Μάρω Στασινοπούλου: «Και ο Έρωτας Αναιδώς Άνθισε»

Μάρω  Στασινοπούλου: ‘Και ο Έρωτας Αναιδώς Άνθισε’

(Εκδ. Οδός Πανός 2014)

 

Αγάπη είναι το απόλυτο κόκκινο.

Ό,τι δεσπόζει και ό,τι ακινητεί.

 

Το «Και ο έρωτας αναιδώς άνθισε», είναι μια ευπρόσδεκτη και καλογραμμένη συλλογή διηγημάτων – αφηγημάτων, της ποιήτριας-συγγραφέως Μάρως Στασινοπούλου, γνωστής στον λογοτεχνικό χώρο από τις 4 προηγούμενες ποιητικές συλλογές της, από τα ενδιαφέροντα δοκίμιά της, και το ιστορικό μυθιστόρημα «Οι φυγάδες της Βαστίλλης», έργα που την καταξίωσαν.

Κεντρικό θέμα των 9 διηγημάτων της συλλογής αυτής, είναι ο έρωτας, όπως τον βίωσε η συγγραφέας τόσο στο πραγματικό όσο και στο φαντασιακό. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η αμεσότητα, η γλαφυρότητα, και πολλά άλλα αφηγηματικά προτερήματα, κερδίζουν από τις πρώτες γραμμές τον αναγνώστη. Παρόλο που πρόκειται για πεζογραφήματα, η γλώσσα είναι ποιητική, υποβλητική, συναρπαστική.  Σε κάθε διήγημα έχεις την εντύπωση ότι έχεις να κάνεις με κάτι το ρευστό, το απροσδιόριστο, το υπερυλικό, το ανάλαφρο, το ρεμβώδες, συναρμοσμένα όλα αυτά με μαεστρία και αληθινή τέχνη, με το ρεαλιστικό, το μασίφ υλικό, που το γειώνει.

Το μεθυστικό αυτό κοκτέιλ, περιλαμβάνει πολλές εικόνες, μεταφορές, διάφορα σχήματα λόγου, αλλά κυρίως, ποίηση και ζωγραφική, όπως φαίνεται από τα κείμενα ‘Με τον Βαν Γκογκ, πίνοντας αψέντι’, ‘Γκωγκέν’, ‘Αμεντέο Μοντιλιάνι, ο μεθυσμένος πρίγκιπας’ κ.άλλ., απ΄όπου αναδύεται η ευαισθησία, και η ιδιαίτερη αγάπη της συγγραφέως για τους μεγάλους αυτούς δημιουργούς του χρωστήρα που ιδιαίτερα την συγκίνησαν και την συγκινούν. Η καταγραφή ενός ‘σουρεαλιστικού ονείρου σε πέντε εικόνες’ αναφέρεται σε γνωστά πρόσωπα όπως, Πιερ Ογκύστ Ρενουάρ, Γκόγια, Καραβάτζιο. τελικά, ο αναγνώστης ανυποψίαστος, κάποια στιγμή μεταφέρεται ανεπαίσθητα, στο Σεράπιο, στη Μέμφιδα, όπου συναντιέται με τον Ψαμμήτιχο τον Α΄, ο οποίος (προσ)καλούσε τη συγγραφέα απ΄το ‘ατέλειωτο βάθος των ματιών του’… να ταυτιστεί μαζί του.

Κατά τη γνώμη μου, τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματα της συλλογής, είναι τα βιωματικά, όπως το ‘Carpe Diem’, ‘Έρως Λυσιμελής’, και, φυσικά, το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή ‘Και ο έρωτας αναιδώς άνθισε’. Στο πρώτο, η Στασινοπούλου, μας μεταφέρει στη γοητεία της Βασόρας και της Ανατολής, στην Κούρνα, όπου ο χρόνος εκεί, ξοδεύεται αλλιώτικα, συμπυκνωμένος μα ανεξαγόραστος. Ταξιδεύουμε μαζί της, ένα ταξίδι αλλιώτικο, εσωτερικό, ξεθάβοντας πράγματα ξεχασμένα… Συναντάμε τον Ναγκίμπ, με τα ξέπλεκα του έβενου μαλλιά… Τον Ναγκίμπ που της δώρισε κάτι πέρα και πάνω από τον έρωτα, μια επιθυμία ανολοκλήρωτη, μα αυθεντική σαν τον θάνατο. Στο δεύτερο διήγημα, η διηγηματογράφος, προσπαθεί ραγίζοντας την ώρα, ν΄ αποσπάσει από τη σιωπή εξομολογήσεις… Ωστόσο, μια καταστρεπτική φωνή χυμάει από μέσα της… Η αμφισημία του έρωτα και των λόγων, την οδηγούν στην προτροπή: ‘κράτησε καλά φυλαγμένο το σχήμα της κάθε σου λέξης…’ κι αυτό, γιατί φοβάται αυτόν τον ασυγκράτητο χείμαρρο από σιωπηλά λόγια, τα γεμάτα παραφορά.

Στο τρίτο διήγημα, ξεκινώντας μ’ένα motto του Eugenio Montale, εισχωρεί στα άδυτα του κορμιού του αγαπημένου που, με άφατη τρυφερότητα τον προσκαλεί μεθυστικά, στη μέθεξη κορμιών-σύζευξη ψυχών, όπως εξομολογείται: ‘Οι ώρες κυλούν, κανείς δεν τις προσέχει, είσαι η καρδιά του κόσμου, είμαι ο μυστικός κήπος… Α, και να έμενες ελεύθερος, ρουφηγμένος από τη θάλασσα των αισθημάτων σου και των αισθήσεων… Από την έκρηξή σου μάζεψα με προσοχή τα θραύσματα, τον τρόμο, τα σπαράγματά σου… Τα φυλακίζω στην κρύπτη’.

Το «Έρος αμάχανον όρπετον», αποκαλύπτει το  βιωματικό υπόβαθρο μιας ερωτικής πανδαισίας με ένα πρόσωπο, που τα βράδια διάβαζε με έξαψη τη γεωμετρία των άστρων, που διέθετε ματιά σαν ‘φλέβα υπόγεια και πρόθυμη αστραπή’, μια σχέση με ένα μυστηριώδες πρόσωπο που χάραζε κύκλους στην άμμο, οριοθετούσε τον πλανήτη που την κρατούσε όπου κι αν πήγαινε, και που μέσα από τη ματιά του, αγάπησε όλες τις ομορφιές του νησιού όπου βρισκότανε: τη γυάλινη ράχη του νερού, τους γλαφυρούς κολπίσκους, ‘τον αποσπερίτη που έντυνε με ύλη φωτεινή τα φλύαρα, μα δειλά του χέρια…’.

Δεν ξέρω, μα, κλείνοντας την μικρή αυτή συλλογή, μου φάνηκε πως διάβασα εξαίσια ποίηση που από καιρό είχα να διαβάσω. Πως περιδιάβηκα άγνωστους κόσμους, πως μάζεψα σπασμένες εικόνες και σπάνια ηχοχρώματα, πως, μαζί με την συγγραφέα, συλλάβισα τις πορείες των άστρων, ψηλάφησα κοχύλια και όστρακα από μακρινές σκοτεινές μνήμες. Μου φάνηκε σαν να έζησα σε προηγούμενες ζωές, μετενσαρκωμένος, πως απέπλευσα με το καράβι της ζωής για πολλά άγνωστα λιμάνια, χωρίς όμως να αποχωρίζομαι προς στιγμήν, το έδαφος όπου βρισκόμουνα προσδεδεμένος.

Αυτό είναι τελικά, που κερδίζει ο αναγνώστης της εξαίσιας αυτής συλλογής. Μπορεί να ξανα-ερωτευθεί τη φύση, τη ζωή, τον άνθρωπο, τα πάντα, και μπορεί να ταξιδέψει παντού και πουθενά, να ονειρευτεί, να ρεμβάσει, να αφεθεί μετέωρος μεταξύ του απέραντου ουρανού, της θάλασσας και της ψηλαφητής γης. Γι’ αυτό και το  βιβλίο, μέσα στην πληθώρα των βιβλίων ξεχωρίζει, και αξίζει να προσεχτεί, να διαβαστεί και να … ξαναδιαβαστεί.