Δύο χείλη λησμονημένα

Στο σκονισμένο γραφείο
Δύο χέρια ερημικά
 
Ανεμώνες νεκρές στην ανθοδόχη
 
Μαραμένες μνήμες
 
Η κόμη της λάμπας λαμπυρίζει
 
Τα καθίσματα, η οροφή, τα κάδρα μιλούν
Τα παράθυρα –
 
Η σιωπή βαραίνει στα βλοσυρά βιβλία
Θρυμματισμένη απ’ το χρόνο η όψη
Τα βλέφαρα ακούγονται βαριά
Όλα σιωπηλά όλα ανέπαφα.
 
Ποιος είπε πως τα στήθη μας ξεχνούν
Τα χέρια δε θυμούνται
 
Δύο χείλη λησμονημένα
 
Με καλησπερίζουν
Ένα χαμόγελο χρωματισμένο χρόνο
Ζωντανεύει.