Λογοτεχνία και πορνογραφία

Ποιες μπορεί να είναι οι σχέσεις μεταξύ λογοτεχνίας και πορνογραφίας; Υπάρχουν στεγανά ανάμεσά τους; Ένα κείμενο που προβάλλεται ως λογοτεχνικό, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιο, παρόλο που εμπεριέχει αφηγήσεις πολλές, με ωμές σοκαριστικές περιγραφές σεξουαλικών σκηνών; Υπάρχουν κάποια κριτήρια διαφοροποίησης της λογοτεχνίας από την πορνογραφία;

Ο δικός μου προβληματισμός, εστιάζεται σε τρία κύρια σημεία. Πρώτον: Αν ένα κείμενο που αυτοπροβάλλεται σαν λογοτεχνικό, απ’ αρχής μέχρι τέλους «διανθίζεται» με σεξουαλικές σκληρές σκηνές, όπου υπερπλεονάζουν οι (άχρηστες) λεπτομέρειες, τότε, σε τι διαφέρει από ένα πορνογράφημα, υψηλών έστω αξιώσεων και προδιαγραφών; Τι το διαφοροποιεί;

Δεύτερον: Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας ενός τέτοιου, ας το ονομάσουμε, «ερωτογραφήματος», και τι αποκομίζει εν τέλει ο αναγνώστης του; Γιατί να προσελκυστεί να το διαβάσει; Και τρίτον: Μήπως όλα αυτά τα κείμενα τα λεγόμενα λογοτεχνικά, κατά βάθος αποβλέπουν στην εμπορευσιμότητα του βιβλίου, αφού ως γνωστόν, το σεξ πουλάει, σε μια απελευθερωμένη κοινωνία σαν τη δική μας, μια κοινωνία που γίνεται ολοένα πιο ανεκτική σε θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς;

Το τι θα χαρακτηρίσει ένα κείμενο που περιέχει ωμές σεξουαλικές σκηνές και περιγραφές, ως λογοτεχνικό ή ως πορνογράφημα, ομολογουμένως δεν είναι εύκολο πάντα να υποδειχτεί. Κριτήρια ασφαλή δεν υπάρχουν. Και το υποκειμενικό στοιχείο εμφωλεύει παντού. Ο Philip Roth, εισάγει ένα κριτήριο μεταξύ του ερωτικού και του πορνό· ισχυρίζεται ότι το πρώτο έχει να κάνει με την αμοιβαιότητα ενώ το δεύτερο με την επικυριαρχία (κυρίως του άρρενος).

Με βάση, τις προηγούμενες σκέψεις, έρχομαι να καταλήξω στο ότι, σημαντικό ρόλο για ν’ αποφασίσει κανείς που θα κατατάξει ένα κείμενο, είναι ο στόχος και τα κίνητρα του συγγραφέα και το τι αποκομίζει ο αναγνώστης απ’ αυτό.

Το σεξ μόνο του, αυτό καθ’ εαυτό, είναι λογοτεχνικά ουδέτερο. Το πώς θα το μεταχειριστεί ο συγγραφέας στο έργο του, έχει σημασία. Όπως και η ποσότητα των σεξουαλικών σκηνών που βάζει στους ήρωές του. Είναι μέρος του συγγραφικού έργου απαραίτητο; Οι ήρωες του κειμένου, παρουσιάζονται έτσι στην καθημερινή τους ζωή και έκφραση; Σε τι κατατείνουν όλες αυτές οι λεπτομερείς, ενίοτε κυνικές περιγραφές; Είναι γαργαλιστικές και λεπτομερείς για να εξάπτουν τη φαντασία του αναγνώστη, ώστε να απολαμβάνει σεξουαλική διέγερση και ικανοποίηση; Ή είναι μέρος της διακειμενικότητας, της λειτουργικότητας του κειμένου, χωρίς τις οποίες το συγκεκριμένο έργο θα θεωρούνταν κολοβό, μη άρτιο; Οι σεξουαλικές περιγραφές βοηθούν στην ψυχολογική εμβάθυνση και κατανόηση των συγκρούσεων και επιτυχιών των ηρώων του κειμένου, από μέρους του αναγνώστη, ή του προσφέρουν απλά κλειδαρότρυπα οφθαλμολαγνίας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πορνογράφημα όπως αυτό του Μαρκησίου ντε Σαντ, για να φέρω ένα παράδειγμα, μπορεί να διαθέτει λογοτεχνικότητα. Να είναι γραμμένο με τέχνη, εκφραστικότητα και μαεστρία. Δεν παύει όμως να κατατάσσεται εκεί, γιατί το κέντρο βάρους του έργου πέφτει στη λεπτομερή περιγραφή των βίαιων σαδομαζοχιστικών σεξουαλικών σκηνών, άσχετα που αυτές συνεπικουρούνται και διανθίζονται μερικές φορές, με φιλοσοφικού περιεχομένου συζητήσεις από τους πρωταγωνιστές των σκηνών. Άλλωστε, και ο αναγνώστης που παίρνει να διαβάσει τα βιβλία ενός τέτοιου είδους, είναι προϊδεασμένος στο τι θα βρει και το τι θα αντιμετωπίσει εκεί.

Από την άλλη, ένα κείμενο μπορεί να εμπεριέχει σεξουαλικές σκηνές και αισθησιακές εκφράσεις και αναφορές γεννητικών οργάνων, και όχι μόνο να μην κατατάσσεται στην κατηγορία της πορνογραφίας, αλλά να θεωρείται και ιερό κείμενο…! Για του λόγου το αληθές ας διαβάσει κανείς το Bhagavad Gita. Ή ακόμη καλύτερα, τις ρεαλιστικές αναφορές γεννητικών οργάνων και του σεξ, στον προφήτη Ιεζεκιήλ της Παλαιάς Διαθήκης, στο 18ο κεφάλαιο του ομώνυμου βιβλίου του, καθώς και τις αισθησιακές περιγραφές των σωμάτων των εραστών (ουάσφ) στο Άσμα Ασμάτων του Σολομώντος.

Έτσι, ερχόμαστε και στο άλλο κρίσιμο σημείο: Ποια εντύπωση μπορεί ν’ αποκομίσει ο αναγνώστης, και γιατί να επιζητεί να διαβάσει, ένα τέτοιο βιβλίο. Και ακόμα, αν τελικά, προσθέτει κάτι στην πνευματικότητά του, αν τον εξευγενίζει, αφού κατά γενική αναγνώριση σκοπός της τέχνης είναι να προκαλέσει την αισθητική συγκίνηση και όχι τη σεξουαλική έξαψη μέσω της φαντασίας που, στην περίπτωση της ανάγνωσης, λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από την εικόνα. Και αυτό το κριτήριο, πρέπει νομίζω να ληφθεί σοβαρά υπόψη μαζί με το προηγούμενο, πράγμα που παραθεωρείται σε πολλές περιπτώσεις.

Απομένει, να συζητήσουμε και το άλλο, το τελικό σημείο. Ζούμε ομολογουμένως σε μια εποχή της ηθικής αποχαλίνωσης των πάντων, και της σεξουαλικής, περισσότερο. Θεατρικά έργα, περιέχουν όλο και περισσότερο φθηνές βωμολοχίες και σκηνές γυμνού. Ακόμα η ραγδαία επέκταση του διαδικτύου έφερε την πορνογραφία παντού και η πορνογραφία καθορίζει την τεχνολογία. Επιτυχείς τηλεοπτικές σειρές θεωρούνται αυτές που δείχνουν ωμό σεξ και μιλούν για απελευθερωμένο σεξ. Σειρές τηλεοπτικές, όπως π.χ. το Sex and the City, και άλλες, που δείχνουν απελευθερωμένες γυναίκες να μιλούν άνετα για σεξ, χωρίς ταμπού, θεωρούνται επιτυχημένες γιατί ανασκάπτουν και αναλύουν σύγχρονα προβλήματα σ’ ένα μεταφεμινιστικό κόσμο, όπου πολύ μιλάει για σεξ, άσχετα με τις επιδόσεις του.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Μήπως σε τελευταία ανάλυση, πολλά λογοτεχνικά κείμενα, γραμμένα μάλιστα κατά παραγγελίαν εκδοτών, ακολουθούν τον συρμό, διανθίζοντας τα διηγήματα, τις νουβέλες και τα μυθιστορήματα με υπεράφθονες σκηνές σεξ, μόνο και μόνο, γιατί αυτό πουλάει και το επιβάλλουν οι κανόνες του διεθνούς marketing πώλησης του βιβλίου;

Όλα στην υπηρεσία του χρήματος λοιπόν; Και η υπεράνω του χρήματος, τέχνη;