Με τα μάτια της καρδιάς

Το μεγάλο συνεδριακό κέντρο της πόλης έσφυζε από ζωή και κίνηση στις 12 το μεσημέρι. Οι πάνω από 200 σύνεδροι, βρισκόταν ήδη στα καθίσματά τους, όταν ο Ακύλας μπήκε βιαστικά, ψάχνοντας για να βρει μια θέση κατάλληλη.

Εκείνη τη στιγμή την είδε. Την είδε και του κόπηκε η ανάσα.. Ήταν εκεί κι αυτή. Αυτή, που κάποτε του άρεζε πολύ, αλλά τώρα πιο πολύ… Ολόκληρη ιστορία… Σημασία, είχε ότι ήταν εκεί. Πανέμορφη, θεϊκιά, πιο όμορφη από ποτέ. Ξεχείλιζε από θηλυκότητα. Απέπνεε έντονο ερωτισμό, μέσα σ’ ένα κρεμεζί φόρεμα, με τα καστανά μαλλιά της ριχτά κάτω, με λίγα απέριττα κοσμήματα, με τις ψηλοτάκουνες γόβες της. Ήταν εκεί μπροστά του, σε μικρή απόσταση, όρθια και συνομιλούσε με κάποιους….

Την είδε, αλλά δεν θέλησε να πάει κοντά της…. Αυτή η καταραμένη δειλία που τον έδερνε από παιδί, αυτή η ανασφάλειά του, τον έπιασε απ’ το λαιμό και πάλι και άρχισε να τον σφίγγει. Να τον σφίγγει.

Η Βανέσα ξαφνικά εξαφανίστηκε απ’ τα μάτια του. Το σεμινάριο είχε ήδη αρχίσει κι ο Ακύλας πήρε βιαστικά την πρώτη κενή θέση που βρήκε μπροστά του. Ο ομιλητής εξηγούσε με γλαφυρότητα τις νέες μεθόδους διαφήμισης, της Famous Intertextual Incorporation, της μεγάλης διαφημιστικής εταιρείας με τις πολλές θυγατρικές, για το πώς θα δελέαζαν τους νέους πελάτες, πώς θα λάνσαραν τις νέες πωλήσεις, πώς θα αύξαναν τον τζίρο της επιχείρησης, πώς, πώς… Λόγια άδεια, κούφια, για το κεφάλι του Ακύλα.

Αυτός το μυαλό του το είχε εκεί… καρφωμένο στη Βανέσα. Την έψαχνε απεγνωσμένα να την βρει μέσα στο πλήθος, σάρωνε τα πάντα με το βλέμμα του σαν περισκόπιο, αλλά εκείνη μυστηριωδώς είχε εξαφανιστεί… Σίγουρα κάπου θα ήταν μέσα στους συνέδρους, αλλά καθισμένοι όπως ήταν, πώς να την εντοπίσει μέσα σε τόσα άτομα;

Την ήξερε από παλιά, πριν από χρόνια, όταν ήταν σχεδόν παιδούλα. Γιατί την άφησε να του ξεφύγει, να την χάσει, αυτή να κάνει έναν αποτυχημένο γάμο με παιδί, και τώρα να ‘ναι ζωντοχήρα, διαθέσιμη ίσως, απαστράπτουσα μέσα στην ομορφιά της, αφού τόσο του άρεζε! Κουτές ερωτήσεις… τα ’χε σκεφτεί δεκάδες φορές. Ήταν ήδη αρραβωνιασμένος τότε με άλλη που του ταίριαζε δεν του ταίριαζε, σημασία δεν είχε. Εκείνο που είχε σημασία ήταν η ατολμία του, η δειλία του. Η ατολμία του, η απειρία του και ο φόβος, μήπως φάει χιλόπιττα. Ήταν τύπος συντηρητικός από τη φύση του. Αλλά και η ανατροφή του σ’ ένα αυστηρό πουριτανικό οικογενειακό περιβάλλον, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Αυτό το τρίπτυχο τον συνόδευε σ’ όλη του τη ζωή. Παντρεύτηκε βέβαια, σχεδόν με προξενιό, περνούσε σχετικά καλά με τη γυναίκα του, αλλά πώς θα ήταν άραγε αν δεν παντρευόταν τη Νικολέτα και της ζητούσε να σχετιστούν, να τα φτιάξουν, ίσως χωρίζοντας τότε την αρραβωνιαστικιά του;

Την είχε χάσει για ένα διάστημα. Τότε, που δούλευε ως πωλητής πολυκαταστήματος, προϊστάμενος ενός τμήματος. Ωστόσο, την έβλεπε πότε-πότε. Μερικές φορές συμπτωματικά στο δρόμο, πότε σε κάποιο σεμινάριο, από τότε που μπήκε στη διαφήμιση, κι έμαθε ότι κι αυτή δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο. Όμως, τα χρόνια κυλούσαν, κύλησαν.. Αυτός με δυο παιδιά, εξηντάρης τώρα, με καλή δουλειά. Αυτή δραστήρια σε δουλειές—κάποτε είχε και δική της μικροεπιχείρηση, αλλά την άφησε για κάτι καλύτερο … μ’ ένα αγόρι, χωρισμένη.

Φρόντισε να μάθει γιατί χώρισε. Είχε άντρα δραχμοφονιά, τσιγκούνη, που δούλευε, ἐβγαζε κάποια φράγκα αλλά έδινε πολύ λίγα. Καβούρια οι τσέπες… Ύστερα, εδώ που τα λέμε της έπεφτε και λίγος. Αυτή ήταν κουκλάρα, «χιλιάρα μηχανή» κι αυτός μπορούσε να κουμαντάρει μόνο «παπάκι». Λίγα χρόνια κράτησε ο γάμος τους σπρώξε-σκούντα. Κάποια στιγμή αυτή του είπε «δεν πάει άλλο» αν δεν άλλαζε. Κι αυτός δεν άλλαξε. Και φυσικά δεν πήγε άλλο ο γάμος.

Αλλά μήπως κι ο Ακύλας άλλαξε; Αλλάζουν οι άνθρωποι, οι χαρακτήρες;

Στη δουλειά του ήταν καλός, εξυπηρετικός, πρόθυμος. Με τον καιρό είχε αναπτύξει ικανότητες και μεθόδους. Την κυνηγούσε άλλωστε. Δεν άργησε να γίνει στέλεχος της μεγάλης διαφημιστικής εταιρείας με μισθό καλό, με bonus. Είχε το διαμερισματάκι του, το αυτοκίνητό του, ετοιμαζότανε και για παραθεριστικό.

Τι ήταν αυτό που τον τρόμαζε από μικρό και κολλούσαν τα λόγια του, το στόμα του, η γλώσσα του, όταν ήταν να μιλήσει σε γυναίκα και μάλιστα ωραία, έξυπνη, δυναμική σαν την Βανέσα;

Το τηλέφωνό της το ήξερε αλλά δεν τολμούσε…

Κανά δυο φορές, όταν την είδε συμπτωματικά και τη χαιρέτισε σκέφτηκε να την καλέσει για καφέ, να τα πουν καλύτερα, να μιλήσουν, να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν, και δειλά-δειλά να της ανοιχτεί. Να της πει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτήν, ότι πάντα ενδιαφερότανε γι’ αυτήν, πάντα του άρεζε, πάντα θαύμαζε την ομορφιά και τον δυναμισμό της. Αλλά και κάτι ακόμα… Τον χαρακτήρα της… Ήταν σίγουρο ότι της «την πέφτανε» οι άντρες σωρηδόν. Άλλοι διακριτικά, άλλοι φανερά, άλλοι ξεδιάντροπα. Κανά δυο φορές σε σεμινάρια πρόσεξε πως την πολιορκούσαν, πως την ποθούσαν, την «τρώγαν» με τα μάτια τους. Αυτή φαινόταν πολύ επιλεκτική στις επαφές της. Ήταν πολύ ζεστή μ’ όσους έκανε παρέα. Φρόντιζε να κρατά τις αποστάσεις όμως, με ξένους, και να μη τους δίνει ανεπίτρεπτο θάρρος…

«Εγώ, άραγε, που πέφτω στις προτιμήσεις της;», κάποια στιγμή αναρωτήθηκε όταν την είδε μια μέρα στο δρόμο να περπατάει βιαστικά. Άσχημος δεν ήταν, αλλά αυτό δεν αρκούσε. Το ήξερε. Τη σταμάτησε… Της μίλησε λίγο, τραυλίζοντας… Της μίλησε για ένα νέο διαφημιστικό πρόγραμμα, που ίσως την ενδιέφερε. Συμφώνησαν να ιδωθούν, να τα πούνε από κοντά. Αλλά αυτή η συνάντηση συνεχώς αναβαλλόταν. Μια εκείνη δε μπορούσε, μια αυτός έλειπε σε ταξίδια, μια η γυναίκα του αρρώσταινε, μια τα παιδιά έπρεπε να πάνε φροντιστήριο και γυμναστήριο… κι έπρεπε αυτός να επωμισθεί τις μεταβάσεις.

Κάθε φορά που την έβλεπε η μορφή της, η ομορφιά της, η θηλυκότητα, ο δυναμισμός, η εξυπνάδα, η απλότητα, όλα αυτά αποτελούσαν γι’ αυτόν ένα κράμα, ένα μεθυστικό κοκτέιλ, ένα μείγμα μυστηρίου, που δεν τον άφηναν ήσυχο. Κάθε φορά που την έβλεπε, την έβλεπε πιο όμορφη, λες και η ομορφιά της και η θηλυκότητα αποτυπωνόταν στο πρόσωπο και στο κορμί της μέσα από τις εμπειρίες και όλη τη ζωή της.

Ούτε την ημέρα ούτε τα βράδια ησύχαζε, ιδίως τα βράδια. Ιδιαίτερα από την ημέρα εκείνη που την είδε μ’ ένα μικροσκοπικό μπικίνι να παίζει ανέμελα τένις, με μια φίλη της στην καυτή άμμο, ένα απόγευμα σε μια παραλία. Τι κορμί ήταν εκείνο, Θεέ μου! Τι κίνηση; Τι χάρη! Τι τσαχπινιά! Του κόπηκε η ανάσα!

Και η ζωή, όπως έλεγε κάποιος, δεν μετριέται με τις ανάσες που παίρνουμε, αλλά με τις στιγμές που σου κόβεται η ανάσα. Κι αυτή ήταν μια απ’ αυτές τις στιγμές.

Πολλές φορές έπιανε τον εαυτό του να πειθαναγκάζεται. «Δεν είχε νόημα πια… Είμαι παντρεμένος με παιδιά». Να χωρίσει τώρα; Δύσκολο… Ένας άνθρωπος που δεν τολμάει να μιλήσει σε μια γυναίκα, να της πει το πόσο του αρέσει, πόσο τον ελκύει, δεν έχει τα κότσια και να χωρίσει. Πάνω απ’ όλα όμως, γιατί να χωρίσει; Του ’δειξε αυτή κάποια σημάδια ότι της αρέσει; Ότι αν ήταν ελεύθερος θα την προτιμούσε; Είχαν και μια διαφορά ηλικίας. Είκοσι χρονάκια περίπου… Θα το αποδεχόταν αυτό;

Αποφάσισε. Αποφάσισε τελικά να της δείξει με έμμεσο τρόπο, ότι του άρεζε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν. Και γιατί όχι; Κρυφά την αγαπούσε. Την αγαπούσε γι’ αυτό που ήταν, όπως ήταν. Η αλήθεια ήταν ότι δεν την γνώριζε πολύ καλά αφού δεν κάναν πολύ παρέα, δεν γνώριζε πτυχές της ζωής της, διάφορες πτυχές του χαρακτήρα της.

Αλλά τι σημασία είχαν όλα αυτά; Είναι ανάγκη να γνωρίσεις κάποιον καλά για να τον αγαπήσεις; Ίσα-ίσα αν τον γνωρίζεις καλά υπάρχει κίνδυνος να δεις κι ελαττώματα. Κι ύστερα; Θα συνεχίσεις να τον θέλεις, να τον αγαπάς όπως τον είδες, όπως τον έπλασες εσύ; Αυτός την έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς. Κι αυτό μετρούσε γι’ αυτόν.

Ο Ακύλας μπορεί να ήταν κομπλεξικός και άτολμος, αλλά του άρεζε λίγο το μυστήριο. Ήταν της άποψης ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζεις, να παρα-γνωρίζεις τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα μια γυναίκα που σου αρέσει. Σαν την Βανέσα. Σου αρέσει γιατί είναι αυτή που είναι… Άλλωστε και στα ωραιότερα δάχτυλα των ποδιών, φυτρώνουν κάλοι…. Τι σημασία είχε λοιπόν;

Σκέφτηκε να της μιλήσει… και μια και δεν ερχόταν βολικά να της τα πει από κοντά, θα της τα έλεγε τηλεφωνικά. Το τηλέφωνο κρατάει μια απόσταση αλλά λύνει και τη γλώσσα. Μπορείς να πεις και πράγματα που δεν τολμάς να πεις κατάμουτρα. Κι αυτός πάθαινε γλωσσοδέτη όταν την έβλεπε… κι η καρδιά του χτυπούσε άγρια.

Έτσι, ένα πρωινό πήρε την απόφαση και της τηλεφώνησε. Φάνηκε εγκάρδια μαζί του. Πιάσαν την κουβέντα. Είπαν πολλά και διάφορα κι όταν τόλμησε να της πει ότι του άρεζε από παλιά και πως την είχε δει εκθαμβωτική πριν από χρόνια, στο συνεδριακό κέντρο, εκείνη προσποιητά, απροσποίητα, δεν είχε σημασία, τον ρώτησε: «Μα γιατί, τι μου βρίσκεις;»  Αυτό ήτανε! Ένας χείμαρρος λόγων βγήκε από τα σωθικά του, χωρίς να ξέρει κι αυτός πώς!

«Γιατί είσαι υπέροχη! Γιατί είσαι όμορφη, εκθαμβωτική μέσα στην απλότητά σου και απλή μέσα στο μεγαλείο σου… Γιατί διαθέτεις χαρακτήρα… Γιατί διαθέτεις και συνδυάζεις θηλυκότητα και δυναμισμό, χωρίς να χάνεις τίποτα από τη θηλυκότητά σου. Γιατί… Γιατί…»

Αλήθεια, πού βρήκε τόσο θάρρος, τόση ευγλωττία να της τα πει όλα αυτά, αυτός ο άτολμος, ο κομπλεξικός με τις γυναίκες, ο κομπλεξικός ιδιαίτερα με τη Βανέσα; Στο αποκαλυπτήριο αυτό ξέσπασμα, αυτή δεν έκρυψε την ευχαρίστησή της.

«Ωραία, ήταν μια έκπληξη όλα αυτά για μένα, σου χρωστώ μια μεγάλη αγκαλιά για το ενδιαφέρον σου και την κρυμμένη σου αγάπη, που μου είχες τόσα χρόνια… Θα τα πούμε κι από κοντά», του είπε κλείνοντας το τηλέφωνο.

Η πολυπόθητη συνάντηση έγινε τελικά, ύστερα από κάποιες ημέρες, μετά το αποκαλυπτικό τηλεφώνημα. Του τηλεφώνησε εκείνη. Έγινε σ’ ένα απόμερο, ήσυχο café  bar. Ήρθε ντυμένη απλά μ’ ένα λευκό φόρεμα. Είπαν πολλά σε λίγη ώρα. Εκείνη του μίλησε για τον πρώτο αποτυχημένο γάμο της, για τη ζωή της, για τις δουλειές της, για τον έφηβο κι ανήσυχο γιο της, και για ένα φλερτ που ανέκυψε και που την ταλαιπώρησε. Γιατί ανακάλυψε … ότι ο φερέλπις υποψήφιος εραστής ήταν κι αυτός τσιγκουνάκος, σαν τον άντρα της. Αλλά και λίγο υπερόπτης που απ’ τα χέρια του πέρασαν πολλές γυναίκες…

Ήταν σε δίλημμα, γιατί τον ήθελε και δεν τον ήθελε. Δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει, αν κι είχε απομακρυνθεί απ’ αυτόν κάπως, του εκμυστηρεύτηκε.

Ο Ακύλας που την άκουγε προσεκτικά, κρυφοδαγκώθηκε. Της είπε πολύ λίγα για τον εαυτό του. Για τα αισθήματά του της είχε ήδη μιλήσει τηλεφωνικά. Τώρα όμως, καταλάβαινε ότι είχε χάσει πια το τρένο… Ίσως αν ήταν νεώτερος, ίσως αν ήταν πιο τολμηρός, ίσως αν ήταν ελεύθερος, ίσως αν…, ίσως…

Αρκέστηκε στο να την αγκαλιάσει τρυφερά και να την φιλήσει στο μάγουλο. Όχι με τα χείλια αλλά με την ψυχή.

«Ώστε μ’ αγαπούσες κρυφά, τόσα χρόνια;», του ψιθύρισε.

«Μα, δεν το καταλάβαινες τόσα χρόνια;», της απάντησε.