Επιστολή-απάντηση για αξιοπιστία Ευαγγελίων

Αγαπητό Ζενίθ,

Χαίρομαι που η κ. Ρουσσοπούλου, συνεχίζει τον διάλογο μαζί μου και απαντά στην απάντησή μου. Επ’ αυτής, σημειώνω τα εξής:

1. Η από μέρους μου επίκληση στην αυθεντία (argumentum ad Hominem) δεν έγινε για να προκαλέσει ενοχές στον αναγνώστη αλλά για να του προκαλέσει προβληματισμό, του τύπου: Αν μεγάλοι σοφοί και διανοητές ανεγνώρισαν την αξία της Χριστιανικής θρησκείας και της Βίβλου, μήπως αξίζουν καλύτερης και περισσότερης προσοχής από εμάς, που είμαστε του μικρότερου βεληνεκούς; Η επιστολογράφος βεβαιώνει ότι υπάρχουν δεκάδες άλλες αυθεντίες που τοποθετήθηκαν όπως λέει ενάντια, αλλά εγώ—ας μου επιτρέπει ν’ αμφιβάλλω—δεν είναι δεκάδες αλλά λίγες, μετρούμενες στα δάχτυλα των χεριών μας. Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς, όχι θετικοί επιστήμονες σαν κι αυτούς που παραθέτω, αλλά φιλόσοφοι τύπου Κέλσου, Νίτσε κ.λπ. Υπάρχει σημαντική διαφορά.

2. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ, ότι όποιος δεν δέχεται ότι ο Ιησούς δεν είναι Θεός ή Υιός Θεού, αυτόματα κατατάσσεται στη λίστα των άθεων. Οι Ιουδαίοι και οι Μωαμεθανοί που είναι μονοθεϊστές, και δεν δέχονται τον Ιησούν ως Υιόν Θεού, δεν θεωρούνται βεβαίως άθεοι, όπως ασφαλώς και οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί που αγνοούσαν το Χριστό και πίστευαν σ’ έναν Θεό (Θαλής, Ξενοκράτης, Πυθαγόρας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) κ.ο.κ.

3. Παρατρέχοντας την άποψή της, ότι το βιβλίο του διαπρεπούς Γερμανού παπυρολόγου Carsten Peter Thiede—τον οποίο το περιοδικό Time (23/1/1995) χαρακτήρισε ως τον άνθρωπο που ανέτρεψε παραδεδεγμένες απόψεις για το Χριστιανισμό και  η The Telegraph ως έναν από τους πιο σημαντικούς λογίους της εποχής του και έναν πραγματικό καινοτόμο στο πεδίο του[1]—είναι βιβλίο επιπέδου του δημοτικού(!), στέκομαι στην τελευταία θέση της. Σχετικά με την πλαστότητα των Ευαγγελίων. Φοβάμαι ότι η επιστολογράφος δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της πλαστότητας. Πλαστό θεωρείται ένα έγγραφο όταν δεν είναι γνήσιο. Όταν δηλ. δεν έχει γραφεί από την πηγή που ισχυρίζεται και εμφανίζεται να προέρχεται και στο χρόνο που πρέπει να γράφτηκε.

Η Καινή Διαθήκη προβάλλει ως ένα σύνολο βιβλίων μελών της χριστιανικής εκκλησίας του 1ου μ.Χ. αι. γραμμένο από αυτόπτες μάρτυρες γεγονότων (Ματθαίος, Μάρκος, Ιωάννης, Πέτρος, Ιούδας) και μαθητές αυτοπτών (Λουκάς-Παύλος) που έδρασαν κυρίως μεταξύ του 30-70 μ.Χ.

Επ’ αυτού του ισχυρισμού δεν έχει τίποτα να προβάλλει και να αντιτάξει η κ. Ρουσοπούλου, παρά το ότι στα Ευαγγέλια υπάρχει τάχα μια ημιμάθεια και προχειρότητα σε φιλοσοφικά θέματα. Αλλά τα Ευαγγέλια και γενικότερα η Καινή Διαθήκη δεν ασχολούνται με φιλοσοφικά θέματα. Παρουσιάζει καταγραφή γεγονότων όπως κατέδειξα στο άρθρο μου, Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Γαλιλαίας; (Strange, Δεκέμβριος 2007). Εκεί υπάρχει και η αναφορά στον Κέλσο ο οποίος λόγω φιλοσοφικών προκαταλήψεων υβρίζει τον Ιησού, χωρίς να αρνείται την ύπαρξή του, την ύπαρξη των μαθητών του και έναν πυρήνα των λόγων του. Από τους αρνητές τύπου Κέλσου, Ιεροκλή, Ιουλιανού εξάγεται ένα μίνιμουμ αλήθειας. Το μάξιμουμ, υπάρχει στα ίδια τα κείμενα για όποιον έχει μάτια απροκατάληπτα για να το διαπιστώσει.

 


[1]The Telegraph, 24/12/2004, The Reverend Professor Carsten Thiede (η σελίδα ανακτήθηκε στις 31/8/2010).