παρερμηνεύοντας το μήνυμα της Χριστιανοσύνης που απευθυνόταν στις πλατιές μάζες, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου και τάξης και όχι στην ελίτ των φιλοσόφων, ο Κέλσος, ασκεί μια διάτρητη από πολλές απόψεις κριτική. Στις περισσότερες περιπτώσεις ισχυρίζεται κάτι, χωρίς να το τεκμηριώνει και χωρίς να αποδεικνύει τις θέσεις του παραβιάζοντας την βασική αρχή Sapiens ninil affirmat quod non probet (ο σοφός τίποτα δεν βεβαιώνει χωρίς να αποδεικνύει). Το έργο του, βρίθει από υποκειμενικές, υποθετικές εκφράσεις (όπως μου φαίνεται, είναι απίθανο, δεν θα μπορούσε και αλλιώς). Ισχυρισμοί, όπως, ότι ο Πατέρας του Ιησού (Ιωσήφ) έδιωξε τη Μητέρα του (Μαρία) όταν έμαθε ότι τον απατούσε μ’ έναν στρατιώτη τον Πάνθηρα, ή ότι ο Χριστός στην Αίγυπτο έμαθε τεχνάσματα και ξαναγυρίζοντας ανακήρυξε τον εαυτό του Θεό, ή ότι ο ίδιος ο Κέλσος γνωρίζει χριστιανούς παραχαράκτες του αρχικού Ευαγγελίου, που το τροποποιούν τρεις και τέσσερις και πολλές φορές, χωρίς να κατονομάζει πρόσωπα, πράγματα, χρόνον και τόπον, και από πού αρύεται τις πληροφορίες του, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των ισχυρισμών, θα ήταν σ’ ένα οποιοδήποτε δικαστήριο απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι και στη συνέχεια, προφανώς, ως αβάσιμοι και αναπόδεικτοι. Ο Κέλσος παραβιάζει τις πρώτες αποδεικτικές αρχές που επιζητούν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα, τεκμήρια κλπ.) για την συναγωγή απρόσβλητων συμπερασμάτων, και όχι κρίσεις προσωπικές, σαν κι αυτή, π.χ., ότι οι χριστιανοί αντέγραψαν από τον Πλάτωνα το «αν σου χτυπήσουν τη μια πλευρά εσύ να προσφέρεις και την άλλη», γιατί ο Πλάτων, λέγει, «ούτε άρα αντιδικείν δεί ουδέ κακώς ποιείν ουδένα».

Δεν μπαίνει βέβαια στον κόπο ο Κέλσος να εξηγήσει, που και πότε διάβαζε ο «γράμματα μη μεμαθηκώς» και χειρώνακτας Εβραίος Ιησούς, τον Πλάτωνα, και πως έφθασε να πει πράγματα που δεν τα διανοήθηκε ποτέ, ούτε ο Πλάτων, ούτε ο Σωκράτης, ούτε κανένας άλλος Έλληνας σοφός, όπως την «Βασιλεία του Θεού», την πλήρη συγχωρητικότητα, το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», και το «αγαπάτε και τους εχθρούς σας». Και τούτο, γιατί, σ’ όλη την ελληνική αρχαιότητα η έννοια της αλτρουϊστικής, θυσιαστικής αγάπης, είναι τελείως άγνωστη (τη λέξη ως ουσιαστικό σχεδόν την αγνοούν οι κλασικοί) ενώ μέσα στην Καινή Διαθήκη το ρήμα αγαπώ και το ουσιαστικό αγάπη υπάρχει 250 φορές!

Πολύ χαρακτηριστικό και ορθό, είναι αυτό που παρατήρησε ο πρώην πρωθυπουργός και Ακαδημαϊκός Π. Κανελλόπουλος: «Κανένας, πριν από τον Ιησού δεν είχε πει: «μακάριοι, οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης...» ή «μη κρίνετε ίνα μή κριθήτε», ή «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», ή «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν», ή  «ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον»… (Εμμαούς, στο Χριστανικόν συμπόσιον, επιμ. Κ. Τσιροπούλου, 1971).

Ο Κέλσος πάντως, με το σύγγραμμά του αυτό, προσέφερε άθελά του κάποια «υπηρεσία» στις επερχόμενες γενιές. Έδωσε επιχειρήματα σ’ αυτούς που θέλουν να απιστούν και να χλευάζουν, (είναι ο «πρώτος διδάξας»), αλλά, ταυτόχρονα, έδωσε μαρτυρία σε πολλές περιπτώσεις, εμμέσως πλην σαφώς, για τη διάδοση του Χριστιανισμού, τη δύναμή του και τον ουσιώδη ιστορικό του χαρακτήρα. Απ’ αυτήν την άποψη το έργο του είναι ενδιαφέρον, διότι αποτελεί σημαντική πηγή του παρελθόντος, σε μια περίοδο ταραγμένη και ανεπαρκώς γνωστή, παρόλο που ο λόγος του είναι αναληθής και συκοφαντικός για τη Χριστιανοσύνη.