Οι αρχαιοελληνικές ρίζες του Δαρβινισμού

Αν διαβάσει κάποιος για τη ζωή του Δαρβίνου και ποιοι ήταν οι άμεσοι πνευματικοί πατέρες του, ή πρόγονοί του, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι ιστορικοί της επιστήμης και, ιδιαίτερα του Δαρβινισμού, επισημαίνουν ότι πριν από τον Δαρβίνο, τη θεωρία του μεταμορφισμού (εξέλιξης των όντων) την υποστήριξαν κυρίως Γάλλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι, όπως Étienne Geoffroy Saint-Hilaire (1772-1884), ο Jean-Baptiste Lamarck (1744-1829) στο βιβλίο του Ζωική φιλοσοφία, ο φυσιοδίφης Buffon (1707-1778) και ακόμη εν μέρει ο Jean-Jacques Rousseau, ο οποίος στο έργο του Συζήτηση περί της προέλευσης και των βάσεων της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων (1779), έγραψε ότι: «Η φύση χρησιμοποιεί αυτόν ακριβώς τον νόμο που χρησιμοποιούσε εκείνους οι οποίοι είναι υγιείς ώστε να ζήσουν, και με μια αποτελεσματική μέθοδο καταστρέφει τους υπόλοιπους».

Πρώτη όμως σαφής διατύπωση της θεωρίας οφείλεται στον Γάλλο φιλόσοφο Pierre Louis Maupertuis (1698-1759) τις ιδέες του οποίου ακολούθησε και ο γνωστός διαφωτιστής Diderot. Άμεση επίδραση βέβαια στον Δαρβίνο, άσκησε και ο παππούς του, φυσιοδίφης Έρασμος Δαρβίνος (1731-1802), ο οποίος και αυτός είχε υποστηρίξει την θεωρία του μεταμορφισμού (της μεταβολής του ενός είδους σε άλλο), και εν μέρει, και ο φίλος του Alfred Russel Wallace και ο Άγγλος φιλόσοφος Herbert Spencer (1820-1903), ο οποίος 8 χρόνια πριν από τον Δαρβίνο, χρησιμοποίησε τον όρο «επιλογή του καταλληλότερου». Και βεβαίως, ο Thomas Robert Malthus  (1766-1834), ο Charles Lyell με το έργο του Αρχές της Γεωλογίας, και τη θεωρία του ομοιομορφισμού κ.ά., συνέβαλαν στη διαμόρφωση της θεωρίας του, τα μέγιστα.

Όλα αυτά, λίγο πολύ είναι γνωστά. Λίγοι όμως επεσήμαναν και ακόμη πιο λίγοι ασχολήθηκαν στο να αναδείξουν ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο: Ότι οι αρχαίες ρίζες του μεταμορφισμού, βρίσκονται όχι στους επιστήμονες ή σοφούς του 17ου αιώνα, αλλά στην κοιτίδα της φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα και στην ιδεολογία και φιλοσοφία μάλλον, παρά στην επιστήμη.

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν εκείνοι που συνέλαβαν και υποστήριξαν με βάση τις φιλοσοφικές τους αντιλήψεις ότι, δεν υπήρχε κάποιος προσωπικός δημιουργός του κόσμου, αλλά ότι η «μητέρα φύση», παρήγαγε τα πάντα, ότι και αυτός ο άνθρωπος προήλθε από άλλα ζώα, και ότι η ζωή άρχισε όλως τυχαία από εν κινήσει μόρια και άτομα (Δημόκριτος) και εξελίχθηκε σταδιακά με την φυσική επιλογή και την επικράτηση του ικανοτέρου.

Συγκεκριμένα, ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.), και γενικότερα οι Επικούρειοι, πίστευαν στην αυτόματη γένεση της ζωής και της ανάπτυξής της, με τυχαίες μεταβολές, μέσω της φυσικής επιλογής (βλ. Will Durant, Ιστορία του Πολιτισμού, τόμ. ΙΙ, σελ. 660). Οι Στωϊκοί επίσης δεν πίστευαν στην ύπαρξη δημιουργού αλλά στη λειτουργία των φυσικών δυνάμεων για τη διατήρηση και ανάπτυξή της.

Πριν απ’ αυτούς, ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-546 π.Χ.) πρέσβευε ότι όλα τα έμβια όντα προήλθαν από τα νερά, κάτι, που υποστηρίχθηκε βέβαια αργότερα, και από τους Δαρβινιστές.

Ο φιλόσοφος Αναξίμανδρος (610-547 π.Χ.) υποστήριζε ότι «εξ αλλοειδών ζώων ο άνθρωπος εγεννήθη» και, «εν ιχθύσιν εγγενέσθαι το πρώτον ανθρώπους και τραφέντας και γενομένους ικανούς εαυτούς βοηθείν, εκβληθείναι τηνικαύτα της γης λαβέσθαι». Δηλαδή, όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί εμφανίστηκαν κατά στάδια μέσα στην υγρασία (τα νερά). Τα χερσαία ζώα ήταν αρχικά ψάρια, όπως και ο άνθρωπος. Δεν μπορούσε ο άνθρωπος στην αρχική του μορφή να είχε γεννηθεί όπως είναι τώρα, γιατί δεν θα μπορούσε έτσι να εξασφαλίσει την τροφή του… (βλ. Απόσπ. 30 στον Kranz, Πλουτάρχου, Συμπόσιο Α΄ 8,4 και, W. Durant, οπ. παρ. τόμος ΙΙ, σελ. 154). Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης που ανήκε στη σχολή των Ιώνων φιλοσόφων, πίστευε ότι όλα τα όντα και ο άνθρωπος, γεννήθηκαν από τη γη, τη λάσπη, (Θεοφράστου, Φυσικαί δόξαι, Γ΄, 1, 4).

Ο φιλόσοφος Αναξαγόρας (500-428), δάσκαλος του Περικλή και του Σωκράτη, ισχυρίζονταν παρόμοιες απόψεις μ’ αυτές του Αναξίμανδρου: «Όλοι οι οργανισμοί αρχικά γεννήθηκαν από τη γη, την υγρασία και τη θερμότητα. Κατόπιν η μια μορφή γεννιόταν από την άλλη. Ο άνθρωπος αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο από τα άλλα ζώα, γιατί το όρθιο ανάστημά του ελευθέρωσε τα χέρια του για να πιάνουν πράγματα». Ο γνωστός φιλόσοφος Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (495-435) γνωστός από τη θεωρία του για το «νείκος και την φιλότητα», και για τα ριζώματα (γη, ύδωρ, πυρ, αέρας) απ’ τα οποία ο κόσμος συντίθεται, πίστευε στην αυτόματη γένεση της ζωής, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε στην αρχαιότητα, αφού αγνοούσαν το νόμο της βιογένεσης ότι η ζωή προέρχεται μόνο από ζωή, και θεωρείται από πολλούς ως ο «πατέρας του εξελικτισμού», αφού πίστευε ότι οι διάφορες μορφές ζωής προήλθαν η μία από την άλλη, και η φυτική ζωή ήρθε σε ύπαρξη μετά από μακρές σειρές δοκιμών… Αλλά βέβαια, αυτή η μακρά σειρά δοκιμών είχε και τις αποτυχίες της φύσης. γι’ αυτό και παρήχθησαν και τέρατα, τα οποία εξαφανίστηκαν, γιατί δεν μπορούσαν να προσαρμοσθούν και να πληθυνθούν. Μετά ήρθαν σε ύπαρξη άλλες μορφές, ικανότερες στις συνθήκες και καταλληλότερες στο να πληθυνθούν. «Έτσι, στις δοξασίες του, υπάρχει σαφώς η αρχή της επιβίωσης του καταλληλότερου, δηλαδή, η αρχή της φυσικής επιλογής. Τόσο παλιά είναι η φιλοσοφία Herbert Spencer, παρατηρεί ο ιστορικός W. Durant (οπ. παρ. τομ. ΙΙ, σελ. 368).

Ο Αβδηρίτης φιλόσοφος Δημόκριτος (460-370), είχε επισημάνει ότι η τύχη και η ανάγκη είναι δύο πόλοι εξέλιξης των οργανισμών, και αυτούς τους δύο παράγοντες χρησιμοποίησε αργότερα ο γνωστός σύγχρονος Γάλλος βιολόγος Jacques Monod, για να υποστηρίξει τον εξελικτισμό, στο ομώνυμο έργο του. Ακόμα και ο περίφημος Αριστοτέλης (384-322), στο έργο του Ιστορία των ζώων (κεφ. 81, Ι. 1) υποστήριζε ιδέες που είναι πολύ κοντά προς το Δαρβινισμό, αν και δεν συμπίπτουν απόλυτα. Παρατήρησε και έγραψε για τα λεγόμενα ομόλογα όργανα: «Η φύση προχωράει σιγά-σιγά από τα άζωα στις ζωϊκές μορφές με τέτοιο τρόπο ώστε είναι αδύνατον να καθοριστεί η ακριβής διαχωριστική γραμμή. Έτσι, μετά τα άζωα στην ανοδική κλίμακα, έρχεται το γένος των φυτών… Υπάρχει μέσα στα φυτά μια συνεχής ανοδική κλίμακα προς τα έμβια ζώα… Το νύχι του ανθρώπου είναι το ανάλογο μιας οπλής, το χέρι το ανάλογο της δαγκάνας του κάβουρα, ένα φτερό το ανάλογο με τα λέπια του ψαριού».

Αυτές οι ιδέες των Ελλήνων, υποστηρίχτηκαν αργότερα και από Ρωμαίους συγγραφείς, όπως ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.), ο οποίος έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τύχη, η οποία καθιστούσε τον Θεό μη αναγκαίο. Και βέβαια, ο Λουκρήτιος (1ος αιώνα π.Χ.), που ήταν οπαδός των ατομικών φιλοσόφων στο έργο του De natura rerum (βιβλ. V, στιχ. 85), και ο οποίος πίστευε ότι, διατηρήθηκαν τα ζωικά είδη με «λυσιτελείς ιδιότητες», δηλαδή, τα καταλληλότερα στον αγώνα για την ύπαρξη.

Αν θα έψαχνε κανείς πιο βαθειά, θα εντόπιζε τις ρίζες του εξελικτισμού-μεταμορφισμού, στους αρχαίους Ινδούς, που πίστευαν σ’ ένα αιώνια κυκλικό σύμπαν. Στη Μπαγκαβάντ Γκίτα υπάρχει μάλιστα ένα χωρίο όπου διαβάζουμε ότι ο Θεός Κρίσνα λέει: «Είμαι η πηγή από την οποία όλα τα πλάσματα αναπτύχθηκαν». Παρόμοιες ιδέες υπάρχουν στις Ουπανισάδες και στον Ταοϊσμό, στον Βραχμανισμό και αλλού. Παρόλα αυτά, παραμένει στέρεα η άποψη ότι, οι Έλληνες υπέβαλαν λιγότερο ή περισσότερο ωμά, την ιδέα της βαθμιαίας ανάπτυξης οργανισμών, την ιδέα της εξάλειψης των σφαλμάτων της φύσης στην παραγωγή και, επομένως, την ιδέα της επιβίωσης του επικρατέστερου… (βλ. Λήμμα Αμερικανικής Εγκυκλοπαίδειας, εκδ. 1942, τόμος 10ος σ. 609).

Με λίγα λόγια, η ιδέα της αυτόματης προέλευσης της ζωής και του μεταμορφισμού-εξελικτισμού από μία μορφή σε άλλη, της επιβιώσεως του ικανοτέρου, και της φυσικής επιλογής, είναι προϊόντα της αρχαιοελληνικής κυρίως φιλοσοφίας, με ρίζες πιο παλιές, τις οποίες προφανώς εγνώριζαν κατά κάποιο τρόπο οι προλαλήσαντες του Δαρβίνου σοφοί, και ίσως και ο ίδιος ο Δαρβίνος ο οποίος παραδέχθηκε ότι του άρεζε να διαβάζει ωραίες ιστορίες, παραμύθια και μυθιστορήματα και ν’ αφήνει τη φαντασία του να καλπάζει, να ταξιδεύει και να συλλαμβάνει θεωρίες προς απόδειξη… Πρώτα η θεωρία και η φαντασία και μετά η απόδειξη, ήταν βασική του θέση.

Το γεγονός όμως ότι οι ρίζες της θεωρίας της εξέλιξης και φυσικής επιλογής εντοπίζονται στην προ-επιστημονική ελληνική αρχαιότητα εγείρει δυο ερωτήματα: Πρώτον, της πιθανής λογοκλοπής από μέρους του Δαρβίνου, έστω και έμμεσα, και της χρήσης έτοιμης θεωρίας που διασκευάζεται κατάλληλα χωρίς όμως, την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση. Δεύτερον, ακριβώς της έλλειψης της επιστημονικής απόδειξης. Γιατί, αν, χωρίς πειράματα και αποδείξεις εργαστηρίου, τη θεωρία την υποστήριζαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, αυτό σημαίνει ότι μπορούσε και ο Δαρβίνος και οι οπαδοί του να την υποστηρίζουν, όχι ως αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας, αλλά ως αποτέλεσμα φιλοσοφικής-υλιστικής ιδεοληψίας, η οποία δίνει έμφαση στην τύχη και όχι στην οργάνωση της ύλης και της ζωής από ένα υπερ-υλικό πρόσωπο. Με άλλα λόγια, δίνει έμφαση στην ουσία (φύση), και όχι στο πρόσωπο ή την υπόσταση, η οποία ουσία είναι αιώνια και συνεχώς μεταλλασσόμενη, παίρνει την ανιούσα, αυτοβελτιωνόμενη μέσω της τύχης και της ανάγκης (Δημόκριτος).

Ο Δαρβίνος έλεγε για τον εαυτό του ότι, «ο εγκέφαλός του είχε γίνει ένα είδος μηχανής, που από μια τεράστια συλλογή δεδομένων αλέθει ‘γενικούς νόμους’». (λήμμα Δαρβίνος στην Papyrus Larousse Britannica). Ένα μεγάλο μέρος των επί μέρους ισχυρισμών του από την εμβρυολογία π.χ. την ανατομική, στηρίζεται σε διαβεβαιώσεις τρίτων υποτίθεται ειδικών στον κλάδο τους, τα ονόματα των οποίων συχνά μνημονεύει, αλλά τις ερμηνεύει όπως ο ίδιος θέλει κατά το δοκούν. «Ο ίδιος ο Δαρβίνος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι είχε αποδείξεις για την εξέλιξη ή την καταγωγή των ειδών. Είπε απλώς ότι αν η εξέλιξη ήταν γεγονός, θα μπορούσαν να εξηγηθούν πολλά φαινόμενα που, διαφορετικά, θα παρέμεναν ανεξήγητα» (λήμμα Εξέλιξη, στην Papyrus Larousse Britannica). Ή, για να δώσουμε τον λόγο στον εξελικτικό W. R. Thompson που έγραψε τον πρόλογο στην 100η επανέκδοση του πολύκροτου βιβλίου του Δαρβίνου Η καταγωγή των ειδών: «Ο Δαρβίνος δεν έδειξε ότι τα είδη προήλθαν από τη φυσική επιλογή. Απλά έδειξε πως αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και όπως αυτός πείστηκε, μπορούσε και άλλους να πείσει».

Ο Δαρβίνος θα μπορούσε να καταταγεί στους φιλόσοφους της φύσης που πρότεινε ένα μοντέλο υλιστικό αντι-υπερφυσικό ερμηνείας της, και όχι στους επιστήμονες που με την παρατήρηση και το πείραμα προσπαθούν να επαληθεύσουν τα δεδομένα τους, και να καταλήξουν σε κάποια συμπεράσματα. Ένας φιλόσοφος της φύσης που επηρεάστηκε τα μάλα από άλλους φιλόσοφους νέους και αρχαίους.