Ο Ευαγγελιστής Λουκάς: ο Ιατρός, ο Ιστορικός, ο Λόγιος

Στην ιστορία, όχι σπάνια, εντοπίζονται ιστορικές προσωπικότητες, αληθινοί αφανείς ήρωες, που ταπεινοί, σεμνοί και αθόρυβοι όπως είναι, προσφέρουν μεγάλες υπηρε­σίες στην ανθρωπότητα με τη ζωή, τις θυσίες και την πένα τους. Πρόσωπα, που δε θέλησαν να προβληθούν και να τραβήξουν την προσοχή του κοινού στο πρόσωπό τους, αλ­λά στο έργο άλλων για την κοινή ωφέλεια.

Μια από αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας, υπήρξε αναμφισβήτητα και ο Ευαγγελιστής Ιατρός Λουκάς, ο συνοδοιπόρος του Αποστόλου Παύλου στις περιοδείες του, που ο Απόστολος στις επιστολές του τον χαρακτηρίζει ως συνεργόν του, ιατρό και α­γαπητό. Εμείς εκ των υστέρων θα τον χαρακτηρίζαμε και ως εκπληκτικό ιστορικό.

Ο Λουκάς, που ατυχώς δεν έχουμε πολλές ιστορικές πληροφορίες για το πρόσωπό του, πρέπει να ήταν ο πρώτος χριστιανός επιστήμονας που γνωρίζουμε, αν ληφθεί υπό­ψη, ότι την εποχή εκείνη οι ιατροί θεωρούνταν πολύ μορφωμένοι, αφού ταξίδευαν σε με­γάλα πολιτιστικά κέντρα για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους.

Από τα αρχαιότατα χρόνια υπάρχει αγιογραφική μαρτυρία και μια ισχυρή παράδοση της αρχέγονης εκκλησίας, (Ειρηναίος, Κλήμης, Ωριγένης, Ευσέβιος) ότι ο συγγραφέας του τρίτου Ευαγγελίου που φέρει τον τίτλο “Κατά Λουκάν”, είναι αυτός ο σύντροφος και μα­θητής του Απ. Παύλου Λουκάς, που έγραψε επίσης και τις Πράξεις των αποστόλων, και σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου, (Κολ. 4, 14) ήταν γιατρός.

Η σπουδαιότερη αγιογραφική μαρτυρία, εκτός από τη μνεία που κάμει ο απ. Παύλος , ευρίσκεται κυρίως μέσα στις Πράξεις των αποστόλων. Ο συγγραφέας των δυο έργων, ε­παναλαμβάνοντας τα τελευταία γεγονότα του Ευαγγελίου στα πρώτα λόγια των “Πράξεων”, συνδέει τα δυο βιβλία ως ένα έργο του ίδιου, και υπάρχουν' ενδείξεις ότι, για ένα διάστημα, πιθανόν οι “Πράξεις” να κυκλοφορούσαν ενιαία μαζί με το Ευαγγέλιο του Λουκά, κι αρ­γότερα, όταν τα τέσσερα Ευαγγέλια άρχισαν να θεωρούνται σαν μια συλλογή, αποσυνδέ­θηκαν (F. F. Bruce).

Αλλά από ορισμένα χωρία των Πράξεων (Πραξ. 16, 10-18. 20, 5-16. 21, 1-18. 27, 1. 28, 16) προκύπτει, ότι ο συγγραφέας τους μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, δηλ. ήταν συνοδοι­πόρος του Παύλου, και αποσπάσματα από κάποιο είδος ταξιδιωτικού ημερολογίου του ενσωματώθηκαν στο βιβλίο των Πράξεων. Ο συνοδός αυτός του Παύλου ήταν μαζί του στη Μακεδονία και στο ταξίδι του στη Συρία, τον συνόδευσε επίσης στη Ρώμη και ήταν παρών στην εκεί φυλάκισή του.

Η δήλωση του Παύλου ότι ο Λουκάς, ο συνοδοιπόρος του, ήταν γιατρός, προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αν ήταν γιατρός ο συγγραφέας του τρίτου Ευαγγελίου και των “Πράξεων”, θα έπρεπε λογικά να βρούμε στα λόγια και στις εκφράσεις του, ιατρικές λέ­ξεις, περιγραφές και όρους που να μαρτυρούν κάτι τέτοιο. Τι κατέδειξε λοιπόν η έρευνα γύ­ρω απ’ αυτό το θέμα;

Στα 1882 ένας γιατρός ονόματι Χόμπαρτ (William Kirk Hobart) δημοσίευε μια μελέτη για το τρίτο Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων και παρουσίασε στοιχεία ότι ο συγ­γραφέας τους πρέπει να ήταν γιατρός. Το συμπέρασμα αυτό του Hobart επιβεβαίωσαν μεταγενέστερες έρευνες του Adolf Harnack, και άλλων ερευνητών.

Οι ειδικοί εντόπισαν στο τρίτο Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων τη χρήση ενός μεγάλου αριθμού τεχνικών ιατρικών όρων, που βρίσκονται επίσης στον Γαληνό, Ιππο­κράτη, Αρεταίο και σ’ άλλα ελληνικά ιατρικά κείμενα συγγραφέων της κλασικής και ελλη­νιστικής περιόδου, αλλά όχι σ’ άλλα μέρη της Κ. Διαθήκης. Ο Λουκάς χρησιμοποιεί 23 περίπου τεχνικούς ιατρικούς όρους, που βρίσκονται στους παραπάνω συγγραφείς. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι από τους 23 ιατρικούς όρους που χρησιμοποιεί ο Λουκάς, τέσ­σερις (διάγνωσις, δυσεντέριον, θρόμβος, σύνδρομον) μεταφέρθηκαν από την ιατρική ελ­ληνική ορολογία στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα με τον Χόμπαρτ, ο Λουκάς συνολικά χρη­σιμοποιεί τριακόσιους και πλέον ιατρικούς όρους ή λέξεις, στις οποίες δίνει ιατρική σημασία που δεν χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο, αν χρησιμοποιούνται καθόλου, από τους άλ­λους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης. Παρ’ όλο που η άποψη αυτή Hobart σήμερα γίνεται δεκτή με κάποια επιφύλαξη, επειδή φαίνεται υπερβολική (H. J. Cadbury), ωστόσο παραμένει γε­γονός, ότι στο Ευαγγέλιο του Λουκά βρίσκουμε αρκετές ιατρικές λέξεις και εκφράσεις, αλ­λά και περιγραφές ή αναφορές σε θεραπείες, με έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν που κά­μουν οι άλλοι Ευαγγελιστές. Μερικά παραδείγματα μπορούν να καταστήσουν το θέμα σαφές:

Μόνον ο Λουκάς χρησιμοποιεί τη φράση “έστη η ρύσις του αίματος αυτής” που είναι ιατρική έκφραση, και έτσι τη βρίσκουμε σε ελληνικά ιατρικά συγγράμματα. Αναφερόμενος στο θαύμα της θεραπείας συγκύπτουσας γυναίκας που ήταν ασθενής επί δεκαοχτώ χρό­νια (Λκ. 13, 11-13), ο Λουκάς χρησιμοποιεί τέσσερις ιατρικούς όρους: συγκύπτουσα, ανακύψαι, απολέλυσαι, ανωρθώθη. Μόνον ο Λουκάς από τους Ευαγγελιστές αναγράφει ότι ο πρώτος λεπρός που θεραπεύτηκε από τον Ιησού ήταν «πλήρης λέπρας» (Λκ. 5, 12) και ότι η πεθερά του Πέτρου “εκρατείτο υπό πυρετού μεγάλου” (Λκ. 4, 38). Στη γνωστή φρά­ση του Κυρίου “ευκολώτερον εισελθείν κάμηλος δια τρυπήματος ραφίδος” (Μτ. 13, 24) ή “τρυμαλιάς ραφίδος” (Μκ. 10, 25) ο Λουκάς χρησιμοποιεί τη φράση “τρήματος βελόνης” που βρίσκεται στον Γαληνό («κατά την βελόνην τρήματος»). Στην παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου, ο Λουκάς γράφει για τον Λάζαρο ότι ήταν “ηλκωμένος” δηλ. πλή­ρης ελκών ή πληγών. Ακόμα, ο συγγραφέας του Ευαγγελίου κάνει προσεχτική διάκριση ανάμεσα στις θεραπείες που οφείλονταν αποκλειστικά σε φυσικές αιτίες και σε εκείνες που είχαν σχέση με επήρεια δαιμόνων. Ετσι π.χ. διαβάζουμε, ότι ο Ιησούς “εθεράπευσε πολλούς από νόσων και μαστίγων και πνευμάτων πονηρών” (Λκ. 7, 21). Ο Λουκάς είναι ο μόνος ευαγγελιστής που χρησιμοποιεί τέσσερις διαφορετικές λέξεις για να προσδιορίσει το κρεβάτι των ασθενών (κράββατος, κλίνη, κλινίδιον, κλινάριον). Αναφέρει μόνον αυτός την πα­ραβολή του καλού Σαμαρείτη, και μνημονεύει τη χρήση ελαίου και οίνου για τη θεραπεία των πληγών του θύματος των ληστών. Η χρήση ελαίου και οίνου για την περιποίηση των πληγών βρίσκεται και στα συγγράμματα του πατέρα της ιατρικής Ιπποκράτη.

Επίσης μόνο στο τρίτο Ευαγγέλιο αναφέρεται ο λόγος του Ιησού “ιατρέ θεράπευσον σεαυτόν” (Λκ. 4, 23) και παρ’ όλον που οι άλλοι τρείς ευαγγελιστές αναγράφουν ότι ο ζηλω­τής απόστολος Πέτρος απέκοψε το αυτί του δούλου του αρχιερέα, μόνον ο Λουκάς ανα­φέρει ότι ο Ιησούς τον θεράπευσε (22, 51).

Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων βρίσκουμε παρόμοιες ιατρικές εκφράσεις που υπάρχουν μόνο στο τρίτο Ευαγγέλιο. Έτσι, στις Πράξεις (3, 7), αναφερόμενος στη θεραπεία του εκ γενετής παράλυτου, ο συγγραφέας λέγει: “Παρευθύς εστερεώθησαν οι βάσεις και τα σφυρά των ποδών αυτού”. Η σπανιότατη λέξη “σφυρά”, που υποδηλώνει τους αστρα­γάλους, είναι ιατρική - ανατομική - και βρίσκεται στον Γαληνό. Για τη θαυματουργική ανάβλεψη του Παύλου χρησιμοποιούνται οι τεχνικοί όροι “αποπίπτειν” και “λεπίδες”, που η ταυτόχρονη χρήση τους δε φαίνεται να είναι συμπτωματική. Επίσης στα εδάφια Πρξ. 10, 11 και 11, 5 η φράση “αρχαί οθόνης” είναι ιατρικές.

Όπως παρατήρησε ο Harnack, ο Λουκάς μιλώντας για την έχιδνα που δάγκωσε το χέ­ρι του Παύλου στη νήσο Μελίτη (Πρξ. 25, 3-4), τη χαρακτηρίζει ως θηρίον, λέξη που εί­ναι ιατρικός - τεχνικός όρος από την οποίαν προέρχεται η λέξη “θηριακή”, το αντίδοτο δη­λαδή που παρασκευάζεται από την έχιδνα. Η έκφραση “καθήψε της χειρός αυτού” σημαίνει ότι με το “δήγμα” της έχιδνας το δηλητήριο εισχώρησε στο χέρι και υπενθυμίζει τις ιατρι­κές φράσεις για τα δηλητήρια όπως “δι’ ύλης φθοροποιού καθαπτομένης των σωμάτων”. Επίσης αντί της λέξης θερμότης, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη “θέρμη” που είναι ια­τρικός όρος και (άπαξ λεγόμενον) λέξη δηλ. που μόνο μια φορά εμφανίζεται σ’ ολόκληρη την Κ. Δ. Και η φράση “μηδέν άτοπον”, (εδ. 6) χρησιμοποιείται και από τον Γαληνό, στην περίπτωση που ένα λυσσασμένο σκυλί δάγκανε κάποιον. Από όλα αυτά τα παραδείγματα και πολλά άλλα, φαίνεται ότι ο συγγραφέας του ομώνυμου Ευαγγελίου και του βιβλίου των Πράξεων που γύρω στο 60 μ.Χ. έγραψε τα έργα του απευθυνόμενος προς τον κράτιστο Θεόφιλο, πρέπει να ήταν άνθρωπος με ιατρική κατάρτιση, και αυτό εναρμονίζεται με την παραδοσιακή άποψη, ότι γράφηκαν από τον ιατρό Λουκά.

Ο Λουκάς όμως δεν υπήρξε μόνο ιατρός που χρησιμοποίησε την ευφυΐα, την εμπειρία και την παρατηρητικότητά του, για να περιγράφει τα λόγια και τα έργα του Κυρίου μας και την διάδοση του Ευαγγελίου του από τους Αποστόλους. Υπήρξε ένας συγγραφέας με γνή­σιο λογοτεχνικό τάλαντο και με ιστορική ευσυνειδησία. Ένας συγγραφέας, που ήξερε να χει­ρίζεται τον κάλαμο εξίσου καλά, όσο και το ιατρικό του νυστέρι. Υπάρχει μια παράδοση που λέγει ότι ο Λουκάς ήταν και ζωγράφος. Ανεξάρτητα τούτου, με την ευχέρεια, τη γλαφυρότητα και τη σαφήνεια που εκφραζόταν, υπήρξε οπωσδήποτε μεγάλος ζωγράφος, ζωγρά­φος του λόγου.

Ακόμα, τα όσα αναφέρει στο Ευαγγέλιο του και στις Πράξεις, επαληθεύτηκαν με έναν θεαματικό τρόπο από άλλες ιστορικές πηγές και από αρχαιολογικά ευρήματα. Ο Λουκάς φροντίζει να είναι πάντοτε ακριβής. Ήδη από το 3ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του, μας δί­νει τις ιστορικόγεωγραφικές συντεταγμένες (τόπο και χρόνο) της έναρξης της διακονίας του Χριστού, αναφέροντας επτά δημόσιους πολιτικούς και θρησκευτικούς λειτουργούς με τους τίτλους τους, δείχνοντας ότι τα όσα αφηγείται, έλαβαν χώραν ανάμεσα σε επίσημα γνωστά πρόσωπα της εποχής.

«Εν έτει δε πεντε και δεκάτω της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ηγεμονεύοντος Ποντί­ου Πιλάτου της Ιουδαίος, και τετραρχούντος της Γαλιλαίας Ηρώδου, Φιλίππου δε του αδελφού αυτού τετραρχούντος της Ιτουραίας και Τραχωνίτιδος χώρας, και Λυσανίου της Αβιλινής τετραρχούντος, επ’ αρχιερέως Άννα και Καϊάφα, εγένετο ρήμα Θεού επί Ιωάννην τον Ζαχαρίου υιόν εν τη ερήμω».

Ο πρόλογος του Ευαγγελίου του θυμίζει πρόλογο κλασσικών συγγραφέων, και περισ­σότερο τον πρόλογο του Θουκυδίδη: «Έπειδήπερ πολλοί επιχείρησαν ανατάξασθαι διήγησιν περί των πεπληροφορημένων εν ημίν πραγμάτων καθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’αρ­χής αυτόπται και υπηρέται του λόγου, έδοξε καμοί, καθεξής σοι γράψαι κράτιστε Θεόφιλε...»

Ο Λουκάς δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια και στην ιστορική ακρίβεια, περισσότερο α­πό κάθε άλλον ιερό συγγραφέα. Το πόσο ακριβής είναι, φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις που η ακρίβειά του τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Η αφήγηση του Λουκά στο 2ο κεφ. σχετικά με την απογραφή που οδήγησε τον Ιωσήφ και τη Μαρία να μεταβούν σιη Βηθλεέμ, τέθηκε υ­πό σοβαρή αμφισβήτηση. Πρώτον, αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία της απαίτησης (δόγμα­τος), να πηγαίνουν οι κάτοικοι στην ιδιαίτερη πατρίδα για ν’ απογράφονται. Ύστερα, αμ­φισβητήθηκε η ακρίβεια του συγγραφέα που ήθελε τον Κυρήνιο σαν κυβερνήτη της Συρίας, όταν έγινε η απογραφή και γεννήθηκε ο Χριστός. Η αρχαιολογική όμως σκαπάνη, έθεσε τα πράγματα στη θέση τους, γιατί αποδείχθηκε ότι οι πάπυροι της ελληνιστικής περιόδου μνημονεύουν ότι κατά καιρούς (κάθε 14 χρόνια) γινόταν μια τέτοια απογραφή, για λόγους φορολογικούς. Και ένα διάταγμα του 104 μ.Χ., από Ρωμαίο κυβερνήτη της Αιγύπτου, α­ποκαλύπτει την απαίτηση της ρωμαϊκής κρατικής εξουσίας να απογράφονται οι κάτοικοι στον τόπο καταγωγή τους. Τελικά, αποδείχθηκε, ότι ο Κυρήνιος διετέλεσε κυβερνήτης της Συρίας και όχι μόνο μία, αλλά δύο φορές, τη δεύτερη τα χρόνια της γέννησης του Κυρίου.

Ο Λουκάς φαίνεται να γνωρίζει και να αποκαλεί τους αξιωματούχους των διαφόρων πόλεων όπου εκήρυτε ο Απ. Παύλος, με τον πραγματικό, ακριβή τίτλο τους. Ο Ηρώδης ο Αγρίπας, που εφόνευσε τον Ιάκωβο και φυλάκισε τον Πέτρο, αποκαλείται από το συγγρα­φέα μας “βασιλεύς”. Πόσο σωστή είναι αυτή η ονομασία; Ο ιστορικός Ιώσηπος μας πλη­ροφορεί ότι ο Αγρίπας έγινε συμπαθής στη Ρώμη με τον Καλιγούλα (Γάιο Καίσαρα), κι ό­ταν ο τελευταίος έγινε αυτοκράτωρ, ανταμείφθηκε ο Ηρώδης με βασιλικό τίτλο. Οι άρχοντες των Φιλίππων αποκαλούνται από τον συγγραφέα “στρατηγοί”, ονομασία που αποδείχτη­κε από έρευνες ορθή (F. F. Bruce). Ο Γαλλίων, ο αδελφός του Σενέκα, που δίκασε τον Παύ­λο στην Κόρινθο, σύμφωνα με τις Πράξεις, ήταν ανθύπατος της Αχαΐας. Τούτο επαλη­θεύτηκε από μια επιγραφή που ανακαλύφθηκε στους Δελφούς και χρονολογείται γύρω στο 50 μ, Χ. Από την Κόρινθο ο απόστολος έγραψε την επιστολή προς Ρωμαίους γύρω στα 56- 57 μ.Χ. Στο τέλος της επιστολής (16, 23) γράφει “ασπάζεται υμάς Έραστος ο οικονόμος της πόλεως”. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι, στη διάρκεια ανασκαφών της Κορίνθου στα 1929, ο καθηγητής Τ. Η. Shear ανακάλυψε ένα λιθόστρωτο με την επιγραφή ERASTUS PRO:S.P.STRAVIT. δηλαδή “Ο Έραστος έφορος των δημοσίων έργων κατασκεύασε αυ­τό το λιθόστρωτο με έξοδά του”. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές είναι πολύ πιθανόν ο δωρητής του λιθόστρωτου να είναι το ίδιο πρόσωπο που αναφέρει ο Παύλος.

Οι επίτροποι των εορτών των αγώνων στη Έφεσο αναφέρονται από τον συγγραφέα ορθά ως Ασιάρχες, ο τοπικός άρχων ονομάζεται “γραμματέας” και επιγραφές και νομίσματα δείχνουν ότι οι γραμματείς είχαν δεσπόζουσα θέση. Ο διοικητής της νήσου Μάλτας (Μελίτη) αναφέρεται ως “πρώτος της νήσου” - γεγονός που εξακριβώθηκε από δύο επιγρα­φές που ανακαλύφθηκαν στο νησί, η μια στη λατινική και η άλλη στην ελληνική.

Ακόμα πιο πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι όταν ο απ. Παύλος επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη, η αφήγηση του Λουκά λέγει ότι οι Ιουδαίοι έφεραν τους χριστιανούς με κατηγορίες στους “πολιτάρχες”, δηλαδή στους άρχοντες της πόλης. Αυτή η ονομασία θε­ωρήθηκε από πολλούς εσφαλμένη, αφού κανένας κλασσικός συγγραφέας δεν την ανέφε­ρε. Και όμως! Στην αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης, βρέθηκαν 19 επιγραφές που ανάγο­νται μεταξύ του 2ου π.Χ. και 3ου μ.Χ. αιώνα, που αναφέρονται στους διοικητές της πόλης ως πολιτάρχες. Πέντε μάλιστα, αφορούν ειδικά πολιτάρχες της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Στην Αθήνα ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει ότι ο απόστολος Παύλος βρήκε στην “κατείδωλο” πόλη, βωμόν με επιγραφή “τω αγνώστω Θεώ”. Το ότι τέτοιοι βωμοί ήτανε συνηθισμένοι στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα, μαρτυρείται από τον Παυσανία και τον Φιλόστρατο. Στην Πέργαμο μάλιστα, ανακαλύφτηκε θυσιαστήριο με ε­πιγραφή αφιερωμένη “τω αγνώστω Θεώ”.

Ο Λουκάς επίσης είναι ο μόνος Ευαγγελιστής που αποδίδει τον πλήρη τίτλο στον Πι­λάτο, αποκαλώντας τον Πόντιο Πιλάτο. Μια επιγραφή που βρέθηκε στα ερείπια ενός ρω­μαϊκού θεάτρου στην Καισάρεια, στα 1961, έχει τα ονόματα PONTIUS PILATUS και TIBERIUS.

Τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν, αλλά το συμπέρασμα παραμένει έ­να και το ίδιο: Ο Λουκάς έγραψε αφού παρακολούθησε “άνωθεν πάσιν ακριβώς”. Δεν ά­φησε μαρτυρία για μαρτυρία, πρόσωπο για πρόσωπο, πέτρα για πέτρα, που να μην “ανα­ποδογύρισε” για να γράψει με ευσυνειδησία “περί των πεπληροφορημένων”.

Ως συγγραφέας, διέθετε ιδιαίτερη ευαισθησία και ανεπτυγμένο ιστορικό αίσθημα με τρόπο ώστε, σύγχρονοι ιστορικοί να τον αποκαλούν “ιστορικό πρώτης τάξεως”, (W. M. Ramsay), ως τον “πρώτο χριστιανό ιστορικό” (Μ. Dibelius) και ως τον “Θουκυδίδη της χρι­στιανοσύνης” (Hettinger).

Ένα άλλο χτυπητό παράδειγμα αξιοπιστίας του Λουκά είναι η περίπτωση του Σέργιου Παύλου, Κυβερνήτη της Κύπρου, που αποκαλείται από το συγγραφέα μας “Ανθύπατος” (Πρξ. 13, 7). Σ’ αυτόν κήρυξε ύστερα από πρόσκληση του τελευταίου, ο Παύλος και ο σύντροφός του Βαρνάβας. Κριτικοί επέκριναν το συγγραφέα, ως ανίδεο, γιατί απέδωσε τέτοιον τίτλο στον Σέργιο Παύλο. Αλλά ωστόσο μια επιγραφή που βρέθηκε στους Σόλους (νότια ακτή της Κύπρου) και χρονολογείται γύρω στο 53 μ.Χ., φέρεται γραμμένη “κατά τους χρόνους της ανθυπατείας του PAULLUS (= Παύλου)”.

Αλλά ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι την εποχή εκείνη που επισκέφθηκαν οι Παύ­λος και Βαρνάβας την Κύπρο, δηλ. γύρω στα 47/48 μ.Χ. αυτός ήταν ο πραγματικός τίτλος του ρωμαίου κυβερνήτη της νήσου. Το νησί αρχικά ήταν επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρα­τορίας, αλλά το 22 π.Χ. μετεφέρθη στη δικαιοδοσία της ρωμαϊκής Συγκλήτου από τον Αύ­γουστο και τέθηκε υπό την εξουσία των ανθυπάτων, όπως προκύπτει όχι μόνο από ιστορι­κή πηγή αλλά και από κυπριακά νομίσματα στην ελληνική και λατινική γλώσσα της εποχής εκείνης (C. Μ. Cobern).

Ασφαλώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ενώ μέσα σε 35 χρόνια η Κύπρος έτυχε τέσσε­ρις διαφορετικούς τρόπους ρωμαϊκής διακυβέρνησης, ο συγγραφέας των Πράξεων φαί­νεται ακριβής γνώστης των πραγμάτων και ονομάτων και δε σφάλλει στην ονομασία-τίτ­λο, του Σέργιου Παύλου! Όπως σημειώνει ο αρχαιολόγος Γ. Ράιτ: “Αυτή είναι η μόνη αναφορά που έχουμε για τον ανθύπατο εκτός της Αγίας Γραφής και είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Λουκάς μας δίνει σωστά το όνομα και τον τίτλο του (G. Ernest Wroght, “Biblical Archaeology 1957”, σελ. 249).

Στις Πράξεις 14, 1-6 ο Λουκάς τοποθετεί τα Λύστρα και τη Δέρβη μέσα στην περιφέρεια της Λυκαονίας, αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι το Ικόνιο διοικητικά ανήκε σε άλλη περιφέ­ρεια. Ρωμαίοι συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους και ο Κικέρων, ανέφεραν ότι το Ικόνιο βρισκόταν στην Λυκαονία. Ένα μνημείο όμως που ανακαλύφθηκε στα 1910 στη Μ. Ασία από τον William Ramsay, δείχνει ότι πράγματι το Ικόνιο εθεωρείτο περισσότερο πόλη της Φρυγίας παρά της Λυκαονίας!

Τέλος, αξίζει να μνημονεύσουμε ότι, στο Ευαγγέλιό του ο συγγραφέας μας αναφέρει ότι ο Ιωάννης ο Βαφτιστής άρχισε τη διακονία του τότε που ο Λυσανίας ήταν τετράρχης (διοικητής) της Αβιλινής (Λκ. 3, 1). Επειδή ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος ανέφερε κάποιον Λυσανία που κυβέρνησε στην Αβιληνή και πέθανε το 34 π.Χ. πολύ πριν γεννηθεί ο Ιωάννης, μερικοί αμφισβήτησαν την αξιοπιστία του Λουκά. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι α­νακάλυψαν στην Αβιληνή μια επιγραφή που αναφέρει κάποιον άλλο Λυσανία τετράρχη, στη διάρκεια της βασιλείας του Τιβερίου Καίσαρα, που κυβερνούσε τότε που ο Ιωάννης άρ­χισε τη διακονία του, και προφανώς αυτόν τον Λυσανία είχε υπόψη του ο Λουκάς όταν έ­γραφε…

Ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν ήταν μόνο γιατρός που έγραψε το Ευαγγέλιό του, το “φάρ­μακο της ψυχής” όπως επιτυχώς το αποκάλεσε ο ιερός Ιερώνυμος. Δεν υπήρξε μόνον εκ­πληκτικός ιστορικός, όπως ήδη διαπιστώσαμε. Αυτά που έγραψε, τα έγραψε μ’ ένα λεπτό, απαλό, σαφές και γλαφυρό ύφος και έναν τρόπο συναρπαστικό. Μ’ έναν τρόπο που έκαμε ακόμα και ορθολογιστές σαν τον Ρενάν, να πουν ότι το Ευαγγέλιο του Λουκά “είναι το ω­ραιότερο βιβλίο που γράφηκε ποτέ”! Πράγματι. Τα εργά του Ευαγγελιστή είναι γραμμένα στην ανώτερη κοινή ελληνική και ανήκουν από γλωσσική άποψη στα ωραιότερα βιβλία τόσο της Κ. Διαθήκης όσο και της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας.

Ο Λουκάς χρησιμοποιεί λέξεις κομψές και εύηχες, που δε χρησιμοποιούσαν οι άλλοι ευαγγελιστές, προδίδοντας έτσι την κλασσική του παιδεία. Γράφει: κλινίδιον αντί κράβατος, ζηλωτής αντί Καναναίος, κονιορτός αντί χους, κύριε αντί ραββουνί, βελόνη αντί ραφίς κ.α. Αποφεύγει τους ιστορικούς ενεστώτες και από τους 150 ιστορικούς ενεστώτες που χρη­σιμοποιεί ο ευαγγελιστής Μάρκος, που μαρτυρούν ύφος απλό και λαϊκό, σε παράλληλο χωρίο του Λουκά (8, 49) υπάρχει μόνον ένας.

Οι παραβολές του Ιησού που διαφύλαξε και απέδωσε στην ελληνική γλώσσα από την αραμαϊκή, είναι και αυτές διατυπωμένες με πολλή χάρη και ομορφιά. Έτσι, η παραβολή του ασώτου υιού ή εύσπλαχνου πατέρα (μια παραβολή που εκτοπίζει τη νομικίστικη δικαιο­σύνη και εγκαθιστά το έλεος), χαρακτηρίστηκε από τον ελληνιστή Α. Τ. Robertson ως “α­φήγηση ανυπέρβλητη σε φιλολογική ωραιότητα”.

Και η περιγραφή του Λουκά για το ταξίδι του Παύλου στη Ρώμη, όπως περιγράφεται στο βιβλίο των Πράξεων (κεφ. 27), σύμφωνα με τον επιφανή λόγιο και καινοδιαθηκολόγο F. F. Bruce, είναι μια περιγραφή ζωντανή που έγινε από αυτόπτη μάρτυρα και παραμέ­νει ίσαμε σήμερα ένα από τα πιο σπουδαία τεκμήριά μας για την αρχαία ναυσιπλοΐα.

Ο Λουκάς είχε το χάρισμα, με λίγες λέξεις από το πλούσιο αποθεματικό του, να μετα­φέρει το αληθινό τοπικό χρώμα των πόλεων, λαών, ηθών και εθίμων που περιγράφει με εκπληκτική ακρίβεια. Ήταν ένας αληθινός λόγιος που ήξερε να επιλέγει το υλικό του και με επιμελημένη γλώσσα να αποκαλύπτει στους αναγνώστες του, το στοργικό ενδιαφέρον του Κυρίου μας για τους αμαρτωλούς, τους περιφρονημένους, τους περιθωριακούς, τις γυναίκες και τα παιδιά, ιονίζοντας έτσι τη συνύπαρξη της πίστης με την αγάπη, μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και ελπίδας. Το Ευαγγέλιό του χαρακτηρίστηκε Ευαγγέλιο της επιεί­κειας και της ειρήνης.

Ιδού λοιπόν ο ευαγγελιστής Λουκάς! Ο άνθρωπος που κατά τον Δάντη υπήρξε “γραμ­ματέας της πραότητας του Χριστού”, υπήρξε όχι μόνο πιστός χριστιανός, όχι μόνο θεολό­γος ιδιαιτέρου βάθους, όχι μόνο ιεραπόστολος, όχι μόνο γιατρός, αλλά και εκπληκτικός ι­στορικός και λόγιος. Με την ταπεινοφροσύνη του, την ευγένεια και τον ανθρωπισμό του, ζώντας στο ιστορικό περιθώριο, στη σκιά ενός μεγάλου (του Παύλου), μας χάρισε “μια α­πό τις πιο ενδιαφέρουσες εργασίες που έχουμε από την αρχαιότητα”. Και ο ίδιος ευλογήθηκε, με το να γράψει σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος της Καινής Διαθήκης, προς όφελος ό­χι των Ιουδαίων, όχι μόνον του κράτιστου Θεόφιλου και των άμεσων αποδεκτών των επιστολών του, αλλά προς όφελος όλων των ανθρώπων, όλων των γλωσσών, όλων των ε­ποχών.