Η θρησκευτικότητα του Sir Isaac Newton (κείμενο)

Portrait of man in black with shoulder-length, wavy brown hair, a large sharp nose, and a distracted gaze«Nature and Nature’s laws hid in night:
God said, let Newton be! and all was light».
(Η φύση κι οι νόμοι της ήσαν κρυμμένοι στο έρεβος.
Είπε ο Θεός «Γεννηθήτω ο Νεύτων»! Κι όλα έγιναν φως).
Alexander Pope

 

Είναι, στη φύση του ποιητικού λόγου ν’ αποδίδει με λίγες μόνο λέξεις, νοήματα, που αναπτύσσονται σε σελίδες ολόκληρες με τον πεζό λόγο. Η ποίηση, έλεγε ο Έμερσον, μας μαθαίνει πόσο μεγάλη δύναμη έχουν ακόμη και λίγες λέξεις. Κι αυτό το δίστιχο επίγραμμα του Πόουπ (Alexander Pope), που ήθελε να το βάλουν στο μνημείο του Ισαάκ Νεύτωνα, συμπυκνώνει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο τη σημασία και την προσφορά του Νεύτωνα στην επιστήμη και στην ανθρωπότητα.

Τον ονόμασαν, και μπορούμε να πούμε ορθότατα, «πατέρα της φυσικής και της ουράνιας μηχανικής», «θεμελιωτή της αρμονίας του σύμπαντος» και «Μωυσή της σύγχρονης επιστήμης». Ακόμα χαρακτηρίστηκε από επιφανείς επιστήμονες ότι αξίζει για τους αστρονόμους περισσότερο από πολλούς γαλαξίες αστέρων (Άρθουρ X. Κόμπτον) και ότι υπήρξε «ο μέγιστος επιστήμων όλων των εποχών» και «η μεγαλύτερη επιστημονική διάνοια που είδε ποτέ ο κόσμος» (Ισαάκ Ασίμοφ). Το όνομα του Νεύτωνα είναι τόσο γνωστό όχι μόνο στον επιστημονικό κόσμο, αλλά και στους απλούς ανθρώπους και στους μαθητές των σχολείων, ώστε μόλις είναι ανάγκη να πούμε ποιος ήταν και τι επέτυχε με τις έρευνες του. Ωστόσο, για μια πιο σφαιρική θεώρηση του θέματος που εξετάζουμε, είναι ανάγκη να πούμε μερικά πράγματα για τη ζωή και το όλο έργο του.

Ο Νεύτων γεννήθηκε το 1642, τον χρόνο που άφησε την τελευταία του πνοή ο μεγάλος Γαλιλαίος Γαλιλέι, λες και η «ιστορία» δεν ήθελε να μείνει ούτε για λίγο, χωρίς κάποιο φωτεινό πνεύμα. Από τη φύση του ήταν ασθενικός και προβλεπόταν από το οικογενειακό του περιβάλλον ότι δεν θα είχε μακροζωία. Ο Νεύτων, όμως, διέψευσε τις δυσοίωνες προσδοκίες. Έζησε 85 χρόνια και αναδείχθηκε κορυφαίος ερευνητής της φύσης, της ιστορίας, της Αγίας Γραφής, και της χριστιανικής ομολογίας. Το τελευταίο, δηλ. ότι ο Νεύτων ήταν πιστός Χριστιανός, είναι βέβαια γνωστόν. Αλλά ίσως ελάχιστα γνωστό είναι ότι έγραψε ογκώδεις μελέτες πάνω σε αγιογραφικά και θεολογικά θέματα, με μιαν οξύνοια και οξυδέρκεια που προκαλεί τον θαυμασμό ακόμα και σήμερα, αν λάβουμε υπόψη μας το πόσο έχει προοδέψει από τότε μέχρι σήμερα η βιβλική επιστήμη, η κριτική του κειμένου και η ιστορικο-αρχαιολογική γνώση. Αρκεί να σημειώσουμε εδώ πάντως ότι διαπνεόμενος ο Νεύτων από έναν βαθύτατο σεβασμό για τον Δημιουργό του σύμπαντος, στην ύπαρξη του οποίου πίστευε ακράδαντα, δαπάνησε, όπως μπορεί να διαπιστωθεί, περισσότερο χρόνο της ζωής του ερευνώντας θεολογικά και θρησκευτικά θέματα, παρά τα καθ’ εαυτά επιστημονικά. Γιατί μια στατιστική ανάλυση των συγγραμμάτων του, έδειξε ότι, από τις 3.600.000 λέξεις των γραπτών του έργων, μόνο το 1.000.000 αφιερώθηκε στις θετικές επιστήμες, ενώ 1.400.000 περίπου λέξεις τις αφιέρωσε για θρησκευτικά θέματα (Η. W. Turnbull, The Correspondence of Isaac Newton, Cambridge 1961, τόμ. 1ος, σελ. 17).

Ας δούμε όμως για λίγο το επιστημονικό έργο και την προσφορά του Νεύτωνα στην επιστήμη, πριν εξετάσουμε την εν γένει, θρησκευτικότητα και την ιδιοφυία του σε βιβλικές μελέτες. Ο Νεύτων, μόλις σε ηλικία 24 ετών, είχε κιόλας κάμει τρεις σπουδαίες ανακαλύψεις, που αποτελούν το τρίποδο που στηρίζεται η σύγχρονη επιστήμη.

Αναλύοντας το λευκό φως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τούτο είναι σύνθετο και αποτελείται από τα γνωστά χρώματα της ίριδος. Η δεύτερη ανακάλυψή του ήταν ο κλάδος των μαθηματικών που είναι γνωστός ως «διαφορικός λογισμός», η μέθοδος που καθιστά δυνατό τον υπολογισμό συνεχώς μεταβαλλόμενων μεγεθών. Η σπουδαία εργασία του, πάνω στο θεμελιώδες αυτό θέμα «Μέθοδος των ροών και των απειροσειρών» (Methodus Fluxionum et Serierum infinitorum) δημοσιεύτηκε το 1736, εννιά χρόνια μετά τον θάνατό του. Η τρίτη, ήταν η απόδειξη της παγκοσμιότητας του νόμου της βαρύτητας, για την οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα παρακάτω.

Για λόγους προσωπικούς και περισσότερο μετριοφροσύνης, ο Νεύτων δεν ανακοίνωνε αμέσως τις ανακαλύψεις και τα συμπεράσματά του στους παραπάνω τομείς. Αργότερα όμως είδαν το φως της δημοσιότητας εργασίες του, που όχι μόνον εξέπληξαν τους συγχρόνους του, αλλά προκάλεσαν αντιδράσεις και σφοδρές επικρίσεις από τους ειδικούς. Η πραγματεία του «Νέα θεωρία περί φωτός και χρωμάτων» (A New Theory about Light and Colours, 1672) συνάντησε αργότερα την αντίδραση του Γερμανού φιλόσοφου Γκαίτε, που προέβαλε τη δική του θεωρία για τα χρώματα. Ωστόσο, νωρίς αποδείχτηκε ότι ο Νεύτων είχε δίκαιο. Το φως αποτελείται από απειροελάχιστα σωματίδια που μεταβιβάζονται με την κίνηση κυμάτων· αυτή ήταν μια από τις θεμελιωμένες απόψεις του, άποψη που, τροποποιημένη από την κβαντομηχανική του Μ. Πλανκ, δέχεται ακόμα και σήμερα η επιστήμη.

Το 1686 υπήρξε έτος αποφασιστικής σημασίας και για τον Νεύτωνα και για την επιστήμη. Σε ηλικία 44 ετών, δημοσίευσε το πρώτο μέρος του μεγαλειώδους τρίτομου συγγράμματος του «Οι μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας» (Philosophiæ Naturalis Principia Mathematica), ενώ το 1687 ολοκληρώνει το έργο του, που τον ενεθάρρυνε να το δημοσιεύσει ο αστρονόμος φίλος του Έντμουντ Χάλλεϋ. Το έργο αυτό, γνωστό κατ’ επιτομήν ως «Principia», αναγνωρίστηκε από τον μεγάλο Γάλλο μαθηματικό Λαπλάς ως «μνημείο μεγαλοφυΐας» και από τον Λαγκράνς ως «το υψηλότερο προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας». Ίσως να υπάρχει κάποια δόση υπερβολής σ’ αυτές τις δηλώσεις. Δεν είναι όμως υπερβολή η εκτίμηση ότι υπήρξε σύγγραμμα που επί 200 χρόνια επηρέαζε ουσιαστικά την επιστήμη, αφού «όλη η εξέλιξη της σύγχρονης επιστήμης αρχίζει απ’ αυτό το μεγάλο σύγγραμμα» (Encyclopaedia Britannica).

Οι μεγάλες ανακαλύψεις γίνονται συνήθως από συμπτώσεις ή διαισθήσεις. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αληθινή η αφήγηση για την πτώση ενός μήλου που οδήγησε τον μεγάλο επιστήμονα στη σύλληψη του νόμου της βαρύτητας, πρόκειται μάλλον για μύθο, αλλά ο Νεύτων διατύπωσε τον νόμο και την αρχή της παγκοσμίου έλξεως με αυστηρή «ποιητική» βραχυλογία:

«Η έλξη δύο σωμάτων είναι ανάλογη με το γινόμενο των δύο μαζών και αντιστρόφως ανάλογη του τετραγώνου των αποστάσεων».

Αν εξαιρέσουμε τον Κέπλερ και τον Γαλιλαίο, πριν απ’ τον Νεύτωνα ο ουρανός ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σκοτεινό πέπλο μυστηρίων και μυστικισμού. Επιστρατεύονταν οι πιο περίεργες και υπερφυσικές ερμηνείες και εξηγήσεις, για να εξηγηθεί η φύση των πλανητών και οι κινήσεις τους. Με το Νεύτωνα τα πράγματα αλλάζουν.

Οι πλανήτες αποτελούνται από την ίδια ύλη που αποτελείται η γη και οι κινήσεις τους δεν διαφέρουν απ’ αυτές των γνωστών σωμάτων πάνω στη γη. Ίδιοι νόμοι διέπουν όχι μόνο το ηλιακό σύστημα, αλλά ολόκληρο το σύμπαν! Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης που ανακάλυψε ο Νεύτων, επέτρεψε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, την κατανόηση στη θαυμαστή τάξη και αρμονία που επικρατεί μεταξύ των ουρανίων σωμάτων. Με βάση αυτό τον νόμο κατανοήθηκαν καλύτερα οι νόμοι του Κέπλερ και προσδιορίστηκε η μάζα της Γης, του ηλίου και των πλανητών. Με την εφαρμογή του νόμου αυτού ανακαλύφτηκαν οι πλανήτες Πλούτων και Ποσειδών, που επειδή βρίσκονταν στα ακρότατα όρια του ηλιακού συστήματος, ήταν αόρατοι.

Το μέγα βήμα του Νεύτωνος, γράφει ένας Νεοέλληνας διανοητής, ο Π. Κανελλόπουλος, έγκειται στο ότι ολοκλήρωσε τη μηχανική σύλληψη του φυσικού κόσμου· ό,τι υπάρχει μες στο σύμπαν, υπάγεται στον απέραντο μηχανισμό που λέγεται φύση.

Μπορεί βέβαια το οικοδόμημα του Νεύτωνα να υπέστη ρωγμές από τις ανακαλύψεις των Άλμπερτ Αϊνστάιν, Μαξ Πλανκ και ακόμη περισσότερο του Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, που διατύπωσε την «αρχή της αβεβαιότητας» (Unsicherheitsprinzip), αλλά οι σκέψεις και τα συμπεράσματα του Νεύτωνα, ιδιαίτερα στη λειτουργία του μεγάκοσμου, είναι αναγκαίες για την εξήγηση πολλών φαινομένων και πραγμάτων. Η θεωρία του Αϊνστάιν, μάλλον συμπληρώνει το λαμπρό οικοδόμημα του Νεύτωνα και δεν το αναιρεί, σημειώνουν σύγχρονοι φυσικοί και μαθηματικοί, καθ’ όσον η θεωρία του τελευταίου αντικαθρεφτίζει την πραγματικότητα ακριβέστερα.

«Η υψίστη γνώσις», έλεγε ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, «είναι η επίγνωσις της ημετέρας αγνοίας».

Η επιστημονική γνώση είναι από τη φύση της περιορισμένη. Η ιστορία της επιστήμης δεν είναι τίποτα άλλο παρά αμάλγαμα δεισιδαιμονιών και πλανών, πασπαλισμένων με ψήγματα αλήθειας. Το δέντρο της γνώσης είναι ατέλειωτο. Όσο σκαρφαλώνει κανείς προς την κορυφή του, τόσο συναντά νέα κλωνιά. Όσο πιο πολλά μαθαίνει, τόσο περισσότερο γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει. Η «αλήθεια, ακόμα και στην επιστήμη, φθίνει όπως το άνθος», παρατηρεί ο γνωστός ιστορικός Will Durant.

Και ο Νεύτων, ταπεινόφρων όπως ήταν, είχε διαισθανθεί το μέγεθος της αγνοίας που διακατέχει την ανθρώπινη διάνοια· συνέλαβε ορθά, τις δυσκολίες και τους ανθρώπινους περιορισμούς στην κατανόηση της λειτουργίας του σύμπαντος και της φύσης. Γι’ αυτό και είπε:

«Δεν ξέρω πως μπορεί να με θεωρεί ο κόσμος, αλλ’ εγώ θεωρώ τον εαυτό μου σαν ένα μικρό παιδί που παίζει στην ακρογιαλιά και χαίρεται καθώς βρίσκει κάθε τόσο ένα λείο χαλίκι, ή ένα θαλασσινό όστρακο ωραιότερο απ’ αυτά τα συνηθισμένα, ενώ ο μεγάλος ωκεανός της αλήθειας μένει εντελώς ανεξερεύνητος εμπρός μου».

Σε μιαν άλλη περίπτωση διακήρυξε ότι, ό,τι επέτυχε, το κατόρθωσε γιατί στηρίχθηκε στις γνώσεις άλλων μεγάλων σοφών: «Αν κατάφερα να δω λίγο πιο μακριά, είναι επειδή στάθηκα πάνω σε πλάτες γιγάντων».

Μπορεί βέβαια ο Νεύτων να χρησιμοποίησε τις γνώσεις γιγάντων· ωστόσο, όπως σημειώνει ο I. Ασίμοφ, «κι άλλοι άνδρες της εποχής του Νεύτωνα κάθισαν στους ωμούς των ίδιων γιγάντων, αλλά μόνο ο Νεύτων κι όχι άλλος ήταν εκείνος που είδε μακριά και βρήκε το λείο χαλίκι». Θα συμπληρώναμε: όχι ένα χαλίκι, αλλά πολλά και σημαντικά. Γιατί, συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι από και με τον Νεύτωνα, με τις σπάνιες δικλείδες της επιστημονικής του διάνοιας, διανοίγονται και θεμελιώνονται επιστημονικοί τομείς άγνωστοι ή ελάχιστα γνωστοί πιο μπροστά.

Η διατύπωση των τριών νόμων της κινητικής, ο νόμος της παγκόσμιας έλξης, οι νόμοι της οπτικής, η κατασκευή του πρώτου κατοπτρικού τηλεσκοπίου, η καθιέρωση του «διαφορικού λογισμού» και άλλα, είναι προϊόντα και επιτεύγματα αυτής της μεγάλης διάνοιας, που θεωρούσε τα μεγάλα μαθηματικά προβλήματα αθύρματα, και που σε μία περίπτωση έλυσε σε λίγες μόνον ώρες, προβλήματα που έθεσε ο Γερμανός Λάιμπνιτς για να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πιο μεγάλος μαθηματικός της εποχής του!

Οι απόψεις του Νεύτωνα είχαν τεράστια επίδραση στη μεταγενέστερη ανάπτυξη της φυσικής.

«Ο Νεύτων ανάγκασε τη φυσική να σκέφτεται με το δικά του τρόπο, «κλασικά», όπως λέμε σήμερα... Μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι σκέψεις του σημάδεψαν ολόκληρη τη φυσική. Χωρίς τον Νεύτωνα, η επιστήμη θα είχε αναπτυχθεί διαφορετικά». (S. I. Vavilov).

Πράγματι, επρόκειτο για μια σπάνια ιδιοφυία, για την οποία ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είπε: «Η φύση ήταν για τον Νιούτον σαν ένα ανοιχτό βιβλίο, το οποίο μπορούσε να διαβάσει χωρίς προσπάθεια».

Αποτιμώντας την αξία του επιστημονικού έργου του, ο διάσημος ιστορικός Will Durant έγραψε ότι: «Ο Νεύτων μπορεί να συγκριθεί μόνον με τους ιδρυτάς παγκοσμίων θρησκειών και τους θεμελιωτάς φιλοσοφιών κοσμοϊστορικής σημασίας».

***

Ποιες ήταν όμως οι αρχές και οι μέθοδοι έρευνας του μεγάλου αυτού επιστήμονα; Ποια ήταν τα μυστικά του κλειδιά, με τα οποία ξεκλείδωνε με τόση άνεση τα ερμητικά σφραγισμένα ερμάρια της φύσης;

Η αλήθεια βρίσκεται πάντοτε στην απλότητα και όχι στην πολλαπλότητα και στη σύγχυση των πραγμάτων. Το απλό είναι από τη φύση του ευνόητο. Το περίπλοκο υποθάλπει την πλάνη και καλύπτει το ψεύδος. Θέτοντας απλά ερωτήματα, όπως «γιατί ένα αντικείμενο να πέφτει προς το έδαφος και να μη μένει αιωρούμενο ή να ακολουθεί στην κίνησή του οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση», ο Νεύτων κατέληξε μεθοδικά στη σύλληψη και διατύπωση του νόμου της βαρύτητας. Ένα διερευνητικό ερώτημα μοιάζει με χιονοστιβάδα. Ένα ευφυές ερώτημα ισοδυναμεί πολλές φορές με χίλιες απαντήσεις. Και ο Νεύτων, όπως και ο Αϊνστάιν, παρατηρεί ο βιολόγος J. Bronowski, έκαμε απλές, αθώες ερωτήσεις, που, όπως αποδείχθηκε, εγκυμονούσαν καταστροφικές απαντήσεις. Γι’ αυτούς ήταν δυσκολότερο να συλλάβουν την ερώτηση κι ευκολότερο να την απαντήσουν.

Ο Άγγλος σοφός, ξεκινώντας από αυτήν τη θεμελιώδη αρχή της απλότητας και με βάση την άτεγκτη λογική σκέψη, σε συνάφεια με την αδιάκοπη επιστημονική έρευνα, ήδη από νεαρή ηλικία οικοδομεί το εκπληκτικό επιστημονικό και θεολογικό του οικοδόμημα. Με σκέψεις που δύσκολα μπορούν να προσβληθούν, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο Νεύτων αποφεύγει τους ακροβατικούς συλλογισμούς και τις ατέρμονες θεωρητικολογίες. Ήξερε να αρχίζει από τα πραγματικά δεδομένα και να καταλήγει σε γενικές αρχές. Στην εισαγωγή του έργου του «Οπτική» γράφει: «Σκοπός μου σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι να εξηγήσω τις ιδιότητες του φωτός με υποθέσεις, αλλά να τις προτείνω και να τις αποδείξω με τη λογική και τα πειράματα». Έτσι, η φράση του «Hypotheses non fingo» (Δεν επινοώ υποθέσεις) έγινε παροιμιώδης.

Η παρατήρηση και η αυστηρή λογική οδηγούν τον Νεύτωνα σ’ ένα βασικό επιχείρημα. Το σύμπαν με την καταπλήσσουσα δομή και συγκλονιστική διοργάνωσή του, με τους νόμους που το διέπουν, με τη θαυμαστή τάξη (elegantissima compages) και την αρμονία της κινήσεως των ουρανίων σωμάτων, δεν μπορεί να είναι προϊόν τύχης η εξελίξεως αλόγων φυσικο-υλικών δυνάμεων, ούτε μπορεί να ερμηνευτεί αποτελεσματικά με μηχανικούς νόμους. Η άψυχη ύλη μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει την κατάλληλη οργάνωση των μαζών, αποστάσεων, ταχυτήτων και πυκνοτήτων των ουρανίων σωμάτων στο ηλιακό σύστημα. Η σκέψη του είναι διαυγής και σαφής. Κανείς δεν μπορεί να μεταβιβάσει περισσότερα, απ’ αυτά που έχει. Είναι παράλογο να υποθέσει κανείς, έγραφε στον Μπέντλεϋ, ότι η τυφλή ανάγκη δεσπόζει στο σύμπαν, διότι η ανάγκη, πάντοτε η ίδια, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει την ποικιλία των πραγμάτων που βλέπουμε. Οι κινήσεις των πλανητών δεν μπορεί να προέρχονται μόνο από την ενέργεια της έλξεως. Το ηλιακό σύστημα και κατ’ επέκταση το σύμπαν, πρέπει να έχει την καταγωγή του από ένα υπέρτατο, άυλο ον. Με μια γλώσσα απλή, αλλά κατ’ ουσίαν ποιητική και απέριττη, ο Νεύτων καταλήγει: «Το ωραιότερο σύστημα ήλιων, πλανητών και κομητών θα μπορούσε να προέλθει μόνον απ’ τους σκοπούς και την κυριαρχία ενός φωτισμένου και ισχυρού όντος».

Με βάση, λοιπόν, την παραδοχή της ύπαρξης του υπέρτατου όντος, ο Νεύτων μελετά τη φύση και συλλαμβάνει στο πυκνό δίχτυ της σκέψης του τον νόμο της βαρύτητας και της παγκόσμιας έλξης των σωμάτων. Ενώ τους επιστήμονες συνήθως τους βασανίζει το «γιατί» των φυσικών φαινομένων, για τον Νεύτωνα δεν υπάρχει πρόβλημα στο «γιατί». Το «γιατί» μετατίθεται στην αναγνώριση της ύπαρξης του ανώτατου όντος. Έτσι, ο επιστήμων ασχολείται με το «πώς» και περιγράφει το επιστητό όπως το αντιλαμβάνεται, ενώ το «γιατί» παραμένει κατ’ ουσίαν απ’ την ανθρώπινη διάνοια ανεξιχνίαστο.

«Το σύμπαν υπάρχει. Με την ύπαρξη αυτή παρουσιάζεται σαν γεγονός θαυμαστό, που προϋποθέτει μιαν άπειρη δύναμη μέσα του. Μια ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους... Το θαύμα δεν συνίσταται στην έλλειψη κρίκων συνδετικών από αίτιον εις αίτιον, αλλά σε αυτή την ίδια την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αναμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού».

Η αντίληψη αυτή, είναι προφανώς η σκέψη που βοηθά τον Νεύτωνα να συλλάβει σωστά τον μεγάκοσμο και τον τρόπο λειτουργίας του.

Πράγματι. Μια σκεπτόμενη διάνοια μπορεί να συλλάβει το σύμπαν ως προϊόν σκέψης. Αν το σύμπαν δεν είναι προϊόν σκέψης, τότε δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ορθής γνώσης και κατανόησης.

Ο Νεύτων βρίσκει το «κλειδί της γνώσης», ξεκινώντας με την πρωταρχική ιδέα ότι «ην και έστιν ο του παντός δημιουργός», όπως είπε μια άλλη μεγάλη διάνοια της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης.

«Ο πραγματικός ερευνητής της φύσης», γράφει ένας σύγχρονος διάσημος κοσμολόγος, ο Γερμανός Π. Γιόρνταν, «βλέπει παντού και διαπιστώνει την παρουσία του Δημιουργού. Αισθάνεται τα ίχνη του Θεού μέσα στα μυστικά της φύσης». Αναγνωρίζει, ακόμη, ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου», όπως έκανε ο Νεύτων. «Όπως κανείς δεν μπορεί να εννοήσει τη λειτουργία ενός ωρολογίου, αν δεν δεχθεί ότι κατασκευάστηκε για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, έτσι δεν μπορεί κανείς ορθά να συλλάβει τους νόμους που διέπουν το σύμπαν, αν δεν δεχθεί το «πρωταρχικόν πνεύμα» που το κατασκεύασε. Και όπως το κατασκεύασμα αποκαλύπτει τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του κατασκευαστή, έτσι και το σύμπαν αλλά και τα έμβια όντα αποκαλύπτουν τις ιδιότητες του Δημιουργού», καταλήγει επαγωγικά ο μεγάλος σοφός.

«Είναι τυφλός εκείνος που δεν βλέπει αμέσως στην άριστη και σοφότατη διάταξη των όντων την άπειρη σοφία και αγαθότητα του Παντοδύναμου Δημιουργού και μωρός εκείνος που δεν το ομολογεί».

Στο προμνημονευθέν έργο του «Οπτική» (Optics), που εκδόθηκε το 1704, ένα έργο αξιοθαύμαστο, που αναγνωρίζεται και σήμερα ως «μεγαλόπνευστο» (Ευτύχης Μπιτσάκης), παρουσιάζονται μερικές θαυμάσιες σκέψεις που αποκαλύπτουν τη μεγάλη παρατηρητικότητα του Νεύτωνα και την ικανότητά του να συνάγει ορθά συμπεράσματα μ’ έναν αξιοζήλευτο τρόπο. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένας κατάλογος με τριάντα ένα ερωτήματα για μια περαιτέρω έρευνα. Στο εικοστό όγδοο ερώτημα διαβάζουμε:

«Το κύριο έργο της φιλοσοφίας της φύσης είναι να συμπεραίνει από τα φαινόμενα, χωρίς να κάνει υποθέσεις και να συνάγει τις αιτίες από τα αποτελέσματά τους, έως ότου φθάσουμε στην πρωταρχική αιτία, που βέβαια δεν είναι μηχανική· και όχι μόνο να εμφανίσουμε τον μηχανισμό του Κόσμου, αλλά κυρίως να λύσουμε αυτά και παρόμοια ερωτήματα... Για ποιο λόγο η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια· και από πού προέρχεται όλη αυτή η τάξη και η ωραιότητα που βλέπουμε στον Κόσμο; Προς τί οι Κομήτες, και γιατί όλοι οι Πλανήτες κινούνται σε παρόμοιες τροχιές μικρής εκκεντρικότητας, ενώ οι Κομήτες κινούνται με κατά πολύ διαφόρους τρόπους σε τροχιές μεγάλης εκκεντρικότητας, και τι παρεμποδίζει τα απλανή Άστρα από το να πέσουν το ένα πάνω στο άλλο; Πώς έγινε ώστε τα σώματα των ζώων να έχουν διαμορφωθεί με τόση τέχνη, και προς τί υπάρχουν τα διάφορα μέλη τους; Το μάτι διαμορφώθηκε χωρίς οπτική ικανότητα και το αυτί χωρίς γνώση των ήχων; Πώς οι κινήσεις του σώματος ακολουθούν τη βούληση, και από που προέρχεται το ένστικτο στα ζώα; Δεν είναι το αισθητήριο των ζώων η θέση όπου βρίσκεται η ευαίσθητη ουσία και που μέσω της τα αισθητά είδη πραγμάτων μεταφέρονται δια των νεύρων και του εγκεφάλου; Και αφού τα πράγματα αυτά διαβιβάζονται σωστά, δεν είναι φανερό από τα φαινόμενα ότι υπάρχει ένα άυλον ον, ζωντανό, έλλογον, παντοδύναμον, που μέσα στον άπειρο χώρο,, σαν να ήσαν μέσα στο αισθητήριό του, βλέπει τα πράγματα όπως είναι στα ενδόμυχά τους και τα συλλαμβάνει κατά βάθος και τα εννοεί πλήρως;... Το κάθε αληθινό βήμα που γίνεται στη Φιλοσοφία αυτή δεν μας φέρνει άμεσα στη γνώση της πρώτης αιτίας, και όμως μας φέρνει κοντύτερά της, και γι’ αυτό το λόγο αξίζει μεγάλης εκτιμήσεως...» (Optics, or a treatise of the reflections, refractions, inflections and colours of light).

Ο Θεός, κατά τον Νεύτωνα, είναι περισσότερο ικανός με τη θέλησή του να κινήσει τα σώματα με το απεριόριστο αισθητήριο του, και έτσι να διαμορφώσει και να αναμορφώσει τα μέρη του σύμπαντος, παρ’ όσο εμείς με τη θέλησή μας μπορούμε να κινούμε τα μέρη του σώματος μας. Για τον ευσεβή σοφό κάθε νέα ανακάλυψη ήταν μια «αποκάλυψη της δύναμης και της ουσίας του Θεού» (W. Dampier).

Ένα περιστατικό που οι βιογράφοι του Νεύτωνα αναφέρουν ότι έλαβε χώρα μεταξύ του μεγάλου ερευνητή της φύσης και ενός φίλου του, είναι αποκαλυπτικό της θεοσέβειας και της πίστης του σοφού προς το θείον.

Το σπουδαστήριο του μεγάλου αστρονόμου επισκέφτηκε μια μέρα ένας άθεος επιστήμονας φίλος του. Εκεί υπήρχε ένα πλανητάριο-μινιατούρα, που χρησιμοποιούσε ο Νεύτων για τις σπουδές του στο ηλιακό σύστημα. Έκπληκτος ο επισκέπτης ρώτησε να μάθει ποιος ήταν ο κατασκευαστής αυτής της μινιατούρας, αλλά πήρε από τον Νεύτωνα την απρόσμενη απάντηση: «Κανείς». «Μα φυσικά, κάποιος θα το έκαμε αυτό και πρέπει να είναι ιδιοφυία», απάντησε αυθόρμητα ο αθεϊστής. Ήρεμος ο Νεύτων απηύθυνε στον φίλο του τα επόμενα λόγια: «Αυτό είναι μια μικρή απομίμηση ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος, αλλά δεν μπορώ να σε πείσω ότι δεν έχει τον σχεδιαστή και τον κατασκευαστή του. Όμως εσύ ομολογείς και πιστεύεις πως το μεγάλο πρότυπο ήρθε σε ύπαρξη χωρίς σχεδιαστή, χωρίς κατασκευαστή!»

Λόγια σαν τα παραπάνω, αλλά και γενικότερα η ευσέβεια που αντανακλάται από το όλο έργο και τη ζωή του Νεύτωνα, μπορούν να καταδείξουν ότι ο ισχυρισμός που προβάλλουν μερικοί, πως ο Νεύτων, τουλάχιστον στα πρώτα βήματα της επιστημονικής του σταδιοδρομίας, είχε επίπλαστη θρησκευτικότητα, και προσπάθησε να συνδυάσει τη μηχανιστική αντίληψη της φύσης με την «εκ των υστέρων» αναγνώριση Θεού-Δημιουργού, δεν είναι σωστή.

***

Ο σεβασμός του Νεύτωνα προς το υπέρτατο ον και η θρησκευτικότητά του εν γένει, δεν προκύπτει μόνο από τα διάσπαρτα λόγια και τους υπαινιγμούς που υπάρχουν στις επιστημονικές του πραγματείες.

Ο μεγαλύτερος χρόνος της ζωής του αναλώθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής και της εκκλησιαστικής ιστορίας, όπως μνημονεύσαμε και θα δούμε παρακάτω. Και είναι πράγματι εκπληκτικό, πώς αυτή η μεγάλη επιστημονική ιδιοφυία ένιωσε μια ασυνήθιστη και παράξενη έλξη πάνω σε θεολογικά και θρησκευτικά ζητήματα. Γιατί; Η απάντηση πρέπει να είναι απλή: «Omnibus de diis opinio insita est», έγραψε πρίν από 2.000 χρόνια ο Σενέκας («Σε όλους η ιδέα για τον Θεό είναι έμφυτη»). Τον Θεό δεν θα τον αναζητούσε κανείς, αν δεν υπήρχε η σπίθα της πυρκαγιάς του μέσα μας. Μας το λέει με ποιητικό τρόπο ο Γκαίτε:

«Λιογέννητο αν δεν ήταν το μάτι,
τον ήλιο δε θα μπόραγε να ιδεί.
Κι αν του Θεού η δύναμη στο είναι μας δεν ήταν
Πως απ’ το Θείο θ’ αντλούσαμε βαθύτατη χαρά;»

Ο άνθρωπος είναι λογικό και θρησκευτικοί ον και «δεν φαίνεται να υπήρξε περίοδος της ιστορίας που το ανθρώπινο γένος να ήταν χωρίς πίστη σ’ ένα υπερφυσικό δημιουργό και κυβερνήτη του σύμπαντος».

Από τις άγριες φυλές των νήσων Ανταμάν μέχρι τους Εσκιμώους της Αλάσκας, και από τους Πυγμαίους και Βουσμάνους της Αφρικής μέχρι και τους κατοίκους της χερσονήσου της Μαλάκας, φυλές, λαοί, έθνη και γλώσσες λατρεύουν κάποιο θεό, ή θεούς. «Όλοι οι πολιτισμοί του ανθρώπινου γένους που υπήρξαν ποτέ», γράφει ο ανθρωπολόγος Ivar Lisner στο περισπούδαστο έργο του Man, God, and Magic (1961), «είχαν τις ρίζες τους στη θρησκεία και στην αναζήτηση του Θεού»· ένα συμπέρασμα που επιβεβαιώνει την παρατήρηση, ότι «ανιέρου πόλεως και αθέου, μη χρωμένης ευχαίς... ουδείς εστιν ούδ’ έσται γεγονός θεατής» (Πλούταρχος).

Ακόμα και γνωστοί αρνησίθεοι και «θεοκτόνοι», όπως π.χ. ο Νίτσε, που έχουν λανσάρει το πολύκροτοι σλόγκαν God is dead, τριγυρνούν γύρω απ’ τον «νεκρό Θεό» τους, όπως ο εγκληματίας περιφέρεται στον τόπο του εγκλήματος. Το θέμα, τους απασχολεί και τους καίει έστω και αρνητικά.

Η σπίθα αυτής της αναζήτησης και επικοινωνίας με το θείο φαίνεται ότι έγινε τεράστια φλόγα στον Νεύτωνα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σύμφωνα με τον Γερμανό Ιωσήφ Γκάλ (1758-1828), ιδρυτή της φρενολογίας, διαθέτει όργανο ή κέντρο θρησκευτικότητας, με το όποιο οποιοσδήποτε άνθρωπος αναζητά τον Θεό και επιζητεί να έρθει σ’ επαφή μαζί του.

Η αναζήτηση, λοιπόν, του θείου και η επικοινωνία του ανθρώπου με το υπέρτατο ον, είναι μια θεμελιώδης επιβεβαίωση του νοήματος της ζωής, υπογραμμίζει ο διάσημος Αμερικανός ψυχίατρος Rollo May. Αυτοί που δεν τον αναζητούν, απλούστατα αναζητούν κάτι άλλο, που επενεργεί πάνω τους σαν υποκατάστατο (Ersatz).

Να είναι άραγε σε μια μεγαλοφυΐα, σαν το Νεύτωνα, εντονότερη αυτή η δίψα αναζήτησης και επικοινωνίας; Η απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα πρέπει να είναι μάλλον καταφατική, αν αναλογιστεί κανείς ότι κορυφαίοι εκπρόσωποι της επιστήμης και μάλιστα οι λεγόμενοι θεμελιωτές των επιστημών, όπως Euler, Mendel, Boyle, Ampère, Ohm, Faraday, Maxwell, Agassiz, Pascal, Paster ή ακόμα πιο σύγχρονοι, όπως Alexis Carrel, Arthur Compton, Sir Arthur Eddington, Sir James Jeans, Robert Millikan, Max Planck, Max Hartmann, Werner Heisenberg, Carl Friedrich von Weizsäcker, Wernher von Braun, Abraham Cressy Morrison, Pascual Jordan, A. E. Wilder-Smith, για να αναφέρουμε λίγα γνωστά λάμποντα αστέρια στο επιστημονικό στερέωμα, υπήρξαν ευσεβείς άνθρωποι και πιστοί Χριστιανοί.

Όπως και να ’χει το πράγμα, ένα είναι βέβαιο. Ο Νεύτων υπήρξε μεγαλοφυής και ακούραστος μελετητής της αγιογραφικής παρακαταθήκης και εμβριθής μελετητής ιστορικο-θεολογικών θεμάτων, από την πρώτη μάλιστα περίοδο της ζωής του.

«Μελετώ τη Γραφή», έλεγε. «Ανάβω έτσι το λυχνάρι της ψυχής μου από τον Ήλιο».

Οι μακροχρόνιες μελέτες του Νεύτωνα γύρω από θεολογικά και αγιογραφικά θέματα, μαζί με την έμφυτη μεγαλοφυΐα του, τον αναδεικνύουν δεινό ιστορικό μελετητή και θεολόγο, που λίγοι «ειδικοί» μπορούσαν στην εποχή του να συναγωνισθούν. Ο φίλος του φιλόσοφος Τζων Λοκ, αναφερόμενος στις γνώσεις του πάνω στην Αγία Γραφή, ομολόγησε: «Λίγους γνωρίζω σαν κι αυτόν». Κάποιος αρχιεπίσκοπος, που γεύτηκε τον πλούτο των θεολογικών του γνώσεων, απευθυνόμενος στον ίδιο, του είπε: «Γνωρίζετε περισσότερα για το Θεό, απ’ όλους εμάς συλλήβδην» (Brewster).

Οι έρευνες του Νεύτωνα τον οδήγησαν σε μερικά πολύ ενδιαφέροντα θεολογικά συμπεράσματα, γιατί μελετούσε τη Βίβλο με τον ίδιο ακάματο ζήλο που μελετούσε το αχανές σύμπαν.

Δυο βιβλία που κυκλοφόρησαν στα πρόσφατα χρόνια ειδικοί μελετητές αυτής της όχι και τόσο γνωστής πτυχής του έργου του Νεύτωνα, ο Klaus D. Buchholtz με τίτλο, Isaac Newton als Theologe (Luther-Verlag, 1965) και o Frank E. Manuel, The Religion of Isaac Newton (Oxford, 1974), έρχονται να ρίξουν σημαντικό φως στο ζήτημα που εξετάζουμε. Απ’ αυτά κυρίως αντλώ μερικές σπουδαίες πληροφορίες.

Εφαρμόζοντας τις ίδιες αρχές της σαφήνειας, της απλότητας και της λογικής που εφάρμοσε στις θετικές επιστήμες για να ερμηνεύσει τους νόμους του ουρανού, ο Νεύτων, οδηγήθηκε με μιαν αξιοθαύμαστη διαλεκτική στην κατανόηση της βιβλικής απλότητας και στην ουσία της πρωτο-χριστιανικής διδαχής.

Για τον Νεύτωνα, η Αγία Γραφή αποτελεί την αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη μαρτυρία της Δημιουργίας. Το «βιβλίο της φύσης» και η Αγία Γραφή έχουν τον ίδιο πρωτουργό, τον ίδιο συγγραφέα. Συνεπώς, δεν νοείται δυσαρμονία ή σύγκρουση μεταξύ αληθινής θρησκείας και ορθόδοξης επιστήμης.

Όπως και ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός Πασκάλ, ο Νεύτων δεν πιστεύει σ’ ένα Θεό των φιλοσόφων: ένα Θεό απρόσωπο, ασύλληπτο και απρόσιτο. Πιστεύει ακράδαντα στον Θεό της Βίβλου, σ’ ένα ύψιστο «εμπρόσωπο πνευματικό ον».

«Πρέπει να πιστεύουμε ότι υπάρχει ένας Uεός η υπέρτατος άρχων, που πρέπει να σεβόμαστε και να υποτασσόμαστε σ’ αυτόν και να φυλάσσουμε τους νόμους του και να αποδίδουμε σ’ αυτόν τιμή και δόξα... Πρέπει να πιστεύουμε ότι είναι ο Θεός των Ιουδαίων που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλα τα εν αυτοίς, όπως παρουσιάζεται στις δέκα εντολές, και πρέπει να τον ευχαριστούμε για τη ζωή μας και για όλες τις ευλογίες αυτής της ζωής· και απαγορεύεται να λάβουμε το όνομα του επί ματαίω ή να λατρεύουμε εικόνες, ή άλλους Θεούς...» (F. Ε. Manuel, σελ. 104).

Για τον Νεύτωνα, η Αγία Γραφή είναι η «λυδία λίθος» των διδασκαλιών, των δογμάτων και των πάσης φύσεως εκκλησιαστικών παραδόσεων. Ό,τι δεν είναι βιβλική αλήθεια ή δεν συμφωνεί με την απλή βιβλική αλήθεια, είναι απλούστατα παλαιότατη πλάνη, όπως έλεγε και ο Κυπριανός (3ος μ.Χ. αιώνας).

Οι διδασκαλίες της Βίβλου θα έπρεπε να υποστηρίζονται με την εφαρμογή της αιτίας και της λογικής. Ό,τι δεν μπορεί να κατανοηθεί με τη λογική, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πίστης. Έτσι, παραμερίζει τις όποιες θρησκευτικές διενέξεις και προστριβές γύρω από δογματικά θέματα, που μόνο ζημία μπορούν να προκαλέσουν, και ακολουθώντας τον τύπο των ερωτήσεων που προβάλλει στο παράρτημα της «Οπτικής» του, θέτει μεταξύ άλλων και το αιχμηρό ερώτημα:

«Έστειλε άραγε ο Ιησούς τους μαθητές του να κηρύξουν στους ανθρώπους και τις γυναίκες και τα παιδιά μεταφυσική (δηλ. φιλοσοφία);» Μια ερώτηση που επιδέχεται, βέβαια, μόνον αρνητική απάντηση.

Επιστρέφοντας στις αγνές ρίζες της Χριστιανοσύνης, ο Νεύτων δέχεται ότι οι εκκλησιαστικές παραδόσεις πρέπει να είναι εκφρασμένες στη μορφή των «υγιαινόντων λόγων», οι οποίοι παραδόθηκαν από τους αποστόλους του Ιησού.

«Έχουμε εντολή από τον Απόστολο (Β Τιμόθεον 1:13) να μένουμε σταθερά στη μορφή των υγιαινόντων λόγων. Η διαμάχη για μια γλώσσα που δεν παραδόθηκε από τους Προφήτες και τους Αποστόλους αποτελεί παράβαση της εντολής και εκείνοι που παραβαίνουν την εντολή είναι επίσης ένοχοι για τις αναστατώσεις και τα σχίσματα που προξενούνται από αυτήν.» (F. Ε. Manuel, σελ. 104).

Γι’ αυτό, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η προσπάθεια του Νεύτωνα να καταπολεμήσει τους πάσης φύσεως «διαφθορείς» (corrupters) αυτής της αρχικής απλότητας και αγνότητας. Ιδιαίτερα καταλογίζει ευθύνες στους μεταφυσικούς πλατωνιστές, στους Ιουδαίους καββαλιστές, και στους γνωστικούς, που με τις διδασκαλίες τους διέφθειραν την απλή καθαρότητα του λόγου. Γράφει: «All the old, heresies lay in deductions; the true faith was in the text» («Όλες οι αρχαίες αιρέσεις εδράζονται σε συμπεράσματα· η αληθινή πίστη ήταν στο (βιβλικό) κείμενο»).

Είναι εκπληκτικό και πάλι, με πόση σαφήνεια και λακωνικότητα διατύπωνε τα συμπεράσματά του σε θεολογικά θέματα ο μεγάλος σοφός.

Ο Νεύτων αναγνωρίζει βέβαια ότι υπάρχουν και θέματα δογματικά, δύσκολα, και όχι τόσο απλά στην κατανόησή τους. Δεν είναι εύπεπτο γάλα, αλλά στερεά τροφή. Ωστόσο, σημειώνει, αυτά δεν είναι αναγκαία για τη σωτηρία του ανθρώπου. Το έργο του Νεύτωνα «Ιστορία της Εκκλησίας» (Church History) είναι αποκαλυπτικό για πολλές απ’ αυτές τις θέσεις και τις απόψεις του. Οι οξείες παρατηρήσεις και η κριτική που ασκεί ο Νεύτων πάνω σε διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα, ιδιαίτερα στα γεγονότα της συγκρούσεως των οπαδών του Αρείου με τον Αθανάσιο και γύρω από τις χριστολογικές έριδες του 4ου αιώνα, δείχνουν πόσο οικειωμένος ήταν με τα θέματα αυτά. Θα πρέπει να είχε μελετήσει πολύ τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και ιστορικούς της περιόδου εκείνης από άμεσες πηγές, παρατηρεί ο Buchholtz (σελ. 33).

Ένα άλλο έργο που είδε το φως της δημοσιότητας το 1754, είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Νεύτωνα, επισύρει την προσοχή του οποιουδήποτε ερευνητή· όχι τόσο για την προσπάθεια του συγγραφέα να θεμελιώσει σ’ αυτό τις ουνιταρικές-αντιτριαδικές του απόψεις, όσο για το δαιμόνιο της ερευνητικής του ικανότητας. Στο έργο αυτό, που φέρει τον τίτλο An Historical Account of two Notable Corruptions of the Scriptures (Ιστορική αφήγηση δύο σημαντικών διαφθορών των Γραφών), ο Νεύτων αναδεικνύεται σε ικανό κριτικό του κειμένου της Βίβλου. Η προσπάθειά του να καταδείξει ότι χωρία όπως το 1 Ιωάννου 5:7, γνωστό στη φιλολογικο-κριτική έρευνα ως Comma Johanneum, δεν υπήρχαν στο πρωτότυπο κείμενο, μπορούμε να πούμε σήμερα ότι δικαιώθηκε. Γιατί κανείς κριτικός του κειμένου δεν δέχεται τη γνησιότητα αυτής της προσθήκης. Το χωρίο πρωτοεμφανίστηκε σε ισπανικά βιβλικά κείμενα από τον 6ο μ.Χ. αιώνα και εντεύθεν και δεν υπάρχει σε κανένα ελληνικό χειρόγραφο, ούτε μνημονεύεται από Έλληνες εκκλησιαστικούς συγγραφείς (I. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 341 και J. Schneider, λήμμα Gott, στο Theologisches Befriffs Lexikon Zum N.T., Herausgegeben von L. Coenen κλπ., τόμ. 1ος, σελ. 607).

Ξεκινώντας από τη γνωστή στους κριτικούς του κειμένου αρχή Lectio antiquior potior (καλύτερη γραφή είναι η παλαιότερη), ο Νεύτων, εντόπισε την εισαγωγή του χωρίου από περιθωριακή σημείωση μέσα στο ελληνικό κείμενο, τον 16ο μ.Χ. αιώνα, και το απέρριψε ως υποβολιμαίο επίσης, με βάση τα συμφραζόμενα του κειμένου. Η μέθοδος του Νεύτωνα, παρατηρεί και πάλι ο Buchholtz (σελ. 36), είναι ακριβώς αυτή που ακολουθείται από τη σύγχρονη κριτική του κειμένου.

Με τη βοήθεια βιβλικών κειμένων στην αγγλική, λατινική και ελληνική γλώσσα, ο σοφός εμβαθύνει στο περιεχόμενο της Βίβλου. Διακρίνει τα βιβλία της σε δύο ομάδες, στα «ιστορικά», που γράφτηκαν από ανθρώπους κατά το πλείστον σύγχρονους με τα εξιστορούμενα γεγονότα,, συγγραφείς εξαιρετικής αξιοπιστίας, και τα «Προφητικά», που αποτελούν τον λόγο του αληθινού Θεού. Ήδη από το 1690, η προσοχή του έλκεται από τον βιβλικό προφητικό λόγο.

Οι προφητείες της Βίβλου και ιδίως του βιβλίου του Δανιήλ και της Αποκάλυψης σαγηνεύουν τη βαθυστόχαστη σκέψη του ερευνητή που επιδίδεται με ιερό πάθος στη μελέτη τους. Κάπου σημειώνει: «Όλοι (οι προφήτες) γράφανε σε μία και την ίδια μυστική γλώσσα». (mystical language).

Διερωτάται, λοιπόν, γιατί υπάρχουν αυτές οι προφητείες και τί σκοπό εξυπηρετούν. Γιατί γράφτηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, με «προφητικά ιερογλυφικά» (Prophetic hieroglyph). Αν ποτέ δεν μπορούν να κατανοηθούν, τότε γιατί ο Θεός «αποκάλυψε» τα μέλλοντα μέσω αυτών των συμβόλων;

Ο Νεύτων, με τον πυρσό της πίστης διαλάμποντα και με ιδιαίτερη επίγνωση, μπαίνει στη σκοτεινή σήραγγα του αποκαλυπτικού λόγου, αποφασισμένος να μελετήσει τους «κεκρυμμένους λόγους της αλήθειας» και τις «σκοτεινές προφητείες» και να αποσφραγίσει προσεχτικά το βιβλίο το «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά». Παράλληλα μελετά τον πρόδρομό του, την Αποκάλυψη της Π.Δ., όπως εύστοχα ονομάστηκε το βιβλίο του Δανιήλ. Γιατί, όπως σημειώνει και ο Βίκτωρ Ουγκώ στο περίφημο έργο του «Φιλοσοφία και Φιλολογία», υπάρχει στενή ομοιότητα ανάμεσα στα δύο βιβλία και ιδιαίτερα στον τρόπο γραφής, στη γλώσσα, στα σύμβολα, στην πυκνότητα του νοήματος, στην πνευματική εκπύρωση, στις εκλάμψεις φωτός και στις ανταύγειες των χρωμάτων.

Προς τούτο όμως απαιτείται ερμηνευτική ικανότητα που είναι χάρισμα Θεού, όπως και το ίδιο το χάρισμα της προφητείας, σημειώνει ο Νεύτων.

Ακολουθώντας τις αρχές της μαθηματικής σκέψης, αναζητά «κανόνες ερμηνείας» και γράφει σημειώσεις για τη «γλώσσα της προφητείας», που ονομάζει με την επιστημονική ορολογία «προτάσεις» (Propositions) και λήμματα» (Lemmata). Η πυρετωδώς λειτουργούσα διάνοιά του συλλαμβάνει και διατυπώνει κανόνες για την ερμηνεία της Αποκάλυψης (Rules for interpreting). Οι κανόνες για την ερμηνεία της γλώσσας της προφητείας, παρατηρεί ο F. Manuel, ήταν μια επανάληψη (replica) αυτών που χρησιμοποίησε για την ερμηνεία του βιβλίου της φύσεως (σελ. 98). Κι αυτό μπορεί να καταδείξει την ορθότητα της διαπίστωσης του φυσικού Carl Friedrich von Weizsäcker, ότι δεν μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί ορθά τον φυσικό Νεύτωνα, αν δεν καταλάβει τον θεολόγο Νεύτωνα.

Αποτέλεσμα αυτής της εμβριθέστατης μακρόχρονης έρευνας ήταν να έλθει στο φως ένας ογκωδέστατος τόμος με 17 κεφάλαια με τον τίτλο Observations upon the Prophesies of Daniel and the Apocalypse of St. John (Παρατηρήσεις στις προφητείες του Δανιήλ και στην Αποκάλυψη του Άγ. Ιωάννη).

Αυτό είναι ένα έργο που ακόμα και σήμερα δημιουργεί κατάπληξη για το πλήθος των παρατηρήσεων και ιστορικών πληροφοριών, που δείχνουν ότι ο Νεύτων υπήρξε «βαθυνούστατος ερμηνευτής προφητειών» (Κ. Reidemeister). Είναι ένα έργο σοφά δομημένο σε δύο ενότητες, που η πρώτη, με 14 κεφάλαια, εξετάζει τις προφητείες του Δανιήλ και η δεύτερη, με 3 κεφάλαια, θέματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη.

Περιττό να λεχθεί βέβαια ότι για τον Νεύτωνα δεν τίθεται θέμα αυθεντικότητας και προσδιορισμού «ταυτότητας» των συγγραφέων των δύο αυτών έργων. Τα έργα, κατά τον ερευνητή, φέρουν τη σφραγίδα της δανιήλειας προέλευσης και της ιωάννειας πέννας. Ό μεγάλος σοφός, αφήνει τη στείρα αρνητική κριτική και τον άγονο σκεπτικισμό κατά μέρος. Δέχεται τις αρχαίες ιστορικές μαρτυρίες και διονυχίζει εδάφιο προς εδάφιο τα νοήματα των βιβλίων. Η ευσέβεια όμως δεν εμποδίζει την ορθή κριτική. Γι’ αυτό, εύστοχα ξεχωρίζει το ιστορικό υλικό (κεφ. 1-6) από το προφητικό περιεχόμενο (κεφ. 7-12) του βιβλίου του Δανιήλ, πράγμα που αποκαλύπτει και πάλι το βαθύ διεισδυτικό του βλέμμα, αφού είναι ο πρώτος, απ’ ό,τι είναι γνωστόν, που κάνει αυτή τη διάκριση, (Montgomery· Buchholtz, σελ. 44).

Ο Νεύτων συλλαμβάνει σωστά τα μυστικά μηνύματα, καθώς αποκρυπτογραφεί τα διάφορα σύμβολα (ζώα, θηρία, κέρατα, μυστικούς αριθμούς) που υπερπλεονάζουν στην αποκαλυπτική γραμματεία. Κατανοεί ότι η προφητική γλώσσα (κεφ. 2) είναι ειλημμένη από την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στον φυσικό κόσμο και μια αυτοκρατορία ή βασιλεία, θεωρείται ως «κόσμος πολιτικής». Αντιλαμβάνεται ότι οι προφητείες του Δανιήλ και της Αποκάλυψης είναι μια «περίληψη της ιστορίας του κόσμου και η ιστορία του κόσμου είναι το καλύτερο σχόλιο επί των προφητειών τους». Υπάρχει, λοιπόν, μια «αναλογία» (proportion) ανάμεσα στα πιο σπουδαία μέρη της προφητείας με τα πιο σπουδαία μέρη της πολυτάραχης ανθρώπινης ιστορίας.

Αναλογίες ανακαλύπτει επίσης ο Νεύτων μεταξύ της εικόνας του οράματος του Ναβουχοδονόσορ με τα τέσσερα μέταλλα και τη δράση των τεσσάρων ζώων (Δαν. 2, 7 επ.), καθώς επίσης μεταξύ των βασιλειών που εξεικονίζονται από τα δέκα δάχτυλα της εικόνας με τα δέκα βασίλεια των δέκα κεράτων του τετάρτου θηρίου.

Από την αξιοθαύμαστη αυτή πραγματεία αξίζει να παραθέσουμε μια περικοπή από τον πρόλογό της, που μαρτυρεί ακριβώς τη βαθιά πίστη του Νεύτωνα, τη θρησκευτικότητα και την υψηλή θεολογική του κατάρτιση.

Ο συγγραφέας διερωτάται γιατί δόθηκαν αυτές οι τρομακτικές υπερλογικές προφητείες στον Ιωάννη και στο Δανιήλ, όπως η επόμενη όραση:

«Επὶ τῆς κοίτης μου ἐθεώρουν καθ᾽ ὕπνους νυκτὸς καὶ ἰδοὺ τέσσαρες ἄνεμοι τοῦ οὐρανοῦ ἐνέπεσον εἰς τὴν θάλασσαν τὴν μεγάλην.

καὶ τέσσαρα θηρία ἀνέβαινον ἐκ τῆς θαλάσσης διαφέροντα ἓν παρὰ τὸ ἕν.

τὸ πρῶτον ὡσεὶ λέαινα ἔχουσα πτερὰ ὡσεὶ ἀετοῦ· ἐθεώρουν ἕως ὅτου ἐτίλη τὰ πτερὰ αὐτῆς, καὶ ἤρθη ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ ποδῶν ἀνθρωπίνων ἐστάθη, καὶ ἀνθρωπίνη καρδία ἐδόθη αὐτῇ.

καὶ ἰδοὺ μετ᾽ αὐτὴν ἄλλο θηρίον ὁμοίωσιν ἔχον ἄρκου, καὶ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς πλευροῦ ἐστάθη, καὶ τρία πλευρὰ ἦν ἐν τῷ στόματι αὐτῆς, καὶ οὕτως εἶπεν ᾿Ανάστα κατάφαγε σάρκας πολλάς.

καὶ μετὰ ταῦτα ἐθεώρουν θηρίον ἄλλο ὡσεὶ πάρδαλιν, καὶ πτερὰ τέσσαρα ἐπέτεινον ἐπάνω αὐτοῦ, καὶ τέσσαρες κεφαλαὶ τῷ θηρίῳ, καὶ γλῶσσα ἐδόθη αὐτῷ.

μετὰ δὲ ταῦτα ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς θηρίον τέταρτον φοβερόν, καὶ ὁ φόβος αὐτοῦ ὑπερφέρων ἰσχύι, ἔχον ὀδόντας σιδηροῦς μεγάλους, ἐσθίον καὶ κοπανίζον, κύκλῳ τοῖς ποσὶ καταπατοῦν, διαφόρως χρώμενον παρὰ πάντα τὰ πρὸ αὐτού θηρία· εἶχε δὲ κέρατα δέκα,

καὶ βουλαὶ πολλαὶ ἐν τοῖς κέρασιν αὐτοῦ. καὶ ἰδοὺ ἄλλο ἓν κέρας ἀνεφύη ἀνὰ μέσον αὐτῶν μικρὸν ἐν τοῖς κέρασιν αὐτοῦ, καὶ τρία τῶν κεράτων τῶν πρώτων ἐξηράνθησαν δι᾽ αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ ὀφθαλμοὶ ὥσπερ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπινοι ἐν τῷ κέρατι τούτῳ καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα, καὶ ἐποίει πόλεμον πρὸς τοὺς ἁγίους.

ἐθεώρουν ἕως ὅτε θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο…» (Δανιήλ 7: 2-9)

Παρόμοια δράση είχε και ο Ιωάννης ο ηγαπημένος, ο και «υιός της βροντής».

«Εγώ ο Ιωάννης... εγενόμην εν πνεύματι...

Και είδον εκ της θαλάσσης θηρίον αναβαίνον, έχον κέρατα δέκα και κεφαλάς επτά...

Και το θηρίον, ο είδον, ην όμοιον παρδάλει και οι πόδες αυτού ως άρκτου, και το στόμα αυτού ως στόμα λέοντος. Και έδωκεν αυτώ ο δράκων την δύναμιν αυτού και τον θρόνον αυτού και εξουσίαν μεγάλήν...» (Αποκάλυφις 1 :10, 13 :1 επ.)

Ο μεγαλοφυής επιστήμων ξεκινά και πάλι με απλές ερωτήσεις: Γιατί να περιγράφεται η πορεία παγκοσμίων πολιτικών δυνάμεων με συμβολικό, αλληγορικό τρόπο, όπως η άνοδος και η πτώση τους, η εμφάνιση και η εξαφάνιση εκπληκτικών θηρίων που εξέρχονται από τη θάλασσα τη μεγάλη; Μήπως για να ικανοποιηθεί κάποια μικρόπνοη περιέργειά μας; Ή μήπως για να κάνει επίδειξη της εξέχουσας προγνωστικής του ικανότητας ο Θεός; Όχι! απαντά ο επιφανής μελετητής: «Ο Θεός δεν έδωσε τις προφητείες για να ικανοποιήσει την περιέργεια των ανθρώπων και των ερμηνευτών της με το να γνωρίσουν τα πράγματα, αλλά για να ερμηνεύονται δια μέσου των “πραγμάτων”, όταν αυτά εκπληρωθούν και έτσι να φανερώνεται στον κόσμο η πρόνοια του. Διότι, το γεγονός ότι προλέγονται διάφορα πράγματα πολλούς αιώνες προηγουμένως, θα είναι ένα πειστικό επιχείρημα ότι ο κόσμος κυβερνάται από τη θεία πρόνοια. Έτσι πολλές και σαφείς προφητείες που αφορούν τα κατά τη μέλλουσα δευτέρα παρουσία του Χριστού, είναι όχι απλά προρρήσεις, αλλ’ ακόμα συμβάλλουν στην επανεύρεση και επανασυγκρότηση της αλήθειας που για μεγάλο διάστημα χάθηκε και εγκαθιδρύουν μία βασιλεία στην οποία κατοικεί η δικαιοσύνη. Το γεγονός θα το καταδείξει η Αποκάλυψη· και αυτή η προφητεία αποδεδειγμένη και κατανοούμενη με αυτόν τον τρόπο, θα μας “ανοίξει” τους παλαιούς προφήτες και όλοι μαζί θα μας γνωρίσουν την αληθινή θρησκεία και θα την εγκαθιδρύσουν» (σελ. 250, τα πλάγια γράμματα δικά μου).

Ο Νεύτων συλλαμβάνει ορθά τη ρωμαλέα σύγκρουση που παρουσιάζεται στην Αποκάλυψη ανάμεσα στην κυριαρχία του Θεού και στις αντίθετες σατανικές δυνάμεις, που καταλήγει στον οριστικό εκμηδενισμό τους. (Αποκ. 19 & 20). Αλλά για ορισμένα σκοτεινά σημεία και δυσνόητες λεπτομέρειες του προφητικού λόγου, ο σοφός δεν αποτολμά και πάλι ανεδαφικές υποθέσεις και θεωρητικολογίες. Έχει εδραία την πεποίθηση ότι, πριν εκπληρωθεί μια προφητεία, δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη κατανόησή της. «Την αλήθεια και τον τρόπο αυτών των πραγμάτων δεν θα καταλάβουμε πριν από την Ανάσταση. Μιλώ για μια πιθανότητα» (F. Manuel, σελ. 102).

Έτσι, ο διεισδυτικός ερευνητής σταματά στο μη αποκαλυπτόμενον και δεν φρονεί «υπέρ ό,τι είναι γεγραμμένον», σύμφωνα με την αποστολική συμβουλή. Στο ίδιο έργο, ο Νεύτων αναφέρεται με θαυμάσια παρατηρητικότητα στον απαράμιλλο τρόπο διδασκαλίας του Ιησού, κυρίως μέσω των παραβολών του, δηλ. απλών παραδειγμάτων, που ο Ιησούς αντλούσε από σύγχρονα γεγονότα και από τις σκηνές της καθημερινής ζωής.

«Ο Ιησούς», σημειώνει ο Νεύτων, «με την ευκαιρία του εγγίζοντος θερισμού, υποκινεί τους μαθητές του για τον πνευματικό θερισμό. Με αφορμή την εποχή των καρπών, συμβουλεύει τους μαθητές του πώς να αναγνωρίζουν τους ανθρώπους από τους καρπούς τους. Εξ αφορμής της εποχής του έτους λέγει την παραβολή των κακών γεωργών. Εξ αφορμής των κολλυβιστών που εξεδίωξε απ’ τον ναό, παρουσιάζει την παραβολή των ταλάντων. Εξ αφορμής του τυφλού διδάσκει για την πνευματική τυφλότητα. Στη θέα μικρών παιδιών ομιλεί για την αθωότητα. Εξ αφορμής του θανάτου του Λαζάρου διδάσκει για την ανάσταση και την αιώνια ζωή. Στους αλιείς μιλάει για την αλιεία ψυχών... όταν του είπαν να φάει, τους διδάσκει για τον άλλον «άρτον της ζωής», εννοώντας τη θεία του αποστολή για το ανθρώπινο γένος...»

Χωρίς καμιά αμφιβολία, εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ έναν σοβαρό παρατηρητή, που οι ευαίσθητες κεραίες του συλλαμβάνουν πολύ εύκολα ό,τι ξεφεύγει από το μάτι του μέσου αναγνώστη. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τον τίτλο της πραγματείας του: Observations. Οι μακροχρόνιες παρατηρήσεις και οι μελέτες του τον οδήγησαν να καταλήξει σε μια θεμελιώδη απροσμάχητη θέση: ότι η Χριστιανοσύνη είναι μια ιστορική θρησκεία με μια διττή έννοια—έχει ιστορική προέλευση, και σε κάθε εποχή πρέπει να τοποθετείται και να ερμηνεύεται σε σχέση με τον ιστορικό περίγυρο αυτής της εποχής.

Και ποιο ήταν το συμπέρασμα αυτού του οξυδερκούς παρατηρητή, αυτής της μεγαλοφυΐας, που μελέτησε όσο κανείς άλλος φυσικός επιστήμων τα ιερά κείμενα από πλευράς αυθεντικότητας και αξιοπιστίας τους;

«I find, more sure marks of authenticity in the Bible than in any profane history whatever» (Βρίσκω περισσότερες μαρτυρίες αξιοπιστίας στην Αγία Γραφή παρά σε οποιαδήποτε άλλη κοσμική ιστορία!).

Πριν κλείσουμε το όλο θέμα, αξίζει να μνημονεύσουμε ότι ο Νεύτων, εκτός από άλλες θεολογικές μελέτες, όπως το Lexicon Propheticum καί την Ιστορία της Δημιουργίας (History of the Creation), έγραψε μια σπουδαία πραγματεία πάνω σε χρονολογικά θέματα του αρχαίου κόσμου, που, όπως φαίνεται, τον απασχόλησαν επί μακρόν. Φέρει τον τίτλο Chronology of Ancient Kingdoms Amended (Διόρθωση χρονολογίας αρχαίων Βασιλείων). Η εργασία αυτή, που καλύπτει την ιστορία του κόσμου από τις απαρχές της, δημοσιεύτηκε το 1728, ενώ αυτό ήταν ένα θέμα που τον απασχόλησε στη ζωή του επί 40 ολόκληρα χρόνια!

Στο έργο του αυτό ο Νεύτων (κάνοντας και χρήση αστρονομικών παρατηρήσεων) δείχνει με πειστικό τρόπο ότι η βιβλική χρονολογία, παρ’ όλο που διαφωνεί σε μερικές περιπτώσεις με εξωβιβλικές πηγές, είναι ανώτερη από τις χρονολογίες των αρχαίων Αιγυπτίων και Ελλήνων, που περιέχουν διογκωμένα και εξωπραγματικά στοιχεία. Στην ίδια εργασία μελετά τις αρχαιότατες θρησκευτικές ρίζες και πεποιθήσεις του ανθρώπινου γένους και, αναλύοντας χωρία όπως Γεν. 9:4, Λευϊτ. 17:12 και Ιώβ 31:11, 26-28 και άλλα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρχαιότατη θρησκεία περιλάμβανε αρχές όπως την πίστη στη δημιουργία του κόσμου από έναν υπέρτατο Θεό και κυβερνήτη, την αγάπη και λατρεία προς Αυτόν, την απόδοση τιμής και σεβασμού στους γονείς, την αγάπη προς τον εαυτόν και τον πλησίον και την εκδήλωση καλοσύνης στα ζώα. (Opera V, σελ. 141 και Κ. D. Buchholtz, σελ. 28-31).

Τα παραπάνω ιστορικοθεολογικά έργα που σημειώσαμε δεν είναι τα μοναδικά που εκκολάφθηκαν από τον κάλαμο του μεγάλου ερευνητή. Αδημοσίευτες εργασίες, μικρά δοκίμια και σημειώσεις του Νεύτωνα πάνω σε θρησκευτικά και θεολογικά θέματα, μερικές μάλιστα υπό μορφή ερωτημάτων, συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύτηκαν στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Me Lachlan, το 1950, που φέρει τον τίτλο Θεολογικά χειρόγραφα του σερ Ισαάκ Νιούτον. Σ’ αυτό βρίσκονται συγκεντρωμένα μικρά γραπτά του σε θέματα όπως: Θρησκεία-τρεις παράγραφοι, Ένα σύντομο σχήμα της αληθινής θρησκείας, Επτά εκθέσεις για τη θρησκεία, και άλλα.

Να σημειώσουμε ακόμα ότι ανακαλύφτηκαν πολλές αδημοσίευτες εργασίες του πάνω σε ποικίλα θέματα, όπως στη χημεία, την αλχημεία και άλλα, που επίσης απασχόλησαν το σπινθηροβόλο πνεύμα του Νεύτωνα.

Είναι ευνόητο ότι ο εκπληκτικός αυτός όγκος των συγγραμμάτων του προήλθε από επίπονες και μακροχρόνιες έρευνες. Ένας συνάδελφός του, που τον γνώρισε από κοντά, μας πληροφορεί: «Δεν ανεχόταν καμιά ανάπαυση η διάλειμμα. Κάθε ώρα που περνούσε χωρίς μελέτη, τη θεωρούσε χαμένη. Ήταν τόσο απορροφημένος από τις μελέτες του, ώστε πολλές φορές το μεσημέρι ξεχνούσε να φάει. Σπάνια κοιμόταν πριν από τις δύο ή τρεις τη νύχτα και συχνά μελετούσε ως τις πέντε ή έξι το πρωί».

***

Η θρησκευτικότητα όμως του Νεύτωνα δεν εξαντλούνταν στη μελέτη μόνο της Αγίας Γραφής και στη συγγραφή σχολίων πάνω στα βιβλία της ή μελετών ιστορικο-εκκλησιαστικού περιεχομένου. Ξερή συσσώρευση εγκεφαλικής γνώσης δεν σημαίνει ύπαρξη πνευματικότητας. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τα κεφάλια τους είναι στην κυριολεξία «πετσιά φουσκωμένα» από γνώση, αλλά οι καρδιές τους άδειες από πίστη· γεμάτες ρωγμές και κατάγματα μη ανατάξιμα. Μόνη η γνώση «φυσιοί». Ο μεγαλοφυής ερευνητής τακτικά ένιωθε την ανάγκη να έχει μια πιο ζωντανή, πιο άμεση επικοινωνία με το υπέρτατο ον, επιβεβαιώνοντας την ουσία, το νόημα θρησκείας που είναι δεσμός, «ανασύνδεση» του ανθρώπου προς το θείον, religare, όπως αποκαλύπτει η λατινική λέξη religio. Κι αυτό το έκανε μέσω προσευχής, είτε κατ’ ιδίαν ευρισκόμενος είτε σε εκκλησίες (ήταν Αγγλικανός).

«Είναι ταπεινωτικό να προσεύχεσαι», έγραψε ο Νίτσε. Η προσευχή ανήκει μόνο στα μικρά παιδιά και στους γέρους». «Αλλά», αντιπαρατήρησε ο Alexis Carrel (Nobel Ιατρικής 1912), «είναι περισσότερο ατιμωτικό να θέλει κανείς να φάει και να πιει, παρά να προσεύχεται. Γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τον Θεό, όπως έχει ανάγκη από το νερό και το οξυγόνο».

Και ο μεγάλος σοφός, χωρίς ίχνος υποκρισίας, χωρίς επίπλαστη θρησκευτικότητα, χωρίς προσωπείο, αλλά με γυμνό το πρόσωπο της ψυχής, δεν δίσταζε συχνά να κάμπτει τα γόνατά του μαζί με το γόνυ της καρδίας, ενώπιον του παναγίου θρόνου, για να συνδιαλεχθεί με τον Θεό, ως «ενώπιος ενωπίω» να ικετεύσει, να δεηθεί, να υμνήσει, να δοξολογήσει, να ευχαριστήσει... Έτσι κατόρθωνε την «ομιλία του νου προς τον Θεό» και εισέπνεε τον Θεό, όπως έλεγε για τη δύναμη της προσευχής ο Γερμανός ποιητής Hebbel.

Ο Νεύτων άφησε την τελευταία του πνοή στις 20 Μαρτίου 1727. Αν εξαιρέσουμε κάποιες μελανές σελίδες της ζωής του, που συνίστανται σε διαμάχες προσωπικού επιπέδου με άλλους συναδέλφους του (όπως π.χ. τον Leibniz για τη χρονική προτεραιότητα ανακάλυψης επιστημονικών θεμάτων), όλα τα παραπάνω σκιαγραφούν εύγλωττα το μέγεθος του πνευματικού του αναστήματος. «Ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος της επιστήμης ούτω», ως ούτος ο άνθρωπος, πάνω σε επιστημονικά και θεολογικά θέματα. Υπήρξε άνθρωπος ειλικρινά ευσεβής, ταπεινός, γενναιόδωρος σε αγαθοεργίες και ειλικρινής στις γνώμες του. Στη διάρκεια της ζωής του ετιμήθη ως μέγας επιστήμων και από το 1703 μέχρι την ημέρα του θανάτου του διετέλεσε συνεχώς πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας (Royal Society).

Το 1705 η βασίλισσα Άννα, που ήταν θαυμάστρια του, τον ονόμασε Ιππότη (Sir). Τάφηκε στο Αββαείο του Westminster και το άγαλμά του φιλοτέχνησε στο παρεκκλήσι του Trinity College, ο Γάλλος γλύπτης Λουι Ρουμπιγιάκ.

Σ’ αυτό το άγαλμα αναφέρονται οι στίχοι του μεγάλου Άγγλου ποιητή Woordsworth (1770-1850). «Το μαρμάρινο μνημείο κάποιου νου που στις παράξενες θάλασσες της σκέψης μόνο πάντα ταξιδεύει».

Στην επιτάφια πλάκα του Νεύτωνα, υπάρχει επιγραφή στη λατινική γλώσσα που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και τα επόμενα λόγια: «Εδώ κείται ο Ισαάκ Νεύτων... ο ακούραστος και μεγαλοφυής και πιστός ερευνητής της φύσεως, της ιστορίας και της Αγίας Γραφής. Με τη σοφία του απέδειξε το υπέροχο μεγαλείο του Θεού και με τη ζωή του εξέφρασε την ευαγγελική απλότητα».

Η επιγραφή επαληθεύει το ρητό αρχαίου σοφού της Εγγύς Ανατολής: «Το ασήμι δοκιμάζεται στο χωνευτήριο, ο χρυσός στο καμίνι, και ο άνθρωπος δια του στόματος των εγκωμιαζόντων αυτόν» (Σολομών).

Γιατί, και αν δεν υπήρχε αυτή η επιγραφή μ’ αυτά τα εγκωμιαστικά λόγια, ασφαλώς, αυτή θα ήταν η μόνη πρέπουσα, η μόνη που θα άξιζε για έναν τέτοιο θεοσεβή γίγαντα της επιστήμης: τον μαθηματικό, τον φυσικό, τον αστρονόμο, τον φιλόσοφο, τον ιστορικό, τον θεολόγο, για τον πιστό μεγαλοφυή ερευνητή

Sir Isaac Newton...