Μωυσής και Ακενατών: Από που προήλθε ο μονοθεϊσμός;

Αν θα θέλαμε να περιγράψουμε συνοπτικά τι είδους Θεός, είναι ο Γιαχβέ, ο Θεός της Βίβλου, και τι είδους ιδιότητες διαθέτει, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες των βιβλίων της Βίβλου, θα λέγαμε ότι είναι: υπέρτατο πνεύμα, άυλος, ανεικονικός και άφυλος. Δημιουργός των πάντων, εκ του μηδενός, δια μόνου του Λόγου του, Κύριος και κυρίαρχος του ουρανού και της γης και όλων των της κτίσεως όντων. Θεός παγκόσμιος, που δε δεσμεύεται από τόπο και χρόνο· ενώπιον του οποίου τα έθνη λογίζονται ως ρανίδα επί κάδου ή σκόνη στη πλάστιγγα. Αιώνιος, το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, χωρίς αρχή και τέλος. Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων, προγνωρίζει και προλέγει το μέλλον, καθορίζει το μέλλον, επεμβαίνει στην φύση και στην ιστορία που την κατευθύνει Αυτός εκεί που θέλει. Ζωοποιεί και καταστρέφει. Είναι Θεός αγάπης και ελέους αλλά και δικαιοσύνης και κρίσης, ένας ηθικός Θεός, άγιος, που ζητά από τους πιστούς του ηθικότητα, που δρα μέσα στην ιστορία για την αναζήτηση των πιστών, που τους χαρίζει τη σωτηρία. Είναι Θεός αυ-θαίρετος· παντελώς ελεύθερος, δηλαδή, από τον κόσμο και το χρόνο, από τη φύση και την ύλη, την ειμαρμένη, από όλα. Είναι ο Παντοδύναμος και ο Θεός που κάνει τη φωνή του ν’ ακούγεται στον πάταγο της καταιγίδας αλλά και στον ψίθυρο της αύρας!

Τι είδους Θεός, είναι λοιπόν, ο Γιαχβέ, ώστε να μη μοιάζει με κανέναν άλλον Θεό που γνώρισε η ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα; Που δεν έχει καμιά σχέση με τους εκατοντάδες, χιλιάδες ανθρωποποίητους, επινοημένους θεούς των εθνικών και των ειδωλολατρών, που έγινε αποδεκτός και λατρεύτηκε όχι από λίγους προνομιούχους, ή φιλοσόφους, αλλά άρχισε να λατρεύεται από έναν ολόκληρο λαό, τον Ιουδαϊκό, και στη συνέχεια έγινε αποδεκτός ως Θεός ενός άλλου μεγάλου λαού, των Χριστιανών, σ’ όλα τα πλάτη και μήκη της γης, ως Θεός παγκόσμιος;

Από πού προήλθε αυτή η έννοια ενός τέτοιου μεγαλειώδους, μυστηριώδους, υπερκοσμικού, φοβερού, ασύγκριτου αλλά ταυτόχρονα και προσιτού, αγαπητού, τρυφερού Θεού της σωτηρίας, του Θεού της Βίβλου, του Γιαχβέ, είναι ένα μέγα μυστήριο για τους αρνητές της Βίβλου, για τους αρνητές του υπερφυσικού και τους πάσης φύσεως ορθολογιστές και σκεπτικιστές. Όχι, όμως, για τους βιβλικούς συγγραφείς, τους πιστούς της Βίβλου και τους χριστιανούς, όπου ο Θεός αυτός είναι Θεός, σταδιακά αυτο-αποκαλυπτόμενος. Ο ζων και δρων, ο αληθής Θεός (1 Σαμ. 17:26, 36· Β’ Βασ. 19:16· 1 Τιμ. 3:15). Αυτός που κάνει γνωστό το θέλημά του στους ανθρώπους, όποτε θέλει, και με όποιον τρόπο Αυτός θέλει.

Από τις ορθολογιστικές ερμηνείες που δόθηκαν κατά καιρούς, για να λυθεί το ανυπέρβλητο μυστήριο Θεός-Γιαχβέ της Βίβλου, η πιο διαδεδομένη είναι εκείνη, που το αποδίδει στην ευαισθησία ενός μικρού λαού, του Ισραήλ, ανάμεσα σε πολύ μεγάλους και ισχυρούς (Αιγύπτιους, Ασσύριους, Αραμαίους, Βαβυλώνιους) και σαν ένα είδος μοναδικού όπλου του, έκφρασης της ενότητάς του, ένα είδος υπερσυνείδησής του, με την οποία αντιμετώπισε τη σκληρή πραγματικότητα.

Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε καν την άποψη του Γερμανού αρνητικού κριτικού J. Wellhausen και άλλων, που αποδίδουν τη «σύλληψη» του Γιαχβέ, στον Μωυσή, αλλά το αόρατο και το άφυλον και το ανεικονικό του, και όλες τις άλλες ασύγκριτες ιδιότητές του, τις αποδίδουν στην έλλειψη φαντασίας και στην πτωχεία του πνεύματος του Ισραήλ! Πράγματι, μερικοί διαθέτουν φαντασία… όταν στερεύουν τα επιχειρήματα…

Την ίδια περίπου άποψη είχε και ο Γερμανός φιλόσοφος Φ. Νίτσε. Απέδωσε τον εβραϊκό μονοθεϊσμό ως προϊόν ψυχαναγκασμού, εξαιτίας των πολλών συμφορών που βρήκαν αυτό το λαο! Αλλά, όπως παρατήρησε ο γνωστός φιλόσοφος και θρησκειολόγος René Girard, και άλλοι λαοί κατά καιρούς έχουν υποστεί συμφορές και πολλοί λαοί έχουν εξαφανιστεί από το χάρτη της ιστορίας. Εδώ, με τους Εβραίους, έχουμε ένα μοναδικό φαινόμενο![1]

Το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό, ώστε ν’ αντιμετωπιστεί έτσι, με τόσο αβαθή και απλοϊκό τρόπο. Ανάμεσα σε ισχυρούς λαούς, με τις ίδιες συνθήκες και προϋποθέσεις, τα ίδια χαρακτηριστικά, κοινωνικά, γεωπολιτικά και εθνικά, ήταν κι άλλοι λαοί (Φιλισταίοι, Χαναναίοι, Αραμαίοι, Αμμοραίοι, Φοίνικες κ.λπ.) και μάλιστα σημιτικοί συγγενείς με τους Εβραίους, όπως οι Μωαβίτες και οι Αμμωνίτες. Γιατί λοιπόν, όλοι αυτοί οι λαοί, ή κάποιος απ’ αυτούς, δεν επινόησαν, τον πάτρωνα θεό τους τον Χεμώς, οι Μωαβίτες λόγου χάριν, με τα ίδια χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, που τον επινόησε ο Ισραήλ—αν γίνει δεκτή αυτή η άποψη; Γιατί μόνο στον Ισραήλ, υπήρξε αυτή η υψηλή, η ασύλληπτη έννοια του ηθικού μονοθεϊσμού κι όχι στ’ άλλα γειτονικά έθνη;

Λογικά, μια τόσο προηγμένη θρησκεία, αν ήταν προϊόν κοινωνικής εξέλιξης, θα έπρεπε να εμφανιστεί σε υψηλά οργανωμένες κοινωνίες, όπως της Αιγύπτου, της Βαβυλωνίας, της Ασσυρίας κ.λπ., που σαφώς υπερείχαν, από υλική-τεχνολογική άποψη, από τον απλό, ποιμενικό λαό του Ισραήλ. Οι κοινωνίες των παραπάνω λαών, υπερείχαν κατά πολύ στον επιστημονικό, κοινωνικό και οικονομικό τομέα, αφού δημιούργησαν ισχυρές αυτοκρατορίες με μεγαλοπρεπή κτήρια και ανάκτορα, που τα θαυμάζουμε μέχρι σήμερα (πυραμίδες, ναοί, κρεμαστοί κήποι, γνώση αρχιτεκτονικής, αστρονομίας, μαθηματικών κ.λπ.). Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, παρά τη σοφία και την πολυμάθειά τους, λάτρευαν πολλούς θεούς, ήταν τοτεμιστές (λατρεία ζωόμορφων θεών) και ανεγνώριζαν το Φαραώ, ως θεό. Είχαν όχι λιγότερους από 70 ζωόμορφους θεούς, χώρια από πολλούς άλλους. Οι Ασσυροβαβυλώνιοι, πάλι, έφτασαν σε κάποια εποχή να λατρεύουν γύρω στους 7.000 θεούς!

Αντιθέτως, ο μικρός λαός Ισραήλ, εκτός από τη μονοθεϊστική θρησκεία του, δεν προσέφερε τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Η Βίβλος υπήρξε η φορητή του κιβωτός του πνεύματος (H.G. Wells). Ο ρόλος του υπήρξε περιορισμένος έως ανύπαρκτος στις τέχνες, τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, κ.λπ. Αρκεί, εδώ να θυμηθούμε ότι, κάλεσαν Φοίνικες και τον Χιράμ το βασιλιά της Τύρου, για να κτίσουν τον ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ (1 Χρον. κεφ. 2).

Για την μοναδικότητά αυτή της θρησκείας του αρχαίου Ισραήλ, ο ειδικός μελετητής ιστορικός Y. Kaufmann, δημοσίευσε μια εργασία σε οκτώ τόμους, αποδεικνύοντας ότι ο μονοθεϊσμός των Εβραίων παραμένει ένα φαινόμενο μοναδικό στην ιστορία, που ξεφεύγει από τα δίχτυα της επιστημονικής έρευνας[2]. Είναι λοιπόν, προφανές ότι ο βιβλικός μονοθεϊσμός, δεν είναι καρπός μιας μεταφυσικής σκέψης, ενός ανθρώπου, μιας κάστας ιερέων, ούτε μιας πολιτικής, ούτε μιας θρησκευτικής εξέλιξης. Είναι κατάφαση της πίστης και της εμπειρίας ορισμένων πιστών ανθρώπων (προφητών), αλλά και ενός ολόκληρου λαού, όπως σωστά παρατήρησε ο μαθηματικός και φιλόσοφος Blaise Pascal.

Τούτο, το αναγνωρίζουν εμμέσως και οι ορθολογιστές: «Δεν μπορούμε να βρούμε τους νόμους, τις αιτίες ή τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες οι οποίες θα παρήγαγαν οπωσδήποτε τον εβραϊκό μονοθεϊσμό τον 12ο π.χ. αι. στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή και μόνο, όπως και μόνο σ’ εκείνη την χρονική στιγμή, πράγμα, που είναι αναγκαίο αίτημα κάθε αυθεντικής αιτιακής εξήγησης των φαινομένων.[3]

Μια άλλη θεωρία, θέλει τον Μωυσή, ως θρησκευτική ιδιοφυΐα, επινοητή του Θεού Γιαχβέ, ο οποίος επέβαλε τη λατρεία του στο λαό Ισραήλ σταδιακά, και που τελικά επικράτησε, παρά την κατά καιρούς πτώση του στην ειδωλολατρία. Αυτή είναι π.χ. η άποψη του θρησκειολόγου H. Glasenapp, του Ασσυριολόγου Maspero κ.α. ερευνητών. Υπάρχουν μάλιστα μερικοί, που υποστηρίζουν όπως έκανε ο Sigmund Freud, στο βιβλίο του Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία,[4] ότι ο Μωυσής ήταν ένας Αιγύπτιος, όπως είχε υποστηρίξει στην αρχαιότητα και ο χριστιανομάχος Κέλσος,[5] που έκλεψε την ιδέα του ενός θεού από τους Αιγυπτίους, και, μάλιστα από τον Φαραώ Ακενατών (1370-1353 π.Χ.), ο οποίος λάτρευε στα χρόνια του, μόνον έναν θεό, το θεό Ήλιο, Ατών!

Βέβαια, η θεωρία αυτή του Freud, στηριζόμενη ίσως και στη θεωρία κάποιων πρώιμων Αιγυπτιολόγων, όπως του E. Sellin και του J. H. Breasted, ο οποίος μάλιστα, απεκάλεσε τον Ακενατών «το πρώτο άτομο στην ανθρώπινη ιστορία»—θεωρία, που διακρατούν κάποιοι κριτικοί και επαναφέρουν κατά καιρούς κάποιοι σύγχρονοι Αιγυπτιολόγοι, ως νέα τάχα επιστημονική ανακάλυψη(!),[6] δεν μπόρεσε να σταθεί και ούτε έγινε ποτέ αποδεκτή από τους ερευνητές και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα,[7] για τους εξής σοβαρούς λόγους:

Πρώτα απ’ όλα, ο Μωυσής, σύμφωνα με όλες τις βιβλικές ενδείξεις και τις σύγχρονες απόψεις, έζησε τον 15ο π.Χ. αιώνα[8] και, συνεπώς, προηγήθηκε του Ακενατών, και, φυσικά, δεν είχε καμιά γνώση του Φαραώ αυτού ή επαφή μαζί του, για να επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο!

Δεύτερον, η λατρεία του θεού ήλιου Ατών από τον Φαραώ ήταν λατρεία του ήλιου για προσωπικούς του λόγους, και για προσωπική αποκλειστικά χρήση του. Ο αιγυπτιακός λαός, είχε πλήρη άγνοια του εγχειρήματός του αυτού, το οποίο εξέπνευσε μαζί μ’ αυτόν και εξαφανίστηκε. Μάλιστα, το ιερατείο της Αιγύπτου ήταν εναντίον του, και γι’ αυτό ξέσπασε σε επανάσταση.

Τρίτον, η λατρεία αυτή του Ατών ήταν λατρεία του ήλιου και όχι ενός υπέρτατου Θεού, πνευματικού, υπεράνω της φύσης, δημιουργού και του ήλιου, όπως συμβαίνει με τον Γιαχβέ, το Θεό της Βίβλου!

Τέταρτον, ο θεός ήλιος, δεν είχε καμιά ηθική υπόσταση και απαίτηση, όπως ο Γιαχβέ, με τον οποίο έχουμε τον ηθικό μονοθεϊσμό. Αντίθετα, ο μονοθεϊσμός του Ακενατών έχει να κάμει με εικόνες γκροτέσκες και σεξουαλικές αναφορές (Τεντ Γουϊκς). Η θρησκεία του Ακενατών (= αυτός που είναι αρεστός στον Ατών) κατά τον W. F. Albright, διακρίνεται για τις υλιστικές της τάσεις, με χαμηλή σεξουαλική ηθική. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ακενατών νυμφεύθηκε την τρίτη θυγατέρα του.[9]  Ο μονοθεϊσμός του Ακενατών όπως εμφαίνεται στον περίφημο 150 στίχων ύμνο του προς τον Ατών, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει τόσες ομοιότητες με τον 104 Ψαλμό (103 Ο΄), όσες νόμισαν και υπογράμμισαν αρχικά οι ερευνητές. Ο θεός-ήλιος του Ατών λειτουργεί με πανθεϊστικά στοιχεία, χωρίς ηθικό κώδικα, χωρίς «επιτρέπεται» και «απαγορεύεται», ενώ στο βιβλικό Ψαλμό υπάρχει ο γνωστός ηθικός μονοθεϊσμός.[10] Ο αιγυπτιολόγος John A. Wilson επισημαίνει ότι η λατρεία του Ατών βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον εβραϊκό μονοθεϊσμό.

Σε τελευταία ανάλυση, ούτε για αμιγή μονοθεϊσμό μπορούμε να μιλήσουμε στη θρησκεία του Ακενατών, αφού ο ίδιος ως Φαραώ λατρευόταν ως θεός-βασιλιάw και η σύζυγός του, η περίφημη Νεφερτίτη, υποκαθιστούσε όλες τις προηγούμενες μητέρες-θεές της Αιγύπτου. Σύμφωνα, δε με νεότερα ευρήματα, δεν έπαυσαν να συνυπάρχουν στη διάρκεια της θητείας του, ο θεός-πατέρας του, Αμένωφις Γ’, ο θεός Πτα και ο θεός των νεκρών Πτα-Σοκάρ-Όσιρις.[11]

Όλα αυτά δείχνουν, πόσο βιαστικά και ανερμάτιστα είναι συμπεράσματα κριτικών και μαρξιστών, σαν του Γ. Κορδάτου,[12] που για ιδεολογικούς λόγους, υποστηρίζει με εκφράσεις τύπου «υποπτεύομαι» και «μου φαίνεται», την προέλευση του Γιαχβέ από την Ατωνική λατρεία του Ακενατών![13]

Απ’ αυτά τα λίγα, είναι καταφανές, ότι δεν μπορούσε να έχει καμιά σχέση η λατρεία του θεού Ατών-Ηλίου του αιρετικού Φαραώ Ακενατών, με τον μοναδικό ηθικό μονοθεϊσμό του αρχαίου Ισραήλ που αναφέρεται στη λατρεία ενός Θεού, τελείως διαφορετικού από τη φύση και τα ουράνια σώματα, αφού Αυτός είναι ο δημιουργός τους.

Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα κατά πόσον ο Μωυσής (ή έστω όπως το θέλουν οι κριτικοί, το Ιουδαϊκό ιερατείο) μπορούσε να επινοήσει έναν τέτοιο Θεό και να τον επιβάλλει σ’ έναν ολόκληρο λαό, η απάντηση με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα είναι σαφώς αρνητική. Και ιδού, το γιατί:

Πρώτον: Ο Μωυσής, θα ήταν εν τοιαύτη περιπτώσει η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα όλων των αιώνων, όλων των εποχών, αφού συνέλαβε και παρουσίασε έναν Θεό, πάνω και πέρα από τις αναλογίες, τα μέτρα και τις αντιλήψεις, όχι μόνο της εποχής του, αλλά όλων των εποχών. Συνέλαβε δηλαδή, έναν Θεό ασύλληπτο, ανυπέρβλητο, ασύγκριτο, μοναδικό, σύμφωνα με αρχές που μπορεί να ικανοποιήσει τους πιστούς ανθρώπους όλων των εποχών, απλούς και διανοούμενους, ακόμη και τους σύγχρονους επιστήμονες που μιλούν για Θεό-Δημιουργό της ύλης και του σύμπαντος (θεωρία του Bing Bang-Ανθρωπική Κοσμολογική Αρχή).

Δεύτερον: Φαίνεται αδύνατον, να μπορούσε ένας άνθρωπος να συλλάβει αλλά και να επιβάλλει τη λατρεία ενός Θεού σ’ έναν ολόκληρο λαό, αν ο λαός αυτός δεν είχε πειστεί εμπειρικά και δια «σημείων και τεράτων», ότι μια ουσιαστική αλλαγή έγινε στη ζωή του, μέσω της απελευθέρωσής του από τη δουλεία της Αιγύπτου και από τη ειδωλολατρία της. Στο Δευτερον. κεφ. 4:34, διαβάζουμε ένα εκπληκτικό, αποκαλυπτικό χωρίο. Ο Μωυσής απευθυνόμενος στο λαό, κάνει έκκληση στην εμπειρία του: «Επιχείρησε ποτέ ένας Θεός να έρθει και να πάρει για δικό του ένα έθνος μέσα από ένα άλλο έθνος; Έφερε συμφορές και πόλεμο, έκανε θαύματα και σημεία με δύναμη ακαταμάχητη και με γεγονότα φοβερά και τρομερά; Όλα αυτά τα έκανε για σας, ο Κύριος ο θεός σας στην Αίγυπτο, μπροστά στα μάτια σας».

Εδώ προηγούνται οι ενέργειες του Θεού και μετά ακολουθεί η αποδοχή του από το λαό. Η εμπειρία του λαού, είχε σχέση με τη λατρεία και την αποδοχή της ελευθερίας και της θείας δύναμης. Δεν επιβλήθηκε από κανέναν, σε κανέναν.

Η εξήγηση της Βίβλου ότι έγινε αποκάλυψη του αληθινού Θεού, στον Μωυσή και μέσω αυτού σ’ έναν λαό ολόκληρο, φαίνεται αντι-ορθολογιστική, αλλά είναι πολύ πιο αξιόπιστη και λογική απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Όπως σημειώνει ο διακεκριμένος παλαιοδιαθηκολόγος και βιβλικός αρχαιολόγος G. Wright: «Πώς έφθασε ο Ισραήλ σε μια τέτοια κατανόηση του Θεού;… Πρέπει να υποθέσουμε ότι γνώρισαν το Θεό με έναν διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν των πολυθεϊστών. Κάτι πρέπει να τους συνέβη στην ιστορία, που να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο που να οδηγεί σε μια ριζοσπαστική νέα κατανόηση του θείου. Αυτό σύμφωνα με τη βιβλική ιστορία, ήταν η έξοδος από την Αίγυπτο. Μια μεγάλη δύναμη, μεγαλύτερη από αυτήν του Φαραώ, ή οτιδήποτε στον κόσμο, απελευθέρωσε το λαό από την Αιγυπτιακή δουλεία. Το έκανε αυτό δείχνοντας τον απόλυτο έλεγχό του πάνω στις δυνάμεις της φύσης, και με τα γεγονότα που επακολούθησαν, αποκάλυψε, περαιτέρω, το γενικό σχεδιάγραμμα των προθέσεων και των σκοπών του… Έτσι, ο Ισραήλ, έγινε ο πρώτος λαός στη γη, που διατήρησε και έγραψε μια συνεκτική αφήγηση της ιστορίας του, επειδή τα γεγονότα αυτής της γης, είναι αποκαλύψεις του Θεού και το να τα διηγείται κάποιος ήταν ομολογία πίστης. Η βασική εικόνα που έχει η Βίβλος για το Θεό, προέρχεται από ιστορικά γεγονότα. Αυτά είναι στο κέντρο της προσοχής, όχι οι δυνάμεις της φύσης… Ο Ισραήλ ανεγνώρισε ότι ο Θεός είναι ο μόνος δημιουργός επειδή είναι κύριος όλων».[14]

Τρίτον: Η άποψη ότι ο Μωυσής επινόησε τον Γιαχβέ και επέβαλε τη λατρεία του στο λαό, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τα βιβλικά κείμενα, που μιλούν για την προ του Μωυσή Αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και Ιακώβ, μιλούν για τον Θεό των πατέρων, που τον λάτρευαν οι προ-πάτορες τους πεντακόσια χρόνια πριν (Εξ. 3:2 επ· Ιησ. Ναυή 24:2, 14· Δευτ. 26:5-8). Ο Γιαχβέ αναφέρεται ως «θεός υμών» δηλ. των Ισραηλιτών (Εξ. 6:7) πριν απ’ όλα. Προφανώς τον γνώριζε και ο πεθερός του Μωυσή ο Ιοθόρ ή Ραγουήλ, προερχόμενος από απογόνους του Αβραάμ (Εξ. 3:1, 18:1-12, Αριθμ. 10:29 επ.). Το όνομα της μητέρας του Μωυσή, Ιωχαβέδ, στο πρώτο συνθετικό του φέρι το όνομα του Γιαχβέ (Ιώ).

Επίσης, με την έκφραση «Εγώ είμαι», φαίνεται καθαρά, ότι ο Γιαχβέ, δεν συστήνεται ως κάποιος άγνωστος Θεός, αλλά δηλώνει ότι είναι γνωστός στους ανθρώπους μέσα στην ιστορία (πρβλ. Γεν. 15:7). Οι βιβλικές πηγές μας, μαρτυρούν, όχι κάποια επινόηση-κατασκευή ενός Θεού, αλλά Αποκάλυψη του μοναδικού-ζώντος Θεού, στο Μωυσή, στη φλεγόμενη βάτο και μετέπειτα, δια αγγελικού αντιπροσώπου (Εξ. 3:2-6, 23:20· πρβλ. Γαλ. 3:19). Την εμπειρία αυτή τη γνωρίζουν και αναφέρουν και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς της Βίβλου (Ψαλμ. 103:7, Νεεμ. 9:14, Πραξ. 7:35).

Τέταρτον: Ο Θεός αυτός, όπως είδαμε, είναι στην κυριολεξία ασύλληπτος, ασύγκριτος και ανυπέρβλητος. Δεν είναι Θεός του παρελθόντος αλλά του μέλλοντος. Θεός, ο οποίος, «απ’ αρχής αναγγέλλει το τέλος και από πρότερον τα μη γεγονότα» (Ησ. 46:10). Θεός που οδηγεί την ιστορία εκεί που Αυτός θέλει, που προλέγει το μέλλον και επαληθεύεται, γιατί εκτελεί αυτό που Αυτός θέλει. Είναι Εκείνος που λέει: «Η βουλή μου θα εκτελεστεί, κι όλα όσα επιθυμώ θα τα πραγματοποιήσω».

Μέσα στο Δευτερονόμιο (κεφ. 28, 29 και 32) και στο Λευιτικό (κεφ. 26), υπάρχει εν σπέρματι, όλη η μετέπειτα ιστορία και η εξέλιξη και η τύχη του λαού Ισραήλ, μέχρι σήμερα (ο ξεριζωμός και ο διασκορπισμός του και η επισυναγωγή του), για να μη μιλήσουμε για τις δεκάδες άλλες προφητείες λαών, εθνών, αυτοκρατοριών και πόλεων, που υπάρχουν εγκατεσπαρμένες μέσα στις σελίδες της Βίβλου, και τις δεκάδες μεσσιανικές προφητείες που εκπληρώθηκαν αιώνες αργότερα. Η Βίβλος, είναι βιβλίο προφητειών, γιατί ο Θεός της μπορεί να προλέγει και να προκαθορίζει το μέλλον!

Ποια ανθρώπινη διάνοια, λοιπόν, θα μπορούσε να επινοήσει έναν Θεό, που μπορεί να προλέγει το μέλλον και να επαληθεύεται, που υπόσχεται και εκπληρώνει, κι αυτό το γεγονός μπορεί να ψηλαφείται μέσα στις σελίδες της ιστορίας, ακριβώς, για να δείξει ότι είναι ζων, αποκαλυπτόμενος θεός, και όχι προϊόν φαντασίας και επίνοιας ανθρώπων; Η ικανότης του Γιαχβέ να προλέγει απ’ αρχής το τέλος και να επεμβαίνει στη φύση και στην ιστορία και να την διαμορφώνει, να την κατευθύνει και να την ανατρέπει ακόμη, «να κατάγει εις Άδου και ν’ ανάγει», αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να έχει επινοηθεί από κανέναν! Γιατί αυτός είναι Κύριος όλων, Κύριος κυρίων, και ο επινοητής όλων των επινοητών!

Πέμπτον: Ο Θεός του Μωυσή, όπως λέγεται, και των πατέρων, και του λαού Ισραήλ ολόκληρου, είναι όπως είδαμε Θεός και πατέρας του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αν ήταν Θεός ανθρώπινης επίνοιας και σύλληψης, δεν θα τον αναγνώριζε σε καμιά περίπτωση ο Ιησούς, ούτε θα τον αποκαλούσε «σε τον μόνον αληθινό Θεό», στην αρχιερατική προσευχή του (Ιωάν. 17:3). Στο πρόσωπο άλλωστε, του Ιησού, απεκαλύφθη πλήρως το πρόσωπο του Θεού Γιαχβέ, αφού το εξελληνισμένο όνομα Ιησούς (= Γεχοσούα) σημαίνει: «Ο Γιαχβέ σώζει!»

Και κάθε φορά, που είνας πιστός, αναφέρεται στον Ιησού και στο πρόσωπό του, και στο λυτρωτικό έργο της σωτηρίας του, εμμέσως πλην σαφώς, αναγνωρίζει, ότι ο Γιαχβέ, ο Θεός της Βίβλου, είναι ο ζων, ο αληθής Θεός, ο πατέρας, Αυτός που κάνει να γίνει, αυτός που σώζει, ο Θεός των πατέρων, που μίλησε πολυμερώς κα πολυτρόπως δια των προφητών και τελευταία δια του Υιού του, του Ιησού (Εβρ. 1:1) και συνεχίζει να μιλάει μέσω του Λόγου του και της εκκλησίας του, στους ανθρώπους.

Αυτή είναι η μεγαλειώδης, η συγκλονιστική αλήθεια της Βίβλου, για τον αυτο-αποκαλυπτόμενο θεό της, τον Γιαχβέ, τον εμπνευστή της, τον καθοδηγητή των προφητών, γι’ «Αυτόν που κάνει να γίνει», «Αυτόν που αποδεικνύει ότι είναι, και θα είναι», τον Όντως Όντα.

Αυτό είναι και το υπέρτατο μεγαλείο της Βίβλου, που κατόρθωσε μέσα στις σελίδες της, μέσα σ’ ένα διάστημα 1.500 ετών ιστορίας, να μας δώσει την εκπληκτική εικόνα, του μοναδικού αποκαλυπτόμενου Θεού, του Γιαχβέ, στον οποίον, «πας ο πιστεύων εις Αυτόν, να μην απωλεσθεί αλλά να έχει ζωήν αιώνιον», την «όντως ζωή» (Ιωάν. 3:16, 17:3· 1 Τιμ. 6:12).

 

Υποσημειώσεις


[1] Max I. Diamond, Jews, God, and History, σελ. 27 επ.

[2] Y. Kaufmann, The Religion of Israel: From Its Beginning to the Babylonian Exile (1960). Ο Kaufmann είναι κατ’ εξοχήν αντι-Βελχαουζενιστής.

[3] Πρβλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα (1999) σελ. 15.

[4] Ο καθηγητής Θάνος Λίποβατς στην Εισαγωγή (σελ. 23) στο ως άνω βιβλίο του Freud (εκδ. Επίκουρος) ορθά επισημαίνει τις αυθαίρετες ερμηνείες του Freud σχετικά με το πρόσωπο του Μωυσή και τη δήθεν δολοφονία του από τους Εβραίους. Ο Freud, σημειώνει ο Λίποβατς, ενώ γνώριζε καλά τη Γραφή, εντούτοις δεν πήρε στα σοβαρά τις ιστορικές περιγραφές της, συγκρατώντας μόνο τα ηθικά διδάγματα.

[5] Αληθής Λόγος, ΙΙΙ, 5.

[6] Τη θεωρία υποστήριξαν πρόσφατα κι άλλοι αιγυπτιολόγοι, όπως ο Jan Assmann, Moise l’ Egyptien (1997) και Le Prix du monotheisme (2003). Βλ. και περιοδικό Der Spiegel Nr. 52/22.12.06

[7] Πρβλ. Β. Βέλλα, Θρησκευτικές προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, τομ. 1ος, σελ. 97 και W. F. Albright, From the Stone Age to Christianity, σελ. 219 επ.

[8] Βλ. 1 Βασ. 6:1 όπου φαίνεται ο Σολομών (10ος αι. π.Χ.) άρχισε να κυβερνά 480 χρόνια μετά την Έξοδο. Βλ. επίσης John J. Bimson και David Livingston, Redating the Exodus, BAR, Sep/Oct 1987 και Bryant G. Wood, Did the Israelites conquer Jericho? A New Look at the Archaeological Evidence, BAR, Mar/Apr 1990, σελ. 44-58, όπου δέχεται καταστροφή της Ιεριχώ γύρω στο 1400 π.Χ. Ακόμα, R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament και Gleason L. Archer, A Survey of Old Testament Introduction, σελ. 196 επ.

[9] W. F. Albright όπ. παρ. σελ. 222, 223.

[10] Πρβλ. Σ. Αγουρίδη, Ο 103ος Ψαλμός και ο ύμνος του Ikhnaton προς τον ήλιον (Θεσσαλονίκη 1958) και J. W. Wilson, στο Ancient Near Eastern Texts Relating to the Old Testament, σελ. 369 επ. και τα εκεί σχόλια.

[11] Βλ. Μαργαρίτα Νικολακάκη-Κέντρου, Ακενατών, ο Φαραώ του φωτός πρόδρομος του Μονοθεϊσμού; περ. Corpus, Μάρτιος 2001, σελ. 45.

[12] Η Παλιά Διαθήκη στο φως της επιστήμης, σελ. 36 επ.

[13] Πρβλ. και Κ. Δ. Καλοκύρη, Μωυσής, σελ. 161 επ. Με παρόμοιες υποθετικές προτάσεις όπως «εμείς πιστεύουμε», «φαίνεται εξ ίσου εύκολο να υποθέσουμε», «μπορούμε να υποθέσουμε», κ.α, εκφράζονται και άλλοι επίδοξοι ερμηνευτές του εβραϊκού μονοθεϊσμού. Πρβλ. Μ. Καλόπουλου, Ο αιρετικός Φαραώ Ακενατών και ο δόλος του μονοθεϊσμού, περ. Ιχώρ, τεύχος 24.

[14] G. Wright, Biblical Archaeology, σελ. 104.