Θεοφαγία: Το σώμα και το αίμα του Ιησού στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

…ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν,
ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου
καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς
Ιησούς Χριστός
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 6:53

 

Αν θα ήθελε να μιλήσει κάποιος για τη θεοφαγία (βρώση του Θείου ή Θείας σαρκός) σε πρωτόγονους λαούς του παρελθόντος (ή του παρόντος), που πιστεύουν ότι το Θείον βρίσκεται διασκορπισμένο παντού, ακόμη και σε κατώτερα ζώα (Πανθεϊσμός), είναι, νομίζω, κάτι το θεμιτό και το κατανοητό, υπό ορισμένες προϋποθέσεις βέβαια.

Το να μιλήσει, όμως, για «Θεοφαγία» στη χριστιανική θρησκεία, το θέμα γίνεται έντονα ενδιαφέρον και θα πρέπει να συνοδευτεί από τη λέξη μυστήριο για να γίνει κατανοητό μόνον ως το «Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας», όπως τούτο κατανοείται στις τρεις μεγάλες θρησκευτικές ομολογίες (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Προτεσταντισμός) και, κυρίως, στις δύο πρώτες, μια και είναι γνωστόν ότι υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις στις προτεσταντικές εκκλησίες.

Πού στηρίζονται, λοιπόν, όσοι θα υποστήριζαν ότι η χριστιανική εκκλησία αποδέχεται τη «Θεοφαγία» υπό την παραπάνω εκδοχή;

 

Αγιογραφικές βάσεις

Αν ανοίξουμε το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον στο 6ο κεφάλαιο και εδ. 51, 53–56 θα διαβάσουμε τα εξής παράδοξα του Ιησού λόγια:

«…ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω ἡ σάρξ μού ἐστιν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθής ἐστιν βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθής ἐστιν πόσις. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ…»

Το πώς αντιλήφθηκαν αυτά τα παράξενα, τα τρομακτικά, θα ’λεγε κανείς, λόγια οι μαθητές και οι ακροατές του Ιησού, φαίνεται από τη λοιπή αφήγηση του ευαγγελιστή (εδ. 60).

«Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπαν· σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;»

Και προηγουμένως (εδ. 52) η αφήγηση λέει:

«Ἐμάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα [αὐτοῦ] φαγεῖν;»

Αλλ’ ο Ιησούς, ο οποίος φρόντιζε σε αντιμαχόμενα θέματα να ρίχνει φως (αν όχι άπλετο, πάντως ικανό) διευκρίνισε λέγοντας (εδ. 62):

«…ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον; τὸ πνεῦμά ἐστιν τὸ ζῳοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λελάληκα ὑμῖν πνεῦμά ἐστιν καὶ ζωή ἐστιν».

Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, διαφορετικά εκλήφθηκαν τα λόγια αυτά του Ιησού από εκκλησιαστικούς θρησκευτικούς κύκλους, που τα εξέλαβαν στην κυριολεξία. Και αυτά, μαζί με τα λόγια του Ιησού που διαφυλάχθηκαν στους Συνοπτικούς (Μαρκ. 14:22–25 = Ματθ. 26:26–29 = Λουκ.   22:14–20) και στην παύλεια παράδοση (A΄ Κορ. 11:23–26), και που αναφέρονται στους ιδρυτικούς λόγους του Κυριακού Δείπνου, του Μυστικού όπως επικράτησε να λέγεται (αναμνηστικού κατ’  άλλους σχολιαστές, εφόσον ο Ιησούς είπε: «τούτο ποιήτε εις την εμήν ανάμνησιν») οδήγησαν στην ίδρυση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, Το Μυστήριο αυτό, ναι, έχει βιβλικές-αγιογραφικές βάσεις, αλλά διάφορο περιεχόμενο από αυτό που του δόθηκε μεταγενέστερα από το 2ο και, ιδίως, από τον 3ον και επ. αιώνες μ.Χ., όπου θεωρήθηκε Μυστήριον και μεταλλάχτηκε κάτω από την επίδραση εξωχριστιανικών στοιχείων και παγανιστικών Μυστηρίων, σε Μυστήριο «Θεοφαγίας». Ενώ, αρχικά, επρόκειτο για μια αναμνηστική τελετή της θυσίας του Ιησού, χωρίς να αποτελεί αυτή καθεαυτή τελετή μετατροπής-μετουσίωσης των στοιχειών (άρτου και οίνου) σε σώμα και αίμα Χριστού.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγμα και πάλι απ’ την αρχή. Είδαμε προηγουμένως ότι ο Ιησούς, μιλώντας στους Ιουδαίους και τους μαθητές του, είπε τα παράξενα εκείνα λόγια που τους κατασκανδάλισαν. Και ως εκ τούτου «πολλοί απήλθον των μαθητών». Θα μπορούσε να εκλάβει κανείς τα λόγια αυτά του Ιησού κυριολεκτικά; Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα έπρεπε να δεχθεί κανείς ότι ο Ιησούς θα προέτρεπε να μετατραπούν οι Ιουδαίοι ακροατές του σε κανίβαλοι, όπως και οι ίδιοι το εννόησαν. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο, αφού και ο μωσαϊκός νόμος απαγόρευε τη χρήση και κατάποση αίματος αυστηρώς, όπως διαβάζουμε στο Λευιτικόν 17:10, 12:

«Καὶ ἄνθρωπος ἄνθρωπος τῶν υἱῶν Ισραηλ ἢ τῶν προσηλύτων τῶν προσκειμένων ἐν ὑμῖν, ὃς ἂν φάγῃ πᾶν αἷμα, καὶ ἐπιστήσω τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἔσθουσαν τὸ αἷμα καὶ ἀπολῶ αὐτὴν ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς. 11ἡ γὰρ ψυχὴ πάσης σαρκὸς αἷμα αὐτοῦ ἐστιν… διὰ τοῦτο εἴρηκα τοῖς υἱοῖς Ισραηλ· πᾶσα ψυχὴ ἐξ ὑμῶν οὐ φάγεται αἷμα, καὶ ὁ προσήλυτος ὁ προσκείμενος ἐν ὑμῖν οὐ φάγεται αἷμα.

Ο Ιησούς, άλλωστε κατά αρχάς, οδηγούσε τους ακροατές του στην τήρηση του μωσαϊκού νόμου, όπως φαίνεται από τα λόγια του στην επί του όρους ομιλία (Ματδ. 5:17–19). Από τα συμφραζόμενα, λοιπόν, και, ιδίως, από τα λόγια-κλειδί «πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ [ἐν] τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (εδ. 40), φαίνεται ότι ο λόγος ήταν μεταφορικός.

Είναι προφανές ότι ο από Ναζαρέτ Ιησούς εννοούσε ότι η βρώση της σάρκας και η πόση του αίματος ανάγονταν στην πίστη και παραδοχή του ίδιου, της διδασκαλίας του και της μελλοντικής ανθρώπινης θυσίας του υπέρ των πιστευόντων εις αυτόν, όπως διακηρύσσεται και αλλού:

«…οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων ἐν αὐτῷ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιωά. 3:15, 16).

Εδώ, ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι ο Ιησούς, πολλές φορές, χρησιμοποιούσε τη μεταφορά και το σχήμα της υπερβολής για να αποτυπώσει-εντυπώσει βασικές διδασκαλίες των λόγων του στις διάνοιες των ακροατών του. Έτσι, μιμείται την εικονοπλασία και εικονοποιία των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης και των προφητών. Παρόμοια, διαβάζουμε στον προφήτη Ιεζεκιήλ (3:1) την προσταγή του Θεού προς τον προφήτη: «Φάγε τον τόμον ταύτον και ύπαγε να λαλήσεις προς τον οίκον Ισραήλ». Και εννοούσε, φυσικά, να εγκολπωθεί ο προφήτης τις διδασκαλίες του και να τις εφαρμόσει. Έτσι, θα έπρεπε λογικά οι ευρείας διανοίας και καθαρής καρδιάς αποδέκτες να εννοήσουν τα παραπάνω λόγια του Ιησού, με τη μεταφορική τους έννοια και όχι κάποια κυριολεκτική.

Πριν πούμε τι συνέβη αργότερα, θα ’πρεπε να πούμε και λίγα λόγια για τον Αναμνηστικό (Μυστικό) Δείπνο που εόρτασε ο Ιησούς, εορτάζοντας, ταυτόχρονα, και το ιουδαϊκό Πάσχα τελευταία φορά στην επίγεια ζωή του το έτος 33 μ.Χ.

Σύμφωνα μ’ όλες τις ενδείξεις και τις ευαγγελικές μαρτυρίες, μετά την τέλεση του ιουδαϊκού Πάσχα από μέρους του Ιησού και των μαθητών του, λέχθηκαν και τα ιδρυτικά ή συστατικά λόγια του Αναμνηστικού Δείπνου, όπως αυτά διαφυλάσσονται, κυρίως, στους Συνοπτικούς. Απλούστερη φαίνεται η διατύπωση του κατά Μάρκον ευαγγελίου και, ίσως, πιο κοντά στην αρχική έκφραση:

«Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· λάβετε τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου. 23καὶ λαβὼν ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. 24καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς διαθήκης τὸ ἐκχυννόμενον ὑπὲρ πολλῶν» (Μάρκ. 14:22–24).

Η ματθαϊκή εκδοχή διαφοροποιείται σε δύο σημεία από τη μάρκεια και, κυρίως, στη φράση που αφορά τα λόγια σχετικά με το ποτήριο («εις άφεσιν αμαρτιών», Ματθ. 26:28) που αντιστοιχεί βέβαια σαφώς στο «εκχυνόμενον υπέρ πολλών» ή στο «υπέρ υμών» του αποστόλου Παύλου στην Α΄ Κορ. 11:24 (πρβλ. και Λουκ. 22:19).

Από την ανάγνωση αυτής της περικοπής, σε συνδυασμό με την παύλεια παράδοση (Λουκ. 22:17, επ. Α΄ Κορ. 11:24 επ.), προκύπτει ότι, εδώ, ο Ιησούς δεν θέσπισε μια ελληνιστικού τύπου μυστηριακή λατρευτική τελετή, αλλά μια εσχατολογικού χαρακτήρα ευχαριστηριακή τελετή με σκοπό την ανάμνηση του ίδιου και του λυτρωτικού του θανάτου που επέκειτο. Τα λόγια του αποστόλου Παύλου στην Α΄ Κορ. 11:23–25 είναι ακόμα πιο σαφή: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ εἶπεν· τοῦτό μού ἐστιν τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἐὰν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὁσάκις γὰρ ἐὰν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ κυρίου καταγγέλλετε ἄχρι οὗ ἔλθῃ».

Πρόκειται, δηλαδή, για μια αντι-σακραμενταλιστική ευχαριστηριακού τύπου εκδήλωση, με έμφαση το γεγονός της Καινής Διαθήκης (συμφωνίας) που εγκαινιάζονταν τη νύχτα εκείνη μεταξύ Θεού και Εκκλησίας με μεσίτη τον ίδιο τον Ιησού.

Τούτο καταφαίνεται από τη διατύπωση του Λουκά-Παύλου «τούτο το ποτήριον η Καινή Διαθήκη έστιν» που συνάπτεται, βέβαια, με την αντίστοιχη διατύπωση του Ματθαίου-Μάρκου: «τούτο εστίν το αίμα μου της διαθήκης». Όπως σημειώνει ο καθ. Πέτρος Β. Βασιλειάδης:

«Όταν το ποτήριο χαρακτηρίζεται ως «Καινή Διαθήκη», είναι φανερό πως δεν είναι το περιεχόμενο (αίμα) το οποίο επεξηγείται, αλλά η πράξη αυτή της πρώτης εκκλησίας κατά την οποία το ποτήριο περνούσε χέρι-χέρι σ’ όλα τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας. Μετέχοντας στο κοινό δείπνο οι πιστοί μετείχαν στη νέα διαθήκη, την οποία εγκαινίασε μεν ο Μεσσίας, αυτή όμως έμελλε να ολοκληρωθεί στα έσχατα. Ακριβώς η απουσία λατρευτικής φόρμουλας στην παύλεια παράδοση κάνει εμφανέστερη την εκκλησιαστική και εσχατολογική διάσταση του λόγου. Η εκκλησία κατανοήθηκε από πολύ νωρίς ως προέκταση του μυστηριώδους γεγονότος της ενανθρώπισης και γενικά του συνόλου της θείας οικονομίας, στοιχεία τα οποία σηματοδοτούνται από την έλευση της Βασιλείας του Θεού».[1] Έτσι, ενώ θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μια εσχατολογική καθιέρωση του «Μυστηρίου της Ευχαριστίας», όπως χαρακτηρίζεται, τελικά θα μπορούσε τούτο να το υποστηρίξει διευκρινίζοντας ότι καμία αρχέγονη μαρτυρία δεν υπάρχει που να χαρακτηρίζει τους ευχαριστηριακούς λόγους του Ιησού ως Μυστήριο. Τα Μυστήρια, βέβαια, που ο αριθμός τους καθορίστηκε σε επτά μόλις το 12ο μ.Χ. αιώνα από κάποιον μοναχό ονόματι Ιώβ Ιασίτη[2] (μόνο το Βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία, ουσιαστικά, αναγνώριζε και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος),[3] προϋποθέτουν συγκεκριμένο ιερατείο χριστιανικό για την τελετή τους. Και κάτι τέτοιο μόλις από τον 3ο μ.Χ. αιώνα μπορούμε να μιλούμε, αφού, όπως είναι γνωστόν, οι πρεσβύτεροι και οι επίσκοποι ή προεστώτες των χριστιανών απέκτησαν ιερατική ιδιότητα κατ’ απομίμηση του ιουδαϊκού, κυρίως, ιερατείου (Τερτυλλιανός-Κυπριανός).

Η Καινή Διαθήκη, βεβαίως, ομιλεί περί μυστηρίων (η λέξη υπάρχει περίπου 28 φορές στο κείμενο) αλλά αυτά τα μυστήρια ή «κεκρυμμένες διδασκαλίες αφορούν άλλα γεγονότα, όπως το «μυστήριον το σεσιγημένο», το «μυστήριο της ευσεβείας», το «μυστήριο της ανομίας», της πίστης κ.ά. Το χρίσμα, η μετάνοια, το ευχέλαιο, ο γάμος, η ιεροσύνη, ακόμη και το βάπτισμα δεν αναφέρονται στα αγιογραφικά κείμενα ως Μυστήρια.

 

Το μυστήριο της μετουσιώσεως του άρτου και του οίνου

Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες φαίνεται ότι, από πολύ νωρίς, τελούσαν τον αναμνηστικό αυτόν δείπνο του άρτου και του οίνου. Το πόσο συχνά όμως δεν είναι σαφές, γιατί οι πηγές μας σιωπούν. Το χωρίο στις Πραξ. 2:42, «ήσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ, τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς», και λίγο παρακάτω (εδ. 46), «καθ’ ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε κατ’ οἶκον ἄρτον, μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας», δεν φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με τον Αναμνηστικό Δείπνο ή τη «Θεία Ευχαριστία», διότι, όπως παρατηρούν έγκυροι σχολιαστές, λείπει η χρήση του ποτηριού, που είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της επαναλαμβανόμενης τελετής του Αναμνηστικού Δείπνου (πρβλ. και Πραξ. 20, 7). Εδώ πρόκειται, μάλλον, για τις λεγόμενες «αγάπες» των πρώτων χριστιανών, τα κοινά γεύματα, που είχαν για ένα διάστημα.[4]

Από τον Ιουστίνο το Μάρτυρα (γ. στα 150 μ.Χ.), έχουμε μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του τι έκαμαν οι πρώτοι χριστιανοί κατά την Κυριακή Ημέρα ή, αλλιώς, Ημέρα Αναστάσεως του Κυρίου:

«Τη του ηλίου λεγομένη ημέρα πάντων κατά πόλεις ή αγρούς μενόντων επί το αυτό συνέλευσις γίνεται και τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγινώσκεται μέχρις εγχωρεί… Παυσαμένων ημών της ευχής άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ. Και ο προεστώς ευχάς ομοίως και ευχαριστίας όση δύναμις αυτώ αναπέμπει, και ο λαός επευφημεί λέγων το Αμήν, και η διάδοσις και η μετάληψις από των ευχαριστηδέντων εκάστω γίνεται, και τοις ου παρούσι δια των διακόνων πέμπεται» (Απολογία, § 67, πρβλ. και Διάλογος προς Τρύφωνα, § 41, 1).

Είναι αξιοσημείωτο ότι, από τις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, συναντάμε εδώ στον Ιουστίνο την έκφραση Ευχαριστία για τον Αναμνηστικό Δείπνο.[5] Φαίνεται, επίσης, ότι αρχικά γινόταν και σύγχυση μεταξύ των κοινών γευμάτων-αγαπών και της «ευχαριστίας» και τελετής του Αναμνηστικού Δείπνου. Αργότερα, όμως, από το 2ο μ.Χ. αιώνα και με τη βαθμιαία κατάργηση των κοινών γευμάτων της ιουδαϊκής, κυρίως, εκκλησιαστικής κοινότητας, ανεξαρτητοποιήθηκαν.[6]

Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου και κάτω από ποικίλες εξωχριστιανικές επιδράσεις, η τελετή της Θείας Ευχαριστίας θεωρήθηκε και εμφανίσθηκε ως επανάληψη της θυσίας του Ιησού (και όχι ανάμνηση της λυτρωτικής του θυσίας και του θανάτου του) με μυστηριακό, μάλιστα, χαρακτήρα κατά την οποία γίνεται μετουσίωση του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα του Κυρίου Ιησού. Δηλονότι:

«Κατά την πίστη της (ορθοδόξου) Εκκλησίας, κάδε φορά που επιτελείται το μυστήριο, επαναλαμβάνεται πραγματικός και σε όλη της τη σωτηριολογική έκταση η θυσία του Χριστού στο Γολγοθά (Σ.τ.Σ. και) τα αισθητά συστατικά του μυστηρίου είναι ο άρτος και ο οίνος και η ευχή δια της οποίας ο τελετουργικός ιερέας επικαλείται τη χάρη του Αγίου Πνεύματος το οποίο κατερχόμενο στα τίμια δώρα (του άρτου και του οίνου) ενεργεί τη μεταβολή του άρτου σε σώμα Χριστού και του οίνου σε αίμα Χριστού» (I. Κορναράκης).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την ορθόδοξη θεολογία, η «Θεία Ευχαριστία» είναι το ύψιστον των Μυστηρίων, το «Μυστήριο των Μυστηρίων», προς το οποίο κατατείνουν και στρέφονται και τα λοιπά Μυστήρια. Είναι το Μυστήριο στο οποίο ο Χριστός είναι πράγματι και ουσιωδώς παρών υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, προσφερόμενος ως αναίμακτη θυσία και διαδιδόμενος εις ζωοποιό βρώση και κοινωνία στους πιστούς (Π. Τρεμπέλας).

Προς υποστήριξη της διδασκαλίας της πραγματικής μεταβολής (μετουσιώσεως) του άρτου και οίνου κατά τη Θεία Ευχαριστία σε σώμα και αίμα Χριστού από τα οποία κοινωνεί ο πιστός, από πολύ νωρίς διάφοροι εξηγητές και, μάλιστα, Πατέρες της Εκκλησίας επικαλέστηκαν τα λόγια του Ιησού όπως τα διαβάζουμε: «…λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου. καὶ λαβὼν ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστιν τὸ αἷμά μου τῆς διαθήκης…» (Ματθ. 26:26 επ.). Έτσι, σε συνδυασμό με το Ιωάν. 6:53–56, δημιουργήθηκε η πατερική διδασκαλία ότι πρόκειται περί Μυστηρίου όπου «και άψασθαι και φαγείν και εμπήξαι τους οδόντας τη σαρκί και συμπλακήναι». Η κυριολεκτική ερμηνεία των λόγων του Ιησού οδηγεί σε μια κυριολεκτική αποδοχή θαύματος (μετουσιώσεως) του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού. Αλλά, για διάφορους λόγους ιστορικούς και ερμηνευτικούς, είναι απίθανη μια τέτοιου είδους ερμηνεία, παρόλο που επικράτησε.

Πρώτα απ’ όλα, τη στιγμή που ο Ιησούς θέσπισε τον Αναμνηστικό Δείπνο και είπε τα ιδρυτικά αυτά λόγια, ήταν εν ζωή με το σώμα και το αίμα του. Δεν αναγράφεται πουθενά ότι εκείνη τη στιγμή έγινε ένα τέτοιο θαύμα μετατροπής-μετουσιώσεως άρτου και οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού από το οποίο μετέλαβαν οι μαθητές. Το ρήμα εστί εδώ, πολύ καλύτερα θα μπορούσε, όπως δείχνουν ανάλογα και παρόμοια χωρία (πρβλ. Λουκ. 8:11, Ιωάν. 6:35, 48, 10:7 15:1, 5), να σημαίνει «υποδηλώνει», «σημαίνει», «αντιπροσωπεύει» παρά στην κυριολεξία «είναι». Ο άρτος και ο οίνος κατανοούνται ως σύμβολα του σώματος και αίματος και ως σύμβολα (figurae) τα είδαν και αρκετοί από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς, όπως ο Τερτυλλιανός (115–240 μ.Χ.) που ονομάζει τον άρτον «σύμβολον του σώματος του Χριστού» (Κατά Μαρκίωνος, 4, 40). Ο μαθητής του Κυπριανός υπαινίσσεται στην 63η επιστολή του, συμβολισμό του άρτου και οίνου (ostenditur potest videri=δηλώνεται, δύναται να θεωρηθεί). Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου (4ος μ.Χ. αι.) ομιλεί περί συμβόλων (Ευαγγ. Αποδ. 1:10). Και παρόμοια κάπως και ο Αυγουστίνος· αργότερα, ακόμη και ο Θεοδώρητος ο Κύρου (393–458 μ.Χ.) λέει: «Ου την φύσιν μεταβαλών αλλά την χάριν τη φύσει προστεθεικώς». Ακόμα και οι Αποστολικές Διαταγές, έργο του 4ου μ.Χ. αιώνα, μιλούν ευχαριστηριακά υπέρ του «τίμιου αίματος του Ιησού Χριστού, του εκχυθέντος υπέρ ημών και του τιμίου σώματος ου και αντίτυπα ταύτα επιτελούμεν».

Με τη βαθμιαία επικράτηση της άποψης ότι «Θεία Ευχαριστία» είναι Μυστήριο, έγινε και πρόσληψη ολίγον και ολίγον παγανιστικών στοιχείων (μιθραϊκών, κ.ά.) που είχαν ανάλογη ομοιότητα και σημασία στους παγανιστές (η χρήση π.χ. τράπεζας) και δόθηκε έμφαση στο μυστηριακό χαρακτήρα της τελετής (φρικωδεστάτη τελετή). Η τράπεζα θεωρήθηκε ως θυσιαστήριο και οι ιεράρχες επίσκοποι, σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (5ος μ.Χ.), ιεροτελεσταί, τελετάρχαι, μυσταγωγοί, τελετουργοί, ενώ οι ιερείς φωτιστικοί και η ευχαριστία ιεροτελεστικωτάτη.[7]

Ιστορικά, φαίνεται ότι ο όρος μετουσίωσις (transubstantiation) για την ουσιαστική (θαυματουργική) μεταβολή του άρτου και οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους ηγέτες της Καθολικής Εκκλησίας. Πρώτος φέρεται να τη χρησιμοποίησε ο Πάπας Hildebert (Χιλβερέρτος) της Λαβαρτέν (105–61133). Τον όρο υιοθέτησε, αργότερα, ο διαβόητος Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ και επεσφράγησε η Δ΄ Σύνοδος του Λατερανού (1215 μ.Χ.).[8] Πάντως, πλήρως διατυπώθηκε κατά τα τέλη του 13ου αιώνα, όταν έγινε δεκτή η μεταφυσική του Αριστοτέλη και έλαβε την κλασική μορφή της από τη διδασκαλία του Θωμά Ακινάτου. Οι Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας δέχονται, επίσης, τη μεταποίηση, αν και δηλώνουν άγνοια του τρόπου μεταβολής.

Κατά τον Κύριλλον Ιεροσολύμων: «Μεταλαμβάνοντες σώματος και αίματος Χριστού, σύσσωμοι και σύναιμοι αυτού και Χριστοφόροι γινόμενοι του σώματος αυτού και του αίματος εις τα ημέτερα αναδιδόμενα μέλη, ούτω τε κατά τον μακάριον Πέτρον θείας κοινωνοί φύσεως γίνομε θα.[9]

Κατά τον Μάξιμον τον Ομολογητήν, ο Χριστός «ζωής θείας ποιείται μετάδοσιν, εδώδιμον εαυτόν εργαζόμενος… ποιότητι θεία προς θέωσιν μετακερνών τους εσθίοντας».[10]

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός για τη μυστηριώδη φύση της μετάληψης έγραφε: «Ο άρτος και ο οίνος μεταποιούνται εις σώμα και αίμα Θεού* ει δε τον τρόπον επιζητείς, πως γίνεται, αρκεί σοι ακούσαι, ότι δια Πνεύματος Αγίου … ο δε τρόπος ανεξερεύνητος…»[11]

Από την Παπική Καθολική Εκκλησία μεταφέρθηκε και στην Ανατολική η έννοια της μετουσίωσης και επικράτησε από το 15ο μ.Χ. αιώνα, χωρίς βέβαια να συμφωνούν οι δύο εκκλησίες και ως προς το χρόνο, του πότε δηλαδή ακριβώς μεταστοιχειώνεται ο άρτος και ο οίνος. Και σε άλλα σημεία (π.χ. στον τρόπο και την έκταση μεταβολής των δώρων). Πάντως, είναι χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της διάστασης των απόψεων επί του θέματος ότι ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Κύριλλος Λούκαρις, το 1613, απεκάλεσε σε επιστολή του τη μετουσίωση «Χίμαιρα» και σε πιο αυστηρή γλώσσα ότι η Εκκλησία πρέπει ν’ απαλλαγεί από κάποιες δεισιδαιμονίες αυτού του είδους και από άλλες. Αυτές, βέβαια, οι θέσεις και οι επικρίσεις του τού στοίχισαν την ίδια τη ζωή.[12]

Ακόμα, είναι ιστορικά γνωστό ότι η δραματοποίηση της «Θείας Ευχαριστίας» έγινε από τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Θεοφύλακτο (933–956 μ.Χ.), που εισήγαγε την τελετή στους ναούς παρά τις αντιδράσεις πολλών για την εισαγωγή «εκκλησιαστικών δραμάτων».[13]

Από την Καθολική Εκκλησία, επίσης, διαδόθηκε και η πρακτική της συμμετοχής της Θείας Ευχαριστίας όχι μόνο κάδε Κυριακή αλλά και κάθε μέρα (αν και την είχαν υποστηρίξει κάποιοι πρώτοι Πατέρες), μια πρακτική, φυσικά, που ήταν άγνωστη στους πρώτους χριστιανούς. Αυτοί, όπως φαίνεται από τις πηγές, τελούσαν τη Θεία Ευχαριστία ως ανάμνηση του θανάτου του Ιησού και, προφανώς, αγνοώντας το Μυστήριο της μετουσιώσεως και της αποδοχής της επαναλήψεως της εορτής ως θυσίας του Χριστού, εφόσον ο απόστολος Παύλος άλλου είδους θυσίες τόνιζε ότι έπρεπε να κάμουν οι χριστιανοί και ότι ο Ιησούς «άπαξ προσεφέρδη ως θυσία» (Εβρ. 9:25–28). Ο ίδιος έγραφε, μάλιστα, ότι με πολλή περίσκεψη και προετοιμασία έπρεπε κάποιος να κοινωνεί: «Δοκιμαζέτω άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηριού πινέτω» (Α΄ Κορ. 11:28).

 

Επίλογος

Εκείνο που, τελικά, μεταδίδεται οπό τον αρχέγονο κόσμο της Καινής Διαθήκης είναι ότι το Κυριακόν Δείπνον ή Δείπνον τον Κυρίου, όπως θεσπίστηκε από τον «ιστορικόν Ιησούν» το 33 μ.Χ., δεν έχει να κάνει με ένα «Μυστήριο Θεοφαγίας» αλλά με την ενότητα αγάπης των πιστών και την αόρατη παρουσία του Ιησού κατά την επανάληψη αυτής της τελετής [όχι με το μυστηριώδη (μαγικό) λειτουργικό τρόπο ενός Μυστηρίου]. Το Κυριακό Δείπνον μπορεί να θεωρηθεί ως μήνυμα ευαγγελίου, είτε πιστεύεται είτε απορρίπτεται. Αυτά από ιστορική άποψη. Από δογματική, τα πράγματα, όπως είδαμε, ποικίλουν και το «ορθόδοξο» ερίζει συστηματικά με το «ετερόδοξο»-αιρετικό, και τ’ ανάπαλιν.

 

Βιβλιογραφία

  • Campbell, Joseph. Pagan and Christian mysteries: papers from the Eranos yearbooks. New York: Harper & Row, 1955.
  • Cullmann, Oscar. Early Christian worship. London: SCM Press, 1953.
  • Higgins, A. J. B. The Lord's Supper in the New Testament. London: SCM Press, 1952.
  • Martin, Ralph P. Worship in the early church. Grand Rapids: Eerdmans, 1964.
  • Schweizer, Eduard. The Lord's Supper according to the New Testament. Philadelphia: Fortress Press, 1967.
  • Srawley, James Herbert. The Early History of the Liturgy. Cambridge: University Press, 1947.
  • Stibbs, Alan Marshall. Sacrament, sacrifice and eucharist: the meaning, function, and use of the Lord's Supper. London: Tyndale Press, 1961.
  • The influence of Greek ideas and usages upon the Christian church. London: Williams and Norgate, 1897.
  • Βασιλειάδης, Πέτρος Β. Επίκαιρα αγιογραφικά θέματα: Αγία Γραφή και Ευχαριστία. Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας, 2000.
  • Καλογερά, Νικηφόρου. Χριστιανική αρχαιολογία. Αθήνα, 1901.
  • Μωραΐτης, Δημήτριος. Ιστορία της χριστιανικής λατρείας: αρχαίοι χρόνοι (Α'-Δ' αιών). Αθήνα: Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1964.
  • Στεφανίδης, Βασίλειος Κ. Εκκλησιαστική ιστορία: Απ' αρχής μέχρι σήμερον. Αθήνα: Παπαδημητρίου, 1998.
  • Τρεμπέλας, Παναγιώτης. Δογματική της ορθόδοξου καθολικής εκκλησίας. Αθήνα : Ο Σωτήρ, n.d.
  • —. Η τελεσιουργία της Θείας Ευχαριστίας κατά τους δύο πρώτους αιώνας. Αθήνα, 1924.

 

 

[1] Βασιλειάδης, 2000, σ. 23 επ.

[2] Βλ. Ανδρούτσος, 1907, σσ. 314, 315. Πρβλ. και Στεφανίδης, 1998, σ. 536 επ.

[3] Πρβλ. Τρεμπελας, τόμ. 3ος, σσ. 58, 59.

[4] Δεν μπορεί ν’ αποκλεισθεί ότι η «κλάσις του άρτου» μπορεί να αναφέρεται σε κοινό γεύμα που περιελάμβανε και την «Αγάπη» και την Ευχαριστία (F. F. Bruce) αλλά πιο πιθανό φαίνεται ότι τα γεύματα αυτά ήταν πιο κοντά στα ιουδαϊκά θρησκευτικά γεύματα, χωρίς να έχουν σχέση με τον Αναμνηστικό Δείπνο (Cullmann, 1951). Από την άλλη, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι στη Μικρά Ασία το «Κυριακό Δείπνο» ετελείτο από πολλούς χριστιανούς κατά την αρχαία παράδοση τη 14η του μηνός Νισσάν. Οι οπαδοί αυτής της παράδοσης που εόρταζαν την εορτή ως αναμνηστική και του θανάτου του Ιησού, τον ίδιο χρόνο με τη βρώση του πασχάλιου αμνού από τους Ιουδαίους, σύμφωνα με το παράδειγμα του Ιησού, λέγονταν «Τεσσαρεσκαιδεκατίτες», δηλαδή οπαδοί της «δεκάτης τετάρτης».

[5] Ευχαριστήρια εννοείται η τελετή και στη «Διδαχή των 12 αποστόλων». Διαβάζουμε (§ 9): «Όσο για την ευχαριστία, αυτές τις ευχαριστήριες ευχές να λέτε. Πρώτα για το ποτήριο. Σ’ ευχαριστούμε, Πατέρα μας, για την αγία άμπελο Δαυίδ του δούλου σου, που μας χάρισες δια του παιδός σου Ιησού… Για δε τον άρτο: Σ’ ευχαριστούμε Πατέρα μας, για τη ζωή και τη γνώση που μας χάρισες δια του παιδός σου του Ιησού. Σε σένα η δόξα στους αιώνες… Κανείς να μη μεταλάβει από τον άρτο και τον οίνο παρά μονάχα όσοι βαπτίστηκαν στο όνομα του Κυρίου. Διότι γι’ αυτό είπε ο Κύριος: Μη δώτε το άγιο τοις κυσί». Το έργο θεωρείται του 2ου αι. μ.Χ. αλλά το συγκεκριμένο κεφάλαιο όπως και η δεύτερη ενότητα (κεφ. 7–16) θεωρούνται ότι προστέθηκαν από μεταγενέστερο χέρι (Χρήστου, 2002, σ. 11). Στη 14η παρ. γίνεται λόγος για την ευχαριστία ως θυσία.

[6] Πρβλ. Καλογερά, 1901, σ. 425 επ.

[7] Για τα παγανιστικά Μυστήρια και την επίδρασή τους στη Θεία Ευχαριστία βλ. μεταξύ άλλων Ε. Hatch, The Influence of Greek Ideas und Usages upon the Christian Church, σελ. 30, επ. και Joseph Campell, Pagan and Christian Mysteries (New York 1955).

Αξιοσημείωτο είναι ότι ορισμένοι Πατέρες, όπως ο Ιουστίνος και ο Τερτυλλιανός, βλέποντας και παραλληλίζοντας τις εξωτερικές ομοιότητες των χριστιανικών τελετών με τα ειδωλολατρικά Μυστήρια δεν δίστασαν να μιλήσουν για διαβολική απομίμηση! (Ιουστίνου Α΄ Απολογία, § 66: «Μιμούμενοι τούτο οι πονηροί δαίμονες εδίδαξαν να γίνεται και εις τα μυστήρια του Μίθρα, πράγματι γνωρίζετε ή δύνασθε να μάθετε ότι εις τας τελετάς του μυουμένου τίθεται άρτος και ποτήριον ύδατος» (βλ. επίσης Τερτυλλιανού, De praescript, 40, Μ.L. 2, 66).

[8] Σύμφωνα με τη Σύνοδο της Τριδέντου (Sess. XIII κεφ. 4): «Δια της ευλογίας του άρτου και του οίνου μεταβάλλεται η όλη ουσία του άρτου εις ουσίαν του σώματος του Χριστού και όλη η ουσία του οίνου εις ουσίαν του αίματος αυτού», ενώ τα αισθητά γνωρίσματα του άρτου και του οίνου μόνο φαινομενικώς παραμένουν, μεταποιούμενα σε εξωτερικά συμβεβηκότα (accidentia).

[9] Κατηχ., 4, 3 PG 33, 1100.

[10] Ερμην. επί την Προσευχήν, PG 90, 877.

[11] Εκδ. ΟρΘ. Πίστη, 4, 13 PG 94, 1141 επ.

[12] Κατά τον Κύριλλο Λούκαρι, είναι δύο τα ευαγγελικά Μυστήρια στην Εκκλησία τα οποία ο Κύριος παρέδωσε στο Ευαγγέλιο: «Κακείνα δύο είναι (Βάπτισμα και Ευχαριστία). Τοσαύτα γαρ ημίν παρεδόθη. Και ο νομοθέτης ου πλείω παρέδωκεν». Ο Λούκαρις απέρριπτε, επίσης, την ex opere operato, τη μηχανιστική, δηλαδή αυτόματη, ενέργεια των Μυστηρίων με την απλή τελετή τους. Απαραίτητη ήταν η πίστη του ανθρώπου.

[13] Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 425, 426. Πρβλ. Π. Τρεμπέλα, Η τελετουργία της Θείας Ευχαριστίας.