Οι αυταπάτες του Δαρβίνου

«Ξέρω πολύ καλά πως σχεδόν δεν
υπάρχει ούτε ένα σημείο του βιβλίου μου
όπου δεν θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν
γεγονότα που συχνά φαίνεται να οδηγούν
σε συμπεράσματα φαινομενικά
αντίθετα απ’ εκείνα όπου
κατέληξα εγώ…

Αν λάβουμε υπ’ όψη
όσο πρέπει τη βαθιά μας
άγνοια… δεν πρέπει να
παραξενευόμαστε επειδή
πολλά ζητήματα σχετικά
με την καταγωγή των ειδών
και των ποικιλιών μένουν ακόμα
ανεξήγητα».
Δαρβίνος (1859)

 

Ο φετινός εορτασμός των 200 χρόνων από τη γέννηση του Κάρολου Δαρβίνου (1809-1882), του ανθρώπου που θεωρήθηκε ως ο «Κοπέρνικος της Βιολογίας» και 150 χρόνων από τη δημοσίευση της Καταγωγής των ειδών (1859), βρήκε πολλούς απροετοίμαστους και απρόθυμους να επανασκεφτούν κατά πόσο ο επαναστάτης αυτός, χωρίς ειδικότητα ερευνητής της φύσης, είπε μεγάλες αλήθειες ή περιέπεσε σε μεγάλες ανακολουθίες, αυταπάτες και πλάνες, ως προς το θέμα που ολόκληρη η ζωή τον απασχόλησε. Το θέμα, δηλαδή, της καταγωγής των ειδών… από μία, ή λίγες μόνο αρχικές μορφές ζωής, που εξελισσόμενες (μεταβαλλόμενες) μέσα σε (δισ)εκατομμύρια χρόνια, έφθασαν να παραγάγουν το «ένδοξο καύχημα του σύμπαντος, τον άνθρωπο», κατά την έκφρασή του.

Ενώ η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει αποδεχτεί τον Δαρβινισμό σχεδόν σαν άρθρο πίστεως, σαν τη μόνη δυνατή εξήγηση της ύπαρξης και της ποικιλομορφίας της ζωής, μια προσεχτική διερεύνηση των ισχυρισμών του Δαρβίνου και στη συνέχεια των ισχυρισμών των Νεο-δαρβινιστών, μπορεί να αποκαλύψει μεγάλα κενά και ανεπαρκή γνώση σε πολλά θέματα, ώστε βάσιμα να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα, ότι ο Δαρβίνος γενικοποίησε ορισμένες παρατηρήσεις του στα νησιά Γκαλαπάγκος και κατέληξε στη βασική θεωρία του ότι όλα τα είδη και όλα τα έμβια όντα προήλθαν από έναν αρχέγονο οργανισμό με μηχανιστικό τρόπο, χωρίς όμως κάποια παρατήρηση μεταβολής ενός είδους σε άλλο, και χωρίς κάποιο πείραμα, που να επιβεβαιώνει τον παράτολμο αυτόν ισχυρισμό.

Εν πρώτοις, εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής, είναι ότι όπως είναι γνωστό, ο Δαρβίνος δεν εφηύρε την ιδέα του μεταμορφισμού ο ίδιος, ούτε την ιδέα της φυσικής επιλογής. Την πήρε από άλλους προγενέστερους. Από τον Robert Chambers που έγραψε στο βιβλίο του Ίχνη (1844), και από τον παππού του τον Έρασμο Δαρβίνο, που είχε υποστηρίξει τον αγώνα περί υπάρξεως στο βιβλίο του Ο Ναός της φύσεως. Πολύ περισσότερο πρέπει να τονιστεί ότι, ο Δαρβίνος είχε την περίεργη-αφελή άποψη, ότι πρέπει πρώτα να έχεις μια θεωρία και μετά να ψάχνεις να βρεις στοιχεία που να την υποστηρίζουν… Όπως έγραψε στον φίλο του Charles Lyell «χωρίς τη δημιουργία θεωριών, είμαι πεπεισμένος ότι δεν θα υπήρχαν παρατηρήσεις(!) Γι’ αυτό χρησιμοποιούσε πυκνά-συχνά τις λέξεις, ίσως, πιθανόν, πιστεύω ή θα πρέπει κ.λπ. Αναγνώριζε, λοιπόν, ότι καθαρά επαγωγικές παρατηρήσεις είναι ανύπαρκτες, γιατί αν ο παρατηρητής δεν είχε ήδη στο μυαλό του μια ιδέα για το τι αναζητούσε, τότε δεν θα παρατηρούσε απολύτως τίποτα. Ο Δαρβίνος, έτσι αποκαλύπτεται, προϊδεασμένος να παρατηρεί οτιδήποτε ήθελε αυτός και με μια υποθετική επαγωγική μέθοδο, να καταλήγει εκεί που αυτός ήθελε.

Σε μια επιστολή του στον Φ. Γ. Χιούτον (20 Απριλίου 1861), έλεγε: «Πραγματικά… δεν ισχυρίζομαι ότι προβάλλω άμεσα επιχειρήματα της μεταβολής του ενός είδους σε άλλο, πιστεύω όμως, ότι η θεωρία αυτή είναι στη βάση της σωστή γιατί έτσι πολλά φαινόμενα μπορούν να ομαδοποιηθούν και να εξηγηθούν». Η αρχική σύλληψη λοιπόν της περίφημης θεωρίας του, έγινε κατά τις περιοδείες του στα νησιά Γκαλαπάγκος, αλλά έχοντας ήδη μέσα του το σκουλήκι, από προγενέστερους, και από τους αρχαίους Έλληνες Αναξαγόρα, Εμπεδοκλή και άλλους, που υποστήριζαν την καταγωγή του ανθρώπου από τα ζώα.

Είναι ενδιαφέρον, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της δαρβίνειας σκέψης, και να δούμε ποιοι είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της.

 

Θεωρία και υπο-θεωρίες

Οι περισσότεροι ίσως γνωρίζουν τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου, αλλά αγνοούν ότι για να στηρίξει τη θεωρία του ο Δαρβίνος, στηρίχτηκε σε διάφορες βοηθητικές υπο-θεωρίες, και προϋποθέσεις, που αν αποδεικνύονταν εσφαλμένες ή ανεπαρκείς τότε κι ολόκληρη η θεωρία του θα κατέρρεε… Ποιες είναι αυτές, οι προϋποθέσεις; Ας δούμε μερικές.

1. Η φυσική επιλογή, η θεωρία που λέει ότι η φύση επιλέγει τους καλύτερους και ικανότερους εκπροσώπους ενός είδους, είναι μια έννοια που περικλείει βεβαίως μιαν αλήθεια, η οποία όμως στην ουσία της, είναι μία ταυτολογία. Η θεωρία λέγει, ότι, στον αγώνα της ζωής επιβιώνει το πιο ικανό και προσαρμοσμένο άτομο· και στην ερώτησή μας, γιατί επιβιώνει, δίνεται η απάντηση: γιατί ακριβώς είναι αυτό που επιβιώνει στις δύσκολες συνθήκες… Προσαρμοσμένο άτομο και επιβίωση είναι ταυτόσημες έννοιες, κι αυτό είναι κάτι που δεν το ανέλυσε επαρκώς ο Δαρβίνος.

Επί πλέον η έκφραση φυσική επιλογή, περιέχει μια ενδογενή αντίφαση. Διότι, η επιλογή προϋποθέτει νόηση και βούληση, ενώ η φύση δεν διαθέτει ούτε νόηση ούτε βούληση! Η επιλογή αποκλείει την τύχη! «Η φυσική επιλογή είναι τυφλή, ασυνείδητη, αυτόματη διαδικασία» (R. Dawkins). «Επιλογή σημαίνει χρήση κριτηρίων για πραγματοποίηση επιδιωκόμενου σκοπού… Τύχη και επιλογή είναι έννοιες ασυμβίβαστες και δεν πρέπει να συγχέεται (όπως έκανε ο Δαρβίνος) η φυσική επιλογή με την τεχνητή» (Θ. Διαννελίδης).

2. Εν πάση περιπτώσει, η έκφραση παρά την ποιητικότητά της (ο Δαρβίνος έγραψε ότι η φύση είναι ένα είδος μυστηριώδους προσωπικότητας), επικράτησε· αλλά το ζήτημα, είναι, ότι ο Δαρβίνος εμπνεύστηκε την θεωρία του από την τεχνητή επιλογή και κατ’ αναλογίαν. Είδε ότι οι καλλιεργητές και οι κτηνοτρόφοι κατόρθωσαν να πετύχουν με διασταυρώσεις κατευθυνόμενες, νέες ράτσες, και φαντάστηκε ότι το ίδιο θα πετύχαινε και η φύση. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «αφού ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει, και ασφαλώς πέτυχε σπουδαία αποτελέσματα με τα μεθοδικά και ασύνειδα μέσα επιλογής, σκεφτείτε τι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η φυσική επιλογή» (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 91).

Αλλά, βέβαια, όπως μπορεί ν’ αποδειχτεί, η ενέργεια του ανθρώπου για κατασκευή, επιλογή ρατσών, με διασταύρωση, δεν είναι ανάλογη με την ενέργεια της φύσης και της φυσικής επιλογής, αλλά εκ διαμέτρου αντίθετη! Διότι ο άνθρωπος, έχει υπόψη του ένα σκοπό: την παραγωγή μιας βελτιωμένης ράτσας για ειδικούς λόγους, ενώ η φύση δεν έχει κανέναν! Η κατευθυνόμενη διασταύρωση του ανθρώπου, γίνεται ακριβώς για να προστατευθούν είδη από την αλόγιστη φυσική επιλογή! Επιπλέον, ο παραπάνω ισχυρισμός του Δαρβίνου είναι αντιφατικός, διότι τα μεθοδικά μέσα του ανθρώπου δεν είναι ασύνειδα. Τα μέσα επιλογής του είναι αναφανδόν συνειδητά! Ο ίδιος ο Δαρβίνος αναγνώρισε ότι η αναλογία, δεν οδηγεί πάντα σε επιθυμητά αποτελέσματα και πρέπει κάποιος να είναι επιφυλακτικός.

Ακόμα αναγνώρισε, τελικά, ότι η φυσική επιλογή έχει παρεξηγηθεί, διότι «μερικοί φτάσανε να φανταστούν (!) πως η φυσική επιλογή προκαλεί μεταβλητότητα, ενώ συνεπάγεται μονάχα τη διατήρηση των ποικιλιών εκείνων που εμφανίζονται και που είναι ευεργετικές στο ον στις συνθήκες ζωής του» (σελ. 89).

Έτσι φαίνεται καθαρά, ότι η υποβοηθητική θεωρία της αναλογίας που οδήγησε στην έννοια της φυσικής επιλογής, και είναι από τους κεντρικούς στύλους και πυλώνες της δαρβίνειας θεωρίας, είναι μια δαρβίνεια αυταπάτη. Συντελεστής της φυσικής επιλογής κατά τον Δαρβίνο είναι ο αγώνας για την ύπαρξη (struggle for existence) αλλά αυτός, εν μέρει, ενώ λειτουργεί στη φύση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι εμπνευσμένος από τον Τ. Malthus, που μίλησε για τον υπερπληθυσμό ως αιτία των ανταγωνισμών, και ο Δαρβίνος το εφήρμοσε αυτό στη φύση με τον δικό του τρόπο.

3. Άλλη μια βασική προϋπόθεση/υπο-θεωρία του Δαρβίνου, είναι η θεωρία της παγγένεσης ή της κληρονομικότητας των επίκτητων χρήσιμων μεταβολών. Ο Δαρβίνος πίστευε ότι μικρά μόρια από ολόκληρο το σώμα μετακινούνταν στα κύτταρα του ωαρίου και του σπέρματος, τροποποιώντας τα, σύμφωνα με τις συνήθειες που είχαν αποκτήσει οι οργανισμοί. Η θεωρία αυτή του Δαρβίνου, βέβαια, διατυπώθηκε πριν γίνουν γνωστοί οι νόμοι της κληρονομικότητας του Mendel. Ο Δαρβίνος καθ’ ομολογίαν του, διατύπωσε τη θεωρία του καθ’ ην στιγμήν «οι νόμοι που κατευθύνουν την κληρονομικότητα είναι εξ ολοκλήρου άγνωστοι (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 169). Το ερώτημα όμως είναι: Πως, αφού αγνοούνταν οι νόμοι της κληρονομικότητας, μπορούσε να διατυπώσει κάποιος επιτυχώς, μια θεωρία περί μεταβολής των ειδών; Η δυσκολία, ή καλύτερα το άτοπον της θεωρίας του Δαρβίνου, φάνηκε, λίγο αργότερα, όταν διατυπώθηκαν από τον μοναχό Gregor Mendel το 1865 οι νόμοι της κληρονομικότητας, επί των οποίων στηρίζεται η σύγχρονη Γενετική, και στη συνέχεια αποδείχτηκε από τον Γερμανό August Weismann, και τα πειράματά του, ότι οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται. Γύρω στα 1900, ερευνητές όπως ο Hugo de Vries, κατέδειξαν την αδυναμία της φυσικής επιλογής για τη δημιουργία νέων ειδών, δίνοντας έμφαση στις απότομες και αιφνίδιες αλλαγές των χρωμοσωμάτων, τις περίφημες μεταλλάξεις (άλματα) που προκαλούν μικροεξέλιξη αλλά υποτίθεται ότι προκαλούν και τη μακροεξέλιξη. Στις μεταλλάξεις και στην τύχη, στηρίζεται περισσότερο ο σύγχρονος Νεοδαρβινισμός, παρά στη συσσώρευση μικρών μεταβολών, που πίστευε, ως παράγοντα εξέλιξης, ο Δαρβίνος. Ακόμα μια αυταπάτη του Δαρβίνου, παραμερίστηκε και ρετουσαρίστηκε, ώστε το όνομά του, να φιγουράρει… ενώ η αντίληψή του περί κληρονομικότητας ήταν πλανεμένη, και συνεπώς, η θεωρία του περί φυσικής επιλογής έπαθε έκλειψη… (Reymond Rogar).

4. Βοηθητική της φυσικής επιλογής θεωρία, υπήρξε και η άλλη δαρβίνεια θεωρία της σεξουαλικής επιλογής (sexual Selection). Σύμφωνα μ’ αυτήν, πρέπει να δοθεί διαφορετική εξήγηση από τη φυσική επιλογή σε αρκετές περιπτώσεις. Όπως η περίπτωση πολύχρωμων φτερών σε πουλιά, που δεν τους ωφελούν για τον αγώνα τους στην επιβίωση, αλλά μπορεί μάλλον να την βλάψουν. Για να εξηγήσει την αντίφαση αυτή ο Δαρβίνος, υποστήριξε τη σεξουαλική επιλογή, κατά την οποία, άτομα ενός φύλου (τα αρσενικά) ανταγωνίζονται μεταξύ τους, για την κατοχή του άλλου φύλου, τα θηλυκά. Τα ικανότερα, αποκτούν απογόνους. Εδώ υπεισέρχονται παράγοντες, όπως πονηριά, δύναμη και ομορφιά. Αλλά και η θεωρία αυτή παρουσίασε πολλές δυσκολίες. Πρώτα, πρώτα, δεν εμφανίζεται στα φυτά, όπου δεν έχουμε διαπάλη επικράτησης μέσω της σεξουαλικής προτίμησης. Δεύτερον, ο Δαρβίνος δεν ήταν σίγουρος αν εφαρμοζόταν η σεξουαλική επιλογή στα πτηνά και ιδιαίτερα σε μεγάλο μέρος του ζωικού βασιλείου. Τελικά, μόνο σε ένα μικρό μέρος ατόμων θα μπορούσε να ισχύσει αυτή η παρατήρηση, η οποία όμως, και πάλι δεν μπορούσε να οδηγήσει στην ερμηνεία παραγωγής νέων ειδών, αφού η διασταύρωση στα ζώα ατόμων ετεροειδών, είναι σπάνια. Υπάρχουν και άλλες βοηθητικές υπο-θεωρίες, όπως η επίδραση του περιβάλλοντος και η συσχέτιση οργάνων μεταξύ τους, αλλά κι αυτές κατέληξαν σε αδιέξοδο ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της επιστήμης John R. Thuillier, «μερικές φορές διαβάζοντας τη θεωρία του Δαρβίνου, έχεις την εντύπωση ότι ο Δαρβίνος προσπαθεί με αυθαίρετες παρεμβάσεις και με κάθε θυσία να προστατεύσει τη φημισμένη θεωρία του». Αυτό άλλωστε το αναγνώρισε και ο ίδιος ο Δαρβίνος γράφοντας ότι «πολλές ιδέες που εκφράστηκαν εδώ είναι θεωρητικής τάξεως και αναμφίβολα θα βρεθεί ποιες θ’ αναγνωριστούν ανακριβείς» (Η καταγωγή του ανθρώπου).

 

Ασάφεια ως προς την έννοια του είδους

Όλη η προσπάθεια του Δαρβίνου έγινε από μέρους του, για να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών από άλλα είδη και από πιο πρωτόγονες μορφές ζωής που διαρκώς εξελίσσονταν σε συνθετότερες. Το κρίσιμο όμως ερώτημα ήταν: Tι είναι είδος; Μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς; Διότι, η κατάταξη κάποιων όντων σε ένα είδος, γίνονταν με βάση συνήθως την εξωτερική ομοιότητά τους, με καθαρά μορφολογικά στοιχεία. Αλλά το κριτήριο αυτό, αποδείχτηκε πολύ εύθραυστο κι επισφαλές. Ο Δαρβίνος αναγνώρισε τη δυσκολία, γράφοντας ότι «είναι αφάνταστα δύσκολο ν’ αποφασίσει κανείς αν πρέπει να κατατάξει μια μορφή σαν ποικιλία της άλλης, ακόμα κι όταν είναι στενά συνδεδεμένη μ’ ενδιάμεσους κρίκους… Κατά συνέπεια για να καθορίσουμε αν μια μορφή πρέπει να ταξινομηθεί σαν είδος ή ποικιλία, μας φαίνεται πως ο μόνος οδηγός είναι η γνώμη των φυσιοδιφών που έχουν γερή κρίση και μεγάλη πείρα. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις πρέπει ν’ αποφασίσουμε σύμφωνα με την πλειοψηφία των φυσιοδιφών…» Σ’ άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 171) διερωτάται: «Αν τα είδη κατάγονται από άλλα με ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις, γιατί να μη βλέπουμε παντού μεταβατικές μορφές και να μην επικρατεί στη φύση σύγχυση αντί να είναι είδη όπως τα βλέπουμε τώρα σαφώς καθορισμένα;» Στο άλλο βιβλίο του, πάλι, Η καταγωγή του ανθρώπου λέει ότι ο «όρος είδος είναι «αυθαίρετος» (σελ. 201) και «δεν είναι δυνατόν να σύρουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή στα είδη» (σελ. 488).

Ολόκληρα βουνά από θεωρίες και υποθέσεις, λοιπόν, για να εξηγηθεί κάτι, που δεν είναι σαφές και γνωστό, και το πως εξελίχτηκε μία μορφή σ’ άλλη μορφή, και που για να πούμε αν παρήχθη νέο είδος, πρέπει να στηριχτούμε στη γνώμη κάποιων φυσιοδιφών…

Η ασάφεια της έννοιας είδους, είναι κάτι που καταταλαιπώρησε και μπέρδεψε το Δαρβίνο σ’ όλη του τη ζωή αλλά ακόμη και τους επίγονούς του. Γι’ αυτό ο επιστήθιος φίλος του ο Thomas Huxley, παραδέχτηκε ότι μετά από επτά αναγνώσεις του βιβλίου του Δαρβίνου, κατενόησε, ότι αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο βιβλίο… Ο Ernst Mayr, αναγνώρισε, ότι ο Δαρβίνος ατυχώς μπερδεύτηκε και δεν κατάφερε να απαντήσει στο ερώτημα πολλαπλασιασμού των ειδών, ούτε της ειδογένεσης. Και ο νέο-δαρβινιστής καθηγητής George Simpson, διαβεβαιώνει, ότι παρά τον τίτλο του, το βιβλίο του Δαρβίνου, δεν καταφέρνει να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών. Επίσης ο παλαιοντολόγος Colin Patterson, παραδέχεται ότι δεν μας λέει τίποτα για την προέλευση των ειδών!

Αλλά η σύγχυση εξακολουθεί σαφώς μέχρι σήμερα. Γιατί, ακόμα και σήμερα οι φυσιοδίφες, δεν έχουν κατά την ομολογία του Δαρβίνου του 20ού αιώνα, του Ernst Mayr, καταλήξει σε γενική ομοφωνία για τον ορισμό του είδους (Τι είναι εξέλιξη, σελ. 203, 204). Οι βιολόγοι, τείνουν, απλά να δεχθούν ως κριτήριο την ικανότητα διασταύρωσης με γόνιμο αποτέλεσμα. Κάθε ομοιότητα πρέπει να οφείλεται σε ομοιότητα γόνων, σε ομοιότητα κληρονομικού υλικού και μόνο. Εδώ, όμως, μπαίνει αυτόματα το φράγμα της μη αναπαραγωγής, ως φράγμα αξεπέραστο μεταξύ των διαφορετικών ειδών που συνηγορούν για την σταθερότητά τους. Γι’ αυτό έγραψε ο διάσημος εξελικτικός R. Goldsmith, «… πουθενά δεν (φαίνεται παλαιοντολογικά) να παραβιάστηκαν τα όρια των ειδών, τα δε όρια αυτά είναι χωρισμένα από τα όρια των επόμενων καλών ειδών, με το αγεφύρωτο χάσμα, που κι αυτό εμπερικλείει στειρότητα». (The Material basis of Evolution, σελ. 165, 168).

Το πρόβλημα λοιπόν, του τι είναι είδος, κι αν και πως εξελίσσεται ώστε να παραχθεί, νέο, κλπ. υπήρξε η μεγαλύτερη δυσκολία, ο μεγαλύτερος σκόπελος όπου ναυάγησε ο Δαρβίνος, παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειές του, να ερμηνεύσει με το δικό του τρόπο, τη φύση και να εξηγήσει κάποια άγνωστα ή περίεργα φαινόμενα. Γι’ αυτό και έγραφε: «Αν η θεωρία μου είναι σωστή…» (σελ. 177). Ατυχώς, και σήμερα, η έννοια είδος είναι συγκεχυμένη, αφού οι Νεοδαρβινιστές μιλούν για ειδογένεση μέσω μεταλλάξεων, που στην πραγματικότητα είναι δημιουργία γενετικής ποικιλομορφίας υποειδών ή ρατσών, μέσα στα πλαίσια ενός είδους τα μέλη του οποίου μπορούν και διασταυρώνονται με γόνιμο αποτέλεσμα. Η γονιμότης ή αγονία, είναι το τελικό κριτήριο.

Οι περίφημες σπίζες (σπίνοι) του Δαρβίνου, που παρατήρησε στα νησιά Γκαλαμπάγκος με την ποικιλομορφία των ραμφών, στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν ότι ένα είδος μπορεί να προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενες συνθήκες για επιβίωση, αλλά δεν δημιουργούν την περίφημη μακροεξέλιξη, το μεγάλο όνειρο του Δαρβίνου και των Νεο-δαρβινιστών.

 

Δυσκολίες και διαψεύσεις

Σ’ ένα κεφάλαιο ολόκληρο, το έκτο, του βιβλίου του, ο Δαρβίνος αναφέρεται στις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει ο ίδιος προκειμένου να πείσει με τη θεωρία του. Τις αναφέρει και τις ταξινομεί. Και ενώ ομολογεί, ότι μερικές απ’ αυτές, όπως η έλλειψη ή σπανιότητα των μεταβατικών ποικιλιών, ή τα όργανα εξαιρετικής τελειότητας κ.ά., είναι τόσο σοβαρές, που «ως αυτή τη στιγμή δε μπορώ να τις σκεφτώ χωρίς να κλονιστώ κάπως», νομίζει τελικά, πως με τη θεά του, τη φυσική επιλογή, τις ξεπερνά, ή ότι ο χρόνος με νέες ανακαλύψεις θα τον δικαιώσει αργότερα. Για το μάτι π.χ. γράφει: «Ομολογώ πως φαίνεται ολότελα παράλογη η υπόθεση ότι η φυσική επιλογή κατόρθωσε να σχηματίσει τον οφθαλμό με όλες της άφθαστης τελειότητας ικανότητες…» αλλά ενώ δίνει κάποιες υποθετικές εξηγήσεις («πρέπει να υποθέσουμε», γράφει ξανά και ξανά), αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο η λογική να επιβληθεί στη φαντασία… Και ακόμη, ότι «αν θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί πως υπήρξε οποιοδήποτε πολύπλοκο όργανο, που να μην είναι δυνατό να ’χει σχηματιστεί από μία σειρά πολυάριθμες, διαδοχικές και ελαφρές μεταβολές, η θεωρία μου θα κατέρρεε εντελώς…» Τις ίδιες δυσκολίες αναγνωρίζει και για τα ένστικτα των ζώων και κυρίως τις ικανότητές της μέλισσας (σελ. 271). Ο Δαρβίνος ξεπερνάει με το μυαλό του τις δυσκολίες, ομολογώντας σε πολλά άγνοια, και χρησιμοποιώντας πάνω από 800 φορές εκφράσεις όπως, ίσως, πιθανόν, θα πρέπει, υποθέτω, τείνω να πιστέψω, είμαι διατεθειμένος να πιστέψω, κ.ά (βλ. ενδεικτικά σελ. 17, 20, 203, 342 και 482). Σε πολλές περιπτώσεις, επικαλείται άλλους σαν αυθεντίες, με την έκφραση «ο τάδε απόδειξε», ή «ο τάδε με διαβεβαίωσε…»

Η κύρια διάψευση όμως της θεωρίας του, έρχεται καθ’ ομολογίαν του από την Παλαιοντολογία, που ενέχει εν προκειμένω θέσιν αυτοψίας.

Πως προήλθε η ζωή; Ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους εξελικτικούς μέχρι σήμερα. Αναπάντητο. Κατά τον R. Jastrow, ένα θαύμα! Ο Δαρβίνος στην Καταγωγή του ξεπερνάει τον σκόπελο, υποστηρίζοντας ότι η ζωή εμφυσήθηκε σε μια μορφή ή σε λίγες από το Δημιουργό (σελ. 507). Άρα, έτσι, πάμε στο θαύμα… Σ’ άλλη περίπτωση όμως, υποστήριξε, ότι μπορούσε η ζωή να παραχθεί αυτομάτως, αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες μέσα σε μια μικρή θερμή λιμνούλα ως αποτέλεσμα χημικών ενώσεων. Από κει και πέρα, ο δρόμος ήταν εύκολος. Αν όμως έγινε αυτόματη γένεση, τι αποδείξεις υπήρχαν στα απολιθώματα; Τι έχει να μας πει η παλαιοντολογία; Για τους περισσότερους, ίσως, είναι άγνωστο το περίφημο αίνιγμα των Κάμβριων απολιθωμάτων, όπως ονομάστηκε, το αίνιγμα, που ενοχλεί τον λαλίστατο Richard Dawkins και τον κάνει να το σχολιάσει με δύο αράδες όλο κι όλο. Κι αυτό είναι το εξής:

Στα προ-κάμβρια πετρώματα, δεν υπάρχουν ζωικά απολιθώματα. Αλλά στα Καμβριανά λεγόμενα απολιθώματα που βρίσκονται ακριβώς από πάνω, υπάρχει πλήθος απολιθωμάτων (π.χ. τριλοβίτες, βρυόζωα κ.λπ.) γιατί ζούσαν τόσο πολύπλοκοι οργανισμοί, όσο είναι οι σύγχρονοι συγγενείς τους. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή, εμφανίσθηκε ξαφνικά, με «εξελιγμένες» ζωικές πολυκυτταρικές μορφές και όχι βαθμιαία από απλούστερες κατώτερες, σε ανώτερες. Δεν υπάρχουν ούτε ίχνη προγόνων των ζώων αυτών, ούτε ενδιάμεσες μορφές. Αυτό συνηγορεί για πράξη δημιουργίας μάλλον, παρά για εξέλιξη ζωής από τα απλούστερα μονοκύτταρα σε συνθετότερα πολυκύτταρα. Τη δυσκολία την αναγνώρισε ο ίδιος Δαρβίνος. Έγραψε: «Δεν μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση». Δικαιολόγησε την αδυναμία, με το σκεπτικό πως ένα μόνο μικρό τμήμα της υδρογείου είναι γνωστό με ακρίβεια.

Αυτή όμως η δυσκολία που προκύπτει από την παλαιοντολογία δεν είναι η μοναδική. Υπάρχουν και άλλες μεγαλύτερες. Αν η εξέλιξη των όντων, από ένα κύτταρο στον άνθρωπο, ήταν γεγονός, θα έπρεπε να βρίσκαμε εκατοντάδες χιλιάδες συνδετικούς, μεταβατικούς ενδιάμεσους τύπους (κρίκους) μεταξύ των ειδών, γενών, οικογενειών και τάξεων του ζωικού και φυτικού βασιλείου. Θα έπρεπε να βρίσκαμε στα απολιθώματα τέτοιους συνδετικούς κρίκους, που να δείχνουν πώς κάποια ψάρια έγιναν αμφίβια, πώς το πτερύγιο μετατράπηκε σε πόδι, πώς τα ερπετά έγιναν πουλιά, πώς εμφανίστηκαν τα θηλαστικά, μερικά απ’ τα οποία έγιναν κήτη κ.λπ. Κάτι τέτοιο όμως, δεν αποκαλύπτουν τα γεωλογικά στρώματα, ούτε το αρχείο των βράχων, ούτε τα απολιθώματα. Έτσι η θεωρία της εξέλιξης εμφανίζεται σαν υπόθεση χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς απόδειξη. Σπίτι χωρίς θεμέλιο. Ή, για ν’ αλλάξουμε την παρομοίωση, μιλούμε για ανθρωποκτονία, χωρίς να έχει βρεθεί πτώμα, ούτε το θανατηφόρο όπλο… Τη δυσκολία αναγνώρισε και πάλι ο ίδιος ο Δαρβίνος λέγοντας ότι «ο αριθμός των ενδιαμέσων ποικιλιών που υπήρξαν άλλοτε θα πρέπει να ’ναι πραγματικά τεράστιος. Γιατί λοιπόν η κάθε γεωλογική διάπλαση και το κάθε στρώμα να μην είναι γεμάτα από τέτοιους ενδιάμεσους κρίκους; Η Γεωλογία ασφαλώς δεν αποκαλύπτει καμία τέτοια ανεπαίσθητα διαβαθμισμένη αλυσίδα ενόργανων όντων. Κι αυτό ίσως είναι η πιο λογική και σοβαρή αντίρρηση που μπορεί να διατυπωθεί εναντία στη θεωρία μας». (σελ. 323, 324).

Ο Δαρβίνος προσπάθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες λέγοντας ότι το αρχείο ήταν ατελές και στο μέλλον θα αποκαλύπτονταν περισσότερα επ’ αυτού. Δεν έφταιγε η θεωρία του δηλαδή, αλλά τα γεωλογικά στρώματα και τα ελάχιστα απολιθώματα.

Ωστόσο, 150 χρόνια μετά τον Δαρβίνο σήμερα που είναι γνωστά 200.000.000 απολιθώματα και πλέον σ’ ολόκληρο τον κόσμο, η κατάσταση παραμένει απελπιστικά η ίδια. Ιδού μερικές συγκλονιστικές ομολογίες εξελικτών.

«Κάθε σύμπλεγμα, τάξη ή οικογένεια, φαίνεται πως γεννήθηκε ξαφνικά και δύσκολα βρίσκουμε τις μορφές που τις συνδέουν με το προηγούμενο γένος… όχι μόνο δε βρίσκουμε καθόλου σχεδόν μεταβατικές μορφές, αλλά εν γένει είναι αδύνατον να συνδέσουμε αυθεντικά ένα νέο σύμπλεγμα μ’ ένα παλιό» (Pierre Lecomte du Noüy). «Οι κρίκοι λείπουν ακριβώς, εκεί που πολύ ζωηρά τους επιθυμούμε» (Alfred Romer). «Το γνωστό αρχείο των απολιθωμάτων ούτε τώρα ούτε ποτέ άλλοτε δεν συμφωνούσε με τη βραδεία εξέλιξη» (Steven M. Stanley). «Το να ψάχνομε για ενδιάμεσες βαθμίδες για να περάσουμε τα χάσματα είναι σαν να ψάχνουμε μάταια για πάντα» (John N. Thompson).

Αυτές οι ανυπέρβλητες δυσκολίες, οδήγησαν πολλούς εξελικτές ασπασθούν τη θεωρία του Stephen Jay Gould και Niles Eldredge, γνωστή ως θεωρία της διακεκομμένης ισορροπίας (punctuated equilibrium) σύμφωνα με την οποία, τα νέα είδη αναδύονται όχι με βαθμιαίες αλλαγές, αλλά με ξαφνικές εξελικτικές εκρήξεις, με σταθεροποίηση των ειδών για εκατομμύρια χρόνια. Έτσι, ενώ αυτή η θεωρία έρχεται σε άμεση ρήξη με την παραδοσιακή και με την βασική αρχή του Δαρβίνου «η φύση δεν κάνει άλματα», και περιμένει την επιβεβαίωσή της, στην πραγματικότητα», δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη απόδειξη ότι μια από τις μεγαλύτερες συνομοταξίες ξεπήδησε από κάποια άλλη και οι θιασώτες της δημιουργίας φαίνεται να έχουν καλύτερα επιχειρήματα (Austin H. Clark). «Οι αποδείξεις των απολιθωμάτων θα μπορούσαν να είναι συνεπείς με την ιδέα ενός Μεγάλου σχεδιαστή (Carl Sagan, Cosmos, 1980, σελ. 19).

 

Ο Charles Lyell και ο ομοιομορφισμός

Η ασάφεια, η άγνοια και οι επιφυλάξεις διαυλακώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη το βιβλίο Η καταγωγή των ειδών. Ωστόσο, είναι περίεργο και εκπληκτικό, ότι ο Δαρβίνος βάσισε ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο, μέρος της θεωρίας του, σε κάτι που ο ίδιος ονόμασε βεβαιότητα. Γράφει: «Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως η αλυσίδα των γενεών, δεν έσπασε ούτε μια φορά και πως κανένας κατακλυσμός δεν κατέστρεψε ολόκληρο τον κόσμο» (σελ. 506). Και αλλού, στο 10ο κεφάλαιο, δείχνει πως υιοθέτησε τη θεωρία του ομοιομορφισμού του γεωλόγου Charles Lyell. Σύμφωνα μ’ αυτήν, τα γεωλογικά στρώματα διαμορφώθηκαν σε διάρκεια εκατομμυρίων ετών, βαθμιαία και ανεπαίσθητα από τη δύναμη της φύσης (χείμαρροι, ποτάμια, παλίρροιες, βροχή, αέρα) και ότι καμία αιφνίδια αλλαγή ή καταστροφή δεν συνέβη στο παρελθόν, γιατί το «παρόν είναι το κλειδί κατανόησης του παρελθόντος». Μάλιστα, γράφει, ότι όποιος δεν παραδέχεται αυτή τη γεωλογική θεωρία του Lyell, καλά θα κάνει να κλείσει το βιβλίο του. Ε, λοιπόν, η ειρωνεία είναι ότι κυρίως μετά τη συγγραφή του βιβλίου του Δαρβίνου και του Charles Lyell, Αρχές της Γεωλογίας, ανακαλύφτηκε ότι έχουν γίνει στο παρελθόν τόσες μεγάλες καταστροφές από γνωστές και άγνωστες αιτίες, ώστε, να μιλάμε για εξαφάνιση μεγάλων αριθμών ζώων κάθε είδους (και κυρίως των δεινοσαύρων) από επανειλημμένες μεγάλες έως παγκόσμιες καταστροφές (μετακίνηση ηπείρων, έκρηξη ηφαιστείων, εισβολή θαλασσών, πιθανή πτώση μεγάλων μετεωριτών κ.ά.). Οι δεινόσαυροι γενικά, θεωρείται ότι εξαφανίστηκαν μαζικά πριν από 65.000.000 χρόνια (υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το γιατί, με επικρατούσα την πτώση γιγαντιαίου μετεωρίτη), αλλά τα μαμούθ της Σιβηρίας, σε σχετικά πρόσφατα χρόνια, ενώ ζούσαν κατά κοπάδια, πέθαναν ξαφνικά την ώρα που βοσκούσαν. Ένα μαμούθ μάλιστα, βρέθηκε στην Σιβηρία, με αμάσητο χορτάρι στα κλειστά δόντια του, γεγονός που επιμαρτυρεί το βίαιο του θανάτου του από φυσική καταστροφή, όπως το ίδιο υποστηρίζει και το γεγονός ότι βρέθηκαν σκόρπια κόκκαλα πολλών ζώων, ρινοκέρων, βισώνων, μαμούθ κ.λπ. σε μεγάλη έκταση. Σε επιστολή του στον Henry Howorth, ο Δαρβίνος παραδέχτηκε την ανικανότητά του να εξηγήσει την εξαφάνιση του μαμούθ, ενός τόσο καλά προσαρμοσμένου ζώου. Πολλά απολιθώματα που μαρτυρούν ομαδικές καταστροφές, έχουν ανακαλυφθεί παντού, σ’ όλα τα μέρη της γης, και πολλά μιλούν για αλλαγή κλίματος στο τέλος της εποχής των πάγων (Immanuel Velikovsky, Η γη σ’ αναταραχή, σελ. 228 επ.). Τώρα, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ολόκληρος ο φλοιός της γης αναποδογύρισε πριν από 1,8 δισεκατομμύρια χρόνια (εφημ. Τα Νέα 8/6/04) τότε, τα σχόλια περιττεύουν… Πρέπει να μιλάμε για την επιβίωση του τυχαιότερου και όχι του ικανότερου. Επί πλέον: «Η εξήγηση της προέλευσης των απολιθωμάτων με τη θεωρία του ομοιομορφισμού, έρχεται σε σύγκρουση με τη θεμελιώδη αρχή των θεωριών. Τίποτε δεν έχει γίνει στο παρελθόν που να μη γίνεται και στο παρόν. Ωστόσο, σήμερα δεν σχηματίζονται απολιθώματα…» Άλλη μια αυταπάτη του Δαρβίνου…

 

Η προέλευση του ανθρώπου—Ο ρατσισμός του Δαρβίνου

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα για τον Δαρβίνο, υπήρξε ο ίδιος ο άνθρωπος και η προέλευσή του. Στο πρώτο του βιβλίο, δεν τόλμησε να μιλήσει καθαρά για την ζωώδη καταγωγή του ανθρώπου σκεπτόμενος την αναταραχή που θα δημιουργούνταν και ίσως τη γενική κατακραυγή των θρησκευόμενων. Ωστόσο, στο δεύτερο βιβλίο του, Η καταγωγή του ανθρώπου, μίλησε για την προέλευση του ανθρώπου από μακρινούς ζωόμορφους προγόνους, συγγενείς με τους σημερινούς χιμπατζήδες, κάπου στην Αφρική, και σε κάποια εποχή, σε κάποια περιοχή, ο άνθρωπος έχασε το τριχωτό του κάλυμμα! Ήταν μια τολμηρή εικασία… Τα προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει, βέβαια, με μια τέτοια υπόθεση, ή εικοτολογία, ήταν τεράστια. Πρώτα έπρεπε να υποστηριχτεί η θεωρία παλαιοντολογικά, να βρεθούν δηλαδή, οι ενδιάμεσοι τύποι-κρίκοι, που θα συνέδεαν τον homo sapiens με τους απώτερους προγόνους του. Αλλά τέτοιοι κρίκοι, παρά το θόρυβο που δημιουργήθηκε από τους Δαρβινιστές μετά το Δαρβίνο, με ευρήματα, σαν τον πιθηκάνθρωπο της Ιάβας του Ντυμπουά, σαν τον άνθρωπο του Piltdown (που αποδείχτηκε απάτη), τον Εσπεροπίθηκο (που ανακατασκευάστηκε από ένα δόντι χοίρου τελικά!!!), την περίφημη Lucy που ανακάλυψε ο Ρ. Λήκυ, τους Αυστραλοπιθήκους, το homo erectus και τους Νεαντερτάλιους κ.λπ., αποδείχτηκε και συνεχώς αποδεικνύεται ότι προσφέρουν ελάχιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, και τελικά, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα, απ’ αυτά που προσπαθούν να επιλύσουν! Και τούτο, διότι καθ’ ομολογίαν των εξελικτικών, «το ανθρώπινο είδος και όλα τα είδη θα παραμείνουν… σαν ορφανά, με την ταυτότητα των γονέων τους χαμένη στο παρελθόν» (James Gorman) και, «δεν μπορεί να υπήρξε ανθρωποπίθηκος» αλλά από την πρώτη στιγμή που σχηματίστηκε ο άνθρωπος ήταν στην κυριολεξία άνθρωπος (Νικήτας Λιανέρης, σελ. 74). Ο διάσημος εξελικτής Niles Eldredge αναγνωρίζει ότι «οι έρευνες του ανθρώπου για τους προγόνους του είναι μάταιες». Για όποιους εξακολουθούν ν’ αμφιβάλλουν, δεν έχουν παρά να διαβάσουν την ομολογία του διάσημου αθεϊστή Richard Dawkins: «Τα απολιθώματα, τα οποία ανακαλύφτηκαν όλα μετά την έκδοση της Καταγωγής, μας παρέχουν μια σποραδική εικόνα για ορισμένα πιθανά ενδιάμεσα είδη, τα οποία μας συνδέουν με τον κοινό πρόγονο που μοιραζόμαστε με τους χιμπατζήδες… Οι ορθόδοξες απόψεις μας κλονίζονται από καιρού εις καιρόν—δεν είναι καθόλου κακό. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν υποθέτουμε ότι αυτή η σειρά απολιθωμάτων αναπαριστά τη σειρά προγόνων/απογόνων. Είναι πάντα πιο ασφαλές να υποθέτουμε ότι τα απολιθώματα είναι συγγενείς παρά πρόγονοί μας…» (Richard Dawkins, Ο εφημέριος του Διαβόλου, σελ. 120).

Κατά δεύτερο λόγο, έπρεπε να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την εμφάνιση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης διάνοιας. Από που προήλθε η καταπληκτική ικανότητα συσσώρευσης γνώσης του ανθρώπινου εγκεφάλου, που σύμφωνα με τον Carl Sagan θα μπορούσε να διαφυλάξει πληροφορίες που θα γέμιζαν περίπου 20.000.000 τόμους, ενώ κάποιοι άλλοι υπολογισμοί έδειξαν ότι μπορεί να αναλάβει φορτίο μάθησης και μνήμης 1.000.000 φορές, καθώς και η λειτουργία της γλώσσας, της φαντασίας, της εφεύρεσης μαθηματικών, της μουσικής, της αναζήτησης του ωραίου κ.λπ., προήλθε, από ένα όργανο που εξελίχθηκε μέσω της φυσικής επιλογής για να προσφέρει απλά και μόνο καλύτερη άμεση επιβίωση στον πρώτο αρχάνθρωπο; Ο σύντροφος και ομοϊδεάτης του Δαρβίνου, Alfred Wallace, είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη απ’ αυτήν του Δαρβίνου, και διεχώρισε ευθύς εξ αρχής τη θέση του. Όταν τού επεσήμανε τα προηγούμενα, και κυρίως, ότι υπάρχει τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του ανθρώπινου εγκεφάλου και του εγκεφάλου των πρωτευόντων, ο Δαρβίνος θορυβημένος του απάντησε να προσέχει για τις απόψεις του… Επί λέξει: «Ελπίζω ότι δεν έχεις σκοτώσει τελείως το παιδί σου και το παιδί μου» (δηλαδή τη θεωρία τους).

Το ερώτημα που δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου από την εποχή του Δαρβίνου και ίσαμε σήμερα, είναι: Αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε από εγκεφάλους κατωτέρων ζώων, διαρκώς αυξανόμενος, γιατί η φυσική επιλογή (ή οι τυχαίες μεταλλάξεις) τον εφοδίασαν με ένα τέτοιο φοβερό όργανο, το τελειότερο σ’ ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα (Jean Rostand), και το μόνο που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του, που ευθύς εξ αρχής υπερέβαινε τις άμεσες ανάγκες του, αλλά ακόμα δεν έμαθε όλες τις δυνατότητές του και την πλήρη χρήση του, ενώ στα αμέσως πριν πρωτεύοντα, τα εφοδίασε με εγκέφαλο που δεν μπορεί καν να σκέφτεται; Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο και προκλητικό για τους Δαρβινιστές. Είναι σα να λέμε, για να απλοποιήσουμε, μ’ ένα παράδειγμα: Σε κάποιον δωρίζεται ένα αεροπλάνο, ενώ αυτός δεν ξέρει καν να πιλοτάρει… και θα χρειαστεί χρόνια και χρόνια να μάθει την χρήση του αφού, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από 100.000.000.000 νευρώνες, με δυνατότητες συνάψεων που φθάνει τις 100.000.000.000! Σ’ ολόκληρη τη ζωή του των 80–100 ετών, είναι ζήτημα να μπορεί να χρησιμοποιήσει το 1/10 της λειτουργίας του εγκεφάλου, του πιο πολύπλοκου «αντικειμένου» του σύμπαντος (Δ. Νανόπουλος).

Τελικά, ο Δαρβίνος, παρασυρμένος από τη θεωρία του της εξέλιξης του ανθρώπου μέσω της φυσικής επιλογής, έφθασε στο σημείο, άλλοτε να παραμένει σκεπτικιστής ως προς την ορθότητα της θεωρίας του, αφού ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ατελής… προερχόμενος από τον εγκέφαλο των πρωτευόντων και δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν μπορούσε ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Και άλλοτε, να υποστηρίζει ότι η γυναίκα ήταν κατώτερη από τον άντρα, λιγότερο ευφυής, λιγότερη θαρραλέα, λιγότερο εφευρετική. Καθώς επίσης, ότι υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν φυσικά ανώτεροι πνευματικά και διέφεραν από τους πνευματικά κατώτερους. Ακόμη, ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, και οι ανώτερες, οι πολιτισμένες, οι λευκοί (Ευρωπαίοι), μια μέρα στο προσεχές μέλλον, θα έχουν εξοντώσει και αντικαταστήσει τις άγριες φυλές (Αφρικανούς, Ινδιάνους) σ’ ολόκληρο τον κόσμο (σελ. 179). Συνεπές συμπέρασμα, του αγώνα περί υπάρξεως και επικράτησης του ισχυροτέρου-ικανοτέρου. Ο φυλετισμός (ρατσισμός) και ο σεξισμός σ’ όλο του το μεγαλείο! Από κει και πέρα, ήταν δουλειά του F. Galton και του H. Spencer, του Nietzsche και του Χίτλερ, να προχωρήσουν ένα βήμα περισσότερο μέσω ευγονικής για τη δημιουργία υπερανθρώπων.

 

Ο Δαρβίνος και οι επίγονοί του

Ίσως, αντιτείνει κανείς, ότι, ο Δαρβίνος είχε ανεπαρκείς γνώσεις και ότι η σύγχρονη συνθετική θεωρία του Νεο-δαρβινισμού των Simpson, Dobzhansky, Mayr, που συμπεριέλαβε τις προόδους της γενετικής κ.ά. επιστημών, δίνουν ικανοποιητική απάντηση στο πως και το γιατί της εξέλιξης. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νέο-νέο-δαρβινισμός, έκανε ένα ωραίο τέχνασμα. Ονομάστηκε έτσι, προς τιμήν του Δαρβίνου, ενώ ουσιαστικά έχει ελάχιστη σχέση μ’ αυτόν και τη θεωρία του. Κράτησε απ’ αυτόν μόνο την έννοια της φυσικής επιλογής (που προϋπήρξε σαν έννοια και σύλληψη απ’ αυτόν) και τον μπόλιασε με τον Μεντελισμό, τη διδασκαλία του Mendel και των νόμων του, που επαληθεύονται, με παρατήρηση και πείραμα, σε αντίθεση με τον Δαρβινισμό και τη θεωρία της μακρο-εξέλιξης, που δεν επαληθεύονται ούτε με πείραμα ούτε με παρατήρηση. Αυτό το ομολογούν και οι ίδιοι οι εξελικτικοί. Διαβάζουμε: «Ισχυρίζομαι ότι κάθε πειραματισμός είναι αδύνατος στη μακρο-εξέλιξη (Boris Mednikov). «Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι έχεις διαπιστώσει τη γένεση των θηλαστικών από τα μη θηλαστικά. Δεν ήσουν παρών» (R. Lewontin). «Η πραγματικότητα των μεταμορφώσεων δεν μπορεί να αποδειχτεί θετικά γιατί πρόκειται για γεγονότα στα οποία κανένας άνθρωπος δεν παραβρέθηκε και η φύση δεν μας δίνει πια παραδείγματα τους» (Jean Rostand). Ακόμη: «Παρ’ όλα τα δεδομένα από διάφορους χώρους των βιολογικών επιστημών, τα οποία στηρίζουν την μακροεξέλιξη, αυτή εξακολουθεί να παραμένει μια αναπόδεικτη βιολογική διαδικασία» (Γιάννης Αργύρης). Εξ άλλου, οι περίφημες μεταλλάξεις, οι απότομες μεταβολές των γονιδίων που επικαλούνται οι νέο-δαρβινιστές, δεν παράγουν νέα χαρακτηριστικά, αλλά μεταβάλλουν τα ήδη γνωστά. Κατά τον γενετιστή Goldschmidt, και χίλιες μεταλλάξεις μαζί σ’ ένα είδος, δεν μπορούν να δημιουργήσουν νέο είδος!

Η κύρια αδυναμία του νεοδαρβινισμού, ο οποίος στηρίζεται, στις μεταλλάξεις, στην τύχη και στη φυσική επιλογή, είναι ότι, «οι νεοδαρβινιστές πιστεύουν ότι ολόκληρο το φάσμα της ζωής… ερμηνεύεται από τη σταθερή συσσώρευση απομίμησης σφαλμάτων και τη συνακόλουθη ανάπτυξη ποικιλιών καθώς ένα πρωτόγονο σύστημα ζωής αναπαράγεται επί δισεκατομμύρια φορές. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, η επισώρευση των αναπαραγωγικών σφαλμάτων, η οποία ταξινομείται με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, της επιβίωσης του πιο ικανού, εξηγεί τόσο την πλούσια ποικιλία ζωής όσο και τη σταθερή ανοδική εξέλιξη από το βακτηρίδιο στον άνθρωπο… Στο τελευταίο μας βιβλίο ο Sir Fred Hoyle και εγώ, προσκομίζουμε ισχυρά επιχειρήματα εναντίον αυτής της πρότασης… Είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι τα στοιχεία τα οποία μας παρέχει ένα μεμονωμένο πρωτόγονο βακτηρίδιο μπορούμε με την αναπαραγωγή να φτάσουν στο σημείο να δημιουργήσουν τον άνθρωπο και όλους τους άλλους ζώντες οργανισμούς, οι οποίοι υπάρχουν στον πλανήτη μας». (Chandra Wickramasinghe). Ο Pierre Thuillier επικυρώνει: «Η ανάπτυξη των εξελικτικών θεωριών είναι μία ωραία επιστημονική περιπέτεια… μην ξεχνάμε όμως, ότι οι θεωρίες δεν είναι παρά ανθρώπινα κατασκευάσματα».

Αλλά για να επανέλθουμε στον πρώτο διδάξαντα, το Δαρβίνο και να συνοψίσουμε το έργο του, καθ’ ομολογίαν ενός απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους εξελικτικούς του R. Lewontin, «είναι γεμάτο ασάφειες, αντιφάσεις και θεωρητικές αναθεωρήσεις… διαδοχικές εκδόσεις της καταγωγής περιέχουν σοβαρές αλλαγές (σελ. 74, 75). Ο Δαρβίνος δημοσίευσε τα «περί της καταγωγής», χωρίς εμπιστοσύνη στις ίδιες του τις ενδείξεις (Barry Gale), κάτω από την πίεση του χρόνου, για να μη χάσει τη δόξα του από τον Wallace, που είχε καταλήξει σε παρόμοιες απόψεις με τις δικές του. Έσπευσε να τις δημοσιεύσει, παρά τα κενά, την άγνοια και τις σοβαρές ασάφειες και επιφυλάξεις του. Το 1858 έγραψε στο φίλο του Hooker: «Πρέπει να καταλήξω σε κάποιο τελικό συμπέρασμα, είτε να εγκαταλείψω το φάντασμα της θεωρίας μου». Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του, είχε υπόψη του τον Κάρολο Λιναίο που υποστήριζε την σταθερότητα των ειδών. Αυτόν και άλλους ήθελε να καταπολεμήσει ο Δαρβίνος, αλλά ταυτόχρονα, αναγνώριζε ότι οι μεγαλύτεροι παλαιοντολόγοι της εποχής του (Cuvier, Agassiz, Forbes, κ.ά.) αναγνώριζαν τη σταθερότητα των ειδών. Ο Δαρβίνος, παρά το ήπιο και άτολμο του χαρακτήρα του, ήταν πεισματάρης και φιλόδοξος. Διότι όπως αποκαλύπτει στην αυτοβιογραφία του, επιζητούσε «μια αξιόλογη θέση μεταξύ των ανθρώπων της επιστήμης». Για να το επιτύχει αυτό, δαπανούσε 1-2 ώρες καθημερινά για την αλληλογραφία του που αριθμεί εκατοντάδες επιστολές με ηγετικά ή αμφιλεγόμενα άτομα της επιστήμης!

Το 1956 γράφονται για την εκατοστή επέτειο της Καταγωγής, ο βιολόγος W. R. Thompson στον πρόλογό του, έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής αποκαλυπτικά: «Για την καθιέρωση της συνέχειας που απαιτείται από τη θεωρία, επικαλούνται ιστορικά επιχειρήματα, παρ’ όλο που τα στοιχεία λείπουν. Ως εκ τούτου γεννιούνται αυτοί οι εύθραυστοι πύργοι των υποθέσεων που βασίζονται σε υποθέσεις, όπου η πραγματικότητα και η φαντασία αναμειγνύονται σε μια αδιέξοδη σύγχυση».

Το τι απέμεινε, ουσιαστικά, από το θόρυβο της πολύκροτης θεωρίας του, σήμερα, μας το λέει επιγραμματικά και απέριττα ο πανεπιστημιακός Νικήτας Λιανέρης: «Λέγεται ότι στη μάχη του ο Δαρβίνος για να καταστρέψει τη θεωρία των ειδικών δημιουργιών, χρησιμοποίησε τρία πολεμικά άλογα: την φυσική επιλογή, τον αγώνα για τη ζωή, και την κληρονομικότητα των αποκτημένων χαρακτήρων (θεωρία της παγγένεσης). Απ’ αυτά τα δύο σήμερα έχουν ψοφήσει, ενώ το τρίτο έχει μεταμορφωθεί σε ένα πράο γαϊδουράκι» (σελ. 61). Αλλά «κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια στη «σούπα» του Mendel να ριχτεί το αλάτι του Δαρβίνου, το αποτέλεσμα ήταν να χαλάσει η σούπα, αντί να διατηρηθεί και να γίνει εύγεστη». Και να δώσουμε το λόγο και στον Α. Κάισλερ: «Για μια άλλη φορά η δαρβινική θεωρία, παρά την τονωτική ένεση του Μεντελισμού, έχει φθάσει σε αδιέξοδο».

 

 

Βιβλιογραφία

  • Blanc, Marcel. Οι κληρονόμοι του Δαρβίνου. Αθήνα: Στάχυ, 1995.
  • Denton, Michael. Evolution: a theory in crisis. Bethesda, Md.: Adler & Adler, 1986.
  • Lewontin, Richard C. Δεν είναι απαραίτητα έτσι. Αθήνα: Κάτοπτρο, 2002.
  • Macbeth, Norman. Darwin Retried: a carefully documented repudiation of classical Darwinism. New York: Dell Publishing Co., Inc., 1971.
  • Milton, Richard. Ο μύθος του δαρβινισμού. Αθήνα: Δίαυλος, 1996.
  • Δαρβίνος, Κάρολος. Αυτοβιογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 2007.
  • —. Η καταγωγή των ειδών. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 1974.
  • Λιανέρης, Νικήτας Ν. Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου. Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1987.
  • Chandra Wickramasinghe, Ένας αστρονόμος συλλογίζεται: Έκανε λάθος ο Δαρβίνος;, στο Courrier της Ουνέσκο, DARWIN, Μάρτιος, 1983.
  • Pierre Thuillier, Η εξέλιξη της εξέλιξης, στο Courrier της Ουνέσκο, Μάιος, 1983.
Το πρωτότυπο pdf: