Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος ως ζωγράφος και φωτογράφος (Παρασκευή Κοντούρη)

Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος εκφράζεται με ποικίλους τρόπους. Δεν μένει στατικός ή μονολιθικός. Ακόμη κι όταν εκφράζεται ποιητικά ή ζωγραφικά αναζητά νέες φόρμες, νέες μορφές. Γι’ αυτό και στην ποίηση γράφει είτε λυρική ποίηση, είτε χάι κάι (γιαπωνέζικη ποίηση με 5-7-5 συλλαβές), είτε σατυρική, είτε μεταφυσική και υπαρξιακή.

Στη συζήτηση που είχαμε μου είπε ότι έχει σταματήσει να ζωγραφίζει λόγω έλλειψης σταθερού χώρου (studio). Στη ζωγραφική του, κυρίως ρεαλιστική, παρουσιάζονται σχέδια και πίνακες που ζωγραφίστηκαν εδώ και μια τριακονταετία. Πρόσωπα με μολύβι ή κάρβουνο, γυμνό και, κυρίως, τοπία με λάδι. Ζωγραφίζει συνήθως από φωτογραφία και σπανιότερα εκ του φυσικού.

Όπως μου εξομολογήθηκε αναζητάει παντού την ομορφιά. «Η ομορφιά είναι αλήθεια» είπε και η αλήθεια είναι ομορφιά» όπως είπε ο Κιτς. Αναζητά πάντα τον μυστικό ρυθμό που υπάρχει σ’ ένα τοπίο, ή σε μια απλή κίνηση. Τον ενδιαφέρει η αποτύπωση της στιγμής. Συλλέγει πολλές στιγμές. Τον ενδιαφέρει κυρίως το φως, το ηλιοβασίλεμα. Στη φωτογραφία είδα ότι έχει εξελιχθεί πάρα πολύ από τότε που είδα την τελευταία του δουλειά.

Οι φωτογραφίες του έχουν τραβηχτεί σε εκδρομές αλλά και σε περιπάτους στη Θεσσαλονίκη. Φωτογραφίες από το Νέστο, την Άθυτο, τα Μουδανιά, τα νησιά, την Κυανή Ακτή κ.λπ., οι περισσότερες από το κινητό του τηλέφωνο!

Ασχολείται κυρίως με το τοπίο. Τον ενδιαφέρουν τα έντονα χρώματα και σχήματα, όσα μπορεί να συλλάβει περπατώντας, και φωτογραφίζει ό,τι τον εντυπωσιάζει από πλευράς φόρμας ή χρώματος. Όπως μου είπε, μπορεί να τον εντυπωσιάσει μια ηλιαχτίδα που μπορεί να χτυπάει έναν όγκο και να τον φωτίζει περίεργα, ή το πως παίζει το φως του ήλιου με τα σύννεφα. Προσπαθεί να ανακαλύψει την ομορφιά οπουδήποτε, όπως σε ένα φυλλαράκι, σ’ ένα σκελετωμένο δέντρο, σε μια συστάδα θάμνων ή σε μια αράχνη. Θέλει να διασφαλίσει μια όμορφη στιγμή. «Η καθοσίωση της στιγμής» όπως είπε ο Οκτάβιο Πάθ (Λα κοθανγκρανιόν ντελ ινστάντε). Έτσι νιώθει ότι καθαγιάζεται η στιγμή.

Η φωτογραφία με τη ζητιάνα, ήταν μια στιγμή που τον συγκίνησε γιατί είδε ένα πρόσωπο που προσεύχεται και ζητά βοήθεια από το Θεό μέσω των ανθρώπων. Η στάση με το σκυμμένο κεφάλι μέσω της προσευχής του θύμισε το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ για τους ανθρώπους που περιμένουν το θαύμα στη ζωή τους. Έτσι επαληθεύεται το αρχαίο ρητό που λέει ότι η ποίηση είναι ομιλούσα ζωγραφική και η ζωγραφική ποίηση του χρωστήρα και των χρωμάτων.

Παρασκευή Κοντούρη,
δικηγόρος–ζωγράφος