Ο Ιώβ προσευχόμενος

 Στο βιβλίο του Ιώβ δεν βλέπουμε
την απάντηση στο πρόβλημα του κακού,
εμπιστευόμαστε όμως στον Απαντώντα
Ρ. Τ. Forsith 

Μ’ ένα όστρακο στα χέρια
Έξω στην πύλη της πόλης ξύνω
τις χαίνουσες πληγές μου Κύριε.
Εγώ ο δούλος Σου που τα ’χασα όλα
χωρίς να ξέρω σε τι έφταιξα..

Κι έχω την συγκαθεύδουσα στον κόλπο μου
να χορτάζει από πικρία την ψυχή μου.
Κι έχω τους φίλους να με παρηγορούν:
Είσαι αμαρτωλόςνα λεν,
γι’ αυτό έπαθες τα όσα έπαθες.

Όμως, εγώ Κύριε, δεν είμαι αμαρτωλός!
Πατέρας έγινα στους φτωχούς
και πόδι στους χωλούς·
ει εξέκλινεν ο πους μου εκ της οδού
ει εξέκλινεν, Κύριε,
Συ το ξέρεις.
Ήγημαι εμαυτόν γην και σποδόν.
Μα, κι αμαρτωλός να ’μουνα,
μήπως οι αμαρτωλοί υποφέρουν;
Δεν υπάρχει δίκαιος που αφανίζεται στη δικαιοσύνη του,
και ασεβής που μακροημερεύει στην κακία του;

Να σ’ εννοήσω Κύριε δεν μπορώ
Μα και να σ’ αρνηθώ δεν δύναμαι.
Οι πλησίον μου μ’ εγκατέλειψαν
Κι οι γνωστοί μου μ’ ελησμόνησαν.

Ανοίγω το στόμα μου να δικαιωθώ
και το στόμα μου με καταδικάζει.
Η καρδιά μου επταπλασίως πεπληγωμένη.
Έμπυο το δέρμα μου σχίζεται και ρέει.
Ο πόνος αβάσταχτος σαν την απορία μου.
Το πρόσωπό μου απ’ το κλάμα σκαμμένο
Σκιά θανάτου βαραίνει τα βλέφαρά μου.

Μου φτάνει όμως που ακούω
τη φωνή σου Κύριε.
Μου φτάνει αυτό κι ας μην εννοώ
γιατί οι ασεβείς ευημερούν
και οι δίκαιοι θλίβονται.

Μπορεί να μην έχω απάντηση.
Μου φτάνει όμως ότι
Εσύ είσαι κοντά μου και μου μιλάς…