Δαρβινισμός και Χριστιανισμός: Συμβιβάζονται;

Η θεωρία της χημικής και βιολογικής εξέλιξης και το βιβλίο του Δαρβίνου Η καταγωγή των ειδών (1859) που θεωρήθηκε από ορισμένους ως το σημαντικότερο βιβλίο της απερχόμενης χιλιετίας (Στιβ Τζόουνς), αφού, όπως είπε ο ανθρωπολόγος Άσλευ Μόνταγκνιου «κανένα άλλο βιβλίο πλην της Βίβλου δεν άσκησε τόση παγκόσμια επιρροή», εξακολουθούν να δημιουργούν μεταξύ των σκεπτόμενων ανθρώπων έντονες αμφισβητήσεις και διαμάχες. Η θεωρία αυτή είχε και έχει επιπτώσεις όχι μόνο στην επιστήμη, αλλά και στην ίδια την κοινωνία, και στη διαμόρφωση ή ενίσχυση της αθεϊστικής ιδεολογίας. Έτσι δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Δαρβινισμός, όχι μόνο ως μία φιλοσοφία της φύσης, ως ένα «επιστημονικό παράδειγμα», αλλά και ως μια διέπουσα αρχή στην επιστήμη και στην κοινωνία (κοινωνικός Δαρβινισμός). Η ευμενής αποδοχή και εξάπλωσή της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών σ' όλους σχεδόν τους συναφείς επιστημονικούς τομείς, (γεωλογία, παλαιοντολογία, ανθρωπολογία, νευρολογία, ψυχολογία, γενετική, βιοχημεία, μοριακή βιολογία, προϊστορική αρχαιολογία), έκανε ώστε, οι πρώτες σφοδρές αντιδράσεις και, μάλιστα, των θρησκευόμενων, να κοπάσουν σιγά-σιγά, και ο εξελικτισμός να γίνει περισσότερο αποδεκτός, ακόμη και στους εκκλησιαστικούς κύκλους και στις διάφορες θρησκευτικές ομολογίες του χριστιανικού κόσμου.

Έτσι, είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η παπική βιβλική επιτροπή ανάμεσα στα 1905-1909 διακήρυξε την αποδοχή της ακριβούς ιστορίας της Γένεσης, αργότερα στα 1951, ο Πάπας Πίος ΙΒ', με την εγκύκλιό του Humani generis, ανέφερε ότι, οι καθολικοί λόγιοι 0α μπορούσαν να βλέπουν το ζήτημα της εξέλιξης ανοιχτό, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι, "να πιστεύεται ότι οι ψυχές δημιουργήθηκαν απ' ευθείας από το Θεό".

Αυτό υπήρξε προφανώς ένα βήμα συμφιλίωσης με τη θεωρία της εξέλιξης, αφού το Βατικανό δέχθηκε την άποψη και την επίδραση καθολικών λογιών, σαν τον Teilhard de Chardin που υποστήριζαν τον Δαρβινισμό με τον τρόπο τους, αν και αρχικά, είχε αντιταχθεί στις εξελικτικές θεωρίες.

Τέτοιες απόψεις έκαναν προφανώς και τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β', να προχωρήσει ένα βήμα περισσότερο, και να διακηρύξει τον Οκτώβριο του 1996, ότι η θεωρία της εξέλιξης είναι κάτι παραπάνω από υπόθεση. Ο Πάπας δήλωσε, ότι, το γεγονός ότι πολλοί ερευνητές την ανεγνώρισαν "αποτελεί ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ, της θεωρίας".

Παρόμοιες θέσεις έλαβε και ο Πάπας Φραγκίσκος πρόσφατα λέγοντας ότι "ο Θεός δημιούργησε τα έμβια όντα και τα άφησε να εξελιχθούν σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους που Αυτός έδωσε στο καθένα ώστε από μόνα τους να αναπτυχθούν και να επιταχύνουν την πληρότητα της ύπαρξής τους" (Εφ. Συν. 6-9/11/2016).

Από την ορθόδοξη εκκλησία δεν υπάρχει κάποια επίσημη τοποθέτηση, αλλά ήδη, έχουν εκδηλωθεί κάποιες προσπάθειες, και τάσεις από ορισμένους πανεπιστημιακούς θεολόγους, αποδοχής και συγκερασμού του εξελικτισμού με την χριστιανική πίστη (I. Ζηζιούλας, Ν. Ματσούκας, Χρ. Γιανναράς, Μ. Μπέζος κ.α.). Οι θεολόγοι αυτοί, δεν βλέπουν κάποια δυσκολία συνύπαρξης Δαρβινισμού και Χριστιανισμού. Κι αυτό το κάνουν, θεωρώντας και δηλώνοντας ότι, το περιεχόμενο των πρώτων κεφαλαίων της Γένεσης είναι αλληγορικό, μεταφορικό, συμβολικό - ποιητικό. Δεν πρέπει να εκληφθεί κατά γράμμα, λέγουν, ως ‘ιστορία’, όπως θεωρούνταν ανά τους αιώνες από τους χριστιανούς πιστούς και τους Πατέρες της εκκλησίας.

Τέλος, στο προτεσταντικό κόσμο, τα πράγματα ποικίλουν. Υπάρχουν εκκλησίες που απορρίπτουν το Δαρβινισμό τελείως, και άλλες, που τον απορρίπτουν άμεσα ή έμμεσα. Είναι πάντως, αξιοσημείωτο ότι, οι κύριες παραδοσιακές προτεσταντικές εκκλησίες (Λουθηρανική, Μεταρρυθμιστική, Αγγλικανική, Κογκρεσιοναλιστική, Μεθοδιστική, και πολλές βαπτιστικές κοινότητες), προσαρμόστηκαν σχετικά εύκολα με την ιδέα της εξέλιξης. Θεολόγοι και κληρικοί, όπως ο Keith Ward κ.α., δεν δυσκολεύονται να αποδεχτούν δημιουργία και εξελικτισμό.

Η προσαρμογή έγινε και γίνεται, είτε με την άρνηση της ιστορικότητας των πρώτων κεφαλαίων της Γένεσης με την αλληγορική-συμβολική ερμηνεία τους, είτε ακόμη και με την άρνηση της θεοπνευστίας και του αλάθητου της Βίβλου! Αποδεχόμενες οι διάφορες προτεσταντικές ομολογίες τον Δαρβίνο της Παλαιάς Διαθήκης, τον Γερμανό Τζούλιους Βελλχάουζεν (J. Wellhausen, 1844-1918), και τη θεωρία του, ότι το βιβλίο της Γένεσης είναι μια συρραφή θρησκευτικών μύθων, ένα ανομοιογενές υλικό, μια σύνθεση από το εβραϊκό ιερατείο, δύο κυρίως παραδόσεων της J και Ρ, του 9ου και 6ου π.Χ. αιώνα, υπέσκαψαν έμμεσα και τη θεοπνευστία του κειμένου, με αποτέλεσμα, σε τελευταία ανάλυση, να μην υπάρχει καμιά δυσκολία να συμβιβάσουν τα... ασυμβίβαστα. Το μήνυμα της Γένεσης, λέγουν, είναι καθαρά θρησκευτικό, θεολογικό, όχι ιστορικό... Την ερμηνεία αυτή υιοθετεί και ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, στο βιβλίο του, Μύθος, Θεολογία, Ιστορία, Γεν. 1-11, (Αθήναι, 1988). Έτσι, έριξαν νερό στο κρασί τους, για να πίνεται πιο εύκολα. Τα ερμηνευτικά σχολιολόγια επίσης, όπως η Βίβλος του Ερμηνευτή (The Interpreters Bible) δεν διστάζουν να αποδεχτούν τον εξελικτισμό λέγοντας π.χ. ότι στη Γένεση κεφ. 1, αναφέρεται ότι «το ψάρι ήθελε να βγει στη στεριά και να γίνει ερπετό...» κ.λπ.

Ο παλιός πόλεμος βέβαια, μεταξύ προτεσταντών φονταμενταλιστών που υποστηρίζουν την κατά γράμμα ερμηνεία της Γένεσης κεφ.1-3 και τη δημιουργία του κόσμου πριν από 6.000 χρόνια, μέσα σε διάστημα έξι 24ωρων ήμερων (Scientific Creationism), και των εξελικτικών, βρέθηκε σε έξαρση πρόσφατα στις ΗΠΑ, με τις προσπάθειες των πρώτων να εξοβελιστεί η θεωρία της εξέλιξης από τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης, ή τουλάχιστον, να διδάσκεται και η βιβλική διδασκαλία περί δημιουργίας, όπως την εννοούν αυτοί, εξίσου, με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου.

Με βάση όλα αυτά, τίθεται επί τάπητος εκ νέου το κρίσιμο ερώτημα: Θεωρία της εξέλιξης, Δαρβινισμός, και Χριστιανισμός, συμβιβάζονται πραγματικά; Ή, μήπως, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους; Είναι η θεωρία της εξέλιξης των όντων ένα αποδεδειγμένο επιστημονικό γεγονός που μπορεί να χωρέσει μέσα στη βιβλική διδασκαλία; Ή, παραμένει μια "φιλοσοφική θεωρία", μια υλιστική φιλοσοφική ερμηνεία της φύσης, που δεν έχει θέση στη χριστιανική κοσμο-βιοθεωρία;

 

Βιβλικοί & χριστιανικοί λόγοι απόρριψης του Δαρβινισμού

Ανεξάρτητα από τις όποιες αδυναμίες της θεωρίας της εξέλιξης, που την καθιστούν ανίσχυρη και μη αποδεκτή, ακόμη και από μη δημιουργιστές, επιστήμονες (π.χ. Fred Hoyle, Α. Κάισλερ κ.α.) υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους, η χριστιανοσύνη, δε θα μπορούσε να αποδεχτεί αυτή τη φιλοσοφία ερμηνείας της φύσης. Διότι είναι καθαρά υλιστική, αντι-υπερφυσική και αντιχριστιανική. Οι αρχές και οι απόψεις του Δαρβινισμού στο σύνολό τους, είναι αντίθετες με τις αρχές και τις αντιλήψεις του Χριστιανισμού στο σύνολό τους. Αυτούς τους λόγους εκθέτω με συντομία παρακάτω:

(1). Η θεωρία της εξέλιξης, εκτοπίζει την πίστη στην ύπαρξη ενός προσωπικού υπέρτατου Όντος, Θεού-δημιουργού. Ο Δαρβίνος, βέβαια, δεν απέκλειε την ύπαρξη ενός δημιουργού, εφόσον έγραψε ότι, "Υπάρχει μεγαλείο σ' αυτή την άποψη της ζωής, με τις διάφορες δυνάμεις της, που εμφυσήθηκαν αρχικά απ' το Δημιουργό σε λίγες μορφές ή σε μία μόνη" (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 507). Και αλλού: "Στο ανωτέρω πρόβλημα τού αν υπάρχει ένας κύριος Δημιουργός του σύμπαντος... οι μεγαλύτερες διάνοιες όλων των αιώνων έχουν απαντήσει καταφατικά" (Η καταγωγή του ανθρώπου, σελ. 106). Αρνούνταν όμως, την ύπαρξη σκοπού στη φύση και στη ζωή. Ωστόσο, οι επίγονοι του Δαρβίνου (Thomas Huxley, Ernst Haeckel, κ.α.) και οι σύγχρονοι οπαδοί της θεωρίας του (Richard Dawkins, Richard Lewontin, κ.α.) για να είναι συνεπείς με την ίδια τη θεωρία και τον εαυτό τους, προχώρησαν ένα βήμα παραπάνω. Ο εξελικτισμός ισχυρίζεται, ότι ο Θεός είναι περιττός, αφού η ζωή προέρχεται από τυφλές φυσικές δυνάμεις και χημικές ενώσεις, και το ίδιο το σύμπαν, είναι "τυχαίο". Άλλωστε, και η εξέλιξη της όλης ζωής, κατευθύνεται από τις άλογες φυσικές δυνάμεις, άγνωστο από πού και, προς τα πού, χωρίς κάποιο σκοπό και ο άνθρωπος είναι ένα «ευτυχές ατύχημα, της φύσης». Σε μια τέτοια «φιλοσοφία της φύσης», ένα υπέρτατο πνευματικό Ον, ο Θεός, ως δημιουργός με σκοπό δεν έχει θέση. Είναι περιττός. Και οι οπαδοί, της θεωρίας δεν παύουν άμεσα και έμμεσα να το διακηρύσσουν, συστηματικά. Ο Richard Dawkins, επί παραδείγματι, γράφει ότι "ο Δαρβίνος έκανε δυνατόν το να είναι κάποιος διανοητικά, έντιμος αθεϊστής" (βλ. Ο Τυφλός Ωρολογοποιός).

(2). Ο Δαρβινισμός, εκμηδενίζει, ή αλλιώς, συρρικνώνει, την βιβλική διδασκαλία περί δημιουργίας. Η Γένεση διακηρύττει "εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανό και την γη" (Γεν. 1:1). Διδάσκει ότι ο Θεός εδημιούργησε ξεχωριστά κατ' άμεσο τρόπο τον άνθρωπο, όχι ότι τον μετ-έπλασε από προϋπάρχοντα όντα (Γεν. 1: 26· 2:7), καθώς και ότι εδημιούργησαν τα φυτά και τα ζώα «κατά το είδος τους» (γένος, Ο'). Μια έκφραση που επαναλαμβάνει ξανά και ξανά στο 1ο κεφ. της Γένεσης 10 φορές. Για τα φυτά προστίθεται και "καθ ’ομοιότητα". Το ίδιο λέγουν και άλλα βιβλία της Π.Δ. (πρβλ. και Εξ. 20:11· Ησ. 40:26, 28· 43: 7· 45:12, 18· Ιερ. 10:12· Ψαλ. 32:6-9, Ιώβ 9:8-9· 38:1 επ.· Παρ. 3:19, Αμώς 5:8, κ.α.). Και οι συγγραφείς της Κ.Δ., μιλούν ανεπιφύλακτα και καθαρά, περί δημιουργίας του ουρανού, της γης, και πάντων των κτισμάτων και τη δημιουργία του ανθρώπου (Ιωαν. 1:1-3· Ματθ. 11:4-5· Λουκ. 3:38· Πρξ. 17:24, 26· Ρωμ. 1:20· Κολ.: 1:15· Εφεσ. 1:4· 3:9· Εβρ. 1:2· 4:3, 4, Α΄ Πέτρ. 1:20, Β΄ Πέτρ. 3:5· Αποκ. 4:11· 10:6 κ.α.) Η dαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης, αρνούμενη την ύπαρξη προσωπικού δημιουργού συγκρούεται ευθέως με την χριστιανική διδασκαλία περί δημιουργίας του κόσμου απ’ Αυτόν. Στο σημείο αυτό δεν μπορεί να υπάρξει καμιά παρανόηση. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, όπως προκύπτει από τα χωρία Ματθ. 17:4 επ. και Μάρκος 10:6, δέχονταν όχι μόνο την άμεση δημιουργία του ανθρώπου από το Θεό, αλλά και την ίδια την αφήγηση της Γένεσης περί δημιουργίας, όπως αυτή υπάρχει στα κεφ. 1 και 2 ως αξιόπιστη. Διαβάζουμε: «Δεν διαβάσατε ότι αυτός που τους δημιούργησε από την αρχή τους έκανε αρσενικό και θηλυκό; Γι’ αυτό το λόγο ο άνθρωπος θα αφήσει τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη σύζυγό του και οι δύο θα είναι μια σάρκα». Η αναφορά γίνεται κατευθείαν στο βιβλίο της Γένεσης 1:27 και 2:24. Και, είναι αξιοσημείωτο ότι, ο Ιησούς δεν φαίνεται να θεωρεί ότι προήλθαν τα λόγια αυτά από δύο αντιφάσκουσες πηγές, όπως θέλουν οι σύγχρονοι θεολόγοι, διότι παραθέτει αδιακρίτως, και τις αποδέχεται αναγνωρίζοντας τα ως άνω ως γεγονότα.

Υπάρχουν, βέβαια, κάποιοι θεολόγοι σύγχρονοι (π.χ. Χρ. Γιανναράς, Dennis Lamoureux, John Walton, Jack Rogers, κ.α.), που υποστηρίζουν ότι η γλώσσα της Βίβλου είναι συμβολική, αλληγορική, και το πρώτο ζεύγος Αδάμ-Εύα, μυθικό-συμβολικό. Αυτή είναι όμως, προφανώς, μια νεωτερική, αλλά εσφαλμένη ερμηνεία της Βίβλου, όπως εκθέτω αναλυτικά πιο κάτω. Η γλώσσα της Γένεσης δεν είναι συμβολική. Είναι λιτή, εκφραστική, εικονολογική-ανθρωπομορφική. Αλλά όχι αλληγορική. Ο Θεός παρουσιάζεται, να ομιλεί, να βλέπει, να διατάσσει, να ποιεί, να διαχωρίζει, να κρίνει, να πλάθει, να αναπαύεται κ.λπ. Ωστόσο, τα αναφερόμενα γεγονότα, είναι ιστορικά, όχι αλληγορικά, όπως τούτο φαίνεται από τα άλλα χωρία της Βίβλου που προαναφέραμε, και που τα ερμηνεύουν. Άλλωστε, εκτός από τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, και τον Ωριγένη και τη σχολή του (3ος αι. μ.Χ.), οι Πατέρες της Εκκλησίας του 2ου και 3ου μ.Χ. αι., από τους πρώτους Αποστολικούς, τους Απολογητές, και τον Ειρηναίο, ουδέποτε εξέλαβαν τα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης ως αλληγορία.

Ακόμα και η αντιοχειακή σχολή και ιδίως ο I. Χρυσόστομος, ο Θεοδώρητος ο Κύρου, αλλά και ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Μ. Βασίλειος, ο Αυγουστίνος, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, δέχονταν την ιστορική ερμηνεία, ακολουθώντας την ιστορική άποψη των συγγραφέων όλης της Βίβλου. Υποστήριζαν ότι τα αναφερόμενα στη Γένεση επρόκειτο για πραγματική ιστορία, για γεγονότα. Έτσι την κατανοούσαν τη Γένεση και έτσι την ερμήνευαν (βλ. Μ. Βασιλείου, Εις εξαήμερον, Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλίαι εις Γένεσιν, PG 53, 30 επ., Θεοδώρητου Κύρου, Εις τα άπορα της θείας Γραφής, PG 80, Γρηγορίου Νύσσης, PG 44,281) την ιστορική κατά γράμμα ερμηνεία της Γένεσης. Ο ιερός Αυγουστίνος της Ιππώνος έγραψε χαρακτηριστικά στο De Genesi ad Litteram: "Η αφήγηση της Γένεσης δεν είναι του φιλολογικού είδους όπου τα πράγματα εκτίθενται μεταφορικά… αλλά από την αρχή ως το τέλος αφηγείται πράγματα που συνέβησαν πραγματικά, όπως στο βιβλίο των Βασιλέων και σε άλλα ιστορικά βιβλία" (VII 1, 2). Το ίδιο έκαναν και οι ηγέτες της μεταρρύθμισης (Λούθηρος, Καλβίνος κ.λπ.). Η αλληγορική ερμηνεία των πρώτων κεφαλαίων της Βίβλου, είναι «νέο φρούτο» ορισμένων ερμηνευτών, στην προσπάθειά τους να εναρμονίσουν τη Γένεση με τον Δαρβινισμό, και ν’ αφήσουν ευρύτατο πεδίο ασάφειας και ερμηνείας, άρα και παρ-ερμηνείας, στους λεγόμενους «ειδικούς», που κόβουν και ράβουν τα κείμενα της Π.Δ. κατά το δοκούν, ανάλογα με τις επιστημονικοφανείς θεωρίες αγνωστικιστών και αθεϊστών, για να θεωρηθούν σύγχρονοι και εκμοντερνισμένοι με αυτούς.

(3). Η θεωρία της εξέλιξης, υποβιβάζει τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο άνθρωπος πλάστηκε απ' ευθείας από το Θεό (bara) "κατ' εικόνα και ομοίωσιν Θεού", σε κατάσταση ανθρώπινης τελειότητας, πλήρους ελευθερίας και με υψηλή νοημοσύνη. Δεν είχε κάποια κτηνώδη προ-ανθρώπινη καταγωγή. Ο Ψαλ.δός, λέει, ότι ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο, λίγο κατώτερο από τους αγγέλους και με δόξα και τιμή τον εστεφάνωσε (Ψαλ. 8:5) και, ακόμη, Αυτός δημιούργησε τους ανθρώπους και όχι ο άνθρωπος το Θεό (Ψαλ. 100:3). Τα ίδια διαβάζουμε και στο βιβλίο του Ιώβ (10:8, 9). Μάλιστα, σύμφωνα και με τον Εκκλησιαστή «ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ευθύν αλλά αυτός εξέλεξε τη δική του πορεία» (Εκ. 7: 29). Σ’ αντίθεση με αυτή τη βιβλική άποψη, η θεωρία της εξέλιξης, ο Δαρβινισμός, θέλει την προέλευση του ανθρώπου από κατώτερα ζώα. Από τα πιθηκοειδή κατά τον Δαρβίνο και τους επιγόνους προπαγανδιστές του Huxley–Haeckel κ.λπ., από τη (δένδρο)μυγδαλή, ή από έναν κλάδο των πρωτευόντων, κατά τους σύγχρονους νεοδαρβινιστές. Δεν υπάρχει χώρος σ' αυτή τη θεωρία για τη βιβλική διδασκαλία. Κατά τον Δαρβινισμό και τους εξελικτές, ο άνθρωπος ανήκει στα πρωτεύοντα, είναι ένα ανώτερο ζώο, που προήλθε από κατώτερα, μέσω του αγώνα περί υπάρξεως, φυσικής επιλογής και των μεταλλάξεων. Ο «τρίτος χιμπαντζής» κατά τον Jared Diamond, ο «γυμνός πίθηκος» κατά τον ανθρωπολόγο Desmond Morris. Όχι μέσω θείας επιλογής και πρωτοβουλίας, όπως θέτει το θέμα η Βίβλος. Και ως ένα ανώτερο εξελιγμένο ζώο, είναι λογικό, να φέρεται ενίοτε και με ζωώδη ένστικτα και ορμές, κατάλοιπα των προγόνων του. Έτσι δικαιολογείται και η ανθρώπινη επιθετικότητα και ο πόλεμος, αλλά και ο ρατσισμός, όπως τον υποστήριζε ο Δαρβίνος, και ο κοινωνικός Δαρβινισμός.

(4). Ο Δαρβινισμός προσβάλλει την αυθεντία και την αξιοπιστία της Βίβλου. Για τους εξελικτές δεν υπάρχει χώρος για τίποτα το υπερφυσικό. Οι άλογες δυνάμεις της φύσης είναι υπεύθυνες για όλα όσα λαμβάνουν χώραν μέσα στη φύση. Ενώ η Βίβλος διδάσκει, μια «θεία αποκάλυψη» για τον άνθρωπο και κάποια υπερφυσική κατά καιρούς επέμβαση του θείου μέσα στο ανθρώπινο (θαύματα, ενανθρώπιση του Ιησού, ανάστασή του κ.λπ.), ο εξελικτισμός, ως υλιστικό-ορθολογιστικό σύστημα, αρνείται το θείο και οποιαδήποτε επέμβαση του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία. Όπως είχε θέσει το θέμα ο Thomas Huxley: «Δεν μπορώ να πιστέψω στη Βίβλο αν η εξέλιξη είναι αληθινή». Και ο Δαρβίνος: «Προσωπικά δε πιστεύω ότι έχει γίνει ποτέ κάποια θεία αποκάλυψη» (Life and Letters). Και ο Julian Huxley: «Στον εξελικτικό τρόπο σκέψης δεν υπάρχει ούτε ανάγκη ούτε χώρος για το υπερφυσικό». Και εσχάτως, ο μαρξιστής εξελικτικός R. Lewontin: «Η στάση μας (υλιστική εξήγηση) είναι απόλυτη, γιατί δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε μία θεϊστική εξέλιξη. Δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε κανένα ίχνος Θεού στην πόρτα μας» (Billions and billions for demons, 1997).

(5). Η θεωρία της εξέλιξης αποκρούει την διδασκαλία της πνευματικής-ηθικής πτώσης του ανθρώπου. Η Βίβλος διακηρύττει ότι ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ, πλάστηκε τέλειος. Κάνοντας κακή χρήση του αυτεξούσιου και της ελευθερίας του, εξέπεσε από την αρχική του αυτή κατάσταση και αμάρτησε, δηλ. αστόχησε ενώπιον του Θεού. Απομακρυσμένος από το Θεό, οδηγήθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Η φθορά αυτή και η ροπή προς την αμαρτία κληροδοτήθηκε σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. γι’ αυτό ήταν άλλωστε, αναγκαία και η έλευση ενός άλλου τελείου όντος, του αναμάρτητου Ιησού, του Υιού του Θεού, για να μας λυτρώσει με τη λυτρωτική του θυσία, απ’ την αμαρτία και το θάνατο. (Γεν. 3:15. Ψαλ. 51:5· Εκ. 7:20, 29· Ιωαν. 1:29· Ματθ. 20:28· Ρωμ. 3:23· 5:12· Α΄ Κορ. 15:45 επ.· Α΄ Πέτ. 2:21). Η θεωρία της εξέλιξης, ο Δαρβινισμός, διδάσκει εντελώς τα αντίθετα. Ότι δηλαδή, ο άνθρωπος προέρχεται από κατώτερη κατάσταση και οδεύει μόνος του προς ανώτερη, διαρκώς τελειοποιούμενος. Όλα τα σωματικά και νοητικά του προτερήματα θα τείνουν προς την τελειότητα κατά τον Δαρβίνο (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 506). Δεν αμάρτησε ο άνθρωπος, ούτε εξέπεσε ποτέ, αφού κάποτε ο μακρινός του πρόγονος ήταν ζώο, ένα πιθηκοειδές της Αφρικής, και, φυσικά, ουδέποτε υπήρξε «κήπος της Εδέμ» στη Μεσοποταμία, ούτε «δοκιμασία του πρώτου ανθρώπου», (όφις-διάβολος) κ.λπ., που όλα αυτά πρέπει να θεωρηθούν, ως θρησκευτικοί μύθοι, και ν’ απορριφθούν, ως ανάξια συζητήσεως. Ο Δαρβινισμός δεn χρειάζεται έξωθεν του ανθρώπου λυτρωτή, σωτήρα. Ο άνθρωπος οδεύει μόνος του, άγνωστο προς τα πού.

(6). Ο Δαρβινισμός καταστρέφει τη διδασκαλία της Βίβλου περί αμαρτίας του ανθρώπου και τις συνέπειές της. Η θεωρία της εξέλιξης αρνούμενη την «προπατορική αμαρτία» των πρώτων ανθρώπων (original sin) και τα συνεπακόλουθά της, αρνείται και την διδασκαλία περί αμαρτίας γενικότερα. Δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη "προσωπικού δημιουργού" και, φυσικά, ούτε τη δυνατότητα ύπαρξης θεόνομης ηθικής, που απεκαλύφθη, κανόνων δηλαδή, που να προέρχονται από μία υπερ-ανθρώπινη πηγή. Ο άνθρωπος ως προερχόμενος από κατώτερα ζώα, είναι αυτόνομος και η οποιαδήποτε ηθική του αυτόνομη. Οτιδήποτε θεωρεί η Βίβλος ως αμαρτία, δεν είναι κατ' ανάγκην αμαρτία. Ο άνθρωπος, μόνος του, μπορεί να αποφασίζει αν υπάρχει αμαρτία ή όχι. Η αιτία και η ρίζα των ανήθικων ή εγκληματικών πράξεων του ανθρώπου, θα πρέπει να αναζητηθεί κατά το Δαρβινισμό στα αρχικά θηριώδη ένστικτα του προ-ανθρώπου και στα νυν γονίδιά του. Όχι σε κάποια πτώση του, επανάσταση ή απομάκρυνσή του από το Θεό, και «τη σχάση της σχέσης» του Θεού-ανθρώπου.

(7). Ο Δαρβινισμός, ως επιστημονικοφανής κοσμο-βιοθεωρία, αρνείται την αλήθεια του ρόλου του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η θεωρία της εξέλιξης αρνούμενη το θαύμα και κάθε υπερφυσικό, είναι φυσικό να αρνείται την παρθενική γέννηση του Ιησού, την προανθρώπινη ύπαρξή του, και το ρόλο του ως λυτρωτή και του αντιλύτρου για τον άνθρωπο–σαφείς βιβλικές διδασκαλίες (Ματθ. 20:28· Φιλ. 2:4, 5· Α´ Πετ. 1:19· Α´ Ιωαν. 2:2· Α´ Τιμ. 2:5, 6). Όποιος αμφιβάλει, ας διαβάσει τι έγραψε ο Δαρβίνος στην αυτοβιογραφία του, που θεωρεί την Βίβλο ισοδύναμη με τους Ινδουιστικούς μύθους, και τα βιβλία των συγχρόνων Δαρβινιστών. Φυσικά, ο Δαρβινισμός αρνείται και την ανάσταση, και τη Β' παρουσία του Χριστού στον κόσμο, δηλ. με λίγα λόγια τη θεότητά του, και το σκοπό του Θεού να συγκεφαλαιώσει τα πάντα εν Χριστώ (Εφ. 1: 5-8). Για τους εξελικτικούς, ο Ιησούς (αν υπήρξε όπως συνηθίζουν να λένε), προφανώς ήταν ένας καλός-σοφός άνθρωπος. Ήταν ένας ηθικοδιδάσκαλος. Τίποτα περισσότερο-τίποτα λιγότερο. Έτσι θέτει το ζήτημα ο αρχιερέας του σύγχρονου εξελικτικού Νεοδαρβινισμού, Richard Dawkins. Έτσι, όμως, συν τοις άλλοις, αρνείται τη θεμελιώδη βιβλική διδασκαλία ότι «ο υιός του ανθρώπου ήρθε να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών» (Ματθ. 20:28, Α΄ Τιμ. 2:6· Γαλ. 2:20). Να μας λυτρώσει δηλ. από την από την αρχική προ-πατορική αμαρτία, την ατομική μας αμαρτία και το θάνατο. Ο Δαρβινισμός έχει το δικό του σχέδιο λύτρωσης. Είναι η αυτο-σωτηρία μέσω της φυσικής επιλογής, της προσαρμογής, ή της. επέμβασης στα γονίδια, της ευγονικής.

(8). Ο εξελικτισμός εκμηδενίζει την πίστη σε μέλλουσα ζωή. Για τον Δαρβινισμό, όπως προανέφερα, ο άνθρωπος είναι ένας «γυμνός πίθηκος», ή ένας μακρινός συγγενής του, ένα εξελιγμένο ζώο με άγνωστες κατευθύνσεις στο μέλλον. Με το θάνατο του ανθρώπου ο άνθρωπος ως υλικό, βιολογικό ον, παύει οριστικά να υπάρχει, εκμηδενίζεται. Δεν υπάρχει, συνεπώς, ελπίδα για ένα διαφορετικό μέλλον του ανθρώπου, ή μέλλουσα ζωή, ή "ζωή του μέλλοντος αιώνος" όπως διδάσκει ο Χριστιανισμός. Σύμφωνα με τη Βίβλο, η κτίσις η υποταχθείσα στη ματαιότητα και στη φθορά, μια μέρα, με τη δυναμική επέμβαση του Θεού, θα απελευθερωθεί, και ο άνθρωπος θα τελειωθεί μέσα σε "νέους ουρανούς και νέα γη, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί", οι δε νεκροί εν τη «εσχάτη ημέρα» θα αναστηθούν (Ρωμ. 8: 20 επ.· Ιωαν. 5: 28· Αποκ. 21:34). Ο Δαρβινισμός, όμως, είναι θεωρία μηδενιστική, σε αντίθεση με τη Χριστιανοσύνη που κομίζει την ευ-αγγελία της ελπίδας και της εν Χριστώ σωτηρίας του ανθρώπου.

(9). Ο Δαρβινισμός δίνει έμφαση στο θάνατο για τη διατήρηση ζωής και όχι στην αξία της ίδιας της ζωής. Για τον εξελικτικό, ο θάνατος είναι ο σπουδαιότερος παράγων διατήρησης της ζωής. Αυτός προάγει την εξέλιξη των ειδών. Όπως έγραψε ο Δαρβίνος: «Έτσι από τον πόλεμο της φύσης, από πείνα και από θάνατο, προέρχεται άμεσα το πιο θαυμάσιο αποτέλεσμα που είμαστε ικανοί, να συλλάβουμε, δηλαδή η παραγωγή των ανώτερων ζώων». Σύμφωνα με την Δαρβίνεια θεωρία, το 99% των ζώντων πλασμάτων που υπήρξαν ποτέ, έχουν εξαφανιστεί μέσα στα εκατομμύρια χρόνια ζωής και διαπάλης και έμεινε μόνο το 1%... Ανεξάρτητα του ότι ο υπολογισμός αυτός είναι εσφαλμένος, γιατί ο αριθμός των εξαφανισμένων ειδών είναι πολύ μικρότερος, και ο υπολογισμός στηρίζεται στις υποτιθέμενες μορφές ζωής που ήταν συνδετικοί κρίκοι μεταξύ τους και χάθηκαν, σημασία έχει εδώ, ότι για το Δαρβινισμό, κύριος μοχλός εξέλιξης, είναι ο θάνατος. Σύμφωνα με τη θεωρία του, χρειάστηκαν 4.000.000.000 χρόνια θανάτου, για να εφεύρει ο θάνατος τον... ανθρώπινο νου! Αντίθετα, η Βίβλος χωρίς να αποκλείει τυχαίες φυσικές καταστροφές ή θείες επεμβάσεις (π.χ. κατακλυσμός Νώε), δίνει έμφαση στη ζωή και στην αξία του δώρου της ζωής. Παρά τις απώλειες κάποιων μορφών ζωής στο παρελθόν, η ζωή στο σύνολό της θριαμβεύει! Ο Θεός είναι, πηγή της ζωής, όλων των ζώντων και το χάρισμά του, ζωή αιώνια, μελλοντικά (Ψαλ. 36:9· 104:24· Ρωμ. 6:23· Ιωαν. 3:14, 15). Ο θάνατος, ιδιαίτερα του ανθρώπου, είναι ένα θλιβερό προσωρινό επεισόδιο, μπροστά στην αιωνιότητα και στους σκοπούς του Θεού (Α´ Κορ. 15:26, Β´ Τιμ. 1:10).

(10). Ο Δαρβινισμός εφαρμοζόμενος στην κοινωνία (Ε. Σπένσερ, Γκάλτον), έφερε σε ύπαρξη τον κοινωνικό Δαρβινισμό, όπου και εδώ ισχύει ο γνωστός νόμος της ζούγκλας: O θάνατός σου–η ζωή μου. Διότι ο Δαρβινισμός ομιλεί για ισχυρά άτομα εντός του είδους, όχι για ισχυρά είδη. Γι’ αυτό και ο Δαρβίνος, ήταν ρατσιστής υποστηρίζοντας ότι στο μέλλον η λευκή φυλή θα υποτάξει τις κατώτερες. Οι καρποί του κοινωνικού δαρβινισμού μέσω του Νίτσε και του (ερασιτέχνη βιολόγου) Χίτλερ, είναι γνωστοί σ'όλους. Δεν χρειάζονται σχόλια. Γέμισαν τον κόσμο με βία και αιματοχυσία. Η Βίβλος, αντί να δίνει έμφαση στην επιβίωση του ικανότερου, υπερτονίζει την προστασία του ασθενέστερου, με την αγάπη, το έλεος, την ταπεινοφροσύνη και την συμπόνια. Δίνει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, μέσω της αγάπης και της δικαιοσύνης του Θεού, σ’ όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, έθνους, λαού, γλώσσας (Γαλ. 3:28· Αποκ. 7:9).

(11). Τέλος, υπάρχει ακόμα ένας λόγος που δε μπορεί να συμβιβαστεί ο Δαρβινισμός με τον Χριστιανισμό. Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο Θεός είναι θεός τάξεως και σταθερότητας, όχι συνεχούς μεταβολής και σύγχυσης (Δευτ. 32:4, Α΄ Κορ. 14:33). Η τάξη και η σταθερότητα στα δημιουργικά του έργα και στους σκοπούς του είναι σαφής και δηλωμένη. Γι’ αυτό και εδημιούργησε, όχι έναν μικροοργανισμό απ’ τον οποίο να προέλθουν όλοι οι άλλοι και ο ίδιος ο άνθρωπος, αλλά ομάδες ζώντων πλασμάτων «κατά είδος και ομοιότητα». Και τα ευλόγησε να αναπαράγονται, το όμοιο να γεννά όμοιο, όπως και παρατηρείται.

Αν δημιουργούσε μέσω διαρκούς μεταβολής –μεταμορφισμού– θα δημιουργούνταν σύγχυση μέσα στη φύση από τις ατέλειωτες διαβαθμίσεις και διασταυρώσεις, όπως το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Δαρβίνος (πρβλ. Ματθ. 7:16). Το γεγονός ότι διαφορετικά είδη εκ φύσεως αποφεύγουν να διασταυρώνονται μεταξύ τους, και το όμοιο γεννά διαρκώς όμοιο, σύμφωνα με τη δομή του DNA, είναι ένας κανόνας σταθερότητας, που ταιριάζει στη φύση του Θεού-Δημιουργού και στους σκοπούς του.

 

Ανεπιτυχείς προσπάθειες συμβιβασμού

Από τα παραπάνω, γίνεται νομίζω φανερό ότι, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια συμβιβασμού μεταξύ του Δαρβινισμού και του Χριστιανισμού. Είναι τελείως διαφορετικές κοσμο-βιοθεωρίες, που στηρίζονται βεβαίως, κάθε μια, στη διαφορετική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Με τη διαφορά, ότι η Χριστιανοσύνη έχει υπέρ αυτής, εκτός από την παρατήρηση και την κοινή λογική για τη δημιουργία («πας οίκος κτίζεται υπό τινος, ο δε κατασκευάσας τα πάντα Θεός»), έχει και τα γεγονότα των απολιθωμάτων, που δεν αποκαλύπτουν βαθμιαία εξέλιξη, και τους νόμους της κληρονομικότητας (όμοιο γεννά όμοιο) αλλά και άλλες σοβαρές ενδείξεις αξιοπιστίας (προφητείες της Βίβλου, θαύματα, προσωπική εμπειρία, μοναδικότητα του προσώπου του Ιησού). Ενώ, ο Δαρβινισμός είναι μια επιστημονικοφανής θεωρία, μια φυσιοκρατική φιλοσοφία, που όσο μεταβάλλονται τα δεδομένα, εξελίσσεται κι αυτός σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά, σήμερα, ελάχιστα μόνο στοιχεία να διατηρούνται από τον αρχικό Δαρβινισμό, και να έχει καταντήσει αγνώριστος! (πρβλ. πρόλογο Σταμάτη Αλαχιώτη, στην Καταγωγή των ειδών του Δαρβίνου, εκδ. Παν/μίου Πατρών, σελ. 20) Παρ’ όλα αυτά, ο Δαρβινισμός, εξακολουθεί να πιστεύεται δογματικά από τους βιολόγους και τους παλαιοντολόγους, ως η μόνη λύση, η μόνη ερμηνεία της φύσης, σαν μια θρησκεία, και η θεωρία του Δαρβίνου ν’ αποτελεί το «κατά Δαρβίνον Ευαγγέλιο», όπως το χαρακτήρισε ο κοσμολόγος Fred Hoyle. Ο ίδιος συγγραφέας, χαρακτήρισε τον εξελικτισμό, «ανήσυχο συνδυασμό δόγματος κι ευσεβών πόθων».

Εδώ, πρέπει να σημειωθεί πάντως, ότι ένα μέρος της αντιπαράθεσης Δαρβινισμού και Δημιουργισμού οφείλεται σε παρανόηση και απ' τις δυο πλευρές. Κατ’ αρχάς, η λέξη εξέλιξη, δεν είναι εσφαλμένη αυτή καθ' εαυτή, και εξαρτάται πως την εννοούμε. Δημιουργία και εξέλιξη (ανάπτυξη) υπό ορισμένες προϋποθέσεις δεν αλληλοαποκλείονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Όπως μπορεί να καταδειχτεί, η Βίβλος, ομιλεί για μια προοδευτική δημιουργία από τα ατελέστερα στα συνηθέστερα, και δεν αποκλείει την μικρο-εξέλιξη τις μεταβολές, τις προσαρμογές, και την ποικιλότητα, μέσα στα πλαίσια ενός είδους, υπό την έννοια του είδος που εκθέτω παρακάτω. Αποκλείει την τυχαία, την άνευ σκοπού, μακρο-εξέλιξη, όπως την φαντάστηκε ο Δαρβίνος και οι οπαδοί του. Ο ίδιος ο Δαρβίνος απέφευγε τη λέξη εξέλιξη και χρησιμοποιούσε τη λέξη μεταμορφισμός. Ο Δαρβίνος όμως, νόμιζε, όπως και οι σύγχρονοί του, ότι η Βίβλος διδάσκει ότι ο Θεός ως δημιουργός, εδημιούργησε το κάθε είδος ζώου και φυτού που υπήρχε στην εποχή τους, ξεχωριστά. Έτσι νόμιζε και ο ιδρυτής της βοτανικής, ο Κάρολος Λινναίος (1707-1778). Υποστήριζε: “Tot sunt species, quot ab inifio Creative infinitum est”. Δηλαδή, «Υπάρχουν τόσα είδη όσα αρχικά έπλασε ο Θεός». Αλλά αυτό είναι λάθος κεφαλαιώδες. Πουθενά στη Βίβλο δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο. Ούτε υπονοείται από τους βιβλικούς συγγραφείς. Στην εποχή του Δαρβίνου υπήρχαν πολλές ποικιλίες και ράτσες οικοσίτων ζώων που προήλθαν από κάποια αρχικά «είδη».

Η Βίβλος μιλάει για δημιουργία ομάδων, ζώντων πλασμάτων («κατά το γένος», Ο΄, Εβρ. bara-min). Σε τι αντιστοιχεί η εβραϊκή αυτή λέξη min, δεν είναι ακριβώς γνωστό. Σίγουρα, όμως, δεν συμπίπτει με την στενή έννοια του «είδους» των εξελικτικών. Μπορεί να αναφέρεται σ’ αυτό που λένε σήμερα οι βιολόγοι οικογένεια, ή τάξη. Αφήνει μεγάλα περιθώρια μικροεξέλιξης ή ποικιλότητας μέσα στα πλαίσια αυτής της ομάδας (Φρανκ Λουϊ Μαρς). Άλλωστε, και οι ίδιοι οι Δαρβινιστές δεν είναι σίγουροι για την έννοια του είδους. Ο Δαρβίνος ονόμασε το είδος «μυστήριο των μυστηρίων», κλίνοντας περισσότερο στην έννοια της ομάδας με τα αυτά κληρονομικά χαρακτηριστικά-ομοιότητες, τα άτομα των οποίων μπορούν και διασταυρώνονται με γόνιμο αποτέλεσμα (Η καταγωγή των ειδών, Η καταγωγή του ανθρώπου, σελ. 201. Πρβλ. Μάνερ, Τι είναι εξέλιξη, σελ. 177). Ο Δαρβίνος κατέληξε να πει ότι ο όρος είδος είναι αυθαίρετος (!).

Επίσης η Βίβλος, δεν διδάσκει, παρά την διατύπωση «έγινε εσπέρα έγινε πρωί», δημιουργία σε έξι 24ωρες ημέρες, όπως υποστηρίζουν σε φονταμενταλιστές δημιουργιστές, διότι, οι ημέρες εδώ, εμπεριέχουν προφανώς μεγάλη χρονική περίοδο (πρβλ. Γεν. 2:4· 5:1, 2).

Ειπώθηκε προηγουμένως, για τις ερμηνείες που δόθηκαν από κάποιους σύγχρονους θεολόγους για τα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης, που τα θεωρούν ποιητικά, συμβολικά–αλληγορικά, χωρίς να μπαίνουν βέβαια σε λεπτομέρειες, και χωρίς να προσδιορίζουν από ποιο σημείο και μετά το κείμενο είναι ιστορικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν κάποια συμβολικά στοιχεία στη Γένεση, όπως π.χ. η δημιουργία της γυναίκας από πλευρά (στοιχεία) του Αδάμ, το δέντρο, ή ξύλο της ζωής, το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού, η πιθανή σχηματική παράσταση των 6 ημερών δημιουργίας, αλλά το σύνολο της αφήγησης φαίνεται ότι αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι ιστορικό. Έτσι προφανώς το εννοούσε ο συντάκτης–συγγραφέας του κειμένου και αυτή τη σκέψη ήθελε να μεταδώσει.

Η αλληγορική ερμηνεία, εκτός που δε διευκρινίζει σε τι συνίσταται (αλληγορία σημαίνει άλλα λέγω και άλλα εννοώ ή εννοώ κάτι διαφορετικό), είναι προφανώς εσφαλμένη, υπό το πρίσμα και το φως των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψιν και οι οποίοι θεωρούν τα αναφερόμενα στη Γένεση ως γεγονότα, και όχι ως αλληγορίες. Ο απ. Παύλος στην Α' Κορ. 15:21, 45-47, αντιπαραβάλει τον Ιησού Χρίστο «τον έσχατο Αδάμ», με τον «πρώτο Αδάμ».

Αφού «ο Λόγος σαρξ εγένετο», και ο Ιησούς εμφανίστηκε ως ιστορικό πρόσωπο, το ίδιο πρέπει να ήταν και ο Αδάμ: ένας άνθρωπος, ένα ιστορικό πρόσωπο. Όχι συνθετικό, ή συμβολικό ή αρχέτυπο. Αλλιώς, ο παραλληλισμός δεν έχει νόημα. Επίσης, δεν έχουν νόημα τα λόγια του Παύλου εις A΄ Κορ. 11:8, που αυτός λέει ότι ο άντρας δεν είναι από τη γυναίκα αλλά η γυναίκα από τον άντρα (πρβλ. Γεν 2:21-23) αν αυτό δεν είναι γεγονός. Αλλού αναφέρεται (Ρωμ. 4:4) ότι «δι ενός ανθρώπου (Αδάμ) ήρθε η αμαρτία στον κόσμο» αναφερόμενος στη Γένεση. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, στο 3° κεφάλαιο, έχει έναν κατάλογο γενεαλογικό, που φθάνει μέχρι τον Αδάμ. Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει από ποιό πρόσωπο πριν και μετά, τα αναφερόμενα πρόσωπα, είναι μυθικά, ή συμβολικά, μέχρι τον Αδάμ. Το ίδιο κάνει και ο Ιούδας, ο αδελφός του Κυρίου. Στην επιστολή του, λέει ότι ο Ενώχ ήταν έβδομος από τον Αδάμ (εδ. 14). Πώς μπορούσε να ήταν έβδομος (έστω γενεαλογικά), από ένα συμβολικό–μυθικό–αλληγορικό, ή συλλογικό πρόσωπο; Κι αν ήταν συμβολικό, πως ξεκίνησε η ανθρωπότητα; Δεν έχει άποψη η Βίβλος επ’ αυτού; Μας αφήνει, άραγε, στο σκοτάδι, ενώ διδάσκει τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου; Αυτό είναι κρίσιμο ερώτημα, κατά την άποψή μου, που δεν συζητιέται επαρκώς ανάμεσα στους κύκλους των οπαδών της θεϊστικής εξέλιξης, και της συμβολικής ερμηνείας της Γένεσης. Ορισμένοι θεολόγοι, όπως ο Χρ. Γιανναράς δίνοντας έμφαση στην «υποστατική ετερότητα του ανθρώπινου προσώπου» που εκφράζεται με σωματικές και ψυχικές λειτουργίες, ισχυρίζονται ότι «η εκκλησία δεν θορυβείται ούτε προσβάλλεται η αλήθεια της αν η επιστήμη δεχθεί την εξέλιξη των ειδών και αποδειχθεί ότι ο άνθρωπος κατάγεται βιολογικά από τον πίθηκο. Η διαφορά… βρίσκεται στην ποιοτική διαφοροποίηση. Η βιβλική εικόνα για την πλάση του ανθρώπου από το Θεό… δηλώνει όχι οπωσδήποτε τη βιολογική καταβολή αλλά σίγουρα την αρχή της προσωπικής αυτοσυνειδησίας και ταυτότητας, και ελευθερίας και διαχείρισης» (Το αφαβητάρι της πίστης). Δηλαδή υποστηρίζει κάτι ανάλογο με αυτό του Πάπα Πίου ΙΒ΄, αλλά μ’ αυτή τη θέση δεν συμφωνούν ούτε όλοι οι θεολόγοι, ούτε βέβαια, οι εξελικτικοί, που δεν αποδέχονται Θεό-δημιουργό. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και την άποψη του Ραβίνου συγγραφέα Harold S. Koushner, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ιστορία της Εδέμ είναι η ιστορία των πρώτων ανθρώπων που «αποφοίτησαν», που πέρασαν από το σχετικό απλοϊκό κόσμο του ζωικού βασιλείου στον απείρως πιο περίπλοκο κόσμο της ανθρώπινης ύπαρξης... δεν είναι η ιστορία της πτώσης του ανθρώπου, είναι η ιστορία της εμφάνισης του ανθρώπινου είδους! (Κατακτώντας την ευτυχία, 1996, σελ.49).

Είναι όμως ενδιαφέρον να επισημάνουμε, ότι, προσπάθειες συμβιβασμού εξελικτισμού και Χριστιανισμού, δεν έχουν γίνει μόνο από θεολόγους του χριστιανικού κόσμου, αλλά και από επιφανείς εξελικτιστές.

Όπως ήδη τονίστηκε, ο ίδιος ο Δαρβίνος καίτοι αγνωστικιστής, αρχικά τουλάχιστον, δεν απέκλειε την έννοια του Θεού, αποφεύγοντας την κατά μέτωπο σύγκρουση με τις εκκλησίες, αναλογιζόμενος τις συνέπειες της θεωρίας του.

Πάνω σ’ αυτή τη φόρμουλα βάδισε και ο διάσημος εξελικτιστής παλαιοντολόγος, Stephen Jay Gould, ο οποίος παρόλο που τροποποίησε τη θεωρία της εξέλιξης σε βασικά της σημεία, και έγινε εισηγητής μίας άλλης θεωρίας, της λεγόμενης «διακεκομμένης ισορροπίας»–γνωστής και ως «θεωρία των ελπιδοφόρων τεράτων», προχώρησε ένα βήμα παραπάνω καθιερώνοντας την αρχή της ΝΟΜΑ (αρχή των μη αλληλεπικαλυπτομένων πεδίων–Non-overlapping Magiteria). Σύμφωνα με αυτήν, επιστήμη και θρησκεία δεν αλληλοεπικαλύπτονται, ούτε περιλαμβάνουν κάθε δυνατό πεδίο έρευνας. Η επιστήμη καλύπτει τον τομέα της εμπειρίας, ενώ η θρησκεία επεκτείνεται σε ερωτήματα σχετικά με το υπέρτατο νόημα της ζωής. Όπως ισχυριζόταν και ο Γαλιλαίος, η επιστήμη, κατά τον Gould, μελετά τον τρόπο που λειτουργούν οι ουρανοί, ενώ η θρησκεία το δρόμο που οδηγεί προς τον ουρανό, επισημαίνοντας τα λάθη του θρησκευτικού δογματισμού και φανατισμού. Απ' αυτή τη γενίκευση, ο Gould προσπαθεί να ξεπεράσει το πρόβλημα ανεπιτυχώς όμως. Διότι, αφήνει απ’ έξω το θέμα τού τι διδάσκει ακριβώς η Βίβλος, καθώς και ότι, ό,τι λέγεται και υποστηρίζεται από τους επιστήμονες, και μάλιστα τους εξελικτικούς δεν είναι πάντα επιστήμη δηλ. ορθή, ακριβής γνώση όπως το αναγνωρίζει εμμέσως και ο ίδιος (Εν αρχή ην ο λόγος, Αθήνα, 2000, σελ. 15, 17).

Άλλο παράδειγμα είναι ο Theodosius Dobzhansky. Κορυφαίος εκπρόσωπος του νεοδαρβινισμού, προερχόταν από θρησκευόμενη ορθόδοξη οικογένεια. Είχε θρησκευτικές καταβολές, που ποτέ δεν απέβαλλε. Γι’ αυτό, και σε κάποια φάση της καριέρας του, κατέληξε να υποστηρίζει ότι, «ο Θεός έπλασε κατ’ εικόνα του τον άνθρωπο, ακολουθώντας όμως την εξελικτική διαδικασία». Κάτι παρόμοιο αποδέχεται ο καθηγητής της φιλοσοφίας της θρησκείας Μάριος Μπέγζος: «Η ορθόδοξη θεολογία τείνει προς τη σύγκλιση Δημιουργίας και εξέλιξης… Η δημιουργία του Θεού εκ του μηδενός δεν αποκλείει την εξέλιξη των ειδών» (Οικολογία και εκκλησία, συλλογικό 1994). Υποστηρίζει δηλ., κάτι ανάλογο μ’ αυτό που δέχεται η θεωρία της «θεϊστικής εξέλιξης». Με τη διαφορά όμως, ότι, δεν διδάσκεται από τη Βίβλο κάτι τέτοιο. Ούτε χωρούν οι εξηγήσεις του Nεοδαρβινισμού σ’ αυτήν. Διότι, ο Δαρβινισμός δέχεται τη δημιουργία ειδών, οργάνων κ.λπ. και των όντων δια μέσου της φυσικής επιλογής, του ανταγωνισμού και του θανάτου. Όχι δια μέσω της ζωής από την πηγή της ζωής, το Θεό! Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλος εκπροσώπους παρομοίων απόψεων, που αποκλίνουν ή συγκλίνουν μεταξύ τους, όπως τον Michael Ruse με το βιβλίο του Can a Darvinian be a Christian? (Μπορεί ένας Δαρβινιστής να είναι Χριστιανός;) όπου, με πολύ γενικές θέσεις και όρους, δείχνει ότι, η αποδοχή της Κοινωνιοβιολογίας, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την απόρριψη του Χριστιανισμού αφού και οι δύο μιλούν για αλτρουισμό και αγάπη· αλλά, νομίζω, μετά τα προεκτεθέντα, πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει ένας τέτοιος συμβιβασμός όπως τον εννοούν οι περισσότεροι.

 

Θεϊστική εξέλιξη και προοδευτική δημιουργία

Η πιο συστηματική όμως προσπάθεια, για τον συγκερασμό της θεωρίας του Δαρβινισμού με τη βιβλική άποψη περί δημιουργίας, έγινε με τη λεγόμενη θεωρία της «θεϊστικής εξέλιξης», ή αλλιώς, «εξελικτικής δημιουργίας» ή ακόμα «μεμετριασμένης εξέλιξης», κύριος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε ο κληρικός-παλαιοντολόγος και φιλόσοφος Teilhard de Chardin (1881-19551). Ο Teilhard de Chardin, θεολόγος της εξέλιξης (G. Grespy) πίστεψε ότι η θεωρία της εξέλιξης, ο Δαρβινισμός, είναι ορθός, και γι’ αυτό ήρθε αρχικά σε σύγκρουση με τον Πάπα και τον καθολικισμό. Αργότερα όμως οι ιδέες του σιγά-σιγά έγιναν δεκτές. Στο βιβλίο του To ανθρώπινο φαινόμενο, (Le phenomène humain, 1955) υποστήριξε ότι ο Θεός έθεσε τις δυνάμεις αυτο-εξέλιξης στην ύλη και την ώθηση από τα απλά προς τα σύνθετα και προς τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τον Chardin, στην εξέλιξη αυτή μπορεί να ισχύει ο νόμος επικράτησης του ισχυρότερου, αλλά αργότερα, θα επέλθει στάδιο σύγκλισης και συμφιλίωσης μέσω του Ιησού Χριστού. Το στάδιο Ωμέγα, και η λεγόμενη νοόσφαιρα, που είναι το ανώτατο στάδιο της εξέλιξης αυτής, η τελείωση. Απορρίπτοντας την υλιστική θεωρία του Δαρβίνου, ο Γάλλος κληρικός προσπαθεί να την προσεταιρισθεί υπέρ του Χριστιανισμού, με την θεωρία της Unio Creatrix, όπου κυριαρχεί το πνεύμα και όχι η ύλη, με μία εξέλιξη της συνείδησης, της διάνοιας, της κοινωνίας και του πνεύματος.

Τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοιες απόψεις παρουσίασαν και ο γάλλος φιλόσοφος Henri Bergson, που μίλησε για τη δημιουργό εξέλιξη (évolution créatrice) μέσω της elan vital (ζωϊκής ορμής) και δύναμης, και ο μαθητής του Νίκος Καζαντζάκης, που θέλησε κι αυτός να συμφιλιώσει τις θεωρίες του Δαρβίνου και του Bergson και του Νίτσε, με τον Χριστιανισμό, στα βιβλία του, και κυρίως στον Τελευταίο πειρασμό, όπου εμφανίζει τον Ιησού να αναπολεί πως ήταν ο άνθρωπος όταν ήταν πίθηκος! Ανάλογες ανεπιτυχείς προσπάθειες κατά την άποψή μου, κάνουν και ο Ι. Ζηζιούλας και ο Ν. Ματσούκας. Ο τελευταίος, μάλιστα, δεν αποκλείει λίγα ή ένα ζεύγος αυστραλοπιθήκων να εξελίχτηκαν και να έδωσαν σε κάποια φάση ανθρώπους της Γένεσης! Έτσι, βέβαια, οι διδασκαλίες του «εικόνα και ομοίωση», της πτώσης και του αντιλύτρου πάνε… περίπατο.

Επίσης, άλλοι πιστοί χριστιανοί επιστήμονες, γεωλόγοι και παλαιοντολόγοι, όπως ο Μ. Δερμιτζάκης και ο Χρ. Γράψας προσπαθούν από τη δική τους σκοπιά, να γεφυρώσουν τα αγεφύρωτα χάσματα μεταξύ Χριστιανισμού και Δαρβινισμού, δίνοντας ερμηνείες παρόμοιες μ’ αυτές του Teilhard de Chardin και άλλων οπαδών της θεϊστικής εξέλιξης, αφήνοντας όμως, αναπάντητα, πλήθος ερωτημάτων που ανακύπτουν με αυτόν τον συγκερασμό.

Κάποιοι, όπως οι Γερμανοί επιστήμονες Φον Χουένε, Χανς Ρόρμπαχ, ο παλαιοδιαθηκολόγος Gleason Archer κ.α., μιλούν για προ-Αδαμίτες και παρα-Αδαμίτες (θεωρία γνωστή ήδη από το 1655 από τον Isaac La Pagrère), για να εναρμονίσουν τις εξελικτικές θεωρίες των προ-ανθρώπων και πανανθρώπινων, που έζησαν πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και ατυχώς εξαφανίστηκαν, όπως π.χ. οι άνθρωποι του Νεάντερταλ και του Κρο-μανιόν, με το πρώτο ζεύγος που αναφέρει η Γένεση. Αλλά, η Βίβλος δεν γνωρίζει προ ή παρα-Αδαμίτες. Γνωρίζει μόνον απογόνους του Αδάμ και της Εύας που ήταν κατά την ομοίωσή τους (Γεν. 4:1· 5:1· Μαρκ. 10:6 επ.· Πρξ. 17:26, Α΄ Τιμ. 2:13-14). Έτσι, φαίνεται ότι όλες αυτές οι θεωρίες στερούνται βιβλικού και χριστιανικού ερείσματος. Είναι ανεπιτυχείς προσπάθειες συγκερασμού, της φαντασίας των Δαρβινιστών και της βιβλικής αλήθειας.

Ο Teilhard de Chardin και άλλοι φιλόσοφοι και συγγραφείς εισήγαγαν μια δική τους φιλοσοφία, αναμιγνύοντας Δαρβινισμό με Χριστιανισμό, με το δικό τους τρόπο και τη δική τους συλλογιστική. Μόνο που η Βίβλος έχει συγκεκριμένη διδασκαλία, και δεν έχει ανάγκη από δαρβινιστικά δεκανίκια (τύχη, αγώνα περί υπάρξεως και φυσική επιλογή) για να σταθεί στα πόδια της. Μια άποψη περί προοδευτικής δημιουργίας από τα κατώτερα και ατελέστερα στα ανώτερα, μπορεί υπό προϋποθέσεις και διευκρινίσεις –ως φάσεις δημιουργίας– να γίνει αποδεκτή, χωρίς να γίνεται δεκτή η θεωρία της θεϊστικής εξέλιξης, η οποία κατά τα ανωτέρω διαφέρει. Ο Θεός εξελίσσει το σχέδιο σωτηρίας του, εις οικονομίαν πληρώματος των καιρών, εν Χριστώ, χωρίς τις δαρβινικές αρχές! Η Βίβλος είναι θεολογικά και ουσιαστικά πλήρης στη διδασκαλία της. «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλεγμόν, πρὸς ἐπανόρθωσιν... ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος» (Β΄ Τιμ. 3:16, 17).