Νίκος Καζαντζάκης, ο πρόδρομος της Νέας Εποχής

«Το ένα μου πόδι είναι στο στέρεο χώμα,
το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά,
απάνω στην άβυσσο»
Ν. Καζαντζάκης, Ασκητική

Αν ρωτήσετε κάποιον νεοέλληνα που δεν πολυδιαβάζει, ποιον συγγραφέα γνωρίζει, είναι πολύ πιθανόν να λάβει την απάντηση: τον Νίκο Καζαντζάκη! Αν ρωτήσετε κάποιον ξένο που διαβάζει, ποιον νεοελλήνα συγγραφέα γνωρίζει, είναι πιθανόν να λάβετε την ίδια απάντηση.

Ο πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας και θεολογών φιλόσοφος, Νίκος Καζαντζάκης, είναι προφανώς, ο πιο πολυδιαβασμένος νεοέλληνας συγγραφέας στα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και στο εξωτερικό. Αυτός και ο Καβάφης, είναι πιο γνωστοί και από τους Νομπελίστες μας Σεφέρη και Ελύτη. Συνάμα, ο Καζαντζάκης, υπήρξε και εξακολουθεί να είναι «σημείον αντιλεγόμενο» κυρίως για τις ιδέες που εκφράζει στα έργα του και μέσα από το σύνολο του έργου του. Είναι οι μεταφυσικές του ιδέες, αυτές, που άλλους μαγνητίζουν και άλλους απωθούν. Αυτές οι ιδέες που τις βάζει στο στόμα των ηρώων του ο συγγραφέας με τόσο ζωηρό, πειστικό και παραστατικό τρόπο και τις κάνει τόσο πιστευτές, ώστε να ξεχνά ο αναγνώστης ότι είναι προϊόν μυθοπλασίας και όχι ιστορικής ετυμηγορίας.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι τα έργα του έχουν μεταφραστεί, αν όχι όλα, πάντως τα περισσότερα, σε περισσότερες από 60 γλώσσες, ακόμα και σε διαλέκτους, σε αλλεπάλληλες εκδόσεις, ότι έχουν απασχολήσει διεθνώς τους μεγαλύτερους κριτικούς και διανοούμενους, έχουν γραφεί σε ξένες γλώσσες ειδικές μελέτες, άρθρα και διατριβές για τις ιδέες που περικλείουν τα βιβλία του, μυθιστορήματά του έχουν γίνει κινηματογραφικές ταινίες, αποσπάσματα του έργου του έχουν μελοποιηθεί, εταιρίες ολόκληρες διαδίδουν το έργο του, και το γεγονός ότι το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό παραμένει αδιάπτωτο σχεδόν, 60 χρόνια μετά το θάνατό του, όλα αυτά μπορούν να μας κάνουν να «αντιληφθούμε, ότι έχουμε να κάνουμε μ’ έναν συγγραφέα που ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα. Μ’ έναν «τιτάνιο άνθρωπο του λόγου», και μ’ έναν όγκο πνευματικής παραγωγής από τον ίδιο και για το έργο του, που αποτελεί φαινόμενο όχι μόνο στα νεοελληνικά γράμματα αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία. Υπολογίζεται ότι μόνο στην Ελλάδα τα 30 βιβλία του πουλάνε 40.000 αντίτυπα το χρόνο! Τα μυθιστορήματά του μάλιστα, από πολλούς κατατάσσονται ως εφάμιλλα μ’ εκείνα των ιερών τεράτων της λογοτεχνίας όπως Καμύ, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Μπαλζάκ κ.ά.

Ο Καζαντζάκης βεβαίως, αναγνωρίζεται από τους μελετητές του, ως «διανοούμενος που θεολογεί περισσότερο από όλους τους Έλληνες διανοουμένους», «μοναδικός Έλληνας λογοτέχνης που έδωσε στο έργο του τόση θέση στο Θεό και το Χριστό που ούτε ο Παπαδιαμάντης δεν έδωσε» (Π. Χάρης), και «ο θρησκευτικότερος όλων των συγγραφέων» (Κ. Τσάτσος). Αλλά, ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί με τους επί μέρους φιλοσοφικούς και μεταφυσικούς προβληματισμούς του συγγραφέα, όπως: η ιδέα επικράτησης του κοινωνικού χριστιανισμού, το πρόβλημα συνύπαρξης καλού και κακού, η αλληλενέργεια Θεού και κόσμου, το πρόβλημα της ελευθερίας, της θεοδικίας κ.ά. Οι περισσότεροι ασχολήθηκαν κυρίως με τη χριστολογία του Καζαντζάκη, όπως αυτή εμφανίζεται στα μυθιστορήματά του, είτε για να την επικροτήσουν, είτε για να την επικρίνουν, αφού με αυτήν εξαιτίας των ακραίων θέσεών του, ασχολήθηκαν λαός και κλήρος μάλιστα μετά την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε Ο τελευταίος πειρασμός, που στηρίχθηκε στο ομώνυμο βιβλίο του. Λίγοι έκαναν τον κόπο να μπουν πιο βαθιά, και να αναζητήσουν τις ρίζες των θρησκευτικών ιδεών που αντανακλώνται στα έργα του. Βέβαια, η θρησκευτική εικονοκλασία του, ο αντικληρισμός, ο αντιδογματισμός, ή η μετα–χριστιανικότητα του Καζαντζάκη όπως την χαρακτήρισαν μερικοί, έχουν επισημανθεί εδώ και χρόνια.

Ξένοι μελετητές, μπορώ να πω, όπως ο Peter Bien, και πιο πρόσφατα το βιβλίο των Darren J. N. Middleton και P. Bien, God's Struggler: Religion in the Writings of Nikos Kazantzakis (Mercer University Press, 1996) έχουν να πουν ίσως περισσότερα, αφ’ ενός μεν για τη θρησκευτικότητα του Καζαντζάκη και τη «θεολογία της πάλης» όπως ονομάστηκε, αφ’ ετέρου δε για το θρησκευτικό αντικομφορμισμό και τη «μεταφυσική της ανταρσίας» όπως χαρακτηρίζουν τη σκέψη του.

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν από τις επιδράσεις που δέχθηκε από γνωστές καθ’ ομολογίαν του πηγές, όπως Όμηρο, Βούδα, Νίτσε, Μπερξόν, Χριστό, και άγνωστες, που ο ίδιος αποκρύπτει, όπως Ντοστογιέφκσι, Τολστόι, Δαρβίνο, Βυζαντινή παράδοση  και συναξάρια, Απόκρυφα Ευαγγέλια, θεοσοφία και τεκτονισμό, είναι να εξετάσει κάποιος τι ήθελε να επιτύχει με το έργο του. Στο πρόσφατο βιβλίο μου «Οι πνευματικοί πατέρες του Νίκου Καζαντζάκη» (2017), ο αναγνώστης μπορεί να βρει εν εκτάσει αρκετά, για τις επιδράσεις που δέχθηκε αλλά και τους στόχους του μεγάλου Κρητικού.

Ο Καζαντζάκης είχε ενστερνιστεί την αρχαιοελληνική ρήση «εν το παν» των Ελεατών. Ήθελε να ενοποιήσει όλες τις μεταφυσικές θεωρίες που εγνώριζε, ιδεαλιστικές, υλιστικές, βιταλιστικές, μηδενιστικές, θεοσοφικές, βουδιστικές, μαρξιστικές κ.λπ. Να κάνει δηλαδή, κάτι ανάλογο που κάνει σήμερα η παγκοσμιοποίηση με τη Νέα Εποχή. Υπήρξε λοιπόν από μια άποψη ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ με μια «παγκοσμιοποίηση μεταφυσική». Όπως ορθά σχολιάζει ο Πίτερ Μπην (Peter A. Bien), προσωπικός του φίλος και μεταφραστής: «Το έργο του ολόκληρο είναι μια προσπάθεια δημιουργικής ένωσης της χριστιανικής θρησκείας με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και με τον αρχαίο κόσμο». Όπως μπορεί όμως να γίνει αντιληπτό, κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο, και μάλλον, θα πρέπει να χαρακτηριστεί αντιφατικό και ανέφικτο. Η αντιφατικότητα λοιπόν, μαζί με την πολυσυλλεκτικότητα και τον πλουραλισμό στο έργο του Καζαντζάκη είναι δεδομένη. Αυτό καταφαίνεται ιδιαίτερα και στο πρώιμο έργο του την Ασκητική, όπου επίτηδες το έκανε καθ’ ομολογίαν του αντιφατικό έργο τέχνης, ώστε να μη  μπορεί εύκολα να διαβαστεί!

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης χαρακτήρισε τον εαυτό του ως λίγο από όλα, διότι εθήτευσε σε όλες τις σχολές και τις ιδεολογίες και πήρε από αυτές ό,τι τον εξέφραζε και του ήταν χρήσιμο. Στον Απόστολο Σαχίνη (Πεζογράφοι του Καιρού μας, 1967), υπάρχει μια επιστολή του όπου αναγνωρίζει: «Υπήρξα καθαρευουσιάνος, νασιοναλιστής, δημοτικιστής, επιστήμονας, ποιητής, σοσιαλιστής, θρησκομανής, άθεος, esthète και τίποτα πια δεν μπορεί να με ξεγελάσει». Σε μια άλλη επιστολή του προς τον Αιμίλιο Χουρμούζιο με ημερομηνία 30.5.1955 (Δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 22.5.1997), ο Καζαντζάκης έγραφε: «Δουλεύω ήσυχα, με τη συνείδηση αναπαυμένη, σαν άνθρωπος που κάνει το χρέος του… Σίγουρα… είμαι βαθύτατη θρησκευτική φύση, μα χωρίς να μπορώ να μένω σε μάντρα· κάπου κάπου μπαίνω, μα για να φάω κανένα αρνί. Ή, καλύτερα, για να αρπάξω ένα αρνί, και να το μάθω να γίνει λύκος…».

Αυτό σημαίνει  με λίγα λόγια ότι ο Καζαντζάκης υπήρξε πρόδρομος του κινήματος της Νέας Εποχής, όπου ο καθένας αποφασίζει μόνος του περί θρησκείας και ηθικής, απεμπολεί τις καθιερωμένες θρησκευτικές παραδόσεις, και κατασκευάζει μια θρησκεία κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Ο Καζαντζάκης κατασκεύασε έναν δικό του ιδεολογικό κόσμο φτιαγμένο από δάνεια από όλες τις θεωρίες και τις φιλοσοφίες και τις θρησκείες που γνώρισε, πράγμα που διαφαίνεται και στο αυτοβιογραφικό του έργο Αναφορά στο Γκρέκο. Κοντολογίς, υπήρξε όχι μόνο πρόδρομος της Νέας Εποχής, αλλά και εισηγητής της post-truth, της μετα-αλήθειας, μια λέξη που εσχάτως μπήκε στο λεξιλόγιό μας για τα καλά για να περιγράψει την υποκειμενική προσωπική αλήθεια (- ψέμα) του καθενός!

Τελειώνοντας εδώ, θα πρέπει να πω κάτι που ίσως παραξενέψει τους πιο πολλούς. Ότι ο ίδιος ο Καζαντζάκης, δεν θεωρούσε τον εαυτό του διάκονο της ομορφιάς, ούτε της τέχνης και, φυσικά, ούτε τον εαυτό του λογοτέχνη, παρόλο που έγραψε θεατρικά έργα, ποίηση και μυθιστόρημα. Το γιατί, μας το αποκαλύπτει ο ίδιος σε μια ραδιοφωνική εκπομπή που έδωσε στις 25/5/1957, λίγους μήνες πριν πεθάνει δηλαδή, και τις σκέψεις αυτές τις επαναλάμβανε και αλλού στα έργα του. «Σκοπός μου δεν είναι η ομορφιά, είναι η λύτρωση» (άσχετα που όπως ομολογεί στην αναφορά δια στόματος του Οδυσσέα του, «δεν λυτρώθηκε (ποτέ) από τη λύτρωση»). «Το όραμα του κόσμου δεν έχει, για μένα αισθητικό χαρακτήρα... Ο σκοπός που επιδιώκω στο έργο μου δεν είναι η ομορφιά... Νιώθω πως, σήμερα, η ταραγμένη ψυχή μας επιθυμεί κάτι το πιο επείγον από την ομορφιά... Ζούμε σε μια εποχή όπου... θεμελιακά προβλήματα δεν βρήκαν ακόμα μια λύση... Τα προβλήματα της ελευθερίας, της ηθικής, της δικαιοσύνης, της ειρήνης... Το επείγον καθήκον μας είναι να βρούμε τη λύση γι’ αυτά τα προβλήματα... Να γιατί η αποστολή μου στον κόσμο δεν έχει αισθητικό χαρακτήρα... Η ζωή είναι στρατευμένη. Στρατεύομαι μαζί της. Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη. Θέλω να πω, διάκονο της ομορφιάς».

Σε μια επιστολή του επίσης προς τον Απόστολο Σαχίνη το 1955 λέει: «Είμαι, κατάντησα, γραφιάς και επιστρατεύω τα 24 στρατιωτάκια του αλφάβητου και επιχειρώ την ανέλπιστη δονκιχωτική εκστρατεία, να συλλάβω τον Αόρατο... Στήνω και τις λέξεις παγίδες όχι για να συλλάβω την ωραιότητα, όπως κάνουν οι εύκολα ικανοποιημένοι καλαμαράδες, παρά για να συλλάβω το Θεό. Από αυτά καταλαβαίνετε πως καμιά σχέση δεν έχω με τους λεγόμενους λογοτέχνες, με τη λεγόμενη λογοτεχνία· μεταχειρίζομαι τα ίδια μέσα βέβαια κι εγώ, τις λέξεις, μα εντελώς για άλλο σκοπό· κι η ωραιότητα είναι κι αυτή για μένα μέσο και όχι σκοπός· γιατί ξέρω πως πολύ πιο σίγουρα μαβλίζεται ο Αόρατος από την ομορφιά, παρά από την ασκήμια». Όλα αυτά τα έλεγε βέβαια, όπως παρατηρεί ο Σαχίνης, γιατί ο Καζαντζάκης δεν ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε για να γράφει, αλλά για να πει κάτι—για να κάνει αυτό τον εσωτερικό αγώνα του και συνάμα τον αδιάκοπο αγώνα του κόσμου—έχει ένα μήνυμα. Γι’ αυτό το λόγο η συγγραφική προσωπικότητά του παρουσιάζει κάτι το προφητικό και το αποστολικό.