Η δυνατότητα και η σκοπιμότητα του θαύματος

 

Το θαύμα, που σαν υπερφυσικό–υπερλογικό φαινόμενο μαγνήτιζε πάντα τη σκέψη των απλών πιστών, σαν θέμα, έχει απασχολήσει από τα παλιά χρόνια, θεολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους, οι οποίοι είδαν το «ζήτημα» από διαφορετικές «οπτικές γωνίες».

Τόσο η χριστιανική πίστη όσο και η θεολογική επιστήμη ανέκαθεν δέχονταν τη δυνατότητα του θαύματος. Διότι σύμφωνα με τη «δογματική» το θαύμα τελείται από τον «Παντοκράτορα Θεό» (ενίοτε και από άλλες πνευματικές υπάρξεις, αγαθές ή και πονηρές) εξυπηρετώντας κάποιο συγκεκριμένο σκοπό.

Για τη θεολογική σκέψη η άρνηση του θαύματος ισοδυναμεί με άρνηση της παντοδυναμίας ή ακόμη και αυτής ταύτης της υπάρξεως του Θεού. Υποστηρίζεται μάλιστα από μερικούς μελετητές, ότι η ολοκληρωτική αφαίρεση του θαυματουργικού στοιχείου από τη θρησκεία, θα την μετέτρεπε ούτε λίγο ούτε πολύ, σε απλή ηθικοδιδασκαλία ή σε κοινωνικό και ουμανιστικό σύστημα, μια και το θαύμα είναι η «ειδοποιός διαφορά» ανάμεσα στη θρησκεία και στα άλλα ιδεολογικά συστήματα και τις διάφορες κοσμο-βιοθεωρίες. Το μόνο ζήτημα που παραμένει κατά τους φιλοσοφούντες θεολόγους και τους θεολογούντας φιλόσοφους, είναι να εξακριβωθεί κατ’ αναμφισβήτητο τρόπο κατά πόσον ένα γεγονός φερόμενο σαν θαύμα είναι πράγματι θαύμα. Και σαν τέτοιο θεωρείται, γεγονός έκτακτο, σπάνιο και καταπληκτικό, που υπόκειται στις ανθρώπινες αισθήσεις και γίνεται αντιληπτό. Και που δεν μπορεί να αποδοθεί στη λειτουργία των φυσικών δυνάμεων, νόμων ή φαινομένων (γνωστών ή άγνωστων), αλλά πρέπει ν’ αποδοθεί στην επενέργεια μιας υπερβατικής, υπερφυσικής οντότητας. Και ακόμα περισσότερο: για να εκληφθεί ως γνήσιο θαύμα ένα γεγονός, πρέπει να βιωθεί-θεωρηθεί ως πλήρες θρησκευτικού νοήματος.

Ωστόσο, από τη σκοπιά της φιλοσοφίας έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί αρκετές ενστάσεις για τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα του θαύματος αυτού καθ’ εαυτό. Υλιστές, αθεϊστές, ντεϊστές, αγνωστικιστές, ορθολογιστές, σκεπτικιστές και γενικότερα εκπρόσωποι διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων και ρευμάτων, υποστηρίζουν ότι το θαύμα είναι αδύνατον. Και ότι πρέπει σε τελευταία ανάλυση να εκληφθεί σαν θρησκευτικός μύθος, ή σαν «αγαπητό παιδί της πίστης» (Γκαίτε). Είναι χαρακτηριστικός ο αφορισμός του Poincaré, που έλεγε: «Το αιώνιο θαύμα είναι ότι αδιάκοπα δεν υπάρχουν θαύματα».

Τα βασικότερα επιχειρήματα κατά της παραδοχής του θαύματος που έχουν προβληθεί μέχρι σήμερα από τους διάφορους πολέμιους της θεολογικής σκέψης, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:

Κατ’ αρχάς το θαύμα συγκρούεται με τον νόμο της αιτιότητας ή με την «αρχή του αποχρώντος λόγου». Εφόσον γίνεται δεκτό ότι το θαύμα έχει την αιτία του σε δύναμη υπερ-φυσική, είναι ξένο στοιχείο που εισχωρεί στην περιοχή της αυστηρής νομοτέλειας της φύσης κατά τρόπο αυθαίρετο. Διασπά το άκαμπτο σχήμα αίτιον-αιτιατόν καταργώντας την αιτιοκρατική αρχή, σύμφωνα με την οποία κάθε αποτέλεσμα έχει τη φυσική του αιτία. Το θαύμα παραβιάζει τους φυσικούς νόμους που είναι άκαμπτοι, αμετάβλητοι και αιώνιοι. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που έλεγε ο πανθεϊστής Σπινόζα: «τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στη φύση, που να είναι σε αντίθεση με τους παγκόσμιους νόμους». Ευθυγραμμιζόμενος με τέτοιου είδους απόψεις και ο Σκώτος φιλόσοφος Χιούμ υποστήριζε ότι τα θαύματα είναι «μια παραβίαση των νόμων της φύσης».

Εξάλλου, σύμφωνα με τους θιασώτες αυτών των απόψεων, το θαύμα έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη πείρα και δεν μπορεί να ελεγχθεί επιστημονικά, δηλαδή με την παρατήρηση και το πείραμα. Γι’ αυτό και πρέπει παντελώς να απορριφθεί. Τη θέση αυτή υποστήριξε ενθέρμως ο Ντέιβιντ Χιούμ που ανεδείχθη ένας απ’ τους δεινούς πολέμιους του θαύματος, τονίζοντας ότι τα θαύματα είναι αντίθετα με την ανθρώπινη πείρα (contrary to the experience). Παρόμοια, ο γνωστός Γάλλος ορθολογιστής Ερνέστος Ρενάν ισχυριζόταν ότι δεν μπορεί να δεχθεί το θαύμα, για μόνο τον λόγο ότι δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε κάτι, για το οποίο ο κόσμος δεν μας προσφέρει κανένα ίχνος πειραματικό.

Τέλος, η διενέργεια του θαύματος, σύμφωνα με πολλούς φιλόσοφους, δεν εναρμονίζεται με τη φύση και τον σκοπό του Θεού. Εφόσον ο Θεός είναι το Α και το Ω, ο Πρώτος και ο Έσχατος, Παντογνώστης και αναλλοίωτος, γιατί θα πρέπει να επεμβαίνει στη φυσική τάξη των πραγμάτων που αυτός δημιούργησε διαταράσσοντάς την; Μια τέτοια επέμβαση, υποστηρίζουν, έρχεται σε αντίθεση με τις ιδιότητες της σοφίας και της προνοητικότητάς Του.

Και τα τρία παραπάνω επιχειρήματα των αρνητών του θαύματος έχω τη γνώμη ότι ούτε απροσμάχητα είναι, ούτε πειστικά μπορούν να θεωρηθούν. Αντίθετα, μια ορθολογικότερη και σφαιρικότερη θεώρηση του όλου θέματος μπορεί να πείσει ότι το θαύμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αδύνατον.

Ως προς την πρώτη αντίρρηση, ότι το θαύμα πρέπει ν’ απορριφθεί διότι σαν φαινόμενο συγκρούεται με τους φυσικούς νόμους και ιδιαίτερα με τον νόμο της αιτιότητας, μπορεί να λεχθεί ότι σήμερα μετά τις διάφορες επιστημονικές ανακαλύψεις και έρευνες σ’ όλους τους τομείς του επιστητού, η ένσταση αυτή έχει χάσει τη βαρύτητά της. Μια τέτοιου είδους per definitionis απόρριψη του θαύματος είναι αντεπιστημονική.

Κατ’ αρχήν, ας σημειωθεί ότι το επιχείρημα ότι θαύματα δεν γίνονται γιατί τίποτα δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη φυσική του αιτία, είναι μια άποψη όχι της σύγχρονης επιστήμης, αλλά τόσο παλιά, όσο οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Ο Κικέρων π.χ. υποστήριζε ότι «τίποτα δεν γίνεται που δεν μπορεί να συμβεί, και αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν θαύμα… δεν υπάρχουν θαύματα. Ό,τι είναι δυνατόν να συμβεί, δεν είναι θαύμα».

Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, ενώ πριν από μερικές δεκάδες χρόνια οι φυσικοί νόμοι θεωρούνταν σαν ακατάλυτοι και άκαμπτοι, οι νέες γνώσεις της φυσικής επιστήμης έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι φυσικοί νόμοι είναι απλώς η γενικευμένη περιγραφή συνηθισμένων φαινομένων που παρατηρούνται κάτω από κανονικές καταστάσεις και συνθήκες. Με άλλα λόγια, οι φυσικοί νόμοι δεν είναι οι ίδιες οι δυνάμεις τις οποίες περιγράφουν, αλλά μόνο η επιστημονική διατύπωση του τρόπου με τον οποίο δρουν. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να συγχέονται με τις δυνάμεις της φύσης που περιγράφουν.

Από την παρατήρηση π.χ. της επαναλαμβανόμενης πτώσης των αντικειμένων στη γη, διατυπώθηκε ο νόμος της βαρύτητας. Ο νόμος αυτός όμως, ή μάλλον η επαγωγική διατύπωση του φαινομένου της πτώσης των αντικειμένων, δεν σημαίνει ότι τον κανόνα της πτώσης των αντικειμένων τον ακολούθησαν στο παρελθόν ή θα τον ακολουθήσουν αναγκαστικά στο μέλλον πάντοτε όλα τα αντικείμενα. Η ομοιομορφία του φαινομένου είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρατήρησης. Οι φυσικοί παρατηρούν ενέργειες, αίτια και αποτελέσματα, που τα ταξινομούν σε ένα «γενικό φυσικό νόμο» που στην πραγματικότητα είναι στατιστικού είδους.

Η κατανόηση αυτού του θέματος έχει απαλλάξει τους φυσικούς νόμους από την «αναγκαστικότητα», τη «σταθερότητα» και την «ανεξάρτητη αντικειμενική τους υπόσταση». Έτσι σήμερα, η σταθερότητά τους θεωρείται σχετική και οι ίδιοι (οι νόμοι) θεωρούνται σαν κανόνες που συνάγονται με τη βοήθεια του πειράματος και της παρατήρησης. Είναι εξαγόμενα μέσων όρων μεγάλου αριθμού μεμονωμένων ομοιόμορφων μετρήσεων. Κατά συνέπεια, οι θεμελιώδεις και βασικοί φυσικοί νόμοι δεν έχουν γενική και άκαμπτη ισχύ. Οι σύγχρονες γνώσεις της φυσικής έχουν αλλάξει ριζικά το φυσικό κοσμοείδωλο (Weltbild) του 19ου αιώνα με τις απόλυτες έννοιες ύλης χώρου-χρόνου-αιτιότητας, και άνοιξαν τον δρόμο για την κατανόηση και παραδοχή της δυνατότητας του θαύματος.

Η ανακάλυψη των κβάντα από τον Μ. Πλάνκ που εισήγαγε την έννοια της ασυνέχειας στη φύση, η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν με την έννοια του χώρου-χρόνου, και τέλος η αρχή της αβεβαιότητας (Unsicherheitprinzip) που πρωτοπαρουσιάστηκε και θεμελιώθηκε από τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, προκάλεσαν κυριολεκτικά κοσμογονική επανάσταση στις αντιλήψεις μας για την υφή και τη δομή της ύλης και τη λειτουργία των φυσικών δυνάμεων. Με την επιστημονική έρευνα αποδείχθηκε ότι δεν ισχύει στη φύση η απόλυτη μηχανιστική αιτιοκρατία (determinismus), όπως υποστήριζαν οι άκρατοι υλιστές στηριζόμενοι στη Νευτώνεια μηχανική, αλλά ο ιντετερμινισμός, η απροσδιοριστία και η αβεβαιότητα.
Κατά συνέπεια, η παλιά υλιστική-ορθολογιστική επιχειρηματολογία, η οποία στρέφεται ενάντια στην παραδοχή της δυνατότητας του θαύματος, γιατί τάχα τούτο αντίκειται στους φυσικούς νόμους, δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη.

Το γεγονός ότι η φυσική τάξη δεν αποκλείει την επέμβαση ή παρέμβαση άλλων αγνώστων εξω-υλικών δυνάμεων, μπορεί να καταφανεί από τη δυνατότητα παρέμβασης αυτού τούτου του ανθρώπου στη φύση. Η ανθρώπινη διάνοια και βούληση μπορεί να επενεργεί με διάφορο τρόπο απ’ αυτόν που του επιβάλλουν οι τυφλές, άλογες, φυσικές δυνάμεις. Και μάλιστα, έχει τη γνώση και τη δύναμη να τιθασεύει τη φύση και τις δυνάμεις της (π.χ. με το αλεξικέραυνο αναχαιτίζει τον κεραυνό). Αν όμως ο άνθρωπος μπορεί να επεμβαίνει στα φυσικά φαινόμενα και να τα περιορίζει ή να τα ενισχύει κατά βούληση, κατά «μείζονα λόγο» μπορεί να το κάνει αυτό ο υπέρτατος Δημιουργός της φύσης, των δυνάμεών της και του ίδιου του ανθρώπου.

Ακόμη και σ’ αυτή τη φυσική τάξη παρατηρείται ότι συνυπάρχουν δυνάμεις, η καθεμία απ’ τις οποίες είναι δυνατόν σε ορισμένη περίσταση να εξουδετερώνει ή να τροποποιεί κάποια άλλη κατώτερή της. Έτσι π.χ. το φυτικό σπέρμα που φυτρώνει προς τα πάνω περιορίζει ή υπερνικά τη βαρύτητα, χωρίς βέβαια να καταργεί τον νόμο της βαρύτητας. Και η δύναμη του ηλεκτρισμού μπορεί να υπερισχύσει τη δύναμη της βαρύτητας χωρίς να την καταλύσει. Γιατί, λοιπόν, δεν θα μπορούσε ο Δημιουργός του σύμπαντος να παρέμβει αμέσως ή εμμέσως, ενισχύοντας τις υπάρχουσες φυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί να παράγει μεγαλύτερα συγκλονιστικά αποτελέσματα;

Τελικά, στον ισχυρισμό του Σπινόζα ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στη φύση που να είναι σε αντίθεση με τους παγκόσμιους νόμους, θα πρέπει να ειπωθεί ότι θα ήταν ορθός, μόνον αν με τη λέξη φύση εννοήσουμε ένα σύνολο που περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις υλικές και υπερ-υλικές δηλαδή, πνευματικές. Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Σπινόζα θα ήταν σωστό, μόνο με την προϋπόθεση ότι σαν φύση μπορεί να χαρακτηριστεί κάτι το αποκλειστικό και ανεξάρτητο από τον Θεό. Αλλά, όπως σωστά παρατήρησε ο ιερός Αυγουστίνος: η φύση, όπως τη γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι, δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη φύση, όπως τη γνωρίζει ο Θεός. Γιατί αυτός μπορεί να επεμβαίνει στο σύνολο των φυσικών δυνάμεων και να προσθέτει νέες δυνάμεις που εμείς αγνοούμε.

Μόνον ένας που μπορεί να έχει απόλυτη και πλήρη γνώση όλων των φυσικών φαινομένων, δυνάμεων και γεγονότων του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δυνατότητα του θαύματος, που είναι σπάνιο και κατ’ εξαίρεσιν φαινόμενο.

Το δεύτερο επιχείρημα ότι τα θαύματα έρχονται σε αντίθεση με την ανθρώπινη πείρα, ή με την παρατήρηση, είναι ένας συλλογισμός που περιέχει το λογικό σφάλμα που είναι γνωστό στη λογική επιστήμη ως λήψη του ζητουμένου, ή απόδειξη δια του αποδεικτέου, γνωστή και ως φαύλος κύκλος ή διαλληλία (circulus vitiosus).

Αν με τη λέξη πείρα εννοήσουμε όλη την ανθρώπινη πείρα, ή την πείρα όλων των ανθρώπων, η μείζων πρόταση είναι μια καθαρή λήψη του ζητουμένου. Αν πάλι με τη λέξη εννοήσουμε την πείρα γενικώς, τότε η έννοια βυθίζεται στην κοινότοπη διαπίστωση ότι τα θαύματα είναι ασυνήθιστα, σπάνια φαινόμενα.

Το σφάλμα του ισχυρισμού βρίσκεται στο ότι προϋποθέτει πως η πείρα των ανθρώπων όλων των εποχών, είναι η ίδια με την πείρα των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής ή εποχών, που δεν χαρακτηρίζονται με θείες θαυματουργικές επεμβάσεις. Τα θαύματα π.χ. του Ιησού Χριστού και γενικότερα της Βίβλου μπορεί να φαίνονται ως αντίθετα στην ανθρώπινη πείρα της τεχνοκρατούμενης εποχής μας και άλλων χρόνων. Δεν ήταν όμως αντίθετα στην πείρα των ανθρώπων των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η πείρα των συγχρόνων ανθρώπων, ασφαλώς διαφέρει από την εμπειρία των ανθρώπων της εποχής του ευαγγελίου που είχαν ανάγκη να δουν θαύματα για να πιστέψουν ότι ο Θεός επενεργούσε και αποκάλυπτε τις ιδιότητές και το θέλημά του μέσω του Χριστού και των ακολούθων του, επιβεβαιώνοντας την υπερφυσική του προέλευση και προσδίδοντας κύρος στη διδασκαλία του. Άλλωστε, όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, τα θαύματα της Βίβλου, τα οποία είναι και τα σπουδαιότερα από θεολογική και θρησκευτική άποψη, σημειώνονται να λαμβάνουν χώρα, εκτός από την ευαγγελική εποχή, σε τέσσερις άλλες μεγάλες χρονικές περιόδους: στη Μωσαϊκή εποχή, στους χρόνους των Κριτών, στην εποχή των προφητών Ηλία–Ελισσαίε και στη διάρκεια της 70ετούς αιχμαλωσίας στην Βαβυλώνα. Αυτό το γεγονός επαληθεύει την άποψη ότι το θαύμα σαν φαινόμενο είναι κάτι το σπάνιο που λαμβάνει χώρα σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η τέλεσή του υπαγορεύεται από ορισμένη σκοπιμότητα. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο φιλόσοφος C. S. Lewis, «ο Θεός δεν “ρίχνει” τα θαύματα στη φύση τυχαία, σαν να κουνά μια πιπεριέρα. Τα θαύματα έρχονται σε μεγάλες περιστάσεις. Βρίσκονται σε μεγάλες περιόδους της… πνευματικής ιστορίας».

Ασφαλώς, πειραματική επαλήθευση του θαύματος —όπως το ήθελε ο Ρενάν— δεν θα μπορούσε κανείς να αναμένει. Διότι το θαύμα, όπως ορίστηκε στην αρχή, τελείται από υπέρλογη υπερ-υλική δύναμη με τη χρήση ιδιαίτερων γνωστών, ή άγνωστων δυνάμεων στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, κάθε προσπάθεια επανάληψής του ξεφεύγει από την ανθρώπινη δυνατότητα και έλεγχο.

Τέλος, η τρίτη αρνητική θέση ότι το θαύμα αντίκειται στην σοφία, στη φύση και στους σκοπούς του Θεού, οφείλεται μάλλον σε παρανόηση του όλου θέματος.

Το θαύμα σαν φαινόμενο δεν έρχεται σε σύγκρουση ούτε με τη φύση, ούτε με τη σοφία του Θεού. Ο Θεός θαυματουργώντας, δεν διενεργεί κάτι που ν’ αντίκειται στη φύση του. Ούτε αναθεωρεί τα δημιουργικά του έργα για να πραγματοποιήσει τελειότερα. Πράγμα που θα σήμαινε ότι τα όσα έγιναν εξαρχής δεν ήσαν «καλά λίαν». Με το θαύμα δεν διασαλεύεται η φυσική τάξη των πραγμάτων, ώστε να χρειάζεται νέα παρέμβαση του Θεού. Ούτε τροποποιείται το όλο οικοδόμημα της υπάρχουσας δημιουργίας.

Ο Δημιουργός του σύμπαντος —του ασύλληπτου μακρόκοσμου και του καταπληκτικού μικρόκοσμου— έχει όχι μόνον απεριόριστη δύναμη που την ασκεί πάνω σ’ ολόκληρη τη φύση, αλλά και απόλυτη γνώση λειτουργίας των διαφόρων φυσικών δυνάμεων.

Από θεολογική άποψη, ο Θεός, διενεργώντας ένα θαύμα, δεν παραβιάζει κανένα νόμο που έχει θέσει ο ίδιος. Δεν αντιφάσκει με τον εαυτό του. Μπορεί να επιταχύνει, να επιβραδύνει, να τροποποιήσει ή να εξουδετερώσει φυσικές δυνάμεις και όλα αυτά να γίνουν μέσα στα πλαίσια των κανόνων του, χωρίς να καταλυθεί η φυσική τάξη.

Όταν πάλι δεχόμαστε, την δια του θαύματος παρέμβαση του Θεού, δεν εννοούμε ότι ο Θεός στέκεται μακριά από τον κόσμο σαν απομακρυσμένο πρόσωπο και ότι επεμβαίνει μόνο για την τέλεση κάποιου θαύματος. Εννοούμε ότι η διαρκής και συνεχής επίβλεψη του Θεού σε έκτακτες περιπτώσεις γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, με πιο εμφανή και έκδηλη επέμβαση από τη συνηθισμένη. Είναι αξιοσημείωτο ότι σύμφωνα με τη χριστιανική κοσμοβιοθεωρία, η φύση ή οι φυσικοί νόμοι, δεν είναι κάτι ανεξάρτητο ή αποξενωμένο από τον θεό. Ο κόσμος, δεν θεωρείται σαν ένας μηχανισμός που δημιούργησε ο Θεός και τον άφησε να λειτουργεί μόνος του. Αυτό που καλούμε εμείς φυσικούς νόμους, σύμφωνα με τη βιβλική ιουδαιοχριστιανική αντίληψη είναι μόνο η τάξη της συνηθισμένης ενέργειας του Θεού στο φυσικό κόσμο. Το θαύμα είναι εκδήλωση των ίδιων δυνάμεων στον φυσικό κόσμο, αλλά μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο.

Η σκοπιμότητα των θαυμάτων βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τους γενικότερους σκοπούς και το θέλημα του Θεού. Τα θαύματα είναι συμβάντα τα οποία αποκαλύπτουν με ιδιαίτερο τρόπο τη ζωντανή προσωπική φύση του Θεού που ενεργεί στην ιστορία όχι τόσο σαν εξολοθρευτής αλλά σαν λυτρωτής. Που σώζει, παιδαγωγεί και κατευθύνει τον λαό του και αφυπνίζει τους ειλικρινείς από τον λήθαργο της αμαρτίας. Τα θαύματα επισφραγίζουν την ιδιαίτερη παρουσία του Θεού και αποτελούν τα διαπιστευτήρια ότι ο Θεός θέλει να αποκαλύψει μέσω ορισμένων προσώπων το θέλημά του. Στο παρελθόν π.χ., επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι άνθρωποι όπως, ο Μωυσής και οι προφήτες ήταν απεσταλμένοι του Θεού. Και ότι ο Ιησούς ήταν πράγματι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο οποίος θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους από τα δεσμά της πλάνης, της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι τα θαύματα έπαιζαν βασικό ρόλο στην πρώτη χριστιανική εκκλησία καθορίζοντας ότι ο Θεός έστρεψε την προσοχή και την εύνοιά του από τους φυσικούς Ιουδαίους στους Χριστιανούς. Ήταν, όπως ορθά ειπώθηκε, «αποκάλυψη του παρόντος και ενατένιση του μέλλοντος».

Μετά από όλα αυτά, επανερχόμαστε στη βασική θεολογική θέση του θέματος. Προσωπικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το θαύμα εναρμονίζεται πλήρως με τη σοφία και τους σκοπούς του Θεού. Σε τελευταία ανάλυση μόνον όποιος αρνείται την ύπαρξη ενός υπέρτατου Δημιουργού, μπορεί ν’ αρνηθεί δικαιολογημένα την επέμβασή Του στη φύση με τη διενέργεια θαυμάτων.

Η ύπαρξη όμως του μεγαλειώδους και επιβλητικού σύμπαντος αυτού καθ’ εαυτό, η εκδήλωση τάξεως και σχεδίου σ’ αυτό, το εκπληκτικό φαινόμενο της ζωής με τις άπειρες ποικιλίες της, η ύπαρξη και λειτουργία του έμφυτου ηθικού νόμου και της συνείδησης, και, τέλος, η βαθιά ριζωμένη πίστη των κοινωνιών και των λαών, αρχαίων και σύγχρονων, σε μια υπέρτατη υπερφυσική δύναμη, το καθένα απ’ αυτά χωριστά και πολύ περισσότερο «όλα μαζί» μιλούν με στεντόρεια φωνή, για την ύπαρξη ενός υπέρτατου υπερ-υλικού δημιουργού.

Με την παραδοχή ενός πανίσχυρου πνευματικού όντος που μπορεί να ελέγχει και να εξουσιάζει τις φυσικές δυνάμεις, η αποδοχή του θαύματος δεν είναι δύσκολη.

Σε τελευταία ανάλυση το ερώτημα αν είναι δυνατό το θαύμα, θα πρέπει να μετατραπεί μάλλον στο ερώτημα: Έγινε θαύμα; και αν ναι, πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι έγινε πράγματι ένα θαύμα; Γιατί το θαύμα, απ’ τη στιγμή που λαβαίνει χώρα, καταγράφεται στις δέλτους της ιστορίας. Και μπορεί να εξακριβωθεί, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα.

Ασφαλώς, η καπήλευση ορισμένων φυσικών φαινομένων, ή η «ανακήρυξη» σε θαύματα, μερικών μη επαρκώς γνωστών παραγόντων, ή ακόμη, η «κατασκευή» θαυμάτων από επιτήδειους αγύρτες και από κατ’ επίφαση θρησκευόμενους, έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι αδύνατη ή πολύ δύσκολη η εξακρίβωση αληθινών θαυμάτων.

Ωστόσο, το κατά πόσον ένα συμβάν που παρουσιάζεται σαν θαύμα είναι πραγματικό θαύμα, και εάν αυτό οφείλεται σε θεϊκή ή δαιμονική επενέργεια, είναι ένα άλλο θέμα. Πάντως, δεν αναιρείται το γεγονός της δυνατότητας του θαύματος, παρά τις διάφορες ενστάσεις που προβάλλονται εναντίον του απ’ τους αρνητές του υπερφυσικού, πνευματικού κόσμου.