Η γυναίκα με τα μελαγχολικά μάτια...

Την είχε γνωρίσει σ’ ένα παλιό σπίτι διώροφο, σ’ ένα χωριό, έξω από τη Δράμα. Την είδε όλο κι όλο, μια φορά μόνο στη ζωή του. Όμως, η μορφή της, οι κινήσεις της, η αύρα, η εικόνα της, η εικόνα μιας γυναίκας που ανέδιδε έντονη θηλυκότητα, τρυφερότητα κι αρχοντιά, παρά την άσημη καταγωγή της, και ταυτόχρονα φανέρωνε μελαγχολία, στέρηση κι ανάγκη ν’ αγαπηθεί, αυτή η εικόνα της γυναίκας με τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια, δεν έφυγε καθόλου από το μυαλό του, όσα χρόνια κι αν πέρασαν από τότε. Υπήρχαν περιπτώσεις μάλιστα, όπου κάποια περιστατικά, κάποιες καταστάσεις, κάποιες άλλες γνωριμίες μ’ άγνωστες γυναίκες, με γυναίκες που συμπτωματικά συναντούσε στο δρόμο, να του την θυμίζουν έντονα. Όπως και τις συνθήκες που τη γνώρισε…

Ήτανε μια ζεστή φθινοπωρινή μέρα, απόγεμα γύρω στις 7, όταν είχε αποφασίσει μαζί με την αδελφή του, να επισκεφτεί κάποιους μακρινούς συγγενείς στο πατρικό χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Δράμα, όπου έμενε.

Τους περίμεναν και τους δέχτηκαν εγκάρδια. Όταν έφτασαν, ήταν εκεί κι ένα άγνωστο σ’ αυτόν ζευγάρι, γείτονες, φίλοι των συγγενών όπως τους σύστησαν. Μετά από τις πρώτες φιλοφρονήσεις, τα αγκαλιάσματα και τις καθιερωμένες συστάσεις, κάθισαν όλοι μαζί στην μεγάλη, δροσερή βεράντα του σπιτιού. Μπροστά τους, απλωνόταν ο καταπράσινος κήπος, με ροδακινιές, μανταρινιές, μουσμουλιές κι άλλα οπωροφόρα. Ο αέρας ήταν χλιαρός κι η ατμόσφαιρα ευχάριστη. Ήταν μέσα Σεπτέμβρη και το καλοκαίρι δεν έλεγε να εγκαταλείψει τα σκήπτρα του…

Από τη πρώτη στιγμή που την αντίκρισε, αντίκρισε και το μυστηριώδες μελαγχολικό βλέμμα της. Την έλεγαν Ματθίλδη, όπως του συστήθηκε, μετά το τυπικό «χαίρω πολύ». Τον άντρα της Χριστόφορο. Ονόματα σπάνια και τα δυο σκέφτηκε, ο Γρηγόρης, μόλις τα πρωτάκουσε… Αλλά το δικό της, ακόμα πιο σπάνιο και πρωτότυπο. Ματθίλδη, σαν να προερχόταν από αριστοκρατική, βασιλική, οικογένεια… Το απλό ντύσιμό της όμως και το χωριό όπου ζούσε, φανέρωναν άλλα…

Η ξαδέρφη, έβγαλε γλυκό και καφέ για να τους τρατάρει όλους. Γλυκό τριαντάφυλλο. Η συζήτηση αρχικά περιστράφηκε γύρω απ’ τα συγγενικά πρόσωπα, τους παλιούς συγγενείς, τις δουλειές στο χωριό, τα τυπικά και τα καθιερωμένα… Σιγά σιγά, όμως, ξέφυγε απ’ αυτά, κι άρχισε να περιστρέφεται σ’ άλλα πιο κοντινά κι ενδιαφέροντα. Τουλάχιστον για τον Γρηγόρη.

«Τι δουλειά κάνετε», ρώτησε σε μια στιγμή ο Γρηγόρης, το σύζυγό της, το Χριστόφορο, έναν ξερακιανό σαρανταπεντάρη κακοντυμένο, με σχισμένο τζιν, με μακριά μαλλιά, άλουστα, που κάπνιζε αρειμανίως το ένα τσιγάρο πάνω στ’ άλλο, πίνοντας το φραπέ του….

«Υδραυλικός είμαι», απάντησε ξεφυσώντας τον αέρα του τσιγάρου του. Υδραυλικός σε εγκαταστάσεις οικοδομών. Αλλά πηγαίνω και στα σπίτια… άμα λάχει… Μαστροχαλαστής, δηλαδή…» Γέλασε, κι άφησε αδιάφορα, τα χαλασμένα, κιτρινισμένα απ’ τον καπνό δόντια του, να φανούν…

Η Ματθίλδη δίπλα του, καθότανε ανέκφραστη. Ένα αδιόρατο μειδίαμα συνόδευσε την τελευταία κουβέντα του άντρα της. Φαινότανε κάπως απόμακρη. Σύντομα, ο Γρηγόρης, απ’ τη συζήτηση μαζί του, έμαθε κι άλλα. Δεν του πολυάρεζε η δουλειά. Δούλευε λίγους μήνες το χρόνο, ίσα ίσα για να έχει να περνά αυτός και η γυναίκα του. Να’ χει για τα τσιγάρα του και τα ποτά, και να ικανοποιεί το μεγάλο πάθος του: το τζόγο. Σχεδόν, κάθε βράδυ, το περνούσε παίζοντας χαρτιά στα καφενεία. Γύριζε αργά στο σπίτι, γύρω στις 1 ή 2, βρίσκοντας την γυναίκα του να κοιμάται…

Μιλούσε μαζί του. Το βλέμμα του όμως, διακριτικά, περιστρεφόταν γύρω απ’ τη Ματθίλδη. Τα παχιά, τοξωτά φρύδια. Και οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της, αποκάλυπταν γυναίκα με αισθησιασμό, αλλά ταυτόχρονα, ψυχική κόπωση, ανία, και μελαγχολία. Συνέχιζε να την παρακολουθεί, όσο μιλούσε με τους άλλους. Φαινότανε τελείως φυσιολογική, συμμετέχοντας στη συζήτηση και στα γέλια τους. Κάποια στιγμή την άκουσε να εκφράζει τη γνώμη της για τα θέματα που συζητούσαν, χωρίς να παρακολουθεί, τι ακριβώς έλεγαν. Σα να βρισκόταν σ’ άλλους κόσμους. Σαν να μη βρισκότανε εκεί μαζί με τους άλλους, έκανε τους δικούς του συνειρμούς και σκέψεις.

Όσο την έβλεπε, τόσο πειθότανε ότι πρέπει να ήταν μια δυστυχισμένη, στερημένη γυναίκα. Μια γυναίκα που δεν γνώρισε την ολοκλήρωση, που δεν βρήκε από τον άντρα της κατανόηση, που δεν πήρε χαρά και ικανοποίηση απ’ το γάμο της και τη ζωή. Το σώμα της όμως, και οι κινήσεις της, ανέδιδαν μια τέτοια φρεσκάδα, σα να’ τανε εικοσάχρονη.

Κάποια στιγμή, την πλησίασε. Τράβηξε το κάθισμά του και κάθισε πιο κοντά της. Σε απόσταση που να μην τον παρεξηγήσουν, όμως, οι άλλοι. Παραπέρα η αδελφή του η Έλενα, φλυαρούσε περί ανέμων και υδάτων με τους άλλους. Πότε-πότε, τα χαχανητά τους, διέκοπταν τις αδιάφορες γι’ αυτόν συζητήσεις.

Ο άντρας της γυναίκας με τα μελαγχολικά μάτια, μιλούσε κι αυτός με τον Φώτη τον ξάδελφό του, για κάποιες μπίζνες του Φώτη… Είχε σκοτεινιάσει κάπως, το φως του ήλιου δεν επαρκούσε, κι άναψαν μια μεγάλη λάμπα έξω στο μπαλκόνι.

Οι σκιές ολωνών ανακατεύονταν η μια με την άλλη, καθώς η οικοδέσποινα προσφέρθηκε να κεράσει κάποιο άλλο ποτό με ξηρούς καρπούς και φρούτα.

«Εγώ θα το θελα το ουισκάκι μου», φώναξε πρώτος ο Χριστόφορος κι ακολούθησε ο Φώτης, και κάποιοι άλλοι.

«Εσύ, Ματθίλδη, δε θα πιεις κάτι;», πήρε την πρωτοβουλία ο Γρηγόρης, να τη ρωτήσει, πριν προλάβει και την ρωτήσει η ξαδέρφη του, η Φωτεινή.

«Εγώ… Εγώ τι να πιω; Δεν πίνω αλκοολούχα, ούτε ηδύποτα, γιατί όλα αυτά με τους ξηρούς καρπούς, προσθέτουν θερμίδες, παχαίνουν»… είπε με την κυματιστή φωνή της, αφήνοντας ένα μειδίαμα και την μελαγχολία του βλέμματός της να συρθεί… «Να πιω μια πορτοκαλάδα», αποφάσισε, τελικά.

Ο Γρηγόρης νόμισε πως η φωνή και το βλέμμα της σύρθηκαν πάνω του. Και τον χάραξαν. Τέτοιο μαγνητισμό, καιρό είχε να νιώσει από γυναίκα. Έπιασε την κουβέντα μαζί της, χωρίς να φεύγει το βλέμμα του από το βλέμμα της.

«Πόσα χρόνια είστε παντρεμένη με το Χριστόφορο;», ρώτησε δήθεν αδιάφορα.

«Είκοσι χρόνια. Έχουμε δυο κόρες μεγάλες που σπουδάζουν και οι δυο εκτός Δράμας. Η μία στις Σέρρες και η άλλη στην Αθήνα, στα ΙΕΚ. Μας επισκέπτονται κυρίως τις γιορτές και τα καλοκαίρια»…

«Κι εσύ, πώς περνάς το χρόνο σου;», ρώτησε με περιέργεια ο Γρηγόρης. «Δουλεύεις πουθενά;»

«Πώς να τα περνάει μια γυναίκα σ’ ένα χωριό; Κάποτε, πριν από χρόνια, θέλησα να δουλέψω στην πόλη, στη Δράμα, σαν πωλήτρια. Με κράτησαν για λίγους μήνες και μετά μ’ απέλυσαν. Το ίδιο συνεχίστηκε άλλες δυο φορές τα επόμενα χρόνια. Ήθελαν, βλέπεις, ανταλλάγματα για να με κρατήσουν. Λίγοι μήνες δουλειά, μετά, άρνηση, απόλυση. Απελπίστηκα. Δεν έπαιρνα και πολλά. Ύστερα, ήμουνα υποχρεωμένη να πηγαινοέρχομαι με το λεωφορείο. Περισσότερα τα έξοδα. Τα παράτησα. Εδώ και μερικά χρόνια προτιμώ, να περνώ το χρόνο μου, εδώ, με τα οικιακά. Να, λίγη τηλεόραση, κάποιες φίλες, λίγη μουσική, λίγο διάβασμα…»

«Σου αρέσει το διάβασμα;», έκανε μ’ ενδιαφέρον ο Γρηγόρης, προσφέροντάς της τσιγάρο.

«Ευχαριστώ, δεν καπνίζω», απάντησε η γυναίκα, και το μελαγχολικό βλέμμα της απλώθηκε και πάλι επάνω του…

«Διαβάζω κυρίως λογοτεχνία, μυθιστορήματα κλασικών, διηγήματα, ποίηση, κι άλλα… έργα, αρκεί να’ ναι καλογραμμένα και ενδιαφέροντα. Τελευταία, αφού τελείωσα τον Βιζυηνό, διάβασα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ».

«Της Βιρτζίνια Γουλφ;», ρώτησε έκπληκτος ο Γρηγόρης, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια του.

«Γαβ, γαβ, γαβ», ακούστηκε το παιχνιδιάρικο γαύγισμα ενός μικρού κανίς, της οικοδέσποινας, που σαν είδε ότι δεν του ’διναν σημασία, άρχισε να γαβγίζει για να αποσπάσει την προσοχή των άλλων γύρω του. Πράγμα που το πέτυχε, γιατί η προσοχή των περισσοτέρων στράφηκε στον Ζωρζ, αφήνοντας κατά μέρος ό,τι συζητούσαν.

Η Ματθίλδη, γύρισε και το κοίταξε. Χαμογέλασε ευχαριστημένη με τα παιχνιδίσματα του Ζωρζ, και τον κάλεσε κοντά της. Εκείνος κουνώντας την ουρά του, έτρεξε προς το μέρος της. Τον πήρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να τον χαϊδεύει τρυφερά. Ο Γρηγόρης παρατήρησε για πρώτη φορά τα λεπτά, μακριά της δάχτυλα. Σαν να ήταν δάχτυλα πιανίστριας ή ζωγράφου. Αποκάλυπταν καλλιτεχνική φύση.

Φορούσε ένα δροσερό λευκό φόρεμα και το ελαφρά ηλιοκαμένο πρόσωπό της σχημάτιζε μια έντονη αντίθεση με τα λευκά της ρούχα και τα λευκά δάχτυλα.

Κάποια στιγμή, όταν σηκώθηκε ν’ αφήσει το σκυλάκι, πιο κάτω, παρατήρησε το καλοσχηματισμένο σώμα της. Ήταν λεπτό και ευλύγιστο… σαν έφηβης κοπέλας, ενώ σίγουρα, ήταν σαραντάρα, κι είχε και δυο γέννες στο ενεργητικό της….

Μια γυναίκα, άρχισε να συλλογίζεται ο Γρηγόρης, που δεν καπνίζει, δεν πίνει, ασφαλώς δεν τρώει πολύ για να παραμένει λεπτή αλλά και από ιδιοσυγκρασία, με καστανά κυματιστά μαλλιά, καλλιεργημένη, που της αρέσει το διάβασμα και η λογοτεχνία, τι στο διάβολο κάνει, μ’ έναν άξεστο τύπο σαν το Χριστόφορο, που μόνο το όνομα τον μάρανε… Χριστόφορος… Κατά τα άλλα, ήτανε ένας χωριάταρος και μισός, που δεκάρα τσακιστή δεν έδινε για τη γυναίκα του και τις ανάγκες της…

Σε μια στιγμή την κοίταξε έντονα καθώς στεκότανε όρθια κοντά του. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Αμέσως μετά, εκείνη, για κάποια δευτερόλεπτα χαμήλωσε το μελαγχολικό της βλέμμα. Ο Γρηγόρης, ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά σύγκορμο. Αυτή η μελαγχολία στο βλέμμα, αυτή η καταφανής έλλειψη χαράς και ικανοποίησης, ασκούσε πάνω του μια έλξη, μια τέτοια γοητεία, που ήταν γι’ αυτόν μια πρόκληση, τόσο μεγάλη, μεγαλύτερη κι απ’ το ισχυρότερο ερωτικό κάλεσμα γυναίκας.

Κάποια στιγμή την έχασε από τα μάτια του. Είχε πάει μέσα στην κουζίνα μαζί με την ξαδέρφη του. Όμως το βλέμμα της, δεν χανότανε από μπροστά του. Με τίποτα. Μεγάλα καστανά μάτια, άβαφα, μελαγχολικά, με κύκλους από κάτω. Αν μπορούσαν να μιλήσουν καθαρά, θα ’λεγαν πολλά. Όμως ο Γρηγόρης, τα ερμήνευσε όλα, χωρίς να ρωτήσει την ίδια. Ήταν βιβλία μισόκλειστα τα μάτια της. Που μόνο ένας επίμονος απαιτητικός αναγνώστης μπορούσε να διαβάσει. Κάποιες σελίδες τους, θα θελαν, ιδιαίτερη προσοχή… για να γίνουν κατανοητές… Ζούσε προφανώς μια στερημένη ζωή από αγάπη, τρυφερότητα και σεξ. Ήταν υποχρεωμένη να ζει μ’ έναν χαρτοπαίχτη, εγωιστή, μεθύστακα. Οι κόρες της ήταν μακριά και τους επισκέπτονταν πότε, πότε. Δεν είχε με τίποτα να γεμίσει τη ζωή της, τον συναισθηματικό της κόσμο. Και γι’ αυτό έπεφτε σε μελαγχολία. Κι η μελαγχολία αυτή αντανακλόνταν στο όμορφο πρόσωπό της. Και, ιδίως, στο βλέμμα της, μαζί με τη στέρηση, την απομόνωση, την εγκατάλειψη. Ζούσε σαν ένα σκυλί που τ’ άφηναν χωρίς τροφή, χωρίς επαφή, χωρίς κάλεσμα. Απομονωμένο.

Σε λίγο, γύρισε πίσω και κάθισε κοντά του, στη θέση της. Ο Γρηγόρης την κοίταξε κι ένιωσε ξαφνικά μέσα του, ένα απέραντο κύμα στοργής να τον κατακλύζει. Ήθελε αν μπορούσε να της πιάσει τα χέρια απαλά και να της τα κρατήσει για λίγο, χωρίς κουβέντα. Να της δείξει έτσι, ότι καταλαβαίνει το πρόβλημά της, την αιτία της μελαγχολίας της. Να της εκφράσει το θαυμασμό του για την ψυχική της ομορφιά και τη δύναμή της, να συνεχίζει να ζει σ’ ένα χωριό, σ’ έναν ερημότοπο, ανέραστη, μ’ έναν αδιάφορο άνθρωπο γι’ αυτήν και τις ανάγκες της.

Το βλέμμα της, εκείνη τη στιγμή που την έβλεπε, του θύμιζε πορτραίτα γυναικών μιας παρωχημένης εποχής. Του θύμισαν τη μελαγχολία της Άννας Καρένινα και της Βιρτζίνια Γουλφ. Τη μελαγχολία κάποιων αριστοκρατικών γυναικών, κλεισμένων σ’ ένα κάστρο μ’ όλα τα υλικά αγαθά, αλλά, στερημένων από αγάπη. Μ’ ένα σύζυγο, κέρβερο, που ξέρει να διατάζει μόνο και ν’ απαιτεί. Γιατί είχε να προσφέρει ένα κάστρο με υπηρεσίες…

Ύστερα, ξανακοιτώντας το βλέμμα της, του ’ρθε στο νου λιβάδι, κάποιο πρωινό, λουσμένο στην υγρασία και την πάχνη.

Μια φλογερή επιθυμία φούντωσε σιγά-σιγά μέσα του, καθώς την κοιτούσε. Να την αγκάλιαζε, κάπου απόμερα, και να σκορπούσε φιλιά σ’ όλο το διψασμένο για αγάπη κορμί της… Να της έπαιρνε αυτή τη θλίψη που έβγαζε το γλυκό βλέμμα της. Να της αφαιρούσε τη στέρηση, τη διάψευση των προσδοκιών της, τη βασανιστική μοναξιά. Να την κάνει να νιώσει ότι είναι γυναίκα, ότι έχει δικαίωμα στη ζωή και στην αγάπη…

Στράφηκε και κοίταξε τον κήπο με τα δέντρα. Για δύο-τρία λεπτά. Για να σταματήσει τα αλλεπάλληλα κύματα των σκέψεών του και την ονειροπόληση. Ο κήπος μόλις που φαινότανε μεσ’ το μισοσκόταδο… Οι άλλοι γύρω του συνέχιζαν τη συζήτησή τους αμέριμνοι.

Έβαλε ξαφνικά το χέρι στο λαιμό του, και τότε συνειδητοποίησε, ότι ήταν αρκετά ιδρωμένος. Η καρδιά του, στο στέρνο του, χοροπηδούσε… Ο ίδιος όμως απέξω, έδειχνε φαινομενικά τελείως ήρεμος. Σα να μη συνέβαινε τίποτα…

«Βράδιασε για τα καλά! Είναι καιρός να φύγουμε», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της αδελφής του. «Δεν νομίζεις;»

«Ναι, καιρός είναι», μουρμούρισε, ο Γρηγόρης. «Πώς πέρασε η ώρα!…» Σηκώθηκε κι αποχαιρέτησαν με αγκαλιάσματα τους συγγενείς. Ο Γρηγόρης χαιρέτησε τον Χριστόφορο, με χειραψία.

«Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία. Θα τα ξαναπούμε…»

«Βεβαίως, να τα ξαναπούμε», απάντησε ο Χριστόφορος. «Όποτε θέλετε, ελάτε και σε μας να πιούμε κανένα ποτήρι». Είχε ήδη πιει το δεύτερο ουίσκι του και ρευότανε ευχαριστημένος… Σε λίγο σίγουρα, θα κατέληγε στο καφενείο…

Τελευταία άφησε να χαιρετίσει τη γυναίκα με το μελαγχολικό βλέμμα.

Της έδωσε το χέρι. Κι εκείνη το άπλωσε…. στην αρχή λίγο δισταχτικά.

«Χάρηκα πολύ…», άρχισε να της λέει… καθώς της έπιανε το χέρι.

Με μια ξαφνική κίνηση, η Ματθίλδη, σα να γνωριζότανε από παλιά, σα να ’τανε οικογενειακός, παλιός φίλος, έγειρε το κεφάλι της και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. Ο Γρηγόρης ξαφνιάστηκε απ’ αυτήν την κίνηση. Ξαφνιάστηκε τόσο πολύ από τον αυθορμητισμό της αυτό, που όταν συνήλθε από το σοκ και την ταραχή, οδηγώντας το αυτοκίνητό του λίγο αργότερα, καθώς έφερε στο νου του τη σκηνή, τότε συνειδητοποίησε ότι το φιλί της, ήταν στο μάγουλο, αλλά πολύ κοντά, προς το στόμα του.

Ήτανε άραγε προσχεδιασμένο; Απλά μια σύμπτωση; Μια αδέξια κίνηση; Είχε εκείνος ασυναίσθητα γυρίσει το κεφάλι του προς το μέρος της, και δέχτηκε το φιλί, εκεί, κοντά στο στόμα; Παρέμεινε μυστήριο αναπάντητο…

Αμίλητος, οδηγούσε, και δεν άφηνε στιγμή απ’ το μυαλό του τη Ματθίλδη, την όμορφη ντελικάτη γυναίκα, που ήταν καταδικασμένη να ζει μ’ έναν άξεστο, σ’ ένα ερημοχώρι, στερημένη από χαρά και αγάπη. Γι’ αυτό είχε εκείνο το υπερήφανο, θλιμμένο βλέμμα, που αν το ανέλυε κανείς, θα καταλάβαινε γιατί το είχε. Έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του, τα μεγάλα της μάτια, με το μελαγχολικό βλέμμα.

Παρά την πρόσκληση του άντρα της δεν θέλησε να τους επισκεφτεί ποτέ. Ήταν αντικέρ, με εισαγωγές ειδών από την Ευρώπη. Έμπλεξε και μ’ άλλες δουλειές, και μετά έφυγε από τη Δράμα, στην Αθήνα. Αλλά δεν ήταν αυτό.

Ήθελε να μείνει ζωντανό στη μνήμη του, εκείνο το ριγηλό, το μελαγχολικό βλέμμα της Ματθίλδης, το ερωτικό, που τα ’λεγε όλα… Αρκεί να ήξερες να το διαβάσεις…