Θρησκευτική και ερωτική ποίηση

Για το τι είναι ποίηση έχουν πολλά ειπωθεί και έχουν δοθεί ποικίλοι ορισμοί. Ποίηση, ορίσθηκε ότι είναι, «η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας», «ζωγραφική που μιλάει» ή, ακόμα, «λέξεις εναρμονισμένες με μουσικό δεσμό». Επίσης χαρακτηρίστηκε ως το cor cordium του λόγου, η πνοή και το λεπτότερο πνεύμα όλης της γνώσης.

Ανεξάρτητα από τους διάφορους ορισμούς και τις ποικίλες απόψεις, που επιμαρτυρούν και τη μορφή σύλληψης του όλου θέματος από διαφορετικές γωνίες, οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν νομίζω, ότι το ποιητικό αίσθημα είναι βαθύτατα θρησκευτικό και η ίδια η ποίηση ένα είδος προσευχής. Επιτελεί έργο αγιοποιητικό (Pierre Jean Jouve). Στα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους φιλολογικούς κριτικούς, υπάρχει μια τάση, να μην γίνεται διάκριση μεταξύ περιεχομένου και μορφής της ποίησης. Ωστόσο, αυτό το γεγονός δεν έχει να κάνει με τη θεματογραφική κατάταξη των ποιημάτων και τον προσδιορισμό των ποιητών. Έτσι συνεχίζουμε ν’ αποκαλούμε έναν ποιητή κοινωνικό, υπαρξιακό, ερωτικό ή μεταφυσικό, ανάλογα με το περιεχόμενο ή τα μηνύματα που εκπηγάζουν από τον ποιητικό του λόγο. Έτσι υπάρχει ποίηση που από το περιεχόμενό της μπορεί να θεωρηθεί μεταφυσική, θρησκευτική, αφού αναφέρεται στο θείο ον, στην αναζήτησή του, στην εκδήλωση αγάπης και ευγνωμοσύνης σ’ αυτό, καθώς και στην εκδήλωση αισθημάτων πόνου, λύπης, αγωνίας κ.α. εν σχέσει μ’ αυτό.

Αυτού του είδους η ποίηση, που συνήθως ενσωματώνεται σε ρυθμικές προσευχές ή ανάγεται σε μεταφυσικούς τόνους, παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με ένα άλλο είδος ποίησης που ονομάζεται ερωτική.

Αντικείμενο της ερωτικής ποίησης είναι ο έρωτας, η αγάπη δήλαδη, δύο ετερόφυλων ατόμων που μετουσιώνεται σε σφοδρή επιθυμία για πλήρη συνταύτιση και ψυχοσωματική ένωση (Erich Fromm). Ποια είναι αυτά τα κοινά σημεία θα προσπαθήσουμε να τα εντοπίσουμε στις σειρές που επακολουθούν.

Πρώτα απ’ όλα και στις δύο περιπτώσεις και στις δύο κατηγορίες, έχουμε έναν κοινό παρονομαστή—την αγάπη. Η μορφή αγάπης που ονομάζουμε αγάπη προς τον Θεό, από ψυχολογική άποψη δεν διαφέρει απ’ τα άλλα είδη της αγάπης (έρως, φιλία, στοργή). Ξεπηδάει κι αυτή απ’ την ανάγκη να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, την μοναξιά μας και τον χωρισμό ή την απόσταση που μας χωρίζει από τον Θεό, με στόχο τη συνένωση μαζί του.

Η αγάπη προς τον Θεό είναι θείος έρως. Όσο μπορεί κάποιος να ξεριζώσει τον ετερόφυλο έρωτα από την ανθρώπινη καρδιά, άλλο τόσο μπορεί να ξεριζώσει και τον έρωτα προς το θείο. Γιατι η θρησκευτική πίστη αναγνωρίζεται ότι είναι μια ενστικτώδης παρόρμηση χαρακτηριστική του ανθρώπου (Carl Jung).

Η αγάπη ενός ατόμου προς ένα άλλο άτομο ή προς το θείο, προϋποθέτει πρωτίστως την αναζήτησή του. Έτσι, ο πιστός, ο με γνήσια θρησκευτικά βιώματα εμπλουτισμένος, αναζητεί τον Θεό, όπως ο ερωτευμένος ζητά το ερώμενο πρόσωπο για να εκδηλώσει την ορμέμφυτη ερωτική του διάθεση προς αυτό, εξειδικεύοντάς την μόνο σ’ αυτό.

Η αναζήτηση και στις δύο περιπτώσεις οδηγεί στην ανεύρεση κατά τον ένα ή άλλο τρόπο, κι  από κει, στον έπαινο ή στην ευχαριστία του αγαπημένου λόγω της βαθιάς αυτής ψυχικής επαφής.

Στη θρησκευτική ποίηση, ο ποιητής ατενίζοντας τη δημιουργία, τις φυσικές καλλονές, την ποικιλία και την πλησμονή των θείων αγαθών και το μυστήριο της ίδιας της ζωής, εντυπωσιάζεται. Και συχνά ξεσπά σε εκδηλώσεις θαυμασμού, σε ύμνους ευχαριστίας και σε επαίνους προς το θείο. Η καρδιά του υψώνει φωνή ευγνωμοσύνης για τα όσα η «χειρ του Κυρίου εποίησε». Έτσι, βλέπουμε τον Δαβίδ, τον Πίνδαρο του αρχαίου Ισραήλ και κατ’ εξοχήν μύστη της θρησκευτικής ποίησης να λέει:

«Όταν παρατηρώ τους ουρανούς σου / το έργο των δακτύλων σου / τι/σελήνη και τους αστέρας /
τι είναι ο άνθρωπος ώστε να ενθυμήσαι αυτόν; / πόσο θαυμαστόν το όνομά σου…»

και αλλού:

«Σε εδίψησε η ψυχή μου / ον τρόπον η έλαφος τους ρύακας των υδάτων».

Δεν βλέπω, σε τι διαφέρουν αυτοί οι στίχοι από τους στίχους του ερωτικού ποιητή που συγκλονισμένος από την ψυχοσωματική ομορφιά του ερώμενου προσώπου, εκφράζει τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του προς αυτό γιατί το αγαπά και το γνωρίζει μέσα από την αγάπη του:

«Φιλώ τα χέρια μου / που αξιώθηκαν να σε χαϊδέψουν /
Λατρεύω τα μάτια μου / που βλέπουν / μονάχα εσένα» (Ν. Καρύδης).

«Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου /
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα, / γι’ αυτό η ζωή μού εδόθη» (Μ. Πολυδούρη).

Η ψυχική ευφορία, η ευγνωμοσύνη και ο έπαινος του αγαπημένου προσώπου που μερικές φορές παίρνει τη μορφή της υπερβολής είναι διάχυτα αισθήματα τόσο στην ερωτική όσο και στην θρησκευτική ποίηση. Τα πλούσια αισθήματα αναβλύζουν, δονούν την καρδιά του ποιητή και τα μετουσιώνουν σε ωραιότατη λυρική ποίηση, ποίηση διαχρονική που συγκινεί όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών αδιακρίτως.

Και στα δύο αυτά είδη ποίησης (θρησκευτικής, ερωτικής) ο ποιητής εκφράζει στο ερώμενο πρόσωπο (θείον ή ανθρώπινο) αισθήματα όχι μόνον αγάπης αλλά και εμπιστοσύνης και αφοσίωσης και αυθυπέρβασης. Ο ποιητής πιστεύει και θέλει να πιστεύει ότι η αγάπη του και η αφοσίωσή του θα κρατάει αιώνια όσο κρατάει η ίδια η ζωή του. Δεν μπορεί να δεχθεί ούτε στιγμή ότι υπάρχει περίπτωση να μειωθεί η αφοσίωση και η λατρεία του προς το πρόσωπο που αγαπά, από οποιοδήποτε λόγο και αιτία, ιδίως, ότι το πέρασμα του χρόνου μπορεί να την αμβλύνει. Ίσως να ζει σε μια κατάσταση έντονης παραζάλης, σε ένα κλίμα αυταπάτης. Ωστόσο, τα αισθήματά του αυτά είναι γνήσια και εκφράζονται στους στίχους του ερωτικού ποιητή ποικιλόμορφα. Το ίδιο και στους στίχους του θρησκευτικού ποιητή. Ο ποιητής μη εξαρτώμενος από το αίσθημα της ανταπόδοσης υπερβαίνει τον εαυτό του.

«Ώσπου να εκπνεύσω / δε θα απομακρυνθώ από σένα»

λέει ο ποιητής του ποιητικού αριστουργήματος του Ιώβ για το Θεό. Τι άλλο λέει ο ερωτικός ποιητής, όταν λέει, ότι μόνο θάνατος μπορεί να τον χωρίσει από το αγαπημένο πρόσωπο, όταν λέει, όπως ο Rilke,

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε δω / …κι αν ρίξεις το μυαλό μου στη φωτιά / θα σε κρατώ μέσα στο αίμα μου;»

Η αγωνία είναι επίσης ένα κοινό υπόβαθρο και στα δύο είδη ποίησης, ένα ελατήριο σφοδρό που ωθεί τον ποιητή να εκφραστεί ποιητικά.

Η αγωνία ενός πιστού μην τυχόν δυσαρεστήσει το Θείον, μήπως α-μαρτήσει (αστοχήσει) στην αγάπη του αυτή, μήπως και δεν διερμηνεύει σωστά τα αισθήματά του, μήπως δεν ανταποκριθεί στο βαθμό αγάπης που δέχεται, κάνει τον ποιητή να δοκιμάζει μύχια αισθήματα αμφιβολίας, αγωνίας και πόνου, που διοχετεύονται με σφοδρότητα και πάθος στους στίχους του. Μετατρέπονται σε κραυγή, σε εκδήλωση ήρεμης λύπης, συντριβής και μετάνοιας, ή ακόμη, σε ξέσπασμα θρήνου λόγω πιθανής διάρρηξης της αδιάρρηκτης σχέσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα μεγάλο μέρος της θρησκευτικής (ψαλμικής) ποιητικής δημιουργίας είναι θρήνοι που περιλαμβάνουν απόγνωση και μετάνοια. Ο ύμνος και ο θρήνος μαζί με την έκφραση εμπιστοσύνης είναι σε όλη τη γη τα θεμελιώδη στοιχεία της προσευχής και κατ’ επέκταση της θρησκευτικής ποίησης όπως έδειξε ο Friedrich Heiler στο μεγαλειώδες έργο του Das Gebet.

Ποιος όμως μπορεί ν’ αγνοήσει ότι η αγωνία είναι ίσως το πιο δυνατό μοτίβο στον έρωτα και κατ’ επέκταση στην ίδια την ερωτική ποίηση;

Η αγωνία μήπως το ερώμενο πρόσωπο δεν ανταποκριθεί στο αίσθημα του ερωτευμένου ή, αφού ανταποκριθεί, μήπως παύσει μια μέρα, αυτό κάνει τον έρωτα ζωντανό, τον κάνει να πάλλει, να συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί στον ύψιστο βαθμό. Έρωτας χωρίς αγωνία, χωρίς κάποια μορφή ζηλοτυπίας μήπως κάποιος άλλος αποσπάσει τον/την / αγαπημένο/η, γρήγορα μεταπίπτει σε αδιαφορία ή σε κοινοτοπία. Νεκρώνεται και μετουσιώνεται σε ρουτίνα, σαν κι  αυτή των κουρασμένων ρουτινιασμένων απ’ τις συνθήκες της ζωής συζύγων. Όποιος συνηθίζει να ζει με κάποιον άλλον παύει να είναι ερωτευμένος γιατί συνήθως δεν αγωνιά μην τυχόν χάσει το αγαπημένο πρόσωπο, αφού μαζί του ζει. Ο αγώνας, η αγωνία σ’ όλες της τις εκφάνσεις υποκινεί τον ερωτικό ποιητή να πει στίχους σαν κι  αυτούς.

«Και νοιώθω μια χαρά μαρτυρική
να ξέρω πως δε θα ’ρθεις και να σε προσμένω» (Γ. Δροσίνης).

Οι ερωτευμένοι χαίρονται με τις πίκρες του έρωτα και λυπούνται με τις χαρές του αφού κατά τον Πλάτωνα ο έρωτας είναι μέλι και φαρμάκι μαζί. Αυτά τα ποικίλα, ανάμεικτα αισθήματα, ο ερωτικός ποιητής τα εκφράζει, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την αγωνία του, μη τυχόν δυσαρεστήσει το ερώμενο πρόσωπο και το χάσει, μην τυχόν χαθεί έτσι η υπέροχη αίσθηση της ευδαιμονίας, της εσωτερικής ψυχικής σύνδεσης και της απόλαυσης που υπάρχει σ’ αυτήν.

Η ερωτική περίοδος έχει άπειρες φάσεις που κυμαίνονται από την αγωνία στην ελπίδα και από την απόγνωση στην προσδοκία. Και ο ερωτικός ποιητής ο εξοπλισμένος με την ψυχική ευαισθησία και τον εκλεπτυσμένο λόγο μπορεί να εκφράσει όλα αυτά τα αισθήματα.

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία ενυπάρχουν και στο θρησκευτικό βίωμα και εκφράζονται από τους θρησκευτικούς μεταφυσικούς ποιητές. Προηγείται το βίωμα, έπεται η έκφραση. Σπάζει ο φραγμός, το φράγμα και γίνεται εκ-φράση με τρόπον καθολικόν.

Η παγκόσμια ποίηση και φυσικά η νεοελληνική έχει να επιδείξει μεγάλα μεγέθη ποιητικά που έγραψαν θρησκευτική ποίηση ολκής, που αν τα μελετήσει κανείς θα διαπιστώσει πολλά κοινά σημεία με τους ερωτικούς στίχους μεγάλων ερωτικών, που δεν είναι ανάγκη να τους κατονομάσουμε εδώ.

Κάτι που μπορεί να ειπωθεί εν κατακλείδι, είναι, ότι, αν στην εποχή μας έχει συρρικνωθεί τόσο η ερωτική όσο και θρησκευτική ποίηση, τούτο οφείλεται στο ότι, ο ρεαλισμός και ο κυνισμός της εποχής μας ανασκολόπησε και ακρωτηρίασε το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα και την ειλικρινή ερωτική συνείδηση. Ο κυνισμός και το αιδοιοφαλλικό σεξ που προβάλλεται κατά κόρον από τα media αντικατέστησαν τα ωραία αισθήματα του ανθρώπου προς θείο και τον συνάνθρωπο.

Χωρίς την πίστη όμως και τον έρωτα, τις δύο μεγάλες αυτές πηγές έμπνευσης, δεν μπορεί να υπάρξουν γνήσια αισθήματα και δεν μπορεί να υπάρξει γνήσια λυρική ποίηση. Έτσι, η ποίηση, κινδυνεύει να μετατραπεί σε απλούς στοχασμούς και αφορισμούς ή σε φθηνούς πεζολογικούς στίχους γύρω από τον έρωτα του ανθρώπου ή του θείου, αντί να είναι ποίηση πραγματική, ποίηση γνήσια που συγκλονίζει τον αναγνώστη.