Η ανάκριση των Γραφών

Πλανάσθε μη ειδότες τας Γραφάς
Ιησούς, Ματθ. 22:29

Scriptura inter sua interprers
(Η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής)

 

Πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό παγκοσμίως, οι επιθέσεις εναντίον του βιβλίου που μπορεί να χαρακτηριστεί το θεμέλιο, ο καταστατικός χάρτης της εκκλησίας και του Χριστιανισμού. Εναντίον της Βίβλου. Το φαινόμενο βέβαια δεν είναι καινούργιο. Είναι παλιό τόσο όσο και η εμφάνιση (συγκρότηση) και διάδοση της Βίβλου. Πολεμήθηκε από την αρχαιότητα με διαφόρους τρόπους. Άρνηση και χλευασμός (Κέλσος, Πορφύριος, κ.ά.), αίρεση και παρερμηνεία (Μαρκίων, Γνωστικοί κ.ά.). Στις μέρες μας όμως, οι επιθέσεις υπό την μορφή παρερμηνείας, έχουν λάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Δεν περνάει μήνας—τι λέω;—βδομάδα ίσως, που να μην εμφανιστεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων βιβλίο που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει την ανθρώπινη καταγωγή του Χριστιανισμού ότι, ο Χριστός ήταν τάχα φιλολογική φιγούρα που επινοήθηκε από τον Μάρκο και αντιγράφηκε από τους άλλους ευαγγελιστές—έτσι το θέλει ο γκουρού της κριτικής Harold Bloom—, ή να παρουσιάσει τη Βίβλο ως τερατώδες, βάρβαρο βιβλίο, ή συνονθύλευμα αντιφατικών κειμένων που περιέχουν την εβραϊκή μυθολογία απ’ την οποία πρέπει γρήγορα να αυτοκαθαρθούμε και να απαλλαγούμε, ένα κείμενο νοθευμένο με πολύ μεταγενέστερες παρεμβολές κ.λπ. Ο αναγνώστης διαβάζοντας τέτοια βιβλία, ασφαλώς θα υποστεί σύγχυση φρενών και, δεν είναι περίεργο εάν κλονιστεί και η εναπομένουσα πίστη του, αν δεν γνωρίζει καλά πώς έχουν τα πράγματα.

Δεν μπορεί κανείς σε ένα σύντομο δοκίμιο να αναφερθεί σε όλες αυτές τις σύγχρονες τάσεις και παραμέτρους που απλώνονται από την τέλεια άρνηση, μέχρι τον εξορθολογισμό, την εκλογίκευση και την απομυθοποίηση της Βίβλου. Η οποία γίνεται σχεδόν συστηματικά από φιλόσοφους και επιστήμονες θεολόγους και ιδεολογικούς της αντιπάλους.

Θα ήθελα εδώ να εστιάσω την προσοχή του αναγνώστη, σε μερικές καινούργιες (;) επιστημονικοφανείς θεωρίες που προσπαθούν με διάφορες ερμηνείες να ερμηνεύσουν ιστορικά γεγονότα ή θαύματα της Βίβλου, καθώς και να την περιορίσουν–συρρικνώσουν το περιεχόμενό της, και να καταδείξω ότι, οι περισσότεροι από αυτούς που υποστηρίζουν τέτοιου είδους θεωρίες–ερμηνείες είτε αγνοούν το συνολικό περιεχόμενο των Γραφών, είτε λειτουργούν επιπόλαια, είτε κακόπιστα.

Αφήνω κατά μέρος μια συχνά επαναλαμβανόμενη αιτίαση κατά του Θεού της Βίβλου—ότι άλλος τάχα είναι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και άλλος ο της Καινής. Διότι ο πρώτος είναι τάχα κακός, σκληρός και αιμοβόρος· και ο δεύτερος είναι αγαθός, συγχωρητικός και φιλεύσπλαχνος. Τέτοιες θεωρίες που είναι παλιές όσο και ο Μαρκίων του 2ου αιώνα μ.Χ., υποστηρίζονται κατά καιρούς από φιλόσοφους (π.χ. Nietzsche), Μαρξιστές και μυθιστοριογράφους (π.χ. André Gide, Καζαντζάκης), οι οποίοι από εκούσια ή ακούσια άγνοια παραβλέπουν ότι στην Παλαιά Διαθήκη δίδεται έμφαση στην αυστηρή δικαιοσύνη του Γιαχβέ αλλά και στο έλεός του—όπως διαβάζουμε π.χ. στο Έξοδος 34:6,7, στο Νεεμίας 9:17, στον 136ο Ψαλμό—και στην Καινή Διαθήκη παρόμοια, γίνεται λόγος όχι μόνο για την αγάπη του Θεού αλλά και την αυστηρή δικαιοσύνη του, όπως φαίνεται από την παραβολή των προβάτων και εριφίων, ή των μνων, και από τις σκηνές της Αποκάλυψης του Ιωάννου, αλληγορικές μεν, αλλά πάντα σκληρές, αναφερόμενες στις ίδιες θείες ιδιότητες—δικαιοσύνη, αγάπη και έλεος στους άξιους ελέους. Σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι υπάρχουν δύο Θεοί (ένας κακός της Παλαιάς Διαθήκης και ένας καλός της Καινής Διαθήκης), ο ίδιος ο Ιησούς έδωσε αποστομωτική απάντηση αναφερόμενος στον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ (Ματθαίος 22:31· Μάρκος 12:26) ως τον Θεό και Πατέρα που δεχόταν ο ίδιος. Ο πατέρας του Ιησού ήταν ο Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης.

Οι διάφορες θεωρίες που προσπαθούν να εξοστρακίσουν το θαύμα, και που παρουσιάζονται συχνά–πυκνά σε διάφορα ντοκιμαντέρ σαν καταστάλαγμα επιστημονικής έρευνας μάλιστα, είναι θεωρίες που είτε παραβιάζουν το κείμενο, είτε αγνοούν το σύνολο της βιβλικής μαρτυρίας.

Είναι εύκολο, και ίσως ανεύθυνο, να υποστηρίζουν κάποιοι, λόγου χάριν ότι, τα Σόδομα και τα Γόμορρα, καταστράφηκαν από έναν κομήτη που εξερράγη το 3000 π.Χ. περίπου σε ένα ύψος στην ατμόσφαιρα, και κομμάτια του έπεσαν σαν πύρινες φλόγες και κατέστρεψαν τις περίφημες πόλεις. Μια τέτοια θεωρία, όμως, εκτός που δεν ταιριάζει χρονικά με τα εξιστορούμενα γεγονότα, διότι ο Αβραάμ και Λωτ έζησαν το 2000 π.Χ. περίπου, αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα και δημιουργεί περισσότερες δυσκολίες από αυτές που προσπαθεί να επιλύσει. Γιατί καταστράφηκαν μόνο τα Σόδομα και τα Γόμορρα και όχι άλλες περιοχές μια και ο κομήτης εξερράγη στην ατμόσφαιρα και κομμάτια πύρινα θα έπεφταν ασφαλώς και αλλού; Ύστερα, γιατί δεν καταστράφηκε και η Σηγώρ που ήταν πολύ κοντά; Πώς διαφυλάχτηκε μόνο ο Λωτ και οι θυγατέρες του σε αυτήν; Η Γένεση αναφέρεται σε αυτό το περιστατικό ως εκδήλωση θείας κρίσης εναντίον των τεσσάρων πόλεων εξαιτίας της φοβερής ανηθικότητας, απληστίας, φαυλότητας, αφιλοξενίας κ.λπ. Έκανε άραγε λάθος ο συγγραφέας–συντάκτης της Γένεσης; Και μαζί με αυτόν και ο Ησαΐας (1:9), ο Ιεζεκιήλ (16:48 επ.), ο ίδιος ο Ιησούς (Λουκάς 17:28–32) και ο άγιος Ιούδας (εδ. 7), μαζί με άλλους (δεκατέσσερις βιβλικές αναφορές υπάρχουν συνολικά) που μιλούν για το ίδιο γεγονός, με τον ίδιο τρόπο, αποδίδοντας την καταστροφή σε παραδειγματική θεία δικαία κρίση και όχι σε συμπτωματικό φυσικό γεγονός;

Κάτι ανάλογο μπορεί να λεχθεί για το περίφημο θαύμα της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας από τους Ισραηλίτες με την ηγεσία του Μωυσή. Σύμφωνα με σύγχρονες επιστημονικοφανείς θεωρίες, οι δέκα πληγές του Φαραώ είχαν να κάνουν με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Έτσι π.χ., ερμηνεύεται ότι, από την κοκκινωπή τέφρα ο Νείλος έγινε κόκκινος, και σαν επακόλουθο βγήκαν βάτραχοι, και λόγω του νέφους της τέφρας έγινε σκότος και έπεσε χαλάζι κ.λπ. (βλ. ΒήμαSCIENCE, 4/4/2010). Και ιδίως η διάβαση έγινε, γιατί τάχα ένα παλιρροϊκό κύμα–τσουνάμι, έφτασε ως εκεί μέσω του Δέλτα του Νείλου, που έπληξε και έπνιξε τους Αιγυπτίους τη στιγμή που μπήκαν αυτοί στη θάλασσα… Αυτή είναι η θεωρία του Γερμανού αιγυπτιολόγου Hans Goedicke. Και πάλι πολλά μένουν ανεξήγητα. Πρώτα απ’ όλα χρονολογικά. Δεν συμφωνούν όλοι για το πότε έγινε η έκρηξη, που γενικά χρονολογείται γύρω στο 1.600 π.Χ., δηλαδή 100 περίπου χρόνια πριν από την έξοδο των Εβραίων. Η βιβλική αφήγηση μιλάει για ένα θαύμα. Για δυναμική επέμβαση δηλαδή του Θεού, στην κατάλληλη στιγμή, για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Όπου, έλαβε χώρα, μια ασυνήθιστη πράξη με τη χρήση βεβαίως φυσικών στοιχείων—ανατολικός άνεμος έπνευσε καθ’ όλη τη νύχτα και χώρισε τα ύδατα. Το να ισχυριστεί κανείς ότι ένα παλιρροϊκό κύμα από το σεισμό της Σαντορίνης ήρθε και έπνιξε τους Αιγυπτίους είναι εύκολο. Τι προκάλεσε όμως τη διάνοιξη των υδάτων στην κατάλληλη στιγμή; Και πώς συνέβη, όλως συμπτωματικά, τα νερά να επανέλθουν όταν βρισκόταν μόνο οι Αιγύπτιοι; Έκανε λάθος ο συντάκτης της Εξόδου, που μιλάει για θείο θαύμα, όπου με κραταιό χέρι απελευθέρωσε ο Θεός τον Ισραήλ και γι’ αυτό έψαλε η Μαριάμ, η αδερφή του Μωυσή, και οι γυναίκες; (Έξ. κεφ. 14, 15). Έκανε λάθος, άραγε, και ο ψαλμωδός Ασάφ, που στον 78ο Ψαλμό μιλάει για τα «θαυμάσια του Θεού (σημεία και τέρατα) εν γη Αιγύπτω, εν πεδίω Τάνεως», για τις πληγές που επήλθαν και ότι, ο Θεός «διέρρηξε θάλασσαν και διήγαγεν αυτούς», κ.λπ.; Και ο ψαλμωδός, στον 105ο, 106ο και 136ο Ψαλμό, όπου λέει ότι ο Θεός «εποίησε μεγαλεία και θαύματα στην Αίγυπτο και επετίμησε την Ερυθρά Θάλασσα και εξηράνθη και διεβίβασε αυτούς δια των αβύσσων»;

Λάθος, πίστευε προφανώς, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, ο οποίος αναφέρθηκε στο Μωυσή που εξήγαγε τους Ισραηλίτες «ποίησας τέρατα και σημεία εν γη Αιγύπτω και εν ερυθρά θαλάσση και εν τη ερήμω έτη τεσσαράκοντα» (Πράξεις 7:36). Και όχι μόνο. Διότι λάθος, θα έκανε και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος σε ομιλία του στην Αντιόχεια, ανέφερε ότι ο Θεός «μετά βραχίονος υψηλού εξήγαγεν αυτούς εξ αυτής» (Πρξ. 13:17) και στην προς Εβραίους επιστολή (11:29) «πίστει διέβησαν την ερυθράν θάλασσαν ως δια ξηράς γης, ης πείραν λαβόντες οι Αιγύπτιοι κατεπόθησαν». Όλοι αυτοί τονίζουν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. Ήταν ο Θεός που επέφερε τις πληγές και εξήγαγε τον Ισραήλ από την Αίγυπτο «εν κραταιά χειρί». Όχι ένα συμπτωματικό γεγονός που παρερμηνεύτηκε και θεωρήθηκε θαύμα.

Είναι φανερό ότι όχι μόνο ο συγγραφέας της Εξόδου, αλλά και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς της Βίβλου αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα και σε θαύματα της ισραηλιτικής ιστορίας ως αληθή γεγονότα. Πρόκειται για μια σημαντική ιστορική παράδοση που μνημονεύεται ακόμη και στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή (2:10, 9:9) και στον Δανιήλ (9:15) και στον Νεεμία (9:9–11). Και πάσα προσπάθεια υποβιβασμού και εξορθολογισμού ή κάθε θεωρία ως λογοτεχνία και μόνον, προσκρούει στο πνεύμα των Γραφών, οι οποίες αλληλοκαλύπτονται και αυτοερμηνεύονται σε ένα μεγάλο βαθμό. Και αυτό είναι το ουσιώδες που θέλω να τονίσω με το παρόν δοκίμιο, στις αράδες που προηγήθηκαν και ακολουθούν. Πώς πρέπει να κατανοούνται οι Γραφές;

Βασική αρχή και θέση των εξοικειωμένων με τη βιβλική ερμηνευτική, ερμηνευτών παλαιών τε και νέων, είναι ότι, η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής. Δηλαδή, δεν μπορούμε να ερμηνεύουμε τα βιβλικά γεγονότα, κείμενα και χωρία όπως μας αρέσει ή όπως μας βολεύει, ξεκομμένα από τα συμφραζόμενα, αλλά με βάση τα συμφραζόμενα, τη συνάφεια και συνάρτηση του κειμένου και, με βάση αυτά που ήθελε να πει ο συγγραφέας. Αλλά και με βάση το τι λένε και οι άλλοι βιβλικοί συγγραφείς επάνω σε αυτά. Γιατί, η Βίβλος, δεν είναι ένα χαώδες και αντιφατικό κείμενο, όπως νομίζουν οι αρνητικοί κριτικοί, ούτε ένα σύνολο βιβλίων που μπορεί να υπόκειται σε φονταμενταλιστικούς ακροβατισμούς, που αποτελεί το άλλο άκρον, ή, πληγή μάλλον, της ερμηνευτικής, που οδήγησε κάποιους επισκόπους στο Μεσαίωνα να διερωτώνται αν οι γυναίκες έχουν ψυχή, και τους ιεροεξεταστές στην εποχή του Γαλιλαίου, να επιμένουν ότι η γη είναι ακίνητη και ο ήλιος κινείται, διότι στον 104ο Ψαλμό, υπάρχει η έκφραση «ο θεμελιών την γην εις τον αιώνα δια να μη σαλευθούν τα θεμέλιά της»! Οι φονταμενταλιστές, βέβαια, παραβλέπουν ότι ένα μεγάλο μέρος της γλώσσας της Βίβλου είναι ποιητικό, ανθρωπομορφικό, μεταφορικό. Η άγνοια του γεγονότος αυτού, μπορεί να οδηγήσει σε απαράδεκτα συμπεράσματα και καταφανώς εσφαλμένα.

Η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής. Σύμφωνα με την αρχή: Όμηρον εξ Ομήρου δει σαφηνίζειν αυτόν εξηγούμενον εαυτόν. Η Βίβλος ερμηνεύεται με ευρύτητα πνεύματος και καλή γνώση της γλώσσας, των συμφραζομένων και των συνθηκών. Έτσι διασφαλίζεται η ορθή ερμηνεία δυσνόητων ή επίμαχων χωρίων αλλά και αναδεικνύεται η εσωτερική ενότητα, συνάφεια και αρμονία που διαπνέει τους συγγραφείς της Βίβλου, οι οποίοι αναφέρονται σε γεγονότα που εκπληρώνουν θείες υποσχέσεις. Προσεκτική μάλιστα μελέτη των βιβλίων της Βίβλου, δείχνει ότι, η σκέψη των συγγραφέων σε πολλές περιπτώσεις είναι κυκλική και επαναλαμβανόμενη, έτσι ώστε, ό,τι λέγεται π.χ. στη αρχή, να λέγεται και προς το μέσον και στο τέλος και παντού. Έτσι π.χ., η βασική σκέψη (keyword) στο βιβλίο του Ιεζεκιήλ είναι η επαναλαμβανόμενη 70 φορές, «τα έθνη θα γνωρίσουν ότι Εγώ είμαι ο Γιαχβέ». Η σκέψη του Εκκλησιαστή είναι η επαναλαμβανόμενη 30 φορές, «avel avalim» («ματαιότης ματαιοτήτων» ή «ατμός ατμών»)· όλα τα εγκόσμια είναι μάταια εκτός από το φόβο του Θεού. Η διήκουσα σκέψη στην προς Ρωμαίους επιστολή, είναι ότι, ο άνθρωπος σώζεται και δικαιώνεται όχι από έργα του μωσαϊκού νόμου αλλά, δια πίστεως, από τη θεία χάρη που δίνεται σε όλους, κ.λπ.

Ξεκομμένα τα περιγραφόμενα γεγονότα από το σύνολο της βιβλικής ιστορίας, μπορεί να επιδεχτούν οποιαδήποτε αντιφατική η ανατρεπτική ερμηνεία. Ιδωμένα, όμως διαλεκτικά, υπό το φως του συνόλου της Βίβλου, εντάσσονται ομαλά, λειτουργικά, στο γενικό πνεύμα που είναι: θεία υπόσχεση και εκπλήρωση, μέσα στο διάβα του χρόνου. Υπόσχεση στον Αβραάμ, στο Μωυσή, στον Δαυίδ κ.λπ. Εκπλήρωση στο πρόσωπο του Χριστού και της εκκλησίας. Έτσι κατανοείται ότι, τα θαύματα παραμένουν θείες επεμβάσεις στην ιστορία, για την ολοκλήρωση και πραγμάτωση της επαγγελίας και όχι συμπτώσεις ή φυσικά απλά γεγονότα. Δεν έχει νόημα να απομυθοποιηθούν τα θαύματα, διότι τάχα δεν καταλάβαιναν τότε οι άνθρωποι τα φυσικά γεγονότα. Με μια τέτοια ερμηνεία καταστρέφεται όλη η Βίβλος που έχει οργανική συνάφεια, καταστρέφεται και ο θείος σκοπός και η ιστορία, ως σωτηρία του ανθρώπου που ξεκινάει από τη Γένεση και καταλήγει στην ιωάννεια Αποκάλυψη, με το «ιδού ποιώ καινά τα πάντα» και, «νέους ουρανούς και νέα γη προσμένομεν εν οις δικαιοσύνη κατοικεί». Πρωταγωνιστής της Βίβλου είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος και η ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό, διαμέσου του Χριστού, είναι το κύριο θέμα των Γραφών. Ο Ιησούς έδειξε την ενότητα της Βίβλου, «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ» (Λουκ. 24:27).

Ο απόστολος Παύλος όταν βρέθηκε στη Βέροια, γύρω στο 50 μ.Χ., κάλεσε τους Ιουδαίους στην συναγωγή, να εξετάσουν τι έλεγαν οι Γραφές. Και αυτοί «ἐδέξαντο τὸν λόγον μετὰ πάσης προθυμίας καθ’ ἡμέραν ἀνακρίνοντες τὰς γραφὰς εἰ ἔχοι ταῦτα οὕτως» (Πρξ. 17:11). Οι περισσότεροι γνωρίζουν τι σημαίνει ανάκριση στην καθομιλουμένη. Σημαίνει σχολαστική εξέταση του κατηγορουμένου ή του μάρτυρα, σε ανακριτικό γραφείο, με απροσδόκητες ερωτήσεις αλλά εξέταση πάντως καλή, άκρως διερευνητική και διαφωτιστική, ώστε να λάμψει η αλήθεια. Προφανώς, η ανά–κρίση των Γραφών και η εις βάθος έρευνα όλων των βιβλίων της, είναι απαραίτητη για να διαπιστωθεί «εἰ ἔχοι ταῦτα οὕτως» και να αποβληθεί πάσα θεωρία και ερμηνεία που δεν είναι αλήθεια αλλά πλάνη και ηθελημένη παρερμηνεία. Και πρέπει, βέβαια, να γίνει αντιληπτό και αποδεκτό, αυτό που ειπώθηκε από έναν βιβλικό λόγιο: «​Η Βίβλος δεν είναι βιβλίο που θα ήθελε να γράψει ο άνθρωπος αν μπορούσε ούτε που θα μπορούσε να το γράψει αν ήθελε»​. Η σκέψη του, συνεπικουρεί τη ρήση του Ιωάννη του Χρυσόστομου: «Ου σοφίας ανθρωπίνης δείται η θεία Γραφή προς την κατανόησιν των γεγραμμένων, αλλά της του Πνεύματος αποκαλύψεως, ίνα τον αληθή νουν των εγκειμένων καταμαθόντες πολλήν εκείθεν δεξώμεθα την ωφέλειαν» (P. G. 53, 175).

Η γνώση της Βίβλου και η κατανόησή της, σύμφωνα με την ίδια τη Βίβλο, είναι κάτι που κατακτάται. Μόνο από τους «καθαρούς τη καρδία», και μετά από εσωτερική και διανοητική πάλη. Όπως ο Ιακώβ πάλεψε με τον άγγελο. Η γνώση της Βίβλου δεν βρίσκεται στην ξερή ανάγνωσή της, στο «γράμμα». Βρίσκεται στην κατανόηση. Όπως έλεγε αρχαίος συγγραφέας: Non in legendo sed in intelligendo. Τελειώνω, τις σκέψεις μου, με μια αποστροφή—υπό μορφήν προσευχής—από τις περίφημες Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου της Ιππώνος:

«Κάνε (Κύριε) να γίνουν οι Γραφές για μένα μια αγνή απόλαυση και να μη χάσω μέσα τους το δρόμο, κι ούτε να χαθούν άλλοι εξαιτίας μου με όσα θα πω, προσπαθώντας να τις ερμηνεύσω».