Ο άνθρωπος που ξανάζησε

Ήταν ήδη σούρουπο. Όρθιος ο Ελεάζαρ έξω απ’ το σπίτι του, είχε απολαύσει για λίγη ώρα το φθινοπωρινό λιόγερμα. Κοίταζε τον ορίζοντα με τα κοκκινωπά παιχνιδιάρικα σύννεφα. Τ’ απογεύματα, συνήθως αναπολούσε περασμένες στιγμές γαλήνης και ευτυχίας. Ήταν πια, 70 χρονών, και είχε δίπλα του τις αγαπημένες του αδελφές. Ήτανε χήρος και άτεκνος. Οι αδελφές του τον παρηγορούσαν σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής του. Και τότε που αρρώστησε βαριά μέχρι θανάτου...

Ο Ελεάζαρ ευχαριστούσε κάθε μέρα τον Κύριο των Ουρανών και της γης εδώ στο μικρό χωριουδάκι της Βηθανίας, όπου ζούσε, για τα μεγαλεία που του αποκάλυψε και, γι’ αυτά, τα συγκλονιστικά γεγονότα που έζησε. Τον δόξαζε γι’ αυτή τη μοναδική εμπειρία που είχε ζήσει. 30 χρόνια μετά από εκείνο το αξέχαστο γεγονός, εξακολουθούσαν κι έρχονταν άνθρωποι από τα τέσσερα άκρα της γης για να τον γνωρίσουν και να μιλήσουν μαζί του… Να μάθουν απ’ αυτόν. Ήταν ο άνθρωπος που πήγε στον άλλο κόσμο για τέσσερις μέρες και νύχτες και… ξαναγύρισε ζωντανός. Ήταν μία ανεπανάληπτη εμπειρία, αυτή, που τού χάρισε ο Γιαχβέ, Θεός του Ισραήλ, ο Θεός των πατέρων του.

Ο Ιωσαφάτ, που ήταν καθισμένος στο σοφρά του καθιστικού, τον κοιτούσε με περισυλλογή.

«Όπου να ’ναι να ’ρθουν και οι άλλοι που περιμένουμε» είπε, σχεδόν ψιθυριστά.

Ο Ελεάζαρ δεν απάντησε. Χαμογέλασε αμυδρά. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από τη μέση του. Γύρισε και τον αντίκρισε. «Μέχρι να ’ρθουν όμως, πες μου ακόμα μια φορά Λάζαρε – δε σε πειράζει να σε φωνάζω έτσι, πιστεύω, αφού κι άλλοι σε φωνάζουν έτσι – , πες μου ακόμα μια φορά, εσύ που ένιωσες το χνώτο του θανάτου βαθιά μέσα στα σωθικά σου, που το παγερό χέρι του σ’ άρπαξε και σε καθήλωσε, τι έγινε αμέσως μετά, μόλις άκουσες την φωνή εκείνη που έσπασε τα δεσμά του θανάτου, εκείνη τη διαπεραστική φωνή: ‘Λάζαρε δεύρο έξω’. Τι έγινε μετά; Δεν ήμουν τότε εκεί… και πόσο θα το ’θελα να δω, να δω να βγαίνεις απ’ τον τάφο και να πιστέψω…»

«Μα σου τα ’πα, ήδη δυο-τρεις φορές, Ιωσαφάτ, γιατί θέλεις να τα επαναλάβω» απάντησε ήρεμα ο Ελεάζαρ πλησιάζοντάς τον. «Οι αδερφές μου ξέσπασαν σε φωνές και σε κλάματα. Όχι κλάματα λύπης και πόνου αλλά χαράς! Έπεσαν στα πόδια Του, σ’ ένδειξη βαθιάς ευγνωμοσύνης• κι εγώ, τρίβοντας τα πονεμένα μέλη μου, τον κοιτούσα σα χαμένος, σα να μην είχα καταλάβει τι μου συνέβαινε, ποιος ήμουν, που βρισκόμουν, τι έκανα… Μου ξετύλιξαν τα σουδάρια, με φώναζαν, μ’ αγκάλιαζαν συγγενείς… Σιγά-σιγά συνήλθα και… από τα τσιμπήματα των φίλων, που με τσιμπούσαν για να βεβαιωθούν ότι δεν ήμουν κάτι σα πνεύμα, σα φάντασμα…».

«Πες μου Λάζαρε, είναι αλήθεια ότι θέλησαν άνθρωποι των Φαρισαίων και του Καϊάφα, να σε σκοτώσουν, μετά;»

«Ε, αυτό πια, είναι γνωστό σε όλους στη Βηθανία και στα περίχωρα… Βλέπεις τους ενοχλούσε η παρουσία μου, που αποδείκνυε τη φοβερή δύναμη του Μεσσία πάνω στο θάνατο, πάνω στου Άδη τις πύλες, τη δύναμή του να φέρνει πίσω τους νεκρούς, να τους ζωοποιεί… Το θυμάμαι σα χθες. Ήταν βράδυ, όταν τα σκυλιά άρχισαν ν’ αλυχτούν, και τ’ άλλα ζώα που είχα έξω στην αυλή ήταν ανήσυχα… Κάποιες σκιές γλίστρησαν ανάμεσα από τα φοινικόδεντρα και τις χουρμαδιές και πλησίαζαν το σπιτικό μου. Βγήκα έξω με ένα δαυλό στα χέρια. Ποιος είναι; φώναξα. Απάντηση καμία. Δεν πρόλαβα να προχωρήσω, και κάποιος σικάριος, ξεπετάχτηκε και μου επιτέθηκε μ’ ένα μαχαίρι. Πρόλαβα και τραβήχτηκα. Μπήκα μέσα κλείνοντας την πόρτα. Ευτυχώς, στις φωνές μου, βγήκαν οι γείτονες και οι σκιές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Αθόρυβα, όπως ακριβώς είχαν έρθει. Βλέπεις, ήθελαν να με βγάλουν απ’ τη μέση, γιατί ήμουν ζωντανός μάρτυρας των σημείων του Μεσσία, που μετά από λίγες μέρες τον σταύρωσαν γιατί τους εξέθετε κηρύττοντας αλήθειες• αλήθειες φοβερές που καίγαν… Κάποιοι άλλοι όμως, ήθελαν άλλα πράγματα από μένα…»

«Άλλα, τι άλλα;» ρώτησε με έκδηλη απορία στα μάτια ο Ιωσαφάτ πίνοντας λίγο γλυκό κρασί απ’ το φλασκί που ήταν δίπλα του, μετά απ’ το χουρμά που καταβρόχθισε με βουλιμία.

«Να, κάποιοι απ’ τους Σαδδουκαίους, ήρθαν και με κοιτούσαν περίεργα. Με περιεργάζονταν από κοντά με καχυποψία, γιατί όπως ξέρεις, αυτοί δεν πιστεύουν σε ανάσταση νεκρών. Κάποιοι άλλοι, ήθελαν να μάθουν, τι είδα και τι άκουσα στον Σιεόλ που ήμουν εκεί τόσες μέρες… Κάποιοι απ’ τους κύκλους των Φαρισαίων ήθελαν να μάθουν αν η ψυχή μου, λέει, είδε άλλες ψυχές νεκρών στον Σιεόλ, και πως είναι ο Σιεόλ, ο Άδης αυτός, τι είδους τόπος είναι, αν έχει διαμερίσματα και διάφορα άλλα… Κάποιοι από τους ερημίτες, τους Χασιδίμ, απ’ αυτούς που ζουν όπως ξέρεις απομονωμένοι στην κοιλάδα του Εν-Γκαδί και πιο κάτω, αλλά και μέσα σε σπηλιές απομονωμένοι, γιατί θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ ευσεβείς… αυτοί πάλι, επειδή πιστεύουν ότι η ψυχή είναι αόρατη, κάτι σα πεταλούδα που πετάει όταν πεθαίνει ο άνθρωπος και ανεβαίνει σε άλλους κόσμους ή σε επτά ουρανούς, δεν κατάλαβα τι ακριβώς, ήθελαν να μάθουν αν η ψυχή μου, είδε αυτούς τους κόσμους, αν ανέβηκε στον έβδομο ουρανό… ή μήπως, πήγε σε κάποιο διαμέρισμα του Άδη, όπου υπάρχει φωτιά και βασανίζονται οι ψυχές… Ήρθαν και κάποιοι εκπρόσωποι των ελληνιστών από την περιοχή της Γαλιλαίας, από τα Γέρασα, που αυτοί πιστεύουν, απ’ ό,τι μου είπαν, ότι οι ψυχές είναι άυλες ουσίες και προϋπάρχουν πριν από τον άνθρωπο. Μπαίνουν, λέει, στο σώμα του κατά τη γέννηση, και μετά το θάνατο φεύγουν για να μπουν μετά στο σώμα κάποιου άλλου… Περίεργα πράγματα… φίλε μου. Πολύ περίεργα… Και ζητούσαν κι αυτοί να μάθουν τι είδα, τι άκουσα, τι έμαθα… εκεί που ήμουν».

«Και συ τι τους απάντησες;» ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια του, ο Ιωσαφάτ. «Είδες τίποτα εκεί στο Σιεόλ που ήσουν; Συνάντησες τους προπάτορές μας, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Δαβίδ;».

«Τους είπα την αλήθεια: ότι δεν είδα τίποτα. Απολύτως τίποτα. Γιατί ήμουν σε μία βαθιά νάρκη, σ’ έναν μεγάλο ύπνο. Όπως, όταν κανείς κοιμάται βαριά και βαθιά χωρίς όνειρα, και δεν καταλαβαίνει τίποτα… κι ούτε πως περνάει ο χρόνος, ούτε τι γίνεται τριγύρω του. Έτσι ήμουν κι εγώ. Αλλά τους είπα και κάτι άλλο που τους συντάραξε και τους έριξε σε βαθιά περισυλλογή. Τους θύμισα, τι είπε ο σοφός Κοελέθ, ο Εκκλησιαστής: ότι οι ζωντανοί γνωρίζουν πως κάποτε θα πεθάνουν μα οι νεκροί δεν ξέρουν τίποτα. Τους είπα ακόμη ότι και ο ψαλμωδός, έλεγε, πως ο ζων, ο ζων θα σε υμνεί Θεέ, όχι αυτός που κατεβαίνει στον Άδη, στον τόπο της σιωπής, όπου οι διαλογισμοί του αφανίζονται όπως και το μίσος και η αγάπη και η ζήλια των ανθρώπων. Και τελικά, τους είπα κάτι ακόμη, που τους άφησε εμβρόντητους. Αν υπήρχε μία τέτοια ψυχή, η ψυχή μου σαν άυλη πεταλούδα που θα φτερούγιζε στον παράδεισο, μάλλον κακό μου έκανε ο Μεσσίας, ο λυτρωτής, που με έφερε πίσω στη γη. Γιατί δε μ’ άφηνε σ’ εκείνον τον ωραίο παράδεισο; Καλά θα ήμουν εκεί… Αν πάλι, δεν θα πήγαινε η ψυχή μου στον 7ο ουρανό, στον Παράδεισο, όπως νομίζουν κάποιοι, και πήγαινε σε κάποια κόλαση πυρός, τότε τι σόι φίλος του Μεσσία ήμουν; Θα ’μουν ανάξιος και να μ’ αναστήσει… Ο θάνατος, αδερφέ μου, οδηγεί σ’ ένα μεγάλο ύπνο. Όπως μου είπαν, ο Κύριός μου, ο Μεσσίας είπε για μένα, ότι κοιμόμουν και ήρθε εδώ στη Βηθανία, για να με ξυπνήσει. Και στο κοριτσάκι του Ιάειρου που το ανέστησε, τα ίδια είπε. Είπε ότι κοιμόταν… Και δεν τον πίστευαν, και γελούσαν σε βάρος του, μάλιστα. Για Εκείνον ο θάνατος ήταν ύπνος. Μη ξεχνάς, φίλε μου Ιωσαφάτ, ότι ο Νόμος και οι Προφήτες είναι ξεκάθαροι στο θέμα αυτό.

Ο θάνατος μοιάζει με ύπνο. Και οι νεκροί περιμένουν τη φωνή του Θεού να τους εγείρει κάποια μέρα, στην ‘έσχατη μέρα’. Εγώ ήμουν τυχερός που ο Ιησούς, ο Μεσσίας, ο Κύριός μου, μ’ έφερε πίσω στη ζωή, τη στιγμή που άρχισα σα πτώμα, να μυρίζω πια…»

Τη φωνή και τις σκέψεις του Ελεάζαρ, διέκοψαν ο θόρυβος και οι πατημασιές των άλλων επισκεπτών που περίμεναν. Ήταν ο εξάδελφός του ο Ιωράμ, που έφερνε μαζί του και κάποιον άγνωστο Ιουδαίο απ’ την Ιερουσαλήμ.

«Ειρήνη σε σένα Ελεάζαρ…».

«Ειρήνη και σ’ εσάς αδέρφια, Σαλώμ-Σαλώμ. Καθίστε», είπε ο Λάζαρος, δείχνοντας το σοφρά. Από μέσα μοσχομύριζε η πίτα που είχε ετοιμάσει η Μάρθα μαζί με κάποια υπηρέτρια. Ο Λάζαρος δεν το έκρυβε… Δεν ανήκε στους φτωχούς, τους αμ-χαρέτς. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά ούτε και κάποιος αξιοθρήνητος πτωχός. Ο Ιωράμ, αφού στρογγυλοκάθισε, έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό, και πέρασε κατ’ ευθείαν στο θέμα. «Ο αδελφός μας απ’ εδώ, θέλει να σου κάνει κάποιες ερωτήσεις, Ελεάζαρ. Θέλει να μάθει κάτι από σένα σαν ιδιαίτερα ευλογημένος που είσαι…».

«Να δω, σε τι μπορώ να βοηθήσω», είτε ο Λάζαρος με κάποια περίσκεψη, χαϊδεύοντας απαλά τη γενειάδα του. Ο επισκέπτης δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Μπήκε αμέσως στο θέμα που τον βασάνιζε: «Θέλω να μάθω, αν ξέρεις βέβαια Ελεάζαρ, τι εννοούσε ο μεγάλος Ραβί που τον άκουσα να κηρύττει στην Ιερουσαλήμ, και να λέει: ‘Μη φοβηθείτε αυτούς που θανατώνουν το σώμα και την ψυχή δεν μπορούν να σκοτώσουν’… και ακόμα, σε μία άλλη περίπτωση, θυμάμαι πως είπε, ότι ‘αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλτο. Καλύτερα να μπεις στη βασιλεία των Ουρανών, με ένα μάτι, παρά να ’χεις δύο, και να πας στη Γέεννα, όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει!’ Μίλησε, αν δεν κάνω λάθος, και για την κάμινο του πυρός…».

«Ναι… ναι, τα είπε όλα αυτά», απάντησε σιγανόφωνα ο Λάζαρος. «Ξέρω, ότι τα είπε. Μου τα είπαν οι άλλοι μαθητές Του, ότι τα είπε. Τι εννοούσε όμως; Πολλοί παρερμήνευαν τον μεγάλο προφήτη όσο τον άκουγαν… Άλλοι παρερμηνεύουν τα λόγια του ακόμα και τώρα… Αλλά εσύ, σαν Ιουδαίος, μυημένος στο Νόμο και στους προφήτες και στη γλώσσα τους, δεν είναι δύσκολο, θαρρώ, να το καταλάβεις. Ο Μεσσίας, μιλούσε πολλές φορές με γλώσσα γεμάτη με εικόνες και σύμβολα, όπως μιλούσαν και οι αρχαίοι προφήτες. Η Γέεννα, ξέρεις τι είναι, υπάρχει έξω απ’ την Ιερουσαλήμ. Είναι η αρχαία κοιλάδα του Εννώμ. Είναι σκουπιδότοπος, όπου ρίχνονται και τα πτώματα ανάξιων ταφής εγκληματιών… Εκεί υπάρχει συνεχώς αναμμένη φωτιά για να καίγονται σκουπίδια και πτώματα. Ο Μεσσίας μίλησε, χρησιμοποιώντας λόγια απ’ τον προφήτη Ησαΐα, εννοώντας ότι τα πτώματα θα καταβροχθίζονταν ή από τη φωτιά ή από τα σκουλήκια. Μίλησε λοιπόν για τη Γέεννα σα σύμβολο του θανάτου, της αιώνιας καταστροφής, χωρίς ελπίδα ανάστασης. Στη Γέεννα, μπορούν από το Θεό να καταστραφούν η ψυχή και το σώμα, ολόκληρος δηλαδή, ο άνθρωπος, σ’ αντίθεση με τους ανθρώπους που μπορούν να βλάψουν μόνο την παρούσα ζωή που εκφράζεται με τη σάρκα, το σώμα, και όχι την αιώνια ζωή, που ανήκει στο Θεό…»

Οι τέσσερις, συνομιλητές, έπεσαν σε βαθιά περισυλλογή. Να ’ταν έτσι όπως τα ’λεγε ο Λάζαρος; Ή μήπως ήταν κάπως αλλιώς; Μερικοί απ’ τους Φαρισαίους, αλλιώς τα εξηγούσαν τα λόγια των προφητών και τα πράγματα της μέλλουσας ζωής, στην ‘έσχατη ημέρα’.

«Δεν επιζεί τίποτα δηλαδή, μετά το θάνατο;» ρώτησε δειλά-δειλά, ο Ιωσαφάτ.

Ο Ελεάζαρ δεν απάντησε. Μετά από κάποια λεπτά, ακούστηκε η φωνή του ήρεμη και αποφασιστική. «Εγώ ξέρω, εκείνα που δίδαξαν οι αρχαίοι προφήτες και ο Κύριός μου, η Ελπίδα του Ισραήλ, το φως όλων των εθνών. Γιατί ξέρω, ότι το κήρυγμα του ευαγγελίου, διαδίδεται εδώ και χρόνια και στα έθνη, πια. Το κάνει ο εκ Ταρσού Σαούλ, με τους βοηθούς του κι άλλοι πιστοί Χριστιανοί. Οι προφήτες μιλούν για ανάσταση νεκρών. Για ανάσταση όλου του ανθρώπου. Και στο βιβλίο του Ιώβ, και στον Ησαΐα, και στον Ιεζεκιήλ, και στο Δανιήλ, έχω διαβάσει για νεκρούς που θ’ αναστηθούν με το σώμα τους, και μάλιστα θα κριθούν… Στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, είναι γραμμένο: «Οι νεκροί σου θα ζήσουν. Τα πτώματά μας θα εγερθούν». Ο Ιώβ προσευχότανε να τον κρύψει ο Θεός στον Άδη και να τον θυμότανε στον κατάλληλο καιρό. Θυμάμαι, ακόμα, τα λόγια του Κυρίου μου, που είπε: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή… κι αν πεθάνει κάποιος θα ζήσει… Εγώ θα τον αναστήσω στην έσχατη ημέρα». Σ’ άλλη περίπτωση είπε: «Θα ’ρθει ώρα που όλοι όσοι είναι στα μνήματα θ’ ακούσουν τη φωνή του Γιου του ανθρώπου και θα βγουν οι αγαθοί για ανάσταση ζωής και άλλοι, για ανάσταση κατάκρισης». Όλοι ξέρουμε, πως ο Μεσσίας θανατώθηκε έξω απ’ την Ιερουσαλήμ, από τα άνομα χέρια των Φαρισαίων και του Καϊάφα. Αλλά την τρίτη μέρα, αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς. Δεν έμεινε στον Άδη. Δεν είδε ο ίδιος φθορά και, βρίσκεται πια, ένδοξος, στα δεξιά του Πατέρα. Έχει όλη την εξουσία και τη δύναμη ν’ αναστήσει νεκρούς… στην έσχατη ημέρα, την ημέρα της κρίσης…»

«Έχω μία πολύ μεγάλη απορία, εξάδελφε», τον διέκοψε ξαφνικά ο Ιωράμ. «Καλά, εσύ και ο γιος της χήρας της Ναΐν και η κόρη του Ιάειρου και κάποιοι άλλοι ίσως, αναστηθήκατε με το ίδιο σας το σώμα. Αυτοί που πέθαναν όμως, και τα κουφάρια τους γίναν χώμα και σκόνη, και τα κόκκαλά τους διαλύθηκαν, που θα βρεθεί το σώμα τους ν’ αναστηθεί στην έσχατη ημέρα; Κάποιους τους φάγανε θηρία… Κάποιοι χάθηκαν στη θάλασσα και τους φάγανε τα ψάρια. Τι θα γίνει μ’ όλους αυτούς; Που θα βρεθούν τα νεκρά σώματά τους ν’ αναστηθούν; Το ρωτάω αυτό γιατί κάποιοι ραβίνοι, λένε, ότι θ’ αναστηθούμε στην εσχάτη ημέρα, ακριβώς με το ίδιο σώμα που είχαμε!».

Τα βλέμματα και των τριών επισκεπτών με μιας, καρφώθηκαν στο Λάζαρο. «Να, κάτι, που δε το σκέφτηκα», ψιθύρισε ο Ιωσαφάτ…

«Αν αναστηθούν όλοι οι νεκροί, αλλοίμονό μας!», μουρμούρισε κι ο επισκέπτης. «Πως θ’ αντικρύσουν οι δολοφόνοι, τα θύματά τους; Με τι μάτια; Που θα παν να κρυφτούν;…».

«Το πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί και με τι σώμα, είναι ένα μυστήριο, ένα ακατανόητο θέμα, φίλοι μου», απάντησε σε σιγανή φωνή ο Λάζαρος• «Η ανθρώπινη διάνοια είναι μικρή για να αντιληφθεί τη δύναμη, το μεγαλείο και τη δόξα του Θεού. Αλλά ο προφήτης από τη Ναζαρέτ, ο Κύριός μου, το έθιξε κι αυτό. Ενώ ο μαθητής του, ο Σαούλ, ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος, που λέγεται τώρα Παύλος, έγραψε σε επιστολές του, απ’ ό,τι ξέρω και μου είπαν άλλοι ‘οπαδοί της οδού’, αυτά που τού αποκαλύφθηκαν με πνεύμα Άγιο. Ο Κύριός μου, είπε, ότι πρέπει να πέσει ο κόκκος του σιταριού στο έδαφος και να πεθάνει. Απ’ τον κόκκο του σιταριού βγαίνει καινούργιο φύτρο, βγαίνει νέο σιτάρι. Τα ίδια είπε και ο απόστολός του, ο Παύλος. Το σώμα φθείρεται, καταστρέφεται, διαλύεται. Το δικό μου σώμα είχε αρχίσει να φθείρεται, αλλά ο Μεσσίας μού το αποκατέστησε υγιές. Τα σώματα αυτών που πέθαναν και διαλύθηκαν, δε χρειάζεται να βρεθούν. Ο Θεός, με την άπειρη δύναμή Του και την σοφία Του και την άπειρη μνήμη Του, θ’ αναστήσει τους νεκρούς, δίνοντάς τους καινούργιο σώμα με τα ίδια παλιά χαρακτηριστικά. Ίσως, δε ξέρω, λέω ίσως, το σώμα του αναστημένου να έχει την εμφάνιση, και τη μορφή, που αυτός είχε πριν πεθάνει. Κι αυτός θα γνωρίζει πολύ καλά ποιος είναι και οι άλλοι θα τον αναγνωρίζουν ποιος είναι, αφού θα ’χει την ίδια γνώση και την ίδια μνήμη. Έτσι, ο Θεός, θα μπορέσει ν’ αναστήσει και τον πιστό φίλο του Δαβίδ, τον Ιωνάθαν, μολονότι το σώμα του αποτεφρώθηκε. Δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσει τα ίδια μόρια που βρίσκονταν στο σώμα των νεκρών. Θα χρησιμοποιήσει νέα στοιχεία, αλλά το άτομο θα ’ναι το ίδιο. Τα σώματα της ανάστασης θα είναι ένδοξα σώματα, διαφορετικά!»

«Δηλαδή, άδικα οι Αιγύπτιοι βαλσαμώνουν τα σώματα των νεκρών; Και δε πρέπει να φοβόμαστε τη διάλυση του σώματος στο θάνατο; Η ανάσταση είναι ένα θαύμα, το θαύμα των θαυμάτων και… θαύματα δε φαίνεται να γίνονται», μουρμούρισε με έκδηλη απορία στα μάτια ο Ιουδαίος επισκέπτης. Οι σκέψεις του συννέφιασαν το πρόσωπό του. Τα αδρά χαρακτηριστικά του, έδειξαν πιο σκληρά, μέσα στο λιγοστό φως.

Ο Ελεάζαρ δεν απάντησε αμέσως στα λόγια του. Μετά από λίγα λεπτά, αργά και καθαρά, χαμογελώντας, άρχισε να μιλάει: «Ας μη μικραίνουμε τη δύναμη του Θεού και τη σοφία Του, κατεβάζοντάς τες, στα δικά μας μέτρα… Ο Κύριος κάποτε είπε, ότι ο Θεός είναι Θεός ζώντων. Στη βασιλεία του δε θα υπάρχουν ασώματες ψυχές αλλά θα νικηθεί ο θάνατος, ο έσχατος εχθρός, με την ανάσταση ολόκληρου του ανθρώπου. Του ανθρώπου που πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού. Χωρίς σώμα δεν υπάρχει πρόσωπο. Εκείνο που μετράει, είναι, να είναι κανείς άξιος να μπει στη Βασιλεία των Ουρανών… Τα άλλα, θα τα μάθουμε αργότερα. Τώρα μάς χρειάζεται πίστη, ελπίδα και αγάπη… Τα άλλα είναι δουλειά του Θεού, του δημιουργού του ουρανού και της γης. Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν και να πεθάνει, θα ζήσει, όπως κι εγώ ξανάζησα… Η ανάσταση είναι πράγματι ένα θαύμα, θαύμα μεγάλο, και κανείς δε θα πρέπει να περιμένει θαύματα στην τωρινή ζωή για να πιστεύει στο θεό και στη σοφία και την αγάπη και την δύναμή του και στο μελλοντικό θαύμα της αιώνιας ζωής… Κάποιοι έρχονται, εδώ σε μένα, για να με δουν και να μάθουν πως ήμουνα νεκρός και ξανάζησα βγαίνοντας απ’ τον Σιεόλ, τον Άδη, τον τόπο της σιωπής. Και αμφιβάλλουν. Και δεν πιστεύουν ότι ήμουνα νεκρός και ξανάζησα. Αλλά δε χρειάζεται να βλέπουν θαύματα για να πιστέψουν. Ο Μεσσίας είχε πει σε μια παραβολή Του, ότι οι άνθρωποι έχουν το Νόμο και τους προφήτες. Αν δεν πιστεύουν στο Μωυσή και τους προφήτες, ούτε κι αν έρθει κάποιος από τους νεκρούς, απ’ το τόπο των νεκρών και της σιωπής, θα πιστέψουν…».

Οι τρεις Ιουδαίοι κρατούσαν την αναπνοή τους ακούγοντας τα παράξενα γι’ αυτούς λόγια του Ελεάζαρ. Εκείνος συνέχισε: «Εγώ είμαι κάποιος που πέθανα… ήρθα απ’ τους νεκρούς πίσω στη ζωή και ξανάζησα, με του Θεού τη δύναμη. Είναι βέβαιο, ότι θα ξαναπεθάνω. Ήδη είμαι γέρος. Αλλά είναι σίγουρο, ότι θα ξαναζήσω στην παλιγγενεσία, στην ημέρα της ανάστασης όλων των νεκρών. ‘Μακάριοι είναι οι μη ιδόντες και πιστεύοντες’, έτσι είπε ο Μεσσίας. Πιστέψτε με, αδέρφια, πολύ πιο μακάριοι είναι αυτοί που χωρίς να βλέπουν, πιστεύουν,… απ’ εκείνους που βλέπουν και δεν πιστεύουν, αλλά ζητούν συνεχώς σημεία και τέρατα… θαύματα μεγάλα, για να πιστέψουν. Η πίστη είναι θέμα καρδιάς… και δεν υπάρχει σ’ όλους… Ακόμα κι αν έρθει κάποιος απ’ τους νεκρούς δεν θα πιστεύουν όσοι δεν θέλουν να πιστεύουν. Θα ’χουν πάντα μια δικαιολογία… για να δικαιολογούν όσα τους υπαγορεύει η άπιστη καρδιά τους…»